μισό βήμα (ούτε)

34271095

«Γυαλί, μπουνάτσα, μα δεν κολυμπιέται αυτή η θάλασσα», είπες. Κι εκείνο το ψαροχώρι, στο βάθος, κάτω απ’ το βουνό που ορθώνεται κάθετα πίσω του, δεν ξέρω πόσο φιλόξενους ανθρώπους κρύβει στα σπίτια του. Και τι σόι βουνό είν’ αυτό με τόσους απέθαντους, προαιώνιους πάγους στην κορφή του; Ξέρεις τι μπορεί να κρύβουν μέσα τους; Δεν είναι στέγη αυτό το άσπρο φρούριο, δεν αντέχω να ζήσω από κάτω του, πάρε αυτή την εικόνα από μπρος μου, ποιος τρελλός ταξιδεύει ως την άλλη άκρη του κόσμου για να μπει κάτω απ΄αυτό; Κι ας έχει γαλήνη, σιωπή, στεριά, κι ας έχω τα λεφτά να φτάσω ως εκεί.

 

34271095 (1)

Υπάρχει τρόπος, μου ΄λεγες, να δεις τα πράγματα αλλιώς. Χωρίς να μετακινηθείς μισό βήμα. Τώρα που σε σκέφτομαι, πάντα δίκιο είχες.

 

….

η 26η ώρα

10153157_700732119948024_633631648_n

 

 

 

Δεν θα καλλωπίσω κι ούτε θα στρογγυλέψω λέξεις, όποια μου ΄ρχεται πρώτη κέρδισε, θα μένει στο χαρτί. “Χαρτί”. Αστείο.

Χαοτικά σκέφτομαι, χαοτικά πληκτρολογώ. Τα είδαμε και τα χαΐρια μας με τα συγκροτημένα.

Η Ιστορία, οι θρύλοι, τα παραμύθια, οι Δαβίδ και οι Γολιάθ δεν συμβιώνουν δια βίου με το repeating. Πάνε στο κρεβάτι και με το rewriting. Πηδιούνται στα όρθια, σε στενά, σε ασανσέρ, σε γιαπιά, στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου και με το amendment. Όλα, μα όλα ξαναγράφονται και αλλιώς, απ’ την αρχή, ανόητε, καλόπιστε, ρομαντικέ εύπιστε.

Ο μονόλογος του Edward Norton στο «25th Hour» έχει ριζώσει μέσα μου και όπου να ΄ναι θα βγάλει παράξενα λουλούδια, αγκάθια, τριβόλια. Αποδέκτες των fuck, που τον λίπαιναν τόσα χρόνια, υπάρχουν. Δεν θα τον γράψω όμως, ούτε θα τον απαγγείλω. Αν με κοιτάξεις στα μάτια θα καταλάβεις ότι μπορεί να είσαι ένας απ’ αυτούς.

Δεν θα σκοτωθώ με όσους αγαπάω, με όσους τους νοιάζομαι και με νοιάζονται αληθινά άνευ όρων και υποσημειώσεων. Για τους υπόλοιπους δεν με ενδιαφέρει και να μη ξανασυναντηθούν ποτέ οι δρόμοι μας. Και δρόμοι υπάρχουν.

Δέκα μήνες παντρεμένοι, περπατάμε σαν τα χαμένα κάπου στο Σάλτσμπουργκ. Είναι καλοκαίρι, κόσμος ελάχιστος στους δρόμους, την έχω αγκαλιά, είμαστε με τα τελευταία σελίνια που δεν αγοράζουν ούτε ένα ποτήρι μπίρα αλλά είμαστε πάμπλουτοι κι ας μη το ξέρουμε, ακόμη. Από ένα ανοιχτό παράθυρο σε κάποιον χαμηλό πρώτο όροφο -μετά διαβάσαμε στη γυαλιστερή χάλκινη επιγραφή, πλάι στην είσοδο, το Konservatorium- βγαίνει προς τα έξω, μαζί με τις κουρτίνες, Σατί. Στην έδρα του Βόλφι και του Karajan. Καθόμαστε, χωρίς να ανταλλάξουμε ματιά ή κουβέντα, στο κεφαλόσκαλο και μένουμε εκεί για πάντα. Αυτή την στιγμή, εκείνη την ανατριχίλα, που δεν θυμάμαι πόσο κράτησε, θα την πάρουμε μαζί μας την ώρα της Μεγάλης Αναχώρησης.

Τον πιάνω τρέμοντας στα χέρια μου, πριν λίγα λεπτά βγήκε από μέσα της. Προσεκτικά, μη τον σπάσω, άμαθος όπως είμαι. Ήμουν σίγουρος ότι θα δακρύσω, έμεινα στεγνός. Έκλαψα αργότερα, πολλές φορές. Κι από χαρά κι από φόβο. «Σ’ αγαπάω ρε μαλάκα» του λέω συχνά πυκνά χωρίς καμιάν αφορμή (δεν θες αφορμές, ποτέ δεν θες αφορμές γι αυτό), σταματώντας στο «ρε». Σπάνια απαντάει, συνήθως με ένα «ναι καλά». Του χαϊδεύω τα μαλλιά -εικοστριών χρόνων μαντράχαλο- και θυμώνει όταν νιώθει τα δάχτυλά μου να αποσπούν την προσοχή του από μια οθόνη ή από ένα βιβλίο. Δεν καταλαβαίνει ότι παίζω Σατί.

Χρόνια την παρακαλάω να της στεγνώσω έστω μια φορά τα μαλλιά, όπως πριν οκτώ, δέκα, δώδεκα χρόνια. «Πας καλά;» απαντάει κάθε φορά. Δυσκολεύομαι στην διατύπωση της απάντησης. Άσε που δεν έχει και χρόνο να την ακούσει, ποτέ δεν έχουν χρόνο τα εικοσάχρονα για να ξαναγίνουν οκτώ, δέκα, δώδεκα για χάρη μας. Καλά κάνουν, πρέπει κάποια στιγμή να ενηλικιωθούμε. Να πετάξουμε δίχως τα φτερά τους.

Κρατάω στα χέρια το Here come the warm jets. Φθαρμένο, γκρατσουνισμένο, σκονισμένο, χλωμό -εκεί που το εξόρισα- αλλά ακόμη ζωντανό. To ακουμπάω στο στήθος μου. Οι ρόλοι σήμερα αντιστρέφονται. «Με ακούς;» το ρωτάω. «Ακούς το ντουπ ντουπ; Σε έφερα στον τόπο που ψάχναμε τα δυο μας, εσύ τριών, εγώ δεκαεφτά, τα καταφέραμε να φτάσουμε μαζί, δεν το λες και λίγο».

