don’t let me be misunderstood

 

31385407

 

 

 

Ψάχνω για το πρώτο μου σοβαρό στερεοφωνικό, ως τότε άκουγα μουσική από ένα κασσετοφωνάκι Sanyo (εκείνα τα ξαπλωμένα, τα λίγο φλώρικα, που είχαν πάψει πια να είναι κοριτσοπαγίδα) και για πιο πρίμιουμ συγκινήσεις από ένα μπομπινόφωνο National. Για να πιέσω την κατάσταση και τον συν-χρηματοδοτη (θα είχα κι εγώ μικρή ιδία συμμετοχή, από τότε χωμένος στα οικιακά ΕΣΠΑ) ήδη στο δωμάτιό μου στοιβιάζονται καμιά πενηνταριά παρθένα βινύλια. Από Barclay James Harvest και Αl Stewart μέχρι Van Der Graaf Generator και Zappa. Kλασσικός δεκαεφτάρης, dazed and confused.

‘Εχω δει πικάπ, έχω ακούσει ηχεία, λάτρεψα ενισχυτές, έχω απορρίψει  ραδιοενισχυτές («χαλάνε αυτοί πιο εύκολα», με τι ηλίθιες προλήψεις ανατραφήκαμε), ως και για κεφαλές διάβασα, περισσότερο από όσο βοηθητικά Καργάκου για τις πανελλήνιες, έχει σκελετούς αυτή η ντουλάπα….

Ενημερώνω τον συν-χρηματοδότη για τα αποτελέσματα της έρευνας και την συμμετοχή του, σκέφτεται, μου λέει «πάμε δίπλα να δεις κάτι πριν αποφασίσουμε;».

Πήγαμε δίπλα. Στον συνάδελφό του, τρία σπίτια πιο μακριά. Την προηγούμενη μέρα είχε αγοράσει ένα σετ  Rotel, πικάπ, ενισχυτής, ηχεία, τα Rotel ήταν απλησίαστα για το μπάτζετ μου, τα χαζεύω, ωραία, «κάτσε να σου βάλω κάτι να ακούσεις, μου το έδωσε δώρο αυτός που μου πούλησε τα μηχανήματα» λέει ο κύριος Γιάννης. Ωραία λέξη τα μηχανήματα. Αλήθεια ωραία λέξη, μπορεί να μην έκρυβε τότε καμιά ποίηση αλλά ο τρόπος που το είπε ήταν τόσο αγαπησιάρικος και ειπώθηκε με τόση περηφάνεια (είπαμε, τσιμπημένα τα Rotel, θέλαν κάμποσα μηνιάτικα για να τα κάνεις δικά σου) που δεν τον ξέχασα ως σήμερα.

Καθάρισε προσεκτικά τον δίσκο, με τον τρόπο που του έδειξε αυτός που του πούλησε τα μηχανήματα, τον ακούμπησε στο πλατώ. Δεν είχα δει εξώφυλλο, ακόμη. Ούτε πρόλαβα να δω μέχρι που ακούστηκε η μουσική. Santa Esmeralda. Μα τις χίλιες καστανιέτες.  Από τότε η ξινίλα με είχε κυριεύσει, η Λιντα Μπλερ της γειτονιάς ήμουν. Δεν άντεξα να μη μιλήσω, που να μην έσωνα. Και να μη μίλαγα όμως, τα μούτρα μου είχαν ήδη αρχίσει να φλυαρούν.

«Κύριε Γιάννη, με τόσο ωραίο κοστούμι, τόσο άσχημα παπούτσια;»

Με κοίταξε με απορία και -ίσως- λίγο στενοχωρημένος. Όχι ίσως. Με μια στενοχώρια ευγενική, ήπια αλλά εύγλωττη.

«Δεν είναι καλό δηλαδή;  χαρούμενο είναι, ακούγεται τόσο ωραία, καθαρά, δεν είναι καλό αλήθεια; Μου άρεσε εκεί που το άκουσα γι’ αυτό μου το έκανε δώρο, λες να έπαιρνα άλλον δίσκο;»

Αφού μίλησε ο γκουρού -με είχε όντως σε μεγάλη υπόληψη μουσικά- εκείνος στ’ αλήθεια έδειχνε στενοχωρημένος. Όσο πήγαινε πιο βαθιά η βελόνα, προς το κέντρο  του  Don’t let me be misunderstood, τόσο πιο πολύ τον τσίμπαγε αυτό με τα παπούτσια.

Τελικά δεν πήραμε Rotel. Παραήταν ακριβά, πήγαμε για Kenwood που την κάναν τη δουλειά τους -σίγουρη επένδυση, γρήγορη απόσβεση- μέχρι που συνταξιοδοτήθηκαν.

Όπως και ο κύριος Γιάννης και ο πατέρας μου.

