Mad Max days

Κοντεύει εφτά, σε λίγη ώρα ξεκινάει το σκάλισμα των κάδων, παλιά οι άνθρωποι περίμεναν να πέσει η νύχτα, τώρα και νωρίς βραδιάζει και η ντροπή δεν περισσεύει.

Ευτυχώς ψύχρανε ο καιρός, αμβλύνθηκαν οι  μυρωδιές της σήψης από κει μέσα μα αλάφρυναν από περιεχόμενο, όταν δεν ανεβάζεις στο σπίτι δεν κατεβάζεις κιόλας. Σπάνια βλέπω κάδους γεμάτους ως πάνω, μόνο αν είσαι πάνω από ένα κι ενενήντα έχεις προοπτικές να τους ξεζουμίσεις ως το τέλος. Ο Σίμος, της γειτονιάς μας, είναι ένα κι εξήντα, σκέβρωσε κι απ’ τα χρόνια που κουβαλάει πάνω του. Θα γίνουν λυσσαλέες μάχες μεταξύ ανθρώπων και γάτων προβλέπω. Οι φιλόζωοι θα βρεθούν σε δίλημμα, αν υποθέσουμε πως δεν θα εκλείψουν οι γάτες ως είδος. Εγώ είμαι με το Σίμο.

Ένιωσα άσχημα βλέμματα να καρφώνονται στην πλάτη μου. Ήθελα να πάρω ένα κόκκινο φτηνόκρασο, τεσσεράμισι ευρώ. Καθόταν ένας από πίσω που μου δεν έσερνε καρότσι αλλά ένα καλάθι, είχε μέσα μια ρετσίνα, δυο σακούλια πατατάκια, μια κονσέρβα με φασόλια γίγαντες, χαρτοπετσέτες….. και με κοίταζε. Νομίζω. Δεν είμαι σίγουρος, φύλαγε τα ρούχα σου όμως. Δεν τόλμησα. Ποτέ ξανά στο μάρκετ για ψώνια Παρασκευή. Κάθε μέρα από τρία πράγματα. Αν χρειαστεί και δυο φορές τη μέρα. Και τρεις. Να φεύγω με μια σακκούλα, να μη δίνω στόχο. Αν είναι μικρά, τα βάζω και στις τσέπες. Όσο έχω τσέπες κι όσο θυμάμαι το δρόμο για το μάρκετ.

Οκτώβρης, ευκαιρία να διαβάσω. Το καλοκαίρι δεν μπορώ, αφαιρούμαι κάθε δυο λεπτά -λόγω απροσδιόριστης και αδέσποτης ευτυχίας- και πιάνω το βιβλίο πάλι απ’ την αρχή. Ούτε απόδειξη απ’ το γαλατάδικο μπορείς να διαβάσεις έτσι. Θα κάνει κρύο όμως στο σπίτι φέτος. Πρέπει να προπονηθώ να γυρίζω σελίδες με γάντια. Αν έχουν κομμένες τις άκρες, στα δάχτυλα, θα νιώθω σαν ήρωας του Τσέχοφ. Του Ντοστογιέβσκι. Του Τολστόι. Του Τουργκένιεφ. Γκόγκολ σε τριάρια.

Τέσσερις χρωστάνε τα κοινόχρηστα του περυσινού χειμώνα. Κανείς τους δεν κατέβηκε στη συνέλευση προχτές. Μια ώρα συζητούσαμε αν θα λειτουργήσουμε τη θέρμανση φέτος. Κι άλλη μια ώρα με ποιο τρόπο θα εισπράξουμε από τους τέσσερις, μπλέξαμε δικηγόρους, συγγενείς, δόσεις, παπάδες, παρακάλια, φοβέρες. Θλιβερό. Και ν’ ανάψουν τα καλοριφέρ, το μέσα μας ξεχάσαμε να το γεμίσουμε. Παγωμένο θα μείνει. Ποιο Στάλινγκραντ, ποιος ρώσικος χειμώνας, ποιος Ναπολέοντας και ποιος Πάουλους…

Πόσο αφελείς και χρωματιστά αισιόδοξοι ήταν οι παλιοί. Το χειμώνα ετούτο άμα τον πηδήσουμε, θα μας εκδικηθούν για λογαριασμό του οι επόμενοι δέκα. Και, μακάρι να βγω φτηνός ψεύτης, δεν νομίζω να φανούν τρυφεροί μαζί μας.