Αγάπα ρε, μου λέω κάθε μέρα. Αγάπα όσα και όσους αληθινά θα σου λείψουν αν χαθούν απ’ τη ζωή σου, αγάπα χωρίς terms & conditions, όσο είσαι ακόμη ικανός και γεμάτος. Είναι άχρηστα τα βιβλία με φτιασιδωμένα εξώφυλλα αλλά σκισμένες σελίδες. Είναι αξιοθρήνητα τα εγκαταλειμμένα καταμεσής στην ερημιά βενζινάδικα.

….

 

one of these days

34222840

Δεν ξέρω τι καιρό έκανε στην Πομπηία λίγο πριν τον μεγάλο χαμό. Τέλος Αυγούστου ήταν, Μεσόγειος είναι, μπορείς βάσιμα να υποθέσεις πως έκανε ζέστη, ο κόσμος έπινε, έτρωγε, φιλούσε, υπέφερε, κοιμόταν, έχυνε, μάλωνε, χάιδευε τα μαλλιά των παιδιών του, έπαιζε με τα ζωντανά του, μετρούσε δηνάρια και τα κιλά της σοδειάς, καθημερινά πράγματα που δεν τους δίνεις σημασία παρά μόνον αν δεν υπάρχει αύριο.

Ο φετινός Ιούνιος είναι μαλωμένος με το θέρος. Βρέχει καθημερινά. Ζέστη δεν ξέρουμε ακόμη τι θα πει εδώ στα βόρεια, οι μπαλκονόπορτες τα βράδια σχεδόν σφαλίζουν, η ψύχρα και η υγρασία τις νύχτες δεν χαμπαριάζουν από ημερολόγια. Κατά τα άλλα η ζωή μας κυλάει κανονικά. Πίνουμε, τρώμε, φιλάμε, υποφέρουμε, κοιμόμαστε, χύνουμε, μαλώνουμε, χαϊδεύουμε τα μαλλιά των παιδιών μας, την κοιλιά των ζωντανών μας, μετράμε ευρώ, μετράμε τα τελευταία κέρματα, μετράμε ώρες και πληρώνουμε λογαριασμούς, καθημερινά πράγματα που δεν τους δίνεις σημασία παρά μόνον αν δεν υπάρχει αύριο.

Υποθέτοντας ότι δεν υπάρχει κάποιος κρυμμένος Βεζούβιος κάτω απ΄ τα πόδια μας ή μέσα μας, υπάρχει αύριο. Όχι για όλους, μέχρι να γράψω αυτές τις δέκα γραμμές τρεις άνθρωποι θα έχουν πεθάνει σ’ αυτή τη χώρα, αν χτυπήσει κάποιο τηλέφωνο και καθυστερήσω να βάλω τελεία μπορεί να γίνουν και πέντε, έξη, αλλά εξόν απ’ τους διακόσιους ενενήντα που μας αποχαιρετούν δια παντός καθημερινά, οι υπόλοιποι θα είναι εδώ και αύριο. Το πώς, άλλη ιστορία.

Θέλω να καταλήξω πως ο,τι και να αποφασιστεί εκεί στα κατωχωρικά γαλατικά εδάφη της κάποτε Germania Inferior των Ρωμαίων, κάποιοι θα θυσιαστούν -αν και εξ όσων θυμάμαι δεν είχε Μινώταυρο στα στενά της Πομπηίας μα σήμερα θα βρεις κάμποσους πρόθυμους μακελάρηδες εδώ και παραέξω-, κάποιοι θα μείνουν πίσω ανέστιοι, κάποιοι θα πλουτίσουν πάνω στις στάχτες, κάποιοι θα έχουν προλάβει να φύγουν μακριά, πάντα έτσι γίνεται στις κάθε λογής Πομπηίες. Δεν είναι ντε και καλά history repeating, δεν είναι κισμέτ μα ούτε και save & restart παιχνιδάκι.

Μα το χειρότερο  για μένα, τον ενίοτε εκτός τόπου και χρόνου (αυτοπροστασία για να μη σκάσει ο Βεζούβιος μέσα μου) είναι πως κανένα live δεν θα γίνει πάνω στα ερείπιά μας. Το πολύ πολύ να εμφανιστεί κανείς Παντελίδης. Live at Grecaei.

…..

weird fishes

34189992

Στο νησί απέναντι, σαράντα -και βάλε – χρόνια πριν.

O πατέρας μου -δεινός ψαροφάγος- διάλεγε πάντα το ψάρι που θα τρώγαμε. Μια-δυο φορές τις δέκα μέρες που κρατούσαν οι διακοπές μας, η ίδια ιεροτελεστία. Αν τύχαινε να βρεθεί συναγρίδα ήταν ευτυχισμένος, δεν είχαμε καλές σχέσεις με ψαροκόκαλα και αυτή η άσπρη σάρκα ήταν λαχείο. Τότε τις κόβαν και φέτες, χωρίς πολλές πολλές γκρίνιες. Πήγαινε στην κουζίνα, τις επιθεωρούσε στο ψυγείο, έδειχνε «αυτήν», έμενε πλάι στη ζυγαριά για να αποφύγει τα απρόοπτα και δεν επέστρεφε στο τραπέζι παρά μόνο τη στιγμή που οι μερίδες μας ακουμπούσαν πάνω στη σχάρα και δίπλα τους περίμενε η πιατέλα με το χαρτάκι που ΄χε πάνω σημειωμένο το ζύγι. Εκείνος έτρωγε πάντα κάτι άλλο, μπορεί ένα γιουβέτσι, μια μακαρονάδα, γεμιστά πιπέρια, μπριάμ. Ο προϋπολογισμός των διακοπών άρχιζε και τέλειωνε στα παιδιά του και στη γυναίκα του. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς διάλεγε. Μάλλον να είναι ο μπαμπάς μας. Τότε δεν καταλάβαινα τι μπορεί να σημαίνει αυτό, τώρα πια -που μπήκα κι εγώ στο πετσί του ρόλου- ξέρω καλά.

Μετά τα δεκαεφτά, τα καλοκαίρια μας δεν ξανασυναντήθηκαν σε τραπέζια παρά μόνο μετρημένες φορές, εθιμικά, γρήγορα και συνήθως με το βλέμμα στο ρολόι. Έτσι γίνεται, καθένας στη ζωή του. Birds fly.

Όταν όμως τις λιγοστές και σπάνιες πια μέρες των διακοπών μας βγαίνουμε έξω, μόνοι ή με παρέες (χωρίς τα παιδιά πλέον, ήρθε αναπόφευκτα η σειρά μας), όπου κι αν καθίσω και πριν καν προλάβω να παραγγείλω, τον βλέπω σαραντάρη να μπαίνει φουριόζος στην κουζίνα για να προλάβει να διαλέξει τα καλύτερα κομμάτια για μας. Κρέας να παραγγείλουμε, συναγρίδα διαλέγει. Παράξενα πράγματα, αυτονόητα για τους μπαμπάδες.