Κάθε φορά που συναντιόμασταν στη γειτονιά (εκείνος δεν έφυγε από κει, εγώ ξαναγύρισα) με αυτόν τον ευγενικό και τόσο χαμηλών τόνων, ήσυχο άνθρωπο, ανάμεσα στα άλλα τα λιγοστά που λέγαμε στα πεταχτά, τι κάνουν τα παιδιά, τι λέει η δουλειά, χαιρετισμούς και φιλιά σε όλους στο σπίτι, θυμόταν να μου πει και ένα «δεν τον πήγα πίσω τον δίσκο τελικά, αλλά δεν ήταν και τόσο κακός, χαρούμενος ήτανε». Και μου το ΄λεγε χαμογελώντας, σαν να κοκκίνιζε κιόλας -από ντροπή που δεν άκουσε τον γκουρού-, χτυπώντας με σχεδόν πατρικά στον ώμο. Παιδιά δεν αξιώθηκε να δει αλλά αν είχε, θα ήταν τυχερά να νιώθαν τέτοιο άγγιγμα στον ώμο τους.

 

Χτες μεσημέρι τον αποχαιρετήσαμε για πάντα.  Ήμουν μαζί με τον παλιό του συνάδελφο όταν εκείνος του χάιδεψε τα μαλλιά, στον τελευταίο ασπασμό. Καλό ταξίδι Γιαννάκη. Το είπε σχεδόν ψιθυριστά, σκύβοντας, μα εγώ τον άκουσα. Εμένα όμως κανείς δεν με άκουσε την ώρα που του έβγαζα μιαν αόρατη τρίχα από το πέτο και τον άγγιξα στον ώμο λέγοντάς του «δισκάρα ήτανε τελικά κύριε Γιάννη, δισκάρα».

 

 

 

.-

αλάτια

 

31366429

 

 

Κυριακή πρωί, νωρίς, στο μπαλκόνι. Στα στασίδια τους -αυτά που έχουν κλείσει με διαρκείας- οι γριές, στη γωνιά μου εγώ, κάτω απ’ τον φύκο που αρνείται πεισματικά να πεθάνει εδώ και εικοσιτέσσερα καλοκαίρια. Δεν του δίνω την πρέπουσα σημασία, το ομολογώ. Ώρες ώρες νομίζω ότι είναι αυτονόητο πως μπορεί να ζήσει αιώνια, καλά, όχι αιώνια, έστω μια μέρα μετά την δική μου αναχώρηση με βάση το προσδόκιμο. Μόνο νερό του δίνω, μια στις τόσες, ούτε χώμα, ούτε λίπασμα, ούτε καινούρια γλάστρα εξόν απ’ αυτήν που του ‘κανα δώρο όταν έκλεισε τα δεκαπέντε του. Σπουδαίο δώρο. Αλλά αυτός επιμένει να με συμπονάει, αντέχει τους χειμώνες μονάχος του στο διάδρομο, αγόγγυστα, μέχρι να ξανάρθει Μάιος και να πάρει τη θέση του στην ίδια γωνιά όπου ενηλικιώθηκε. Έχω μια φωτογραφία του από τότε που τα παιδιά ήταν τριών, τεσσάρων χρόνων, τα παιδιά κάθονται αριστερά του. Αυτός ψήλωσε, θέριεψε περισσότερο. Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε πως η πολλή φροντίδα ευνουχίζει.

Κάποιος από τους πέριξ μερακλώνει εννιάμιση ώρα το πρωί με ποντιακά. Ένας άλλος του κάνει κόγξες με θρακιώτικα. Καρκίνος οι ανοιχτές μπαλκονόπορτες, καρκίνος για τ’ αυτιά. Τόσο έθνικ δεν αντέχεται, ακόμη και με τον καλύτερο καφέ του γαλαξία παρέα. Ευτυχώς δεν έχουμε μερακλήδες -ίσως και κουφούς- κρητικούς κοντά. Ούτε ηπειρώτες. Κάθε πράγμα στην ώρα του και στον τόπο του, τα πρωινά της Κυριακής οφείλουν να είναι δίχως πατρίδα, ορφανά από καταγωγή και μουγκά. Να μπορείς να πεις μια κουβέντα μαζί τους δίχως παρεμβολές.

Εντεκάμιση ξεκινάμε για τη θάλασσα. Περασμένες δώδεκα παρκάρουμε, αφού μετρήσαμε ίσα με χίλιες βουλγάρικες πινακίδες (υπερβάλλω, κανείς δεν έχει κουράγιο να μετράει ως το χίλια με 34ºC έξω, στο εκατονπενήντα μπούχτισε κι ο καταμετρητής στο πίσω κάθισμα λέγοντας «ζαλίστηκα, να σταματήσω;») μέχρι να φτάσουμε όσο πιο μακριά από κόσμο μπορούμε. Πόνεσα όταν έβαζα είκοσι ευρώ αμόλυβδη, ετούτοι δεν έχουν πρόβλημα να βάλουν πενήντα και εξήντα για ένα μπάνιο. Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε πως πεθάναμε σ’ αυτή τη χώρα και δεν το καταλάβαμε. Το μόνο που μένει, για να βγάλουμε και τα κόλλυβα, είναι να δούμε και πινακίδες απ’ τη Μολδαβία, αυτή είναι δίπλα μας, έτσι; Μια ώρα πτήση, δέκα ώρες οδήγημα, δεν μπορεί, ακόμη και αυτούς όλο και κάτι θα τους περισσεύει από τα εβδομήντα ευρώ μηνιάτικο για να φτάσουν ως εδώ.

Βουτάω και ξαναβουτάω χωρίς να γυρίζω το βλέμμα μου προς τα πίσω, στις ομπρέλες, την άμμο, τα βουνά στο βάθος, κοιτάζω μόνο τον ορίζοντα που με τυφλώνει, ευθεία Λήμνος, Τήνος, Πάρος, Σίκινος και βγαίνεις Κρήτη. Θέα πολυτελείας, πεντάστερη, all inclusive, κι ας μη βλέπεις τίποτε, μια χαρά μπορείς να φαντάζεσαι. Tαΐζεις την ψυχή σου όσο θες και κανείς δεν σου ζητά ευρώ παραπάνω, το εικοσάρικο της αμόλυβδης ως εδώ φτάνει και περισσεύει για να πιεις όσο γαλάζιο και φως μπορείς ν’ αντέξεις. Χωρίς να κοιτάς πίσω. Το πολύ πίσω δαγκώνει. Βγαίνω -σχεδόν- με την πλάτη, σαν τις θείες που ξαπλώνουν στα ρηχά (εκεί που το νερό είναι ζεστό σαν κάτουρο)  για να απαλύνουν τους πόνους των χρόνων που βαραίνουν πάνω τους. Λίγο πριν γίνω πιο γραφικός κι απ΄τον Bean ή τον Monsieur Hulot σηκώνομαι και αντικρίζω την πραγματικότητα. Κι ένα παιδάκι που πετάει νερά, ανακατεμένα με άμμο, πάνω μου. Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε πως ο Ηρώδης δεν μπορεί να ήταν τόσο κακός.

Στην επιστροφή, το δέρμα έχει τσιτώσει απ’ το αλάτι. Κανείς μας δεν το ξέπλυνε όμως. Το πληρώσαμε πανάκριβα, ας μείνει μισή, μια ώρα ακόμη πάνω μας πριν πάρει το δρόμο για το σιφόνι της μπανιέρας. Εκεί που καταλήγουν, κάπως άδοξα, τα περισσότερα από τα καλοκαίρια μας. Παρέα με αφρόλουτρα που μοσχοβολάνε, για να χρυσωθεί το χάπι του αποχωρισμού.

Λίγο πριν παρκάρουμε στην πυλωτή, παίρνω παγωτά. Μπαίνω στο σπίτι ξυπόλητος κι ας γκρινιάζει για τα πατώματα. Μερικά μεσημέρια Κυριακής μπορείς να επαναστατείς, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις.

 

walk of flame

 

31302223

 

Το φως εξαφανίστηκε, άναψα όλα τα ρεσώ. Ίσα με είκοσι. Αυτά που κοροϊδεύω, αυτά λούζομαι. Δέκα ματσάκια λουλουδικά τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο λείπουν για να γίνει το μπαλκόνι «in memoriam», η γωνιά που έσφαξαν μια νύχτα θέρους που ικέτευε να βγει απ’ το σπίτι. Μα σφαγιάσθηκε σιωπηλά. Και με λύσσα.

Κλείνω το φέισμπουκ. Δεν ξέρω αν ο κόσμος είναι εκεί ή αν είναι έξω από κει, ώρες ώρες δεν μυρίζει ωραία πάντως αυτό που φτάνει ως εμένα. Όχι τώρα. Παράξενο, αφού καθένας μας νομίζει πως αφήνει το λουλούδι του στην εξώπορτα, να το ποτίσουν με κανένα λάικ, καμιά κουβέντα ή έστω να το δουν οι άλλοι στη γειτονιά, αν είναι πλαστικό, απ’ τους κινέζους. Ελπίζω να μην είναι ρατσιστική σκέψη αυτή.

Τρώμε κουσκούς. Καλά έκανα κι έβαλα σταφίδες. Και το λίγο ταχίνι που ανακατεύτηκε με τα κυβάκια της ντομάτας -μαζί μ’ όλα τα άλλα ψιλοκομμένα- του πάει κι αυτό. Και η μια στάλα καυτερό του πάει. Μου βγήκε, αυτή τη φορά, ο αυτοσχεδιασμός.

Η θάλασσα ήταν κρύσταλλο σήμερα. Κανείς τριγύρω. Μόνο δυο μεγάλα νησιά, αριστερά και δεξιά στον ορίζοντα. Στο ένα δεν πήγαμε ποτέ. Της είπα «κολυμπάμε ως εκεί;», με αποπήρε, «θαρρείς πως είσαι νέος ακόμη», μ’ αρέσει όταν δεν κουράζεται να μου δίνει σοβαρές απαντήσεις σε σαχλές ερωτήσεις.

Το κρασί είναι μια μετριότητα. Δροσερό, όσο πρέπει, αλλά πιο υποτονικό κι από μένα, τι προκοπή να περιμένεις από εξάρια κι εφτάρια αλκοόλ. Και δέκα ποτήρια να πιεις σε γονατίζει η επανάληψη, όχι η γλυκιά ζάλη. Κουβέντα παραπανίσια δεν βγαίνει απ΄ το στόμα σου, μετρημένες όλες, σιγουράντζες σαν τα σόλο του Chris Rea, δεν κάνουν για εκμαυλιστές συνειδήσεων αυτά τα Πιεμοντέζικα. Για καμιά ηθική αυτουργία σε αποπλάνηση δεν θα κατηγορηθούν, ποτέ.

Από μέσα ψευτοπαίζει μουσική, εκείνες μιλάνε για λογαριασμούς, λεφτά και τα παιδιά τους. Μετά λένε για το άδηλο μέλλον ολωνών μας με σοβαρότητα, χαμηλόφωνα, θαρρείς και λένε κάτι σπουδαίο, μυστικό  ή πρωτότυπο, που θ’ άξιζε να σκοτώσει για να τους το κλέψει κανείς. Την ώρα που ξαναγεμίζω -τρίτη φορά- τα ποτήρια, απορούν γιατί η φωνή μου έχει μισή ώρα να ακουστεί. Δεν είμαι σίγουρος πως είναι έτοιμες να ακούσουν την απάντηση και σιωπώ, αφήνοντας ένα -μισό, ούτε καν ένα- χαμόγελο ως προκαταβολή της πρώτης μου λέξης, όταν αποφασίσει να εμφανιστεί για να διεκδικήσει κι αυτή το μερίδιό της στο θέατρο σκιών που παίζεται τις νύχτες σ’ αυτό το μπαλκόνι. Και σ’ άλλα πολλά, φαντάζομαι. Εκεί που οι σκέψεις των μπαλκονίστας μπλέκονται βουβές.

Δεν κολυμπήσαμε ως το νησί, τελικά. Θα μας έπιανε η νύχτα καταμεσής στο πέλαγος, εδώ και καιρό μας τρομάζουν οι νύχτες μακριά από τσιμέντα, κάγκελα και ρεσώ.

Οι μικρές φλόγες εγκαταλείπουν τα ρεσώ, ντριμπλάρουν τα πιάτα με το κουσκούς και τρυπώνουν εκεί που πρέπει, την μάθαν καλά τόσα χρόνια τη διαδρομή. Ο κόσμος εκεί έξω, μέσα μας, μπορεί να είναι πολύ βρώμικος μα ευτυχώς είμαστε ατελείς και η σάρκα έχει τον τρόπο να τον ξεπλένει, έστω για στιγμές. Tα γυναικεία γόνατα τα κολακεύει το λιγοστό φως. Τα κάνει να γυαλίζουν πιο πολύ κι απ’ το πιο πεινασμένο μάτι. Αυτό το ύφασμα που ώρες ώρες τραβιέται λίγο, μια στάλα, προς τα πάνω, για να πάρει αέρα το δέρμα ανάμεσα στα πόδια τους, είναι (είτε το θέλουν, είτε όχι, είτε το ξέρουν, είτε το ξορκίζουν, είτε το απολαμβάνουν, είτε το φοβούνται) η Ιερά Σινδόνη μας. Όλη μας η ζωή, των αρσενικών, αποτυπωμένη πάνω του. Ερήμην του. Τόσα αποτυπώματα από αόρατες παλάμες δεν αξιώθηκε, κι ούτε πρόκειται στον αιώνα τον άπαντα, κανένα walk of fame.

 

 

 

 

μωρά στη φωτιά

 

toronto-bans-plastic-bags-537x368 (1)

 

 

 

-Έχεις καραβίδες;

Έγνεψε ναι, άφηνε τα δυο τσιράκια να κάνουν τη βρώμικη δουλειά με το μπίρι μπίρι στους πελάτες, σπάνια του ‘παιρνες λέξη. Τόσα χρόνια πούλαγε ψάρια, πήρε τα χούγια τους στο τέλος.

Μου ΄δωσε ένα κιλό, τι ειν’ η καραβίδα, τι το ζουμί της και το κιλό της, μα δεν είμαστε για χυδαίες γαλαντομίες τέτοιες εποχές. Αίμα φτύσαμε να ξεκολλήσουμε από γαύρο, σαρδέλα και τσιπούρες κολεγίου. Είπαμε ένα Σάββατο να τον ρίξουμε μια στάλα έξω τον προϋπολογισμό, με τέτοιες πύρρειες νίκες κοροϊδευόμαστε αφού το εμπεδώσαμε πως στο τέλος του μήνα -ποιο τέλος, λίγο μετά τα μισά δηλαδή- πάλι θα φτύσουμε αίμα γονατιστοί και ικετεύοντας τα γαμημένα άλυτα μαθηματικά να μας κάνουν τη χάρη.

Ξεκίνησα να φύγω, θυμήθηκα -ένεκα των ημερών- ότι οι καλές ήττες θέλουν και καλό θέαμα. Με 1-0 κανείς δεν διασκεδάζει, ούτε καν η απελπισία σου. Μερικοί χαιρέκακοι μοναχά, που τους αρκεί να σε δουν με σκυμμένο κεφάλι. Κι ας μην έχουν βάλει στο στόμα τους ψίχουλο από νίκη κι αυτοί, εδώ και δέκα αιώνες. Τα γνωστά..

-Το περασμένο Σάββατο είπες ότι έχεις και τοννάκια. Έχεις σήμερα;

Δεν ξέρω τι ράτσας παρόρμηση μ’ έκανε να ζητήσω το στεγνόψαρο. Ίσως μια περιέργεια να δω τι είδους γεύση θα ΄χει το μέσα μας, αν καταδεχτεί να μας δαγκώσει βαθιά κάποιος τολμηρός. Πήρα άλλο ένα γνέψιμο, πήρα και το λάφυρο. Ενάμιση κιλό βγήκε. «Ωραίο μωρό» είπε. Πήγα να τον ρωτήσω αν θα το κόψω φέτες κάθετα, έτσι είδα να το σφαγιάζουν στην τηλεόραση και να το πασαλείβουν με διάφορα περίεργα πριν το βάλουν στη φωτιά, κατάλαβε τι σκεφτόμουν. Μερικές φορές με τρόμαζε αυτός ο άνθρωπος. Ειδικά όταν μίλαγε κιόλας.

-Μη το κόψεις εσύ, άσε να στο φιλετάρω εγώ.

Θεός. Όπως στο λέω, με Θ μπερεκετλίδικο. Τον καλύτερο πλαστικό να έφερνες εκεί, πλάι του, στον μαρμάρινο πάγκο, θα ντρεπόταν για την αγαρμποσύνη του. Δεν ξέρω τι τους μαθαίνουν εκεί στις ιατρικές, αυτός εδώ πάντως δεν είχε χέρια, λέιζερ είχε. Είχα δει ένα φιλμάκι με έναν υπέργηρο σούσι μάστερ, ευτυχώς ποτές δεν θα μάθαινε ο γιαπωνέζος για τον δικό μου γιατί θα έφευγε απ΄ τον μάταιο τούτο κόσμο με μιαν αβάσταχτη πίκρα. Μια περηφάνια -εντελώς άκαιρη και άκυρη- για τις δεξιότητες του ψαρά μου μπήκε απ’ τον δεξιό μου δείκτη και βγήκε απ’ τον παράμεσο του αριστερού χεριού, σε δευτερόλεπτα, σαν κλέφτης. Χώρο για να φιλοξενώ παραπανίσιες περηφάνιες δεν έχω, εδώ καλά καλά δεν μπορώ να στεγάσω τις λιπόσαρκες κι αμφιλεγόμενες δικές μου.

Μπήκα στο αυτοκίνητο, με τις μπλε σακκούλες. Πεπεισμένος πως και η Αργεντινή κάπως έτσι ξεκίνησε το δρόμο για την οικονομική καταστροφή. Μόνο που εκεί δεν φταίγαν τα ψάρια, μόνο με steaks και βαριές κόκκινες σάρκες καταγινόταν. Ακούγοντας Gardell στα σφαγεία και τα χασάπικα, όχι Οικονομόπουλο όπως στο ψαράδικο. Όλεθρος με όλεθρο έχει διαφορά. Ούτε αυτό μπορούμε να κάνουμε με στυλ, μόνο γράφουμε και ομφαλοσκοπούμε και κάνουμε voodoo σε ξένες κατσίκες και μιρμιριάζουμε και φτου κι απ’ την αρχή, σε random play. Για το σασπένς της επανάληψης. Χίτσκοκ σε μιούζικαλ. Ούτε καν. Σε οπερέτα, λόου μπάτζετ όλα, ακόμη και οι καταστροφές.

Τακτοποίησα τις σακούλες στο ψυγείο, κατέβασα απ’ τη ντουλάπα την τσάντα με τα μαγιώ, αφού μια ζέστη την έβγαλε έξω και φουρφούρισε το μέσα μου και περίσσευαν στο ντεπόζιτο δεκαπέντε ευρώ αμόλυβδης. Μου ξέφυγε μια τρυφερή βρισιά, γιατί πρόλαβε και την ξανασήκωσε, μετά το πρώτο -πρώιμο για μας τους βόρειους- μπάνιο της σαιζόν. Την σήκωσε για να μη παίρνουμε θάρρος, κι εμείς και τα μάτια μας, βλέποντας χρωματιστά μαγιώ και πετσέτες. Ξαναπήρα τη βρισιά πίσω, την αδίκησα, σοφή γυναίκα. Γλιτώνουμε πολλά λεφτά από ψυχοφάρμακα με τις αλχημείες της.

Πήρα τηλέφωνο να την ρωτήσω αν θα πάμε θάλασσα και αν θα βάλω τις καραβίδες στην κατάψυξη. Έδωσε οδηγίες, άκουσα γέλια, κάπου έπινε ακόμη καφέδες (δεν νομίζω τσίπουρα, τα αντιπαθούν, καμιά μπίρα ίσως) με άλλες όμοιές της. Καλά κάνουν τα κορίτσια, άμα τρέχεις σε μανάβικα, ψαράδες και μπακάληδες σαββατιάτικα, μυρίζει πλαστικές σακκούλες το μέσα σου και δεν είναι ωραίο να αφήνεις να μυρίζει το μέσα τους αφού μ’ αυτές τις, έστω λειψές, ευωδιές τους παρηγοριόμαστε ακόμη. Ένα γέλιο που ξεχώρισα στο τηλέφωνο είχε ωραία μυρωδιά, γνώριμη. Σαν καταφύγιο. Ξένο, εντάξει, αλλά γι αυτό υπάρχουν τα καταφύγια, δεν είναι σπίτια, για μια-δυο μέρες, νύχτες, ώρες σε βάζουν μέσα τους για να σε προστατέψουν απ’ τη μονοχρωμία έξω. Μου ξέφυγε ένα χαμόγελο, το ξανάβαλα γρήγορα στη θέση του. Με τα αδέσποτα χαμόγελα μπορείς να καείς, άμα είσαι απρόσεκτος, πριν καν πεις τσαφ. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ χαμογελάς επειδή σκέφτεσαι αλλότρια χρωματιστά;

Η ώρα ήταν περασμένες δυο. Ξετύλιξα το ωραίο μωρό. Τα κάρβουνα έξω σχεδόν έτοιμα. Οι τρεις μας τώρα. Εγώ, το μωρό, η φωτιά. Πριν τις δυόμισι, είπε, θα είναι σπίτι. Τρώμε και φεύγουμε στη θάλασσα το απόγευμα, να κόψει λίγο ο αέρας….

Όχι ρε, να μη κόψει, να φύγουμε, να πάμε να ανεμοδαρθούμε, να πιούμε τις μπίρες μας, να ανάψουμε με χίλια ζόρια τσιγάρο, να φάμε την άμμο στα μούτρα και αφρούς απ΄τα κύματα, να ξεχαστούμε μια στάλα, να βγούμε δυο, τρεις ώρες απ’ τις σακούλες μας. Απ’ αυτές τις μεγάλες, με τα φερμουάρ, που βλέπω να μας γλυκοκοιτάζουν τις νύχτες στο CSI.

 

 

 

ο τελευταίος Μεγάλος Τελικός *

 

31199300

 

 

Στον τελευταίο πραγματικά συναρπαστικό τελικό που έχω ευλαβικά φυλαγμένο στο σκληρό μου δίσκο και σε τριπλό backup κλειδωμένο σε θυρίδα, είχα κατέβει στο γήπεδο με τα πόδια πουά απ’ τα κουνούπια και τα χέρια γεμάτα με κρύους κεφτέδες πάνω σε μια φέτα αληθινό ψωμί. Όχι σαν τα σημερινά ξερατά.

Κόντευε έξη. Βαθύς Ιούλιος.

«Δεν πιστεύω να θες να παίξεις έτσι», μουρμούρισε ο εκλέκτορας της γειτονιάς και αρχηγός της ομάδας, που ΄χε κλείσει τα δεκατέσσερα ανήμερα πρωτομαγιά.

-«Η μάνα μου είπε πως αν δεν φάω τρεις κεφτέδες θα με κρατήσει κλειδωμένο μέσα όλο το καλοκαίρι», γκρίνιαξα.

-«Πες τότε της μάνας σου να ’ρθει να μαρκάρει το Ντεμέλο, φτου σου ρε τσογλανάκι, είσαι εντελώς μαμάκιας, απορώ γιατί σε βάζω μέσα».

Απορούσα κι εγώ, μέχρι που τα χαρτάκια του αδερφού μου με το Γονιό, τον Κεφαλίδη και τον Παμπουλή από εκατό γίναν πενήντα, τριάντα, είκοσι. Στοίχιζε ακριβά μια θέση στην ομάδα της Κοραή & Αγίας Λαύρας αλλά χαλάλι. Η μούρη μου είχε υψηλή αξία μεταπώλησης. Αντίθετα η υπόληψή μου ως αδερφού είχε προ πολλού πιάσει πάτο.

Ντεμέλο!

To όνομα θρύλος της Δυτικής Ξάνθης. Στην ανατολική, την παλιά πόλη, είχε μόνο Αχμέτ και Ερόλ και Ερντίλ, τότε τουρκάκια, μετά μουσουλμανάκια, σήμερα ξανά τουρκάκια αλλά πάντα Αχμέτ, Ερόλ και Ερντίλ όπως και να τα βαφτίζουμε εμείς οι άλλοι. Ο «δικός μας» ήταν ένας ξανθομπάμπουρας γύρω στα δώδεκα με μπόι που δεν θα το ζήλευε ούτε ντενεκές με τελεμέ αλλά μάτι που γυάλιζε σαν σπασμένο τζάμι καταμεσής στην έρημο, αριστερό πόδι που κάρφωνε πρόκες ξυπόλητο και στόμα που όταν -σπάνια- άνοιγε έκανε τις μανάδες μας να σταυροκοπιούνται και να φτύνουν μέσα απ’ τις ανοιχτές ρόμπες τον ιδρωμένο κόρφο τους : «μακριά από αυτόν γιατί θα σου κόψω τα πόδια, κατάλαβες κακομοίρη μου;»

Όσο πιο μακριά του μας έδιωχναν, τόσο πιο πολύ θέλαμε να του μοιάσουμε. Εκτός από μπόι όλα τα άλλα τα είχε το τσογλάνι. Διακόσα κιλά μπάλα ήξερε, παπούτσια ζίτα ελλάς με τάπες φόραγε, ωραία μακριά ξανθά μαλλιά είχε ενώ εμείς προβάραμε το κούρεμα του κυρίου -Θεός σχωρεσ’ τον- Γεωργίου I. Μπούρα : σβέρκος και πλαϊνά νεκρή γη, τρεις πόντοι ζωντανοί μπρος ίσα για να μην αυτοκτονήσει η χτένα -και που να ‘ξερε τι την περίμενε χρόνια μετά-.

Το σκατό ερχόταν πάντα με πεντέξι αυλικούς του που μας πρόγκαγαν κάθε φορά που τρώγαμε χύμα μέχρι που έκλεινε στο τέλος ο λαιμός τους. Γιατί ο σκοπός του δεν ήταν να κερδίσει μόνο.Όχι! Ήταν να μας κάνει να πέσουμε στο χώμα εκλιπαρώντας τον να φύγει, να τσακιστεί να γυρίσει τρεις δρόμους παρακάτω στη γειτονιά του, να ντριπλάρει εκεί μπαϊλντισμένες από τη ζέστη γιαγιάδες, φρεσκοβρεμένες σκάλες, πατημένα μούρα, φρικαρισμένες γάτες, ντενεκέδες με καρπουζόφλουδες και κασόνια με γκαζόζες Εσπέρια μέχρι να πέσει λιπόθυμος, να τον μαζέψει ο Γιάννος ο Ντελής ή ο φριχτός Γαλόπουλος, να τον χώσουν μέσα σ’ ένα τσουβάλι και να μην ξανακούσουμε ποτέ ξανά γι αυτόν.

Χρόνια μετά μάθαμε πως αυτό που μας έκανε να υπομένουμε τα μαρτύρια και τον εξευτελισμό ήταν από τότε κατοχυρωμένο ως μαζοχισμός. Στα δεκατρία μας όμως, η μόνη γνωστή λέξη ήταν «εκδίκηση». Περιμέναμε καρτερικά τη μια και μόνη φορά που θα έφευγε με το κεφάλι κάτω, τα γόνατα να στάζουν αίμα, το ξανθό μαλλί γεμάτο ιδρώτα και χώμα, και γέλια, πολλά γέλια, μαχαίρι σκέτο πίσω απ την πλάτη του. Την περιμέναμε αυτή τη μέρα αλλά ποτέ δεν ήρθε.

Τη μέρα του μεγάλου τελικού, αυτός που έπρεπε να πιει το πικρό ποτήρι ήμουν εγώ. Ο Σωτηράκης, που συνήθως ήταν το θύμα του Ντεμέλο, το πετ του Μινώταυρου, είχε πάει εκείνο το απόγευμα να δει τη μάνα του στο νοσοκομείο, στη ρίζα του βουνού πάνω απ΄ την πόλη.

-«Ζήτησε να με δει ρε σεις», μας είπε σχεδόν ένοχα. «Δέκα μέρες είναι μέσα και δεν ήθελα να πάω αλλά τώρα με ζήτησε, δεν γίνεται να το αρχινήσουμε  μιαν ώρα αργότερα;»

Δεν γινόταν. Πριν νυχτώσει, ο χοντρός θα πήγαινε να δει Ξανθόπουλο στο Όσκαρ κι ο Ανεστάκος στις οκτώ θα έπρεπε να βοηθήσει τον μπαμπά του να φτιάξει πάγο για αύριο.

«Να πας», είπε εμφατικά ο εκλέκτορας. «Αν προλάβεις και γυρίσεις θα μπεις κι εσύ να βοηθήσεις αυτόν, αν στο μεταξύ δεν τον φωνάξει σπίτι η μάνα του».

Πληγώθηκα με το «αυτόν» αλλά έμεινα σιωπηλός. Με τέσσερα χαρτάκια ακόμη, Μπέλλη, Συμιγδαλά, Κεραμιδά και Βερόν, θα εξασφάλιζα πως δεν θα με ξαναξεφτέλιζε δημόσια.

Ο Σωτηράκης έφυγε.

Δεν είχε τελειώσει ο τρίτος κεφτές ακόμη όταν έφαγα την πρώτη τρίπλα. Ξαναγύρισε και μου ’ριξε και δεύτερη. Ο Θωμάς ο χοντρός άφρισε : «βλέπε τη μπάλα ρε, δώσε τον κεφτέ να τον κρατάω εγώ, πέντε γκολ θα φάμε μέχρι να τον τελειώσεις».

Κεφτέ ο χοντρός δεν θα βλεπε από μένα. Μου το ‘χε πει η μάνα μου : «και κοίτα μη τους κάνεις διανομή τους κεφτέδες, τα χάλια σου δες, κώλος δεν υπάρχει μέσα στο παντελόνι».

Σε ένα τέταρτο τρώγαμε πέντε. Δε λέω, θυμάμαι ακόμη και σήμερα πως στα τρία έφταιγα εγώ που έχασα ως και τη σκιά του Ντεμέλο αλλά το ψωμί μου το τέλειωσα μέχρι το τελευταίο ψίχουλο.

Εφτά η ώρα και τα κεφάλια βάραιναν. Για κάθε ένα που βάζαμε τρώγαμε τρία. Το ξανθό μαλλί εκεί, αγέρωχο στη θέση του, μετά από χρόνια είδα το ίδιο στην τηλεόραση να το φοράει κι ο Μπατιστούτα αλλά -το ορκίζομαι- θαρρώ πως Ντεμέλο δεν είδα άλλον, όσα χρόνια και να πέρασαν από τότε. Ίσως να φταίει το ότι τα πράγματα είναι αλλιώς στο γυαλί, ίσως ότι άλλη γεύση έχουν οι κεφτέδες μέσα στο γήπεδο, μπορεί να είναι και το ότι εκεί -στη χαράδρα που περνάγαμε για να φτάσουμε στην αλάνα που τσακίζαμε γόνατα και ανοίγαμε μύτες- πέσαν μπάζα και σηκώθηκε εδώ και χρόνια το σχολείο που φιλοξένησε στα σπλάχνα του τα παιδιά μου.

Ίσως όμως να ναι και η εικόνα του Σωτηράκη, που κατέβαινε απ΄ το νοσοκομείο σκασμένος στο κλάμα την ώρα που τα μαζεύαμε για επιστροφή στα σπίτια μας, στις αυλές μας, στη γειτονιά μας.

-«Τι έγινε ρε;» μας πρόλαβε ο εκλέκτορας, «τι κάνει η κυρία Μαίρη;»

-«Πάει η μαμά μου ρε σεις, πάει…»

Πέσαμε όλοι δέκα χιλιόμετρα βαθιά στη χαράδρα. Στην άβυσσο του ντερέ. Νιώθω πως μέχρι και σήμερα, σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε, πάτο δεν βρήκαμε.

Τι πάει να πει «πάει»;

Πού «πάει»;

Πώς «πάνε» δηλαδή οι μανάδες όταν είσαι δεκατρία;

Το χώμα από κάτω μας έγινε μέσα σε μια στιγμή αφιλόξενο, άγριο κι ανεπιθύμητο. Κουβέντα δεν ακούστηκε, ήθελα να πάω σε μια γωνιά να βγάλω από μέσα μου τους κιμάδες, ο Ανεστάκος ζωγράφιζε με το δάχτυλο κυκλάκια στο χώμα κι άφησε τον πάγο στο σπίτι να λιώνει, ο χοντρός κυνηγούσε με θολωμένο βλέμμα φανταστικά κουνούπια, ο Τάσος -ο εκλέκτορας- πήγε να μαζέψει τη μπάλα με βήματα που φαινόταν ατέλειωτα κι ο Ντεμέλο βρισκόταν ήδη τρεις γειτονιές πιο κάτω. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν, ποτέ δεν θα γινόταν ένας από «μας».

Αλλά κανείς μας δε μίλησε.

Κανείς.

Εκτός απ το Σωτηράκη την ώρα που σκούπιζε τα μάτια του.

 

-«Τι έγινε ρε σεις; τι κάναμε σήμερα;»

 

 

 

 

 

* μια 101% πραγματική & αντρική ιστορία , με όλη μου την αγάπη στους αιώνιους κυπελλούχους Σωτηράκη, Χοντρό, Τάσο, Ανεστάκο, Τσικολή, Σπίθα, στον μικρό μου αδερφό που έμαθε -τόσα χρόνια αργότερα- πού επενδύθηκαν τα χαρτάκια του. Στον Δημήτρη τον «γρανίτη» που πρόλαβε και μας την έκανε ