ένα κι ένα δυό

33440784.last2

Μετράω μια μια τις βδομάδες, τις μέρες, μέχρι να ξανασυναντηθώ με τις γυναίκες της διπλανής ξαπλώστρας. Όλοι μας ένα χειμώνα μεγαλύτεροι. Mπορεί και σοφότεροι.

Θα ‘χουν κάμποσες ιστορίες να διηγηθούν τα ξεσαλωμένα μυαλά μας. Τα σώματα έχουν πάψει από καιρό να φλυαρούν. Όση σάρκα προσθέτουν πάνω τους, τόσες παραπανίσιες, αχρείαστες κουβέντες αφήνουν πίσω. Ένα κι ένα δυό. Καθαρά πράματα.

 

….

οι Joanne στα κουβούκλια

33424875

Στην επιστροφή βάζω δέκα συνεχόμενες φορές το Sketch for Joanne. Στα διόδια πάντα χαμηλώνω την ένταση, ο,τι κι αν ακούω. Δεν θέλω να τρομάξω τα κορίτσια που ανοίγουν τα παράθυρα κι απλώνουν τα περιποιημένα χέρια τους σε αγνώστους.

Μια μέρα νόμισα ότι ένα κουρασμένο ξανθό κορίτσι -περασμένα μεσάνυχτα- μου χάιδεψε το χέρι δίνοντάς μου την απόδειξη και τα ρέστα. Θα ήμουν κι εγώ πάρα πολύ κουρασμένος, μάλλον, φαντάζομαι διάφορα. Εκτός κι αν έχουν όντως αναβαθμίσει τις υπηρεσίες τους για τους μεσήλικες που ξεχνάνε να βγάλουν τις γραβάτες στη διαδρομή.

Έξη, δεν νύχτωσε μα είναι βράδυ, δεν είναι βροχή αυτό το πράμα εκεί έξω αλλά η υγρασία μπαίνει μέσα απ’ τις λαμαρίνες. Και δεν φυσάει για να ανοίξει μια χαραμάδα στον ορίζοντα, να βγει μια στάλα φως.

Ανατολικά πηγαίνεις ανόητε, ανατολικά. Δεν υπάρχει τώρα φως εκεί.

A hug can be just a hug, λέει. Κάτι ανακαλύψεις που κάνουν οι πιτσιρικάδες, όσο δεν βρίσκουν χάρτη ή GPS για το a fuck can be just a fuck.

Εκατόν πενήντα, εκατόν εξήντα, κόφτης. Να μείνει μια στάλα βενζίνη και για αύριο. Δεν με έχει προσπεράσει κανείς. Δεν βιάζονται, μάλλον. Ή ξέμειναν από λεφτά. Ή είμαι μόνος στο δρόμο. Είμαι μόνος στο δρόμο. Διασταυρώνομαι με φώτα μετά από τρεις -ακόμη- Joanne.

Η Joanne έφερε αψέντι, λέει. Θυμάμαι είχα πρωτοδεί μπουκάλι στο αεροδρόμιο στην Πράγα. Φλώρικο, σίγουρα καμιά σχέση με κείνο που άδειαζε κάθε νύχτα ο Τουλούζ Λωτρέκ σκετσάροντας κορίτσια, μπούτια, μπούστα. Δεν πήρα, ήταν αργά, νύχτα, κλειστά τα μαγαζιά, σαν στοιχειωμένο το αεροδρόμιο. Ευτυχώς είχε αεροπλάνα.

Θέλω να βγάλω το δισκάκι και να ψάξω Radio Warszawa στα μεσαία. Ο,τι και να παίζουν, ξέρουν από τζαζ αυτοί. Χτες βράδυ μπήκα σε ένα φαρμακείο, όσην ώρα αυτή με την άσπρη ρόμπα έγραφε στο αυτοκόλλητο «ένα το πρωί, ένα το βράδυ, μ.φ», από το λάπτοπ της ακουγόταν Τσέτ Μπέικερ. «Δεν μου ξανάτυχε σε φαρμακείο» της είπα χαμογελώντας. Χαμογέλασε κι αυτή. Σίγουρα χρειαζόταν ορθοδοντικό. Η μουσική όμως ήταν αψεγάδιαστη. Αλφάδι. Το ίδιο και οι σλάβικες γωνίες στο πρόσωπό της.

Η Joanne πετάει ψίχουλα στους κύκνους. Το έκανα κι εγώ, κάποτε. Σε πάπιες. Και σε ανθρώπους που με αγαπούσαν στ΄ αλήθεια. Δεν ζούμε όλοι μέσα σε ωραία στιχάκια.

Φως στο κινητό. Το ξέχασα στο αθόρυβο. Χτυπάει μια, δυο, τρεις, έξη, δέκα. Μπορεί να μην ψάχναν εμένα. Με ανακουφίζει αυτή η σκέψη. Φως, χτυπάει ξανά. Εμένα ψάχνουν. Δεν κρατάει πολύ η ανακούφιση.

Τελευταία διόδια στον ορίζοντα. Επιτέλους, λίγο χρώμα. Μπούχτισα με γκρι, μαύρο, λερί άσπρο.

Σκέφτομαι να πω της κοπέλας στο κουβούκλιο,  την ώρα που θα μου δίνει την απόδειξη, «θέλεις να σου πάρω δώρο ένα ποδήλατο για το Πάσχα;», αφού περάσαν τα Χριστούγεννα. Φοβάμαι όμως πως δεν θα καταλάβει. Δεν πειράζει. Επιβραδύνω σιγά σιγά, εκατόν είκοσι, ογδόντα, εξήντα. Θα της το πω, έστω κι αν αυτή πει μετά it’s too much. Πενήντα, τριάντα. Δεν θα με ξαναδεί άλλωστε. Είκοσι, φρένο. It’s a boy. Δεν απαντώ καν «ευχαριστώ» όταν λέει «καλό ταξίδι», δεν με νοιάζει, δεν θα με ξαναδεί άλλωστε, αύριο θα είμαι αλλιώς.

Τα βράδια θα έπρεπε να απαγορεύεται να βάζουν αγόρια στα κουβούκλια. Ή να απαγορεύουν μούζικες στα αυτοκίνητα, έστω.