Kι ύστερα τον βλέπω να δείχνει με καμάρι στο σερβιτόρο το τραπέζι μας. Λέγοντάς του, λάμποντας, «εκεί, σ’ αυτούς». Μόνον εγώ τον βλέπω και με βλέπουν οι άλλοι να χαμογελώ και κανείς δεν τολμάει να ρωτήσει γιατί, είναι σπάνιο σήμερα να βλέπεις ανθρώπους να χαμογελούν έτσι, στα καλά του καθουμένου, γιατί το μυαλό τους ξαφνικά πλημμύρισε από ευτυχία.

Να ‘σαι καλά ρε μπαμπά, σ’ ευχαριστώ για όλα. Και για τα καλοκαίρια μαζί σου, που αντέχουν ακόμη.

….

η μεγάλη ανατριχίλα

34158159

Άλματα η ιατρική επιστήμη, λέει.

Κολοκύθια.

Μια μέρα μπαίνει ένα πράμα σαν βρεμένη πατσαβούρα στο στομάχι σου και ούτε αξονική, ούτε μαγνητική, ούτε ακτίνες, ούτε γαστροσκόπηση το βρίσκουν. Με το που καταλαβαίνει η πατσαβούρα ότι έρχεται να την αναζητήσει άλλος εισβολέας  -τι θράσος, να σκέφτεται έτσι ο ένας εισβολέας για τον άλλον-  φεύγει απ΄ το στομάχι και τρέχει να τρυπώσει στο κεφάλι, στα πλευρά, στα πνευμόνια, στα γόνατα, στα μάτια, σε όποια κύστη βρει πρόχειρη. Δεν είναι παρείσακτος πλέον αλλά ένοικος. Αφεντικό. Έραψε το ενοικιοστάσιο στα μέτρα του. Σαράντα ειδικότητες να επιστρατεύσεις, σε εκατό μηχανήματα να μπεις, ανάθεμά με κι αν βγάλουν άκρη. Κρυφτό, κανονικό. Πώς να βρουν κάτι ανύπαρκτο; άυλο;

Κι έχεις και τους shrinks να αποφαίνονται «δεν είναι τίποτε, έχεις έναν άνθρωπο κολλημένο πάνω σου».

Μιλώντας στην πατσαβούρα.

Αλμπάνηδες.

….

pet stories

463245213_5425a2712c

 

Τα πράγματα που δεν ήταν καλά, ολισθαίνουν προς το ακόμη λιγότερο καλά. Από πείσμα αγκαλιάζω την περιφραστικότητα και  δεν χρησιμοποιώ λέξεις όπως «άσχημα» ή «κακά». Από πείσμα και από συναίσθηση του τι γίνεται γύρω, αν εγώ είμαι άσχημα τότε τι είναι οι διωγμένοι, οι ισοπεδωμένοι, οι ακρωτηριασμένοι, οι δαρμένοι;

Χτες βράδυ στο μπαλκόνι, σ’ αυτή τη μαύρη τρύπα του σπιτιού, πέφτει ξώφαλτσα το μάτι μου στα πολεμικά ανακοινωθέντα. Ασυναίσθητα μου ξεφεύγει ένα αχνό «ωχ»,  χαμηλόφωνο, σχεδόν ουδέποτε ειπωθέν.  Ακούει και τις σιωπές μου όμως.  «Άσχημα;»,  με ρωτάει, μαζεύοντας τα λερωμένα ποτήρια του αργοπορημένου απογευματινού καφέ. «Μάλλον όχι καλά»,  απαντώ. Εκεί, γινάτι. Δεν έχεις καρκίνο, την κακιά αρρώστια έχεις. Κορόιδευα τους παλιούς, τα λουζόμαστε τώρα εμείς οι σπουδαγμένοι, οι ορθολογιστές. Ρίχνοντας στο μαυροζούμι κι ένα «μάλλον», για να κατεβαίνει ευκολότερα.

Βάζω  jazz radio για να αποκτήσει τεατράλε υπόσταση το σκηνικό, μετά καθόμαστε και κάνουμε υπολογισμούς στα μουγκά. Όχι με λάδι και ξύδι, με αμόλυβδες και διόδια. Με θέα άδεια, σκοτεινά μπαλκόνια ολόγυρα. Mα πού πήγαν όλοι;

Είχαμε, έχουμε ακόμη δηλαδή, πέντε ευρώ στην άκρη (ακόμη, ασυναίσθητα, πολλές φορές λέω «πέντε δραχμές», μη τυχόν και φανούν πολλά τα ευρώ και μας ματιάσει κανείς). Λίγα, ίσα για βενζίνες τριών ημερών και ένα δίκλινο για τρεις νύχτες. Τόσα αντέχουμε, με τόσα θα ποτιστούμε.

Άλλοι δεν έχουν δει σταγόνα πάνω τους εδώ και χρόνια. Μη μιλάς. Δεν μιλάω.

Σκεφτόμαστε, αν και δεν λέει κουβέντα ο ένας στον άλλον, να τα αφήσουμε κι αυτά τα πέντε ευρώ στην άκρη, να κάτσουμε στον κώλο μας. Απ’ το τραυματισμένο μυαλό μας (τι να πουν και τα πολτοποιημένα αλλωνών) περνάνε αναπάντεχοι λογαριασμοί, κάποιο φάρμακο που δεν το καλύπτει η συνταγογράφηση και τα πλαφόν, επίσκεψη σε ιατρεία που οι πινακίδες τους γράφουν εξωτικές ειδικότητες που τις αγνοεί το νοσοκομείο μας, κανένα μερεμέτι στο μπάνιο που άρχισε να μας κάνει νερά και θα βουλιάξουμε μαζί του στο τέλος, τέτοιες τρύπες, τέτοια βουλώματα.

Την ακούω, αν και λέξη δεν βγήκε απ’ το στόμα της, να λέει «ούτε τρεις μέρες ρε πούστη μου; ούτε τρεις μέρες το χρόνο; εδώ φτάσαμε;». Την διακόπτω, χωρίς να ακουστώ. «Ας μην είμαστε αχάριστοι, πέρυσι μπήκαμε και σε αεροπλάνο, τι να πουν κι άλλοι που δεν ξέρουν τι θα πει ενοικιαζόμενο, ξενοδοχείο, αντίσκηνο έστω».

Αυτοί οι «άλλοι». Η, ερήμην τους, κατάρα μας.