Τα λύκεια, και οι δεκαεξάρηδές τους, θα μας γαμήσουν μια μέρα γι αυτό που τους κληροδοτήσαμε.

 

 

 

Advertisements

10 thoughts on “Mad Max days

  1. Παίζει να είναι και ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει από τα χεράκια σας. Σήμερα είστε ο αντίποδάς μου, ας πιούμε σ’άυτό ε;

    1. σήμερα ο αντίποδας, προχτές ο αντίπιοτας, όπως διάβασα στο ποστ σας μάλλον “μαζί” τα πίναμε

  2. εσας τι σας κληροδοτησανε κυριε Μοιρη οταν ησασταν δεξαεξι ?

    (το εσας δεν εχει προσωπικη αποχρωση )

    στα δεκαεξι η ζωη απο μονη της ειναι το μεγαλυτερο κληροδοτημα (νομιζω)

    1. είναι, αρκεί όταν πας να την εξαργυρώσεις να μην διαπιστώσεις οτι είναι υποθηκευμένη ενώ κανείς δεν σε ενημέρωσε γι αυτό

  3. “Πόσο αφελείς και χρωματιστά αισιόδοξοι ήταν οι παλιοί.”

    Δυστυχώς όσο δεν θα υπάρξουν ποτέ οι καινούριοι.

    1. μη νομίζετε, δεν μ’ αρέσει η μιζέρια μου. δεν τη διασκεδάζω. δεν την αντέχω. ούτε κι αυτή

  4. Σίγουρα δεν θα γλιτώσουμε την άγρια και σκληρή κριτική των δεκαεξάρηδων, αλλά επειδή η κατάσταση οξειδοαναγωγής που ζούμε έχει πάντα δύο όψεις, ας αναγνωρίσουμε ότι θα έχουν κίνητρα , κάτι που δεν είχαν υπό τις περίργες πλασματικές Κ(ανονικές) Σ(υνθήκες) που ίσχυαν μέχρι πρόπερσι (;) . Και ο δεκαεξάρης που έχει κίνητρα, θα γίνει μια χαρά ενήλικας ( σκεφτείτε τα προηγούμενα χρόνια πόσοι ενηλικιώθηκαν ημερολογιακά παραμένοντας άτολμοι δεκαεξάρηδες στις ζωές τους … )

    1. αυτό με τις δυο όψεις δεν είναι κακό, δεν είμαι σίγουρος-όμως- οτι η ζωή λειτουργεί πάντα με όρους φυσικοχημείας. πάντως μη περιμένετε να μας δώσουν και παράσημο επειδή -εκούσια ή μη- τους δώσαμε “κίνητρα”

      (η αυτόματη ενηλικίωση είναι θαυμαστή μετάλλαξη. το μόνο πρόβλημα είναι μη σε στείλει απο τα δεκάξη κατευθείαν στα ογδόντα)

  5. νιώθω πως αντί για λέξεις δικές μου, θα ήθελα να ‘αφήσω’ αυτό…

    Au gibet noir, manchot aimable,
    Dansent, dansent les paladins,
    Les maigres paladins du diable,
    Les squelettes de Saladins.

    Messire Belzebuth tire par la cravate
    Ses petits pantins noirs grimaçant sur le ciel,
    Et, leur claquant au front un revers de savate,
    Les fait danser, danser aux sons d’un vieux Noel !

    Et les pantins choques enlacent leurs bras greles :
    Comme des orgues noirs, les poitrines a jour
    Que serraient autrefois les gentes damoiselles,
    Se heurtent longuement dans un hideux amour.

    Hurrah ! les gais danseurs, qui n’avez plus de panse !
    On peut cabrioler, les treteaux sont si longs !
    Hop ! qu’on ne sache plus si c’est bataille ou danse !
    Belzebuth enrage racle ses violons !

    Ο χορός των κρεμασμένων, του Αρθούρου Ρεμπώ

    1. όταν πρωτοδιάβασα, μεταφρασμένα ασφαλώς, το “Νύχτα στην Κόλαση” κι αμέσως μετά την “αστραπή” (μαθαίνοντας ταυτόχρονα πως σταμάτησε να γράφει πριν τα εικοσιένα του) είπα πως θα είναι κάποιο κόλπο του μάρκετινγκ. χρόνια μετά κατάλαβα πως όλοι οι επίγονοι ήταν αρσακειάδες της γραφής , και του modus vivendi, μπροστά του.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s