Πριν βάλω καν πέμπτη, πατάω το πλήκτρο για ν’ ακούσω το μήνυμα. Τα γνωστά. She can close me down, like I let no one else do.

Γιατί θεέ μου παίζω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια;

….

songs about the human heart

33317827

Tις μικρές, ανήλικες αμαρτίες μου τις εξομολογούμαι και τις βγάζω συχνά βόλτα γιατί οι κλειδωμένες είναι πολύ βαρετές.

Ούτε στο σπίτι, στο ραδιόφωνο, το πρωί μα ούτε και στο αυτοκίνητο στη διαδρομή συνηθίζω να βάζω Μπρίτεν, Μπαχ, Βάγκνερ, Ραβέλ, Χάιντν. Ούτε και στατουσάρω εκστασιασμένος γι αυτά που δεν ακούω. Τα απογεύματα, αργά, δεν εντρυφώ στις εκλεκτικές συγγένειες Λακάν και Πλάτωνα. Μ’ αυτούς τους Ζίζεκ και τα συναφή ή τα αντίρροπα, ουδέποτε συναντήθηκα. Όλο και πιο σπάνια είναι τα βράδια που σκέφτομαι να βάλω να δω Μπέλα Ταρ ή Ρόι Άντερσον. Τα βλέπω όλα τους στον ύπνο μου, μετά. Ότι φιλμάρει ο Γουες Άντερσον δεν το ψάχνω απεγνωσμένα, ίσως κρύβομαι κιόλας μη με ψάξει αυτός. Ό,τι όμως ηχογράφησε ο Γουες Μοντγκόμερι -σχεδόν ό,τι δηλαδή- έκανα το σκατό μου παξιμάδι και το σπίτωσα. Αυτήν την Ντόνα Ταρτ δεν την διάβασα ακόμη. Πολεμάω να τελειώσω έναν MακΓιούαν κι έναν Ράνκιν εδώ και ενάμιση μήνα. Προσπάθησα, όχι με ζέση ομολογώ, να δω Game of Thrones, το έκλεισα σε πέντε λεπτά. Το Breaking Bad το έβαλα λόγω πίεσης του μεγάλου, μια ολόκληρη εξεταστική δεν κατάφερα να την τελειώσω, κόπηκα στο έκτο, στο έβδομο μάθημα. Μπλογκζ σταμάτησα να διαβάζω συστηματικά, είναι επειδή μας αγαπώ όσους ακόμη γράφουμε και δεν θέλω να γίνομαι μάρτυρας ψυχορραγήματος. Ο Ντέιβιντ Λυντς μηδένισε μετά το Blue Velvet. Ραδιόφωνο ακούω αφηρημένος, πιο πολύ για να μην φοβάται το σπίτι απ΄την σιωπή. Σπάνια έως ποτέ ακούω τι λένε όσοι μιλάνε πάνω ή ανάμεσα απ΄ τις μουσικές, κάτι δικά τους θα λένε που μπορεί και να με αφορούν μπορεί και όχι. Άνθρωπο όμως που παίζει Fad Gadget, τον βάζω στη μνήμη, στο 1. Δεν έχω άποψη για τον Αγγελόπουλο. Έχω για τον Brian Eno. Ποτέ δεν αγόρασα ούτε μισό δισκάκι του Ντίλαν, κανένα τραγούδι του δεν βρίσκεται στα cd που έφτιαχνα παλιά. Άμα σκαλίσεις τα εγχώρια βινύλια και τα cd μου μόνο λίγους Χατζιδάκιδες θα βρεις, ένα Στέρεο Νόβα, λίγο Νάστα, δυο Παυλίδηδες, τρεις Πλάτωνος, νομίζω αυτά. Έχω και πέντε, έξη cd με Πασχάλη Τερζή, Νατάσα Θοδωρίδου, Μαζωνάκη, τέτοιας συνομοταξίας, για όταν έχουμε κουράγια να παριστάνουμε τους κεφλήδες ερωτοχτυπημένους, οι μεσήλικες. Νομίζω ότι κάπου έχω και δυο Κραουνάκηδες, home made collections, για το αυτοκίνητο, με ανοιχτά παράθυρα μακριά από την πόλη. Ο Φον Τρίερ είναι σαν τα μπρόκολα, ή σ’ αρέσουν ή τρως ντομάτες έστω κι εκτός εποχής. Σφίγγω καρδιά και τρώω ντομάτες. Κάποτε άκουσα δεκατέσσερις φορές συνεχόμενες το «Κάτι μου κρύβεις». Δεν είχαν βγει τα prozac τότε. Kαι επί διακόσια τριάντα χιλιόμετρα, στο πήγαινε, κι άλλα διακόσια τριάντα στο έλα, Richard Hawley. Διάβασα εικοσιεφτά σελίδες απ’ τον Οδυσσέα, ποτέ όλη την Οδύσσεια. Τρεις φορές, όμως, διάβασα την τριλογία του Καπισίνσκι, αν ήταν τετραλογία θα  ήμουν χωμένος μέσα ακόμη. Όταν πετύχω Βασίλη Παπακωνσταντίνου είμαι απαρηγόρητος, ούτε τα zanax, ούτε ωτοασπίδες, ούτε ανηχοïκοί θάλαμοι με πιάνουν. Αν δεν μπορούσα να είμαι ο House για μια μέρα, ας ήμουν και το vicodin του, έστω το μπαστούνι του. Έχω ότι έχει και δεν έχει γράψει ο Καβάφης, ακόμη και τα αποκηρυγμένα, ως και τις σημειώσεις στα τραπεζομάντηλά του και τα Je voudrais pas crever του Μπορίς Βιαν (στην αγγλική βερσιόν, τα γαλλικά μου περιορίζονται στα στιχάκια του Cristophe) χωρίς να τα έχω βαρεθεί δευτερόλεπτο. Είναι κάποιες μέρες που ο Jesus Ignacio Aldapuerta μου φαίνεται σαν τη Θεία Λένα.  Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα Παρίσι και Ρώμη, θα διάλεγα να μείνω -έστω άφραγκος- στο στενό ανάμεσα στα πόδια της. Αν ήταν να μπω για λίγο οικότροφος σε μυαλό, θα με έτρωγε το δίλημμα «στου Χάνεκε ή στου Ταρκόφσκι;». Aν και στο Στάλκερ (όπου με έσυρε ο βλαμμένος ο συγκάτοικος, 11 το βράδι, μετά από εντεκάμιση ώρες πάνω στο ΚΤΕΛ) κοιμήθηκα πριν καν φτασουν στην Ζοne. Το είδα μετά που τριαντάρισα, τρις, και εξιλεώθηκα. Το Atonement όμως δεν με άρεσε, όπου παίζει η Κίρα Νάιτλι είναι σαν τον τύφο. Ή την Μεγάλη Πανώλη του 1348. Κουμανταρέα δεν έχω διαβάσει, ούτε Καρυστιάνη, τρέιλερ μόνο από τα γκρέιτεστ χιτς τους. Από συναυλίες (η τζαζ έξω, αυτά δεν μετράνε, είναι rituals) θυμάμαι ότι έχω πάει U-2 (δις), Μπράιαν Φέρι, Νιτς (δις), Πολίς, Φίσερ-Ζ, Τομ Ρόμπινσον, Διονύσιο Σαββόπουλο, Ανδρέα Μικρούτσικο και Πασχάλη. Τρεις φορές πήγα θέατρο, σε «highly recommended» τη μια φορά έφυγα στο διάλειμμα, τη δεύτερη στο εικοσάλεπτο (καθόμουν στη γαλαρία της γαλαρίας, κατάφερα να βγω έρποντας απαρατήρητος). Καμία γυναίκα δεν θα μπορέσει ποτέ να σύρει καράβι όπως ο Brian Sweeney Fitzgerald.  Ο Στίβεν Κινγκ είναι πλέον σαν τα τυρογαριδάκια, ούτε μισό δώρο έκπληξη μέσα στο σακουλάκι. Ανάμεσα στη Μόνικα και στην Σάρον, καλύτερη είναι η Άβα Γκάρντερ. Το τσάι το αντιπαθώ αλλά αν βρισκόμουν σε τσαγάδικο με την Έλεν Μίρεν, την Τζούντι Ντεντς, την Μάγκι Σμιθ και την Κέιτ Μπλάνσετ (έστω και μια από αυτές) θα λουζόμουν όλη τη φετεινή σοδιά του Darjeeling και των γιασεμοχώραφων του πλανήτη αγόγγυστα. Ποτέ δεν λείπει από το αυτοκίνητο το tonotil σιντί με τους Metallica. Enter oldman. Α ναι, και ο Γκάρι, λατρεία. Αν έπαιζε αυτός τον Alex, o Anthony Burgess θα έραβε το βιβλίο πάνω του, απ’ την αρχή. Είναι κάποιες μέρες που νομίζω ότι ζω μέσα στο Sleuth. Πιο συχνά όμως με βρίσκω να τριγυρίζω στις ερημιές του Μακ Κάρθι. Ι love the smell of coffee in the morning, αν αρχίσω να νοσταλγώ τη μυρωδιά των napalm θα πρέπει να μου δώσω μια πολύ μεγάλη άδεια.