Φέρνω δυο κουτάκια μπίρα. Δεν θέλω, μου γνέφει.  Μην πιεις κι εσύ,  λέει, μετά παραπονιέσαι για την μπάκα σου. Δέκα λεπτά σιωπής και πάντα βρίσκει τρόπο να την σπάει υποδειγματικά, ρίχνοντας κι άλλο αλάτι στις πληγές, κι άλλο κάρβουνο στο καζάνι της ενοχικότητάς μου. Των ατέλειωτων «ναι, μεν, αλλά». Των «μήπως να». Του «άσε πρώτα να δούμε». Κάποτε ζούσε μαζί μας ένας αυθορμητισμός. Κομματάκια τον κάναμε, τον λιανίσαμε, τον φάγαμε σαν κανίβαλοι, ίχνος του δεν θα βρει το CSI ακόμη κι αν κάνουν φύλο φτερό το σπίτι. Ερασιτέχνες, σκιτζήδες, δεύτεροι.

Θα βρούνε κάποιον άλλο, όμως. Δεν αντέχουμε χωρίς pet σ΄ αυτό το σπίτι.

Τώρα συζούμε με έναν Μινώταυρο. Καμιά σχέση μ’ αυτόν του Μπόρχες. Ο δικός μας δεν τρέχει να μας αγκαλιάσει από λαχτάρα και χαρά μόλις μας βλέπει,  ξέρει καλά πόσο εύθραυστοι μπορούμε να γίνουμε αν μας σφίξει εκεί που ραγίσαμε. Μας θέλει ολόκληρους, θρύψαλλα του είμαστε άχρηστοι. Τρύπωσε στο τριάρι μετά από μας, ήρθε και μας βρήκε, δεν πήγαμε εμείς απρόσκλητοι στα λαγούμια του. Δεν μιλάει ποτέ. Δεν κάνει φασαρία, ούτε άνω κάτω το σπίτι, δεν έσπασε τίποτε μέχρι τώρα, δεν ρήμαξε καμιά γωνιά. Κάθεται μόνο αμίλητος μαζί μας στο τραπέζι, στους καναπέδες, στο μπαλκόνι,  χώνεται ανάμεσά μας στο κρεβάτι, έρχεται ακόμη και στο μπάνιο. Γι αυτό δεν ρημάζει τίποτε, μόνο με το μέσα μας ασχολείται. Εκεί βρήκε σκοτάδια, γωνιές, ερημιές, φόβο. Αυτόν μυρίζει, μ’ αυτόν τρέφεται.

Όταν λείπουμε απ’ το σπίτι, μας περιμένει υπομονετικά να γυρίσουμε, πάντα γυρνάμε, πάντα είναι εκεί. Κάθεται και μας κοιτάζει στα μάτια, όσο κι αν προσπαθούμε να μη διασταυρώνονται τα βλέμματά μας. Απ’ τα ρουθούνια του τρέχουν μύξες και βγαίνει μια πηχτή, βρώμικη ανάσα. Ποτίσαν οι τοίχοι με την βαρβατίλα, κουραστήκαμε να σφουγγαρίζουμε σάλια και μύξες απ΄ τα πατώματα. Κάποιες φορές τον είδαμε να χαμογελάει σαρκαστικά, δεν ξέρω αν είδες δόντια Μινώταυρου αλλά αν δεις ποτέ δεν θα κατορθώσεις να τα ξεριζώσεις απ’ το μυαλό σου.

Προχτές, την ώρα που εκείνη καθάριζε μπάμιες (φρέσκα φασολάκια καθαρίζουν μόνον στα ποιήματα), ακούστηκε η φωνή του για πρώτη φορά. Της είπε ότι φέτος θέλει να ‘ρθει μαζί μας, όπου κι αν πάμε, όσο λίγο κι αν λείψουμε. Για να μη μας αφήσει λεπτό μόνους. Κόντεψε να κοπεί αλλά του είπε ναι, δεν χρειάστηκε καν να με ρωτήσει. Δεν θα πάμε πουθενά αλλά έλα μαζί μας καργιόλη, χώσου κι άλλο στο μυαλό μας και έλα. Του είπε ναι, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Μη τυχόν και πάθουμε κάτι μακριά απ’ αυτόν και ξεμείνει πίσω, με τα παιδιά. Που δεν μπορούν, ευτυχώς, να τον δουν και να τον μυρίσουν. Ακόμη.

Τα παιδιά. Μεγαλώνουν, φεύγουν απ΄ το σπίτι, κι εμείς ακόμη ξυπνάμε τις νύχτες για να τα σκεπάσουμε, μη τυχόν και πουντιάσουν.

Εκείνο που με τρομάζει πολύ (δεν της είπα) δεν είναι ο φόβος μας που τον τρέφει. Είναι μη γίνουν τρεις οι μινώταυροι σ’ αυτό το σπίτι. Πρέπει να βρούμε τρόπο, μέρα θα ‘ναι, νύχτα θα ‘ναι, δεν ξέρω, να τον κάνουμε να πεθάνει από ασιτία.

 

…….

E la nave va. And the band played on.

34124879

Eννιά λέξεις, δανεικές, ούτε καν, κατακλεμμένες. Και η εικόνα το ίδιο. Το καράβι εχάθη (αν υποθέσουμε πως είχε δέσει, κάποτε), οι μουσικοί   -απλοί περαστικοί, μα ας είναι, ταιριάζει στην περίσταση η κούραση, η απορία, η ανία, η απελπισία τους-  σκέφτονται αν πρέπει να παίξουν. «Πρέπει». Για ποιόν; Aποχαιρετισμό ή σινιάλο, ελλείψει φάρου, για να επιστρέψει; Τι; Γιατί;

Κουραστήκαμε κι εμείς, κρύο, ζέστη, κρύο ξανά. Αλλά πάλι γράφουμε. Τι; Για ποιόν; Ούτε για αποχαιρετισμούς, ούτε για σινιάλα είμαστε.

 

……

τα κάλπικα 0-0

George-Best

Προχτές, την ώρα του Νειμάρ τζούνιορ, η -για εκατομμυριοστή φορά- συζήτηση για το ίδιο θέμα κατέληξε ξανά (καμία έκπληξη) στο ίδιο συμπέρασμα. Η φύση του ανθρώπου, ειδικά του άντρα, δύσκολα αλλάζει. Και στριμωγμένος σε ένα μπαλκόνι να ‘σαι, λίγο αλκοόλ παραπάνω, λίγη αλλότρια γυμνή -άσπρη, ακόμη- σάρκα παραπάνω (βλέπεις μπάλα αλλά δεν παύεις να αναγνωρίζεις και αλλού το Ωραίο και επιθυμητό), λίγη ζέστη παραπάνω (και φεγγάρι που δεν σβήνει τον Ιούνιο παρά μόνο όταν ζεματάνε οι προβολείς στις δέκα παρά τέταρτο το βράδυ, πώς αντέχουν να ζουν οι βόρειοι με τόσες νύχτες κολλημένες τη μια δίπλα στην άλλη; ) μα κυρίως λίγη εκούσια ή ακούσια απομόνωση από την Κόλαση των άλλων (έτσι θες να νομίζεις) και όλα μοιάζουν αντιμετωπίσιμα, μαχητά, υποφερτά, έστω για πέντε-δέκα-σαρανταπέντε λεπτά. Καλύτερα από χρυσόψαρα, χειρότερα από ελέφαντα αλλά πάντοτε ελέφαντες σε γυάλα. Άγαρμποι, προβλέψιμοι, μονοκόμματοι (γιατί να είναι μεμπτό αυτό; ) κι ας βαυκαλιζόμαστε πως τα χρόνια μας κάνουν καλύτερους διαχειριστές στα πάθη, τις εμμονές και τις αδυναμίες μας.

Λέει ο άλλος, «μεγαλώνοντας γινόμαστε πιο αληθινοί, αυτό νομίζω». Μπορεί. Μπορεί να τελειοποιούμε τα ατομικά μας true lies. Ίσως. Δεν μπορώ ποτέ να τον μεταφράσω επαρκώς, πολλές φορές νομίζω πως μας περιπαίζει απολαμβάνοντάς το.

Αυθαιρετώ σκεπτόμενος πόσο ανακουφιστικό θα ήταν να μη διστάζαμε άλλο μπρος στο προφανές, ότι δηλαδή το πρώτο ημίχρονο τέλειωσε κουτσά στραβά με σκορ διαχειρίσιμο (αλλά μακριά από τις, ως και ανερμάτιστες, προσδοκίες μας όταν βγαίναμε στο γκαζόν) και ή επιτέλους παίζουμε μπάλα στο δεύτερο αδιαφορώντας για την -ως και ανύπαρκτη ή ελάχιστα φιλική- κερκίδα κι ας χάσουμε 7-0, κλείνουμε τα αυτιά στα by the book συστήματα του κόουτς-αφεντικού (πότε έβλαψε ο αυτοσχεδιασμός διάολε; πόση καύλα χάρισες στα μάτια σου ταΐζοντάς τα γερμανούς και ιταλούς να παίζουν μπάλα; ), ναι μεν δεν είναι σπριντ αλλά μαραθώνιος αλλά και πότε είχαν πλάκα οι μαραθώνιοι της υπομονής; σκέφτεσαι με τις ώρες, με τους μήνες, με τα χρόνια, δεν γίνεται να πολεμάς και με τις σκέψεις και με τους άλλους, δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από την σπάνια ράτσα των «στο τέλος νικητής»,  λασπωνόμαστε, ματώνουμε, τρώμε χόρτο, τρώμε χύμες, τρώμε γκολ αλλά τουλάχιστον βάζουμε καναδυό και μετά πάμε στα αποδυτήρια όχι για να ετοιμαστούμε για το επόμενο παιχνίδι (αργήσαμε μα το μάθαμε πως ήταν νοκ-άουτ το ματς, άσχετα αν οι παπάδες φαγώνονται επί αιώνες να μιλάνε για αέναη παράταση) αλλά για να πλυθούμε  και να φύγουμε όμορφοι με τον τρόπο μας, καθαροί και αρτιμελείς. Ας μας θυμάται κάποιος όχι ως Τζορτζ Μπεστ, σιγά. Ως Τζορτζ Σάμπαντι. Ένιμπάντι. Τζορτζ, σκέτο.

Τα (ας είναι και άδεια, ας είναι και με σβησμένους προβολείς) Ολντ Τράφορντ μας, θα μας ευγνωμονούν αν έστω μια φορά, έστω στις -αν είμαστε τυχεροί- καθυστερήσεις, μας δουν με μάτι που γυαλίζει. Ακόμη και με το σώβρακο πεσμένο ως τα γόνατα, τα κορδόνια μισολυμένα, χωρίς να υπάρχει, πλέον, μια τρίχα στο κεφάλι μας να ανεμίζει στις μνημειώδεις μας επελάσεις προς το «εκεί». Στημένοι -άθλιο, σιχαμερό κατενάτσιο- πίσω απ΄το «εδώ», ούτε μισή ιστορία επικού διασυρμού και άγριας, σχεδόν πρωτόγονης χαράς για το γκολ της τιμής θα έχουμε να διηγηθούμε. Ποιός δίνει έστω μια δεκάρα να ακούει ιστορίες για κάλπικα 0-0;

 

……………………

πουμαρό μπλουζ

 

 

A wooden spoon dropped on the floor after stirring the tomato sauce.

 

Θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

θάνατος οι τέντες που χτυπιούνται απ’ το μπουρίνι,

θάνατος οι γυναίκες που δεν αγαπιούνται πια

καθώς στραγγίζουν την τελευταία σταγόνα απ’ το χαρτόνι

αφού έχουν ψιλοκόψει τα κρεμμύδια.

«Μυρίζω;»,  λέει,  κι ύστερα «ας μυρίζω».

………

the sound of someone you love who’s going away and it doesn’t matter (well, it matters)

 

 

 

Χωμένοι στους δαιδάλους των πάγκων του σαββατιάτικου παζαριού (ανάμεσα σε ενίοτε αγενή aliens που λυσσωδώς σημαδεύουν εμάς τους ιθαγενείς  με Nikon, Canon και πεντάιντσα σμαρτφόουνς) γεμίζουμε σακούλες με κολοκυθάκια, κόλιανδρο, δυόσμο, ελιές Σαμοθράκης, παντζάρια, πεπόνια νότου (τα δικά μας αργούν ακόμη), πετροκέρασα Κομοτηνής και ντόπιες ντομάτες.  Απορώ τι θα τα κάνει όλα αυτά, την Δευτέρα πετάει. Οι άλλοι τρεις που μένουν πίσω -προς το παρόν- δεν είναι φαγανοί,  κρίμα τόσο ζαρζαβατικό και φρούτο να πάει χαμένο. Κουβαλάει και κουβαλάει στη φωλιά, σάμπως κι έρχεται βαρύς χειμώνας. Το λες κι έτσι.

Σε μισή ώρα αφήνουμε τις σακούλες στο αυτοκίνητο,  παραγγέλνουμε καφέ στην παλιά πόλη, οι δυό μας. Οι γυναίκες μείναν πίσω, ψάχνουν βρακιά, κάλτσες και τραπεζομάντηλα. Είναι νωρίς ακόμη, η ησυχία είναι βάλσαμο, το ίδιο και τα βρεγμένα πλακόστρωτα. Πουλιά κάθονται στις καρέκλες τριγύρω, αγνοώντας μας. Διπλό ελληνικό εκείνος, φρέντο εσπρέσο εγώ. Και δυο φέτες υπέροχο ξεραμένο κέικ ανάμεσά μας. Ταΐζουμε τα σπουργίτια. Πού πας ρε παπάρα; ίδιος είναι ο καφές με στρούντελ και παράξενα πουλιά παραδίπλα που δεν τιτιβίζουν ελληνικά;

Λέμε μαλακίες σαν να είναι μια κοινή καθημερινή μέρα. Καλύτερα έτσι. Κάποια στιγμή, μετά την τρίτη γουλιά τον ρωτάω αν τα μέτρησε καλά -τα εκεί και τα εδώ- και αν τα έβαλε κάτω. Μου απαντάει με βάλαν αυτά κάτω, δεν αρκεί;

Πριν την έκτη γουλιά έρχονται οι γυναίκες με τα λάφυρά τους. Πήρα βρακιά για τον γιο σου και για σένα. Ευτυχώς οι άντρες του σπιτιού είμαστε σκληραγωγημένοι, δεκάρα δεν δίνουμε αν φοράμε CK ή KC αρκεί να είναι καλά τα λάστιχα.

Μετά την όγδοη γουλιά πηγαίνω πέντε μέτρα παραδίπλα, παίρνω τηλέφωνο την μικροβιολόγο. Not good. Παίρνω μετά τον ουρολόγο. Ογδονταπέντε, τι περιμένεις από δω και πέρα; Να το συνηθίσω. Δεν ξέρω τρόπο αλλά όλοι βρήκαν, πρέπει να βρω κι εγώ.

Δώσε ένα τσιγάρο.

Τον ρωτάω πότε θα ξαναγράψει στο μπλογκ. Ιδέα δεν έχει, λέει. Ούτε και χρόνο, ούτε και διάθεση. Τον καταλαβαίνω. Κάποτε, εφτά-οκτώ χρόνια πριν, έγραφε για τον ακέφαλο μπακαλιάρο της 25ης Μαρτίου, όπως μόνον αυτός  μπορούσε να γράψει. Τι  να πει τώρα; Για το ακρωτηριασμένο κάριβουρστ της Βάδης-Βυτεμβέργης; ή το στοιχειωμένο schweinshaxen της Ρηνανίας-Βεστφαλίας; Μα πού πας και μπλέκεις ρε παπάρα.

Μπαίνουμε και οι τέσσερις στο αυτοκίνητο. Μυρίζει πεπόνι με κρεμμυδίλα. Μαλάκα Ζίσκιντ. Μαλάκα Ζαν-Μπατίστ που έφαγες τα νιάτα σου με δέρματα, γάζες, μπουκαλάκια και σάρκες. Ελάτε δω να μας προσκυνήσετε.

Τον Μάρτιο του 2014 έγραψε στο μπλογκ του -για προτελευταία φορά- «πού στο σκάιπ είναι οι άνθρωποί μου;». Έλειπε δεκαπέντε μήνες, ζήτημα να μιλήσαμε στο σκάιπ δέκα φορές. Από γινάτι το ‘κανα. Μερικές φορές η ωριμότητα είναι επώδυνη διαδικασία. Που καταλήγει σε φιάσκο, κι ας είναι αριστουργηματικό το γκρι καμουφλάζ.

Δώσε ένα τσιγάρο. Εντάξει, ας είναι το όγδοο, θα σου πάρω άλλο πακέτο.

Αύριο θα πάνε στη θάλασσα, λέει. Κι ας βρέχει. Πρόλαβε και βούτηξε ήδη δυο φορές ο μπαγάσας, να τριτώσει, one for the road που λέει κι ο ποιητής. Όλα τα ξέρουν πια, όλα τα ζήσαν αυτοί οι ποιητάρχες;

 

Δεν είναι τίτλος αυτός για ποστ. So-fuckin’-what? Κολαούζο στις λέξεις μας θα βάλουμε;

 

Mούζικα. Παπάρα, ε παπάρα.

 

…………………………………………..

streets don’t lie

34027835

Ανεβαίνοντας τους διπλούς δρόμους (ένας είναι αλλά έτσι τον λέμε οι μεγαλοπιασμένοι επαρχιώτες, οι συνηθισμένοι στα στενούρια και τις αντιπαροχές που δεν αφήσαν χώρο ούτε για έναν δρόμο της προκοπής ανάμεσά τους) πρώτα συναντάς τον φούρνο.

Στους φούρνους συνήθως πας για ψωμί, για κουλούρια, για κουλουράκια, για λειτουργιές, για παξιμάδια, για κανένα τσουρέκι άμα σε πιάσει η λιγούρα.

Σ’ αυτόν τον φούρνο αν έχεις σώες τις ορμόνες πας για να δεις τα πόδια της φουρνάρισσας. Είτε κλεισμένα μέσα σε παντελόνια είναι, είτε σε αεράτα φορέματα μέχρι το γόνατο όταν καλοκαιριάζει, είτε κρυμμένα πίσω από αλευρωμένη ποδιά, είτε φανερώνονται μπροστά σου σ’ όλο τους το μεγαλείο. Κοντεύει τα σαράντα, αν δεν τα πέρασε κιόλας. Δεν έχει νόημα να περιγράψω με ποιάν μοιάζει, τι χρώμα μαλλιά έχει, πόσες γωνίες ή κούρμπες έχει το πρόσωπό της, αν τα μάτια της μοιάζουν με αμύγδαλα ή με θάλασσες, δεν τα ‘χω αυτά τα ποιητικά, μόνο τα πόδια της κοιτάζω όταν -κάθε Σάββατο, μόνο- μπαίνω για ψωμί.

Ποτέ άλλη μέρα, μόνο Σάββατα. Τις καθημερινές αυτό το θέαμα στριμώχνεται, ασφυκτιά, χλωμιάζει, εξαϋλώνεται μέσα στις τριβές, τη δουλειά, τις φασαρίες, τα must do και τα ‘ω γαμώτο, το ξέχασα πάλι αυτό’. Πρέπει να δώσεις σ΄αυτά τα πόδια χώρο να αναπνεύσουν για να ρουφήξουν κι αυτά -με τη σειρά τους- όλο το οξυγόνο και το μεδούλι σου μαζί, περιμένοντας από την άλλη πλευρά του πάγκου να σου δώσει τα χωριάτικα, τα αγιορείτικα, τα ολικής και μαζί τα ρέστα από το δεκάρικο (ποτέ ακριβές αντίτιμο στην πληρωμή, όσο την ταλαιπωρείς να ψάχνει τόσο πιο καλά) κοιτάζοντάς την από την μέση και κάτω. Κι εκείνη να απολαμβάνει, αυτό θέλουμε να φανταζόμαστε οι αφελείς, το ξεγύμνωμα, χαμογελώντας τόσο όσο το θάρρος μας να μην αποχωριστεί το λουρί του, ακούγοντας αυτά τα «πάρε τα ρέστα σου λιγούρη και άσε με να κάνω τη δουλειά μου» ουδέποτε ειπωμένα αλλά βροντερά. Βέβαια η Shakira το έχει διατυπώσει λεπτομερώς και επαρκέστατα αλλά τι να ξέρουν οι φουρνάρισσες από hips και lies, κάθε φορά που μπαίνω όλο Πλούταρχο και Πλιάτσικα συναντούν τ’ αυτιά μου. Τα τόσο ριγμένα σε σχέση με τα μάτια.

Ακριβώς δυο γωνίες πιο πάνω, στην ίδια λεωφόρο (είπαμε, κατάλοιπα επαρχίας) είναι το μικρό μπακάλικο απ’ όπου παίρνω μόνο δυο γάλατα κάθε Σάββατο. Τίποτε άλλο, ούτε καν τσιγάρα την εποχή του μεγάλου τσιγαρολιμού. Εκεί ζει η άλλη.

Εκείνη -σαρξ εκ της σαρκός των πιο υγρών εφηβικών ονείρων μας- είναι πάντα έξω, χειμώνα καλοκαίρι,  με ένα τσιγάρο να κάνει βόλτα στα χείλια της. Το ένα χέρι της κάτω απ’ τη μασχάλη, σα να χαιδεύει τα πλευρά της ακουμπισμένο πάνω στο τρισδιάστατο, τετραδιάστατο, κάτι τέτοιο, στήθος της, το άλλο χέρι υπάρχει μόνο για να πηγαίνει το τσιγάρο στο στόμα, τις στάχτες στα πεζοδρόμια, τα μάτια όλων των αρσενικών πάνω της. Αν είναι πολύ πρωί, φοράει μια ζακέτα το χειμώνα, ένα ζακετάκι το καλοκαίρι. Κι ένα φόρεμα, σαν αυτά που φόραγαν  -τότε που βγαίναμε μαζί τους στο σινεμά- η Λάουρα, η Ορνέλα, η Κλαούντια, η Στεφανία. Με δυο κουμπιά χαμηλά που αρνούνται γινατσίδικα να ζευγαρώσουν με τις τρύπες δίπλα τους. Για να μας κρατάνε σε δια βίου ομηρία, όσο αντικρίζουμε γόνατα -και δυο σπιθαμές ψηλότερα- που γυαλίζουν και μοσχοβολάνε κρέμες σώματος και καθαρή σεντονίλα.

Ξέρει καλά τι κάνει. Είναι μια ζωντανή πενηντάρα παγίδα που μας στέλνει όλους μέσα, στα ψυγεία, στα ράφια, στα καφάσια, στο ταμείο όπου παραμονεύει ο άντρας της (μια χλιαρή, ανάξια περιγραφής περίπτωση ανδρός) για να καταθέσουμε τα διόδια, το αντίτιμο αυτού που τα μάτια μας εισπράξαν στην είσοδο.

 

Αυτά συμβαίνουν τα Σάββατα στους διπλούς δρόμους. Νομίζω ότι εν μέσω του ζόφου που τελειωμό δεν έχει εδώ και πέντε χρόνια και ο,τι και να σκεφτείς, πεις, γράψεις γι αυτόν δεν ξορκίζεται ούτε αμβλύνεται, αυτά τα Σάββατα, αυτές οι δυο αράχνες, αυτός ο δρόμος, τα ψίχουλα στον πάγκο, οι στάχτες στο πεζοδρόμιο, είναι ένας έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στην πτώχευση και την σωτηρία της ψυχής. Που, έχει δίκιο ο ποιητής, είναι πολύ μεγάλο πράγμα.

 

……………….

άπνοια ΙΙ

ipad-150-18

 

 

Χίλιες τριακόσιες ογδόντα εφτά ημέρες μετά, το πήρα απόφαση πως τα τσιμέντα μουλάρωσαν και δεν κουνιούνται ρούπι. Ούτε κανάκεμα, ούτε ταξίματα, σπονδές, ευχέλαια, μήτε απειλές πιάνουν τόπο.

Kάποτε διάβασα τι γίνεται μέσα στην κοιλιά μιας αράχνης.

Τις νύχτες που οι τέντες ακούγονται να τρίζουν, σκέφτομαι ξανά και ξανά το Μπάουντι. Να γίνω Φλέτσερ ή να μείνω για πάντα Μπλάι;

 

—–

χωρίς κόκκινη γραμμή

Macro chocolate pieces isolated against a white background

 

 

Tα γράφω όσο μπορώ γυμνό από κάθε είδους συναισθηματισμό. Το μελό στριφογυρνάει ανάμεσα στα πόδια μου, χαϊδολογιέται, «παίξε με κι εμένα λίγο», το κλωτσάω, ξέρω ότι θα επιμείνει, ξέρει ότι λυγίζω εύκολα.

 

Στο μάρκετ, λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Σχετική ησυχία. Είμαστε τρεις άνθρωποι και ένα ταμείο για να αναμετρηθούμε μαζί του. Μπορούμε αν συνεργαστούμε να το κατατροπώσουμε αλλά θα είναι μια πύρρεια νίκη, ένα στο χώμα, χιλιάδες -ταμεία- στον αγώνα, ματαιοπονώ όταν καταστρώνω στρατηγικές έχοντας πάρει νωρίτερα ξοζάλ. Έχω παρατηρήσει πως ούτε muzak παίζουν πια, ίσως για να σ’ αφήσουν -σκέφτομαι, αφελώς- απερίσπαστο να παλέψεις με αριθμούς, προσθαφαιρέσεις και ανύπαρκτα ρέστα. Γυναίκα ακαθόριστης ηλικίας και περιγράμματος -τα μπερδεύω τα 60 με τα 65 και τα 70, προς το παρόν- μπροστά στο ράφι με τις σάλτσες και τους πελτέδες. Υπάρχουν ακόμη πελτέδες, λοιπόν. Πιάνει, αφήνει, μελετά, κοιτάζει τιμές, κάνει να φύγει, επιστρέφει, παίρνει μια μικρή κονσέρβα με πελτέ, την βάζει στο καλάθι. Χεριού καλάθι, όχι ροδάτο, δεν μπορείς να περιφέρεσαι με άδειο καρότσι ώσπου να φτάσεις στα ταμεία, οι ματιές των ανθρώπων μαχαιρώνουν πιο εύκολα κι απ΄ τον Τζακ. Υπάρχουν ακόμη πελτέδες, τελικά.

Η ίδια, δυο μέτρα παρακάτω. Κόλλησε το μάτι μου πάνω της, ήμουν και στον ίδιο διάδρομο, καλύτερα να παρατηρείς ανθρώπους παρά λινγκουίνι και σπαγκέτι νούμερο τρία. Κοιτάζει τις τιμές στα μακαρόνια. Τα ψαχουλεύει, σα να πρόκειται να διαλέξει ντομάτες ή ροδάκινα. Φοβήθηκα, για μια στιγμή, ότι μπορεί να τα μυρίσει κιόλας πριν αποφασίσει. Δευτερόλεπτα πριν απελπιστώ και φύγω σε άλλον διάδρομο, βάζει ένα πακέτο στο καλάθι. Δεν πρόσεξα τι νούμερο ήταν, έχει και η περιέργεια όρια.

Όρια έχει αλλά έχει και όρεξη η ρουφιάνα σαν μυριστεί αίμα. Προσπαθώ να συμπληρώσω γρήγορα τη λίστα, μη τη χάσω απ’ τα μάτια μου και προλάβει να πάει στο ταμείο χωρίς να είμαι εκεί. Έχεις δει αυτούς που τρέχαν στις κερκίδες να δουν τους πλουμιστούς με τα κολάν και τα παπούτσια-μπαλαρίνες να μαχαιρώνουν ταύρους; Τέτοιος ήμουν εκείνη την ώρα.

Βγάζει στο ταμείο τα μακαρόνια, τον πελτέ και κάτι ακόμη. Γέρνω λίγο το κεφάλι αριστερά, να δω. Μια σοκολάτα μια σταλιά, μια χαψιά, άντε δυο αν θες να παρατείνεις την ηδονή. Αποκλείεται να υποκύψει στην καύλα, θα ΄χει εγγονάκι, σίγουρα. Ψαχουλεύει το μικρό μαύρο πορτοφόλι, ούτε χαρτί βλέπω μέσα, ούτε ακούω μέταλλα να τρίβονται μεταξύ τους, δίνει δίευρο, παίρνει και ρέστα, τα βάζει με σεβασμό αντάξιο κυριακάτικου αντίδωρου πίσω. Μακαρόνια και πελτές μπαίνουν σε σακούλα, έχουν δει και καλύτερες μέρες αυτές οι σακούλες. Πριν φτάσει στην έξοδο βγάζει το περιτύλιγμα απ’ τη σοκολάτα, δαγκώνει μια, δυο, τρεις. Μπορεί και να μην έχει εγγόνι, τελικά. Μετράω μπουκιές μιας άγνωστης, ακαθόριστης ηλικίας, γυναίκας στις πέντε το απόγευμα σε ένα άδειο σουπερμάρκετ. Χειρότερος απ’ αυτούς που καυλώναν βλέποντας ταύρους να ξεψυχάνε κάτω απ’ τον ήλιο.

Δεν ξέρω τι μπορεί να είχε στο μυαλό της την ώρα που έλιωνε μέσα της η σοκολάτα. Ελπίζω κάτι καλό. Κάτι πολύ καλό που είχε χάσει και το ξαναβρήκε έστω για λίγα δευτερόλεπτα.

Χτες το απόγευμα ανακάλυψα ότι εκτός από πελτέδες, στα μάρκετ και στα μπακάλικα πουλάνε και ψυχοφάρμακα για να γλυκάνεις την πίκρα σου. Χωρίς κόκκινη γραμμή, δίχως συνταγογράφηση.

 

Και άντε και γαμήσου μαλακισμένο που κατασκήνωσες ανάμεσα στα πόδια μου, που τρίβεσαι και μου δείχνεις με κάθε ευκαιρία τα κίτρινα δοντάκια σου, ηλίθιο κατασκεύασμα.

 

……….

ο φύλακας στο δυόσμο

 

2015-05-17 10.04.47

Aκόμη δεν κατάλαβα πώς τόλμησα να κοροϊδέψω τόσους ανθρώπους που ζήσαν και ζουν στα κόκκινα, εγώ που ακόμη και στη θέα του χλιαρού ροζ λυγίζω, τραβώντας σκιαγμένος το πόδι απ’ το γκάζι. Δεν ξέρω ποια καλή τύχη με αξίωσε να καθίσω και να πιω παρέα τους,  μ’ αυτούς να διηγούνται -τόσο απλά, σαν να μιλάνε για τηγάνισμα αβγών, για σκάλισμα μύτης, για πότισμα γλάστρας- ιστορίες απ’ τη ζωή τους όσο εγώ σκάρωνα γι απάντηση ψέματα βγαλμένα από τρομαχτικά βιβλία που διάβασα και σκοτεινά τραγούδια άλλων. Δεν θυμάμαι πως γλίτωσα και δεν με κατάπιε η ντροπή σαν έβλεπα τις ουλές πάνω τους, όταν μ’ αφήναν να χαϊδεύω τα σημάδια τους ή να ανασηκώνω τις υγρές -κάποιες φορές- γάζες τους κι εγώ ο παρείσακτος έδειχνα, τόσο άγαρμπα, πλαστογραφημένα χαρτιά που γράφαν πάνω τους «ήμουν κι εγώ εκεί, νομίζω». Άλλοι σε χώματα και σε χαράδρες κι άλλοι σε παλιοκαιρίσια, χιλιοτραυματισμένα από παντόφλες, σαγιονάρες ή γυμνά πόδια μωσαϊκά.

Δανεικά όλα. Κάλπης. Μπαλκονίστας.

 

 

…..

Brixton to Phoenix

crumpled-paper-ball1

When Ι kick out your front door, you’ll be sleeping…

Εδώ και βδομάδες μέσα στο κεφάλι του κυρίου Μπράουν παίζαν λούπα το By the time I get to Phoenix και το Guns of Brixton ασταμάτητα. Aπό την ώρα που πάσχιζε να βγάλει μια στάλα οδοντόκρεμα απ’ το σωληνάριο μέχρι τη στιγμή που κοιτούσε -μουσκίδι στον ιδρώτα- το ξυπνητήρι πλάι του να δείχνει τέσσερις το πρωί.

Κάποιες νύχτες το οξυγόνο κρυβόταν σε τρύπες σκοτεινές και αχαρτογράφητες κι εκείνος έπαιρνε μικρές κοφτές ανάσες με δελτίο, πεινούσε, λιμοκτονούσε για αέρα που ήταν άφαντος. Knives replaced the air. Μην στρογγυλοκάτσεις κι εσύ τώρα, ήδη πνίγομαι με τ’ άλλα δυο, είχε σκεφτεί με τρόμο.

Ώρες ώρες, και με ήλιο και με σύννεφα και με μισό φεγγάρι και χωρίς φεγγάρι ακόμα, το μυαλό του κυρίου Μπράουν είναι Κολοσσαίο, τόπος απερίγραπτου μακελειού.

You can crush me, you can bruise me but youll find the note I left hanging on your door.

————