 

Αυτά τα ασυνάρτητα γράφτηκαν (μη ρωτάς γιατί) νύχτα, βαθιά, μετά από ένα καραφάκι τσίπουρο, δυό μπουκάλια μαύρο κόκκινο και ενάμιση σφηνάκι σναπς από κεράσι, για ανάνηψη, την ώρα που στην τηλεόραση έδειχνε κάτι θλιμμένες χαμογελαστές μισόγυμνες, με σάρκα τρίτης διαλογής και εσώρουχα τέταρτης. Κρίνοντας απ’ όσα μόλις διάβασα, δεν ανένηψα ποτέ. Μεγάλες προσδοκίες είχα απ’ το σναπς.

 

—-

ο ήχος της δραχμής *

33251899 (1)

 

Warning: contains spoilers

 

Κάποιες Κυριακές σκαλίζω βινύλια. Το κάνω περισσότερο από συμπόνια, για να δουν λίγο φως. Παραχλώμιασαν και σακατεύτηκαν όρθια, στριμωγμένα, σφηνωμένα, σα γιαπωνεζάκια στο βαγόνι πρωινιάτικα. Τα δικά μου, αντίθετα, δεν πάνε πουθενά. Μερικά ήδη σαραντάρισαν και η μόνη διαδρομή που αξιώθηκαν είναι μισό, ένα μέτρο, μέχρι να ανταμωθούν και τρυπηθούν με την Stanton. Παλιά τρυπιόντουσαν με Pickering, μετά μεγαλοπιάστηκαν με κάτι Shure, κάτι Grado, στο τέλος είδαν κι απόειδαν, βολεύονται και με στομωμένη πολυμεταχειρισμένη βελόνα. Τζάνκι ξεχασμένα, παραπεταμένα, χαρμάνια. Ντροπή. Μοιρασμένη. Το πιο νέο εκεί μέσα πρέπει να ‘χει την ηλικία του γιου μου. Ελπίζω να του μιλάνε τα άλλα. Έχουν μούρη όσα σπιτώθηκαν πριν το ’76.

Τα περισσότερα δεν είναι αδέσποτα, τα λες και ράτσας αφού έχουν λαιμαριά επάνω τους. Και ταυτότητα. Και ρυτίδες στο χαρτόνι, μπόλικες. Και ουλές  αναπόφευκτα, όσο τρυφερό χέρι κι αν έχεις όταν τα αγγίζεις.

Stereodisc, NTO-ΡΕ-ΜΙ, Music Corner, Happening, 7+7, Βlow up, Πάτσης, Jazz Rock, Pop Eleven.

Aπό Τζίνα δεν ανακάλυψα στικεράκι. Θα ‘ναι κάποιο κρυμμένο, μέσα στ’ άλλα. Όπως κι απ΄ το New Wave. H Λαρίσης και τα θηράματα «εισαγωγής» σηματοδοτούσαν την καθιερωμένη μηνιάτικη χρεωκοπία μου. Αλλά στα είκοσι δεν υπάρχει χρεωκοπία στο λεξιλόγιο. Υπήρχαν μακαρόνια, υπήρχε κέτσαπ, υπήρχαν οι Tuxedo Moon. Και το  Oh well που ανακαλύψαμε ριγώντας. Και ο Jarrett. Ιδίως ο Jarrett.

ΔΡ  95, 200, 400, 800, 1200. Και 1800. Tότε που τα ρέστα του διχίλιαρου γινόντουσαν μπίρες στα όρθια, ακούγοντας -όψιμα, ομολογώ- Love Puppets στου Λάσκαρη. Μαζί με άλλους μνηστήρες.

«Βγάλτο στην άκρη, το παίρνω εγώ. Savage Republic ήρθαν;»

Δεν πάει καιρός που έπεσα πάνω στην Yma Sumac. Είχε υγρά μάτια, χείλια που τρεμόπαιζαν, γυμνούς ώμους, απλωμένα χέρια.  Σα να εκλιπαρούσαν, «παίξε με». Τα τρύπησα. Κι από μέσα τους εχύθη Gopher.

ΔΡ 500 έγραφε το ρούχο της.

 

—-

 

* (οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι ασυμπτωματική)

the fall by the house of Usher

33225110

Την ώρα που ο κύριος Μπράουν επέστρεφε βιαστικά με τα πόδια στο σπίτι κρατώντας μια χαρτοσακούλα με τα επείγοντα χρειαζούμενα (ένα μπουκάλι  γάλα, τσάι, ζάχαρη, μπισκότα πορτοκαλιού και ένα κουτί -προσφοράς- γατοτροφή, για το οποίο λογομάχησε με την ταμία, η οποία επέμενε πως η προσφορά είχε λήξει μια ώρα πριν), κοντοστάθηκε για λίγο στο αγγελτήριο θανάτου του που ήταν κάπως άτσαλα κολλημένο σε έναν βρώμικο μισογκρεμούλι τοίχο ανάμεσα στα σπίτια των Usher.

Oι Usher, δυο δίδυμα αδέρφια που είχαν από καιρό κλείσει τα εβδομηνταοκτώ, δεν είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους ούτε μια κουβέντα εδώ και μια γενιά (τριανταδυο χρόνια και τρεις μήνες, πιο συγκεκριμένα). Ούτε και με τον κύριο Μπράουν είχαν πάρε-δώσε. Για την ακρίβεια κανείς από την πόλη δεν θυμάται να είχε ποτέ οποιαδήποτε παρτίδα, μιαν ελάχιστη τυπική συναναστροφή μαζί τους, ειδικά μετά τη μέρα που πέθαναν οι γονείς τους (σε ένα τραγικό ατύχημα με αερόστατο που έγινε πρωτοσέλιδο σε όλη την κομητεία, ακόμη και στις γειτονικές). Ήταν, λέγαν οι γλώσσες, δύσκολοι άνθρωποι, μονόχνωτοι, απότομοι, σχεδόν αγενείς. Ο μόνος που έμπαινε και στα δυο σπίτια ήταν η ίδια καθαρίστρια. Η κυρία Nevermore. Μόνο αυτή θα μπορούσε να πει μια κουβέντα παραπάνω και για τους δυο, να φωτίσει έστω μια γωνιά του βίου τους, μα κρατούσε -άγνωστο με τι αντάλλαγμα, υλικό ή άυλο- το στόμα της ερμητικά σφραγισμένο.

Στο θέμα μας, όμως. Στο αγγελτήριο.

Ο κύριος Μπράουν ξεκόλλησε -με εμφανώς τσαλακωμένο το φλέγμα του- το μαβί χαρτί με το όνομά του, προσέχοντας να μη το καταστρέψει. Το δίπλωσε όσο καλύτερα μπορούσε, αφήνοντας την χαρτοσακούλα ανάμεσα στα πόδια του. Μετά το έβαλε στο πορτοφόλι, ανάμεσα στην κάρτα ασφάλισης και στην loyalty  κάρτα της Tesco. Ξαναπήρε την σακούλα στα χέρια και έκοψε δρόμο, ανάμεσα από τα σπίτια των Usher, εκεί που έχασκε μια τεράστια ρωγμή (αφύσικα μεγάλη για τόσο μικρό τοίχο), για να προλάβει να φτάσει τρία λεπτά νωρίτερα στον προορισμό του.

Οι πρώτες ψιχάλες ήδη έπεφταν. Ο ουρανός είχε το χρώμα μιας πάρα πολύ καταθλιπτικής κυριακάτικης νύχτας (μια απόχρωση σκοτεινότερη από gloomy) κι ας ήταν μόλις πέντε και δέκα, απόγευμα μιας κοινής καθημερινής ημέρας. Στο τέταρτο βήμα, μέσα στα χορταριασμένα χαλάσματα ανάμεσα στα σπίτια των Usher, ο κύριος Μπράουν παραπάτησε -μάλλον από την ταραχή του, για όσα προηγήθηκαν- και σωριάστηκε καταγής.

Το μπουκάλι με το γάλα έσπασε και πότισε το χώμα τριγύρω. Αυτή ήταν και η μόνη φωτεινή, σχεδόν λευκή, γραμμή μιας ιστορίας με πολύ χαμηλή νέφωση.

….

απουσί ς

33177172H  μ ρα που ανακαλύπτ ις ότι το     γκατ λ ιψ  το πληκτρολόγιο,  ίναι μια μαύρη μ ρα.

Πρ π ι να συνηθίσ ις πια στην ιδ α πως όλ ς οι υπ ροχ ς λ ξ ις σωσίβια,  χουν χαθ ί στην αφιλόξ νη θάλασσα μιας λ υκής σ λίδας.

 ρωτας

 υτυχία

 γώ

 σύ

 μ ίς

Μ  τρόμο σκ φτ σαι τι θα συν βαιν  αν ποτ  το    αποφάσιζ  να φύγ ι κι από τις φωνητικ ς σου χορδ ς. Πόσο άσχημη, αλλιώτικη, π ζή τροπή θα πάρ ι η ζωή σου. Όταν  γώ,  σύ,  μ ίς θα μ ίνουμ  μόνοι κι ανυπ ράσπιστοι απ ναντι σ’ αυτούς. Που προνόησαν να φτιάξουν τη ζωή τους χωρίς να στηριχτούν στα   .

 

 

—-

Déjà 0 vu 4

33153532

 

Tο London 0 Hull 4 δεν είναι απλά η συντριβή του σπουδαίου, του μείζονος, των προτεραιοτήτων  και της “πρέπει” βιτρίνας. Είναι, πιο πολύ απ’ όλα, η δικαίωση των μικρών στιγμών που δεν μπορείς να αγοράσεις με χρήμα. Είναι η αποθέωση των κρυμμένων στο ημίφως συναισθημάτων, εκείνων που δεν αξιώθηκαν ποτέ δεύτερης ματιάς, κάποιες φορές ούτε καν πρώτης.

Πάντα London 0 Hull 4. Πάντα με το Hull. Ακόμη κι αν παίζουμε με παίχτη λιγότερο, ακόμη κι αν το γήπεδό μας είναι κλειστό, τιμωρημένο, αραχνιασμένο από καιρό. Ακόμη κι αν οι κερκίδες γίναν καυσόξυλα ή μπάζα για την προβλήτα,  από κει που πάντα σαλπάρουμε για τα Λονδίνα.

Συμπληρώνοντας  δεν συμπληρώνοντας ενδεκάδα, πάντα θα κατεβαίνουμε στο χορτάρι. Για να βλέπουμε στο τέλος της μέρας εκείνο το London 0 Hull 4 στα μάτριξ απέναντι. Για να μας κρατάει όρθιους, μέσα στο παιχνίδι, ως το τελευταίο -θριαμβευτικό- σφύριγμα αυτό το déjà vu που δεν ζήσαμε ποτέ.

 ….

(κι αντίθετα μ΄αυτόν και μ’ αυτόν, δεν μπορώ να υποσχεθώ ούτε καν σε μένα πως αυτή θα είναι η εσχάτη μου απόπειρα για αυτοσυγκινησιακή αμπελομελοφιλοσοφία, αφού η ηδονή των απανωτών φαντασιακών θριάμβων είναι βαθιά εθιστική)

απ’ όλα

33104970.mavili

Τα γεννητούρια της καντίνας στη Μαβίλη δεν τα πρόλαβα. Ξεμπέρδεψα (έτσι νόμιζα) με τη γειτονιά το ’83 και με ανέλαβε για μεταπτυχιακό το στράτευμα. Τότε τα κανονικά μεταπτυχιακά αφορούσαν λίγους, σχεδόν μονόδρομος η ξενιτειά για να τα συναντήσεις, ήταν και τα λεφτά πολλά και η προστιθέμενη αξία συζητήσιμη. Δεν το επιχείρησα.

Αν εξαιρέσεις μονοψήφιες επισκέψεις στου Λώρα (για μένα δεν ήταν παρά το ποτάδικο της γειτονιάς μου και όχι εμβληματικό trademark, ίσως δεν είχα επίγνωση της ιστορίας, έπινα μετρημένα κι όσο επέτρεπε το μηνιαίο μπάτζετ, δεν πόζαρα, κανείς δεν πόζαρε στα εικοσιλίγα του τότε) και μερικές, ελάχιστες, επιδρομές στον Μικέ όταν η υπογλυκαιμία χτυπούσε κόκκινο, δεν θυμάμαι να άνοιξα ποτέ σοβαρούς λογαριασμούς με την πλατεία.

Αντίθετα η ρότα Τσόχα-πλατεία Αγίου Θωμά και στα πέριξ στενά (όπου ήταν τα λημέρια άλλων της φυλής μου), έλιωσε κάμποσες σόλες. Γόνατα όχι, δεν χαμπαριάζουν από κακουχίες τα γόνατα σε τέτοιες ηλικίες.

Πέντε, έξη χρόνια μετά που ξανάρχισαν τα ανεβοκατέβα (με πουκάμισα, παντελόνια με τσάκιση και γραβάτες πλέον, όχι τζιν κι αμπέχωνα) ξανάρχισαν δειλά δειλά τα homage και τα προσκυνήματα στο τρίγωνο. Πεντακόσια μέτρα μακριά ήταν άλλωστε το Πρέζιντεντ, εύκολη η κατηφόρα. Η ανηφόρα γινόταν με στάσεις, μια για περιοδικά και τσιγάρα στο περίπτερο γωνία Κηφισίας και Φειδιππίδου, λίγο χάζι στις αφίσες του Άνεσις, όλα από λίγο. Τα χρόνια της χλιαρότητας είχαν ήδη ξεκινήσει.

Στο γύρισμα της δεκαετίας, τότε που τα τριάντα σηματοδοτούσαν μιαν σχεδόν καταναγκαστική «ωριμότητα», ένα βράδυ (που δεν θυμάμαι καν αν έβρεχε) από το πίσω κάθισμα ενός ταξί είδα φυτρωμένη την καντίνα. Ένα φως ανάμεσα στα -όχι και πολλά- φώτα τριγύρω. Μπορεί (κι αυτό δεν το θυμάμαι) και να κάγχασα, επειδή μαγαρίστηκε η τριγωνική ισορροπία. Που δεν ήξερα τι ακριβώς είναι αλλά κάτι σπουδαίο γεωμετρικά θα ήταν για να ‘χει τέτοιο γκράντε ονοματεπώνυμο.

Η ιστορία -η άγραφη, όχι αυτή των σπουδαίων συμβάντων- λέει ότι στήθηκα κάμποσες φορές στην ουρά, για το λάφυρο. Όχι για να αραιώσω το αλκοόλ που προηγήθηκε αλλά για να συμπυκνώσω τη μέρα που τέλειωνε. Πίσω από παιδιά δεκαοχτώ, εικοσιδυό, εικοσιπέντε χρόνων με πράσινα ντενεκεδάκια στα χέρια. Ντυμένα -πλέον- με στολές που άλλες γράφαν κλικ, κάποιες 01, άλλα πάλι χωρίς στολή. Ανυπότακτα. Πάντα όμως με Νένε στα δικά μου αόρατα ηχεία.

Όταν κάποτε ψευτομεγαλοπιάστηκα και κατηφόρισα προς το Αλέξανδρος (τόσο δίπλα που ακόμη και το τσιτσίρισμα από τα λουκάνικα ή την θυσία των κρεμμυδιών μπορούσες να ακούσεις), η καντίνα και η πλατεία δεν με ξαναείδαν. Ήταν το τεράστιο -πια- πλήθος που με φόβιζε πάνω της, ήταν το «εδώ θα είναι κι αύριο, πού θα πάει;», ήταν τα δεύτερα -άντα, ήταν κάτι άλλο; Ανεξήγητο, ίσως. Μπορεί και όχι. Όσο πιο κοντά, τόσο πιο μακριά, τα ‘χουν πει και γράψει άλλοι πολύ νωρίτερα, πολύ καλύτερα.

Προχτές διάβασα (με ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι) ότι η Μαβίλη ορφάνεψε από τις ρόδες και τα μεταλλικά στηρίγματα που την κρατούσαν, μαζί με λίγα άλλα, ζωντανή στη μνήμη μου. Μια μνήμη με «απ΄όλα». Χορτάτη από ωραία ξημερώματα χαζεύοντας ανθρώπους, αυτοκίνητα, αγκαλιές,κλούβες παραδίπλα, βάζελους, έρωτες, υγρά από φιλιά παγκάκια και αναπόφευκτους λεκέδες κέτσαπ και μουστάρδας στο καλό παντελόνι. Ευτυχώς ανεξίτηλους.

 

….

we’re only in it for the honey

 

33074535

 

Ασχολήθηκα πολύ παλιά με θεμελιώδη ερωτήματα ή  αμφιβολίες, βαθιά υπαρξιακά. Οι απορίες μου -ή όχι και τόσο απορίες, αφού πρόλαβαν να τις διατυπώσουν οι προφήτες και οι μικροί θεοί μου- ήταν ξεκάθαρες, κάποιες με ονοματεπώνυμο  και όλες με ζόρικες συγχορδίες ή ρεφρενάκια:

Where’s Bill Grundy now? Who do you love? Why can’t we live together? Who are the brain police? Why does my heart feel so bad? Why can’t I be you? Where’s Captain Kirk? Why don’t you do right? Ηow could I be such a fool? Where have all the good times gone? Why does it hurt when I pee? Why go? Whatever happened to all the fun in the world?

Όσο κι αν τα διάφορα -τάχα μου ανακουφιστικά- I know where Syd Barrett lives  έδιναν κάποιες ανάσες κάλπικων generic απαντήσεων κατά καιρούς, τα ερωτηματικά ενηλικιωνόντουσαν και αυθαδιάζαν. Κάποια σπιτώθηκαν για τα καλά, κάποια απεβίωσαν, κάποια συνταξιοδοτήθηκαν, κάποια μετανάστευσαν.  Προϊόντος του χρόνου, ούτε πίκρες, ούτε απώλειες, ούτε λαχτάρες (ωραίες, άσχημες, λαχτάρες πάντως), ούτε τίτλοι και μεγαλεία, ούτε μουχλιασμένοι έρωτες, μήτε ακόμη και καλοί -κάποτε- φίλοι καταφέραν να επιβιώσουν, βγήκαν απ΄τη γραμμή, χαθήκαν μέσα στο ανώνυμο πλήθος, μπουχτισμένα όλα, όλοι, απ΄το ένα-δύο-ένα-δυό και την (ανώφελη, εν τέλει) στοίχιση σκέψεων, συναισθημάτων, λογικής. Μια φορά τα έβαζες στη σειρά, δέκα χάλαγαν. Σκορποχώρι όλα. Μπουλούκι. Ποτέ δεν υπήρξα σούπερμαν διμοιρίτης, μια -ίσως-αμφιλεγόμενη αρετή. Ίσως και ανάθεμα, δεν είμαι ακόμη σίγουρος.

 

….

 

(χαοτικό & αφιερωμένο σ’ όσους κατά καιρούς παρελάσαμε μπουλουκηδόν παρέα, πίνοντας άτακτα, χορεύοντας χαοτικά, βάζοντας λάθος/σωστά κλειδιά σε λάθος/σωστά σπίτια, πατώντας λάθος/σωστά κουδούνια, σε εξώπορτες λάθος/σωστών ανθρώπων, τη λάθος/σωστή μέρα, τη λάθος/σωστή ώρα και στο τέλος βγάζαμε -με δική μας μέθοδο- σωστό/λάθος αποτέλεσμα, διαφορετικό κάθε φορά αλλά πάντα σωστό/λάθος, μέχρι που ανακαλύψαμε ότι το λάθος θα είχε πιο πολλή πλάκα και στρωθήκαμε -έστω καθυστερημένα- να τελειοποιήσουμε την μέθοδο των αλάνθαστων πάνσωστων λαθών, ελπίζω κάτι να καταφέραμε, no regrets)

ξηρασία

33056639Στον ώμο των υπέροχων στερεότυπων και των εικόνων που σε μεγάλωσαν (δεν λέω «σε σημάδεψαν»,  μερικά πετσιά παραείναι αφιλόξενα για πυρωμένα σίδερα μνήμης) δεν είναι να στηρίζεσαι. Μετέωρος θα βρεθείς, παρηγοριά -αν ψάχνεις- καμία.

Πρώτη φορά στη Ρώμη, μεσήλικας πλέον. Τριάντα -πάνω κάτω- χρόνια μετά που την είδα (εκστασιασμένος,  σεληνιασμένος σχεδόν από την ζέουσα σάρκα της) να καλεί τον Μαρτσέλο να βρέξει τα ωραία του Marini. Φτάσαμε μεσημέρι, είπα θα πάω να προσκυνήσω αργά το βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, μια, δυο το πρωί. Να αποφύγω το αλαλάζον πλήθος και την καταναγκαστική καρτ ποστάλ.

Πήγα περασμένες μια. Ελάχιστοι στα στενά τριγύρω, έντεκα στα δέκα μαγαζάκια είχαν ήδη κλείσει, καναδυό ζευγάρια που με προσπέρασαν ήταν ακόμη -χαρά στο κουράγιο τους- αγκαλιασμένα, ένας παραπατούσε μιλώντας στο πουθενά, μια γηραιά κυρία καθόταν σε ένα τραπέζι ψαχουλεύοντας την τσάντα της. Έξη συνάντησα, άντε να ‘ταν εφτά, ορφανό άσπρο γατάκι (αν απορείς) δεν αντάμωσα. Μέχρι να πάρω τη στροφή γι αυτό -ένα απ’ αυτά- που μου είχα τάξει πριν από αιώνες και επιτέλους αξιωνόμουν ν’ αντικρίσω.

 

Σταγόνα νερό. Μόνο ξηρασία και ατέλειωτες σκαλωσιές. Φωτισμένες από τρεις προβολείς απέναντί τους. Κι ένας παλαβός που φωτογράφιζε τις σκιές τους, μπας και του αποκαλύψουν κάτι. Τίποτε.

 

Ούτε να καμωθείς πως βρέχεις τα σκαρπίνια σου σ’ αφήνουν οι μπάσταρδοι. Αδύνατον να κάνεις δέκα βήματα για να αγγίξεις, να χαϊδέψεις εκείνο το υγρό στήθος που ανήκει -όχι αόριστος, ισόβια μόνο- σ’ όλη την ανθρωπότητα. Ως και τα όνειρα και τις φαντασιώσεις μας, άνυδρα τα κάναν.

 

….

Μονόπρακτα Δωματίων (καπνός)

33019188

 

Xρόνια, πολλά χρόνια, πάρα πολλά, την παρακαλούσε να το κόψει.

Θα σε πεθάνει. Τι να σε κάνω πεθαμένη μετά;

Το ‘ξερε κι εκείνη, χαζή δεν ήταν. Αλλά απόφαση δεν το ‘παιρνε. Το ελάττωσε, δεν το ‘κοψε. Ημίμετρα, πάλι θα την πέθαινε.

Εκείνος θύμωνε. Πολλές φορές οι περαστικοί μαζεύαν τσαλακωμένα πακέτα -απ’ όπου μπορούσαν να σώσουν τρία, τέσσερα τσιγάρα, έστω και μισά- που ξαφνικά πέφταν απ΄τον ουρανό. Τον τρίτο, συγκεκριμένα.

Της έταξε, την απείλησε, την ικέτεψε, τη φόβισε, όλα τα προσπάθησε. Και το καλό και το κακό. Τίποτε δεν κατάφερε. Καναδυό φορές είπε «αν δεν το κόψεις θα φύγω» αλλά ήταν τόσο ατάλαντος όταν ξεστόμιζε το «θα φύγω» που ούτε σε παράσταση πρώτης δημοτικού θα ‘βρισκε θέση κομπάρσου.

Κι εκείνη θύμωνε, «εντάξει, κόφτο, δεν βαρέθηκες; την άλλη βδομάδα τέρμα, είπαμε», ίσα για να ξεφορτωθεί τη γκρίνια του. Πόσες άλλες βδομάδες περάσαν; Πεντακόσιες; Χίλιες; Ποιος κάθεται να μετράει..

Ένα απόγευμα τον ρώτησε αν θέλει καφέ, είπε «όχι». Εκείνη έκανε, άναψε και τσιγάρο.

Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν προετοιμασμένη, το ΄χε ξαναζήσει εκατοντάδες φορές αυτό, κοιτούσε αλλού.

Χτες είπες «το τελευταίο»

Μεθαύριο τέρμα

Χτες είπες

Τι θες τώρα; για δυο μέρες; Πέμπτη τέρμα, αδειάζει αυτό το πακέτο και δεν παίρνω άλλο.

Εκατό φορές το άκουσα αυτό

Εκατόν μία. Μη μου σπας τα νεύρα, είπαμε τέρμα, μη κάνεις τον κουφό

Μετά τις εκατόν μία θα έχει κι άλλες εκατό, το ξέρω το «τέρμα» σου

Ε αφού το ξέρεις κόφτο, δεν ωφελεί η συζήτηση, δεν βοηθάς έτσι

Χίλιες φορές παιγμένη σκηνή. Σχεδόν επαγγελματικά. Χωρίς πάθος, συγκίνηση, ένταση. Άμα τελειοποιήσεις κάτι με την επανάληψη, καμιά ανατριχίλα δεν προλαβαίνει να ενηλικιωθεί. Δηλαδή πόσες τρίχες να υψώσουν ανάστημα με το Satisfaction σε encore σήμερα; Μια, δυο, άντε τρεις;

Έκλεισε το τάμπλετ. Έτσι κι αλλιώς σαχλαμάρες έβλεπε.

Όταν πεθάνεις θα βρω μια που δεν θα καπνίζει

Όταν πεθάνω κάνε ο,τι θες. Καμιά άκαπνη δεν θα σ΄αντέξει άλλωστε. Κι άσε με να πιω τον καφέ μου σαν άνθρωπος, να χαρείς

Και θα την βάλω και στο σπίτι

Να αερίσεις καλά πρώτα και μετά βάλ’την και στη βιβλιοθήκη. Και στο ψυγείο θα σου ‘χω αφήσει χώρο.

Και στο κρεβάτι θα την πάω

Και στον πάγκο της κουζίνας αν αγαπάς, ο,τι πεις αγόρι μου, όσα αντέχει η μέση σου κι ο κώλος της, αν τον χωρέσει και τον αντέξει ο πάγκος

Για πρώτη φορά, από την ώρα που έβαλε τον καφέ δίπλα της, γύρισε και τον κοίταξε.

Να σε ρωτήσω κάτι;

Σαν τι;

Και στο κρεβάτι; όχι και στο κρεβάτι ρε μαλάκα, όχι και στο κρεβάτι

 

—-

δυο μελιτζάνες τον Αύγουστο

33012990

Στις μιάμιση το πρωί πετάχτηκε αλαφιασμένη από το κρεβάτι. Θες τα σεντόνια που ήταν μουσκίδια, θες η σαφρακιασμένη φασαρία (ένα σακατλίδικο τσακίρ κέφι δηλαδή)  απ΄τους κάτω -τα άπαντα του Μάλαμα που δεν είχαν τελειωμό στα ηχεία-, θες η μεσημεριανή σιέστα που την χόρτασε ξεκούραση, θες μια ξινίλα όταν είδε ένα ανεπιθύμητο πρόσωπο στον λειψό της ύπνο, ήρθαν όλα, μπήκαν στη συνταγή και βγάλαν ξυπνητήρι δίχως ήχο.

Μιάμιση.

Σε μια πόλη που βολόδερνε δίχως ήλιο, χωρίς φως, με υγρασία και άπνοια που θα τις ζήλευε ως και κατακόμβη. Έβραζε η καργιόλα η φτωχομάνα στο βορεινό ζουμί της, παλιά αυγουστιάτικη  συνήθεια για όσους ξέρουν τα χούγια της.

Λιγούρα.

Με μια σαλάτα απ’ τις δώδεκα το μεσημέρι ήτανε. Μια ντομάτα, τρεις μπουκιές κριθαροκούλουρο, δυο καπαρόφυλλα και τέσσερις σταγόνες λάδι για να γλιστράει στον οισοφάγο. Με τρία ποτήρια νερό για να ξεπλύνει την αηδία, πέντε μέρες τα ίδια και τα ίδια, μη τυχόν και ανέβει γραμμάριο η ζυγαριά, μη τυχόν και πετάξει σάρκα στο πλάι του μαγιώ πάνω απ΄τα λάστιχα, μη τυχόν και διαμαρτυρηθεί το παντελόνι που βρήκε αντίσταση στο ανέβασμα.

Βγήκε με το εσώρουχο στο μπαλκόνι. Μετά τα μεσάνυχτα όλα αμβλύνονται. Και οι αντιστάσεις και τα αδιάκριτα βλέμματα από τριγύρω και οι ατέλειες. Κοίταξε χαμηλά, λοξά, ως τη θάλασσα. Μισό χιλιόμετρο μακριά και μύριζε άσχημα ως εδώ, ψηλά μέχρι τον πέμπτο.

Εκείνη ωραία μύριζε όμως. Ιδρώτα πλυμένο -απ’ τις εντεκάμιση το βράδυ- και Ultraviolet. Κι ας ήξερε οτι δεν θα βγει απόψε.

Πείναγε. Τι να σου κάνουν πέντε μπουκιές και τρεις σουρωτές ολημερίς.

Έβγαλε δυο μελιτζάνες απ΄το ψυγείο. Μπαμπατζάνικες, μελανιασμένες, απ’ αυτές για ψήσιμο, δεν είχε απ’ τις άλλες, τις ριγέ αλλά άμα πεινάς όλα σετάρουν. Έβαλε λάδι στο τηγάνι να κάψει. Έψαξε για σκόρδο, είχε. Και μισό κουτί ντομάτα στον τρίφτη, στο ψυγείο.

Σε πέντε λεπτά το σπίτι είχε ντουμανιάσει απ΄την λαδίλα, την καπνίλα, την σκορδίλα, που ήρθαν και τακίμιασαν με την υγρασία και κολλήσαν στα ντουβάρια, στις κουρτίνες, στις καρέκλες, όπου βρήκαν, αφού τρυπώσαν πρώτα σε κάθε πόρο της, ούτε Ultraviolet επέζησε ούτε ωραία ιδρωτίλα, no prisoners, όλα πεθαμένα, μόνο καπνός, καμένο λάδι πιτσιλισμένο δεξιά κι αριστερά, σκόρδο και πείνα. Ο καπνός ήταν τόσος που αυτή που σεκλέτιαζε από κάτω με την πριγκηπέσα νωρίτερα, σκέφτηκε σκιαγμένη να καλέσει το 199. Ευτυχώς δεν το ‘κανε γιατί χώθηκε μέσα στο -ας πούμε- ρεφρενάκι από την Βασίλισσα καρδιά κι έμεινε για πάντα εκεί, ερωτοχτυπημένη, με σημάδια στο παράθυρο και καπνό στα μάτια.

Έριξε την ντομάτα. Ξέχασε να βάλει καπάκι, ως και το πάτωμα βάφτηκε κόκκινο.

Δε γαμιέστε όλα, είπε. Και οι ντομάτες και τα κριθαροκούλουρα και τα σταγονόμετρα και τα νερά και τα μαρούλια και τα τοσοδούλικα μαγιώ και ο κοπανιστός αέρας και τα πατώματα και τα πλακάκια. Και η άδεια πόλη, αυγουστιάτικα. Κάθε χρόνο, Αύγουστο. Δε γαμιέστε όλα, όλοι.

Πήρε σα μωρό στα χέρια το πιάτο με τις μελιτζάνες και βγήκε στο μπαλκόνι. Μισόγυμνη, όπως πριν. Aνέβασε τα πόδια στα κάγκελα, βολεύτηκε.

Στην πρώτη μπουκιά (με κουτάλι, για να μη χαθεί στάλα απ’ τη σάλτσα) ρίγησε το είναι της σύγκορμα. Παπούδιασε απ΄τα νύχια ως την τελευταία τρίχα στο κεφάλι της. Στην δεύτερη έμεινε ολόγυμνη. Ανυπεράσπιστη. Ελεύθερη. Περασμένες δυο, πρωί, Παλαιών Πατρών Γερμανού και Παύλου Μελά γωνία.

 

….

(μια αληθινή ιστορία)

chiaro

33002033

Eξερεύνησις αγνώστου δέρματος. Χαρτογράφηση αργότερα, αν η χώρα -οι χαράδρες, τα φαράγγια, οι πλαγιές της, τα βουνά της- δεν αποδειχθεί αφιλόξενη, άνυδρη, φουρτουνιασμένη, ακατάλληλη για ζωή. Λίγο πριν περιπλανιόσουν σε ένα δάσος από κερατίνη, παραμερίζοντας με τα δάχτυλα για να ανοίξεις μονοπάτια. Κατηφορίζεις  ξανά στο ξέφωτο, γύρω απ΄ τον αφαλό, να πάρεις ανάσες, πριν την επόμενη διαδρομή στο άγνωστο. Που -λένε οι παλιοί- πρέπει να ταξιδέψεις νότια να το αναζητήσεις. Αυτή τη φορά στέλνεις τη γλώσσα για να ιχνηλατήσει. Επιστρέφει αποκαμωμένη, αδύνατον  να εξηγήσει με λόγια τι συνάντησε. Αυτή, η φλύαρη. Συγκεντρώνεις ενισχύσεις, βρέχει, γλιστράει. Και ο τόπος ολόγυρα βράζει, καίει, λαμπαδιάζει.

 

(μεταφρασμένο, εξ αφής, από το πρωτότυπο)

 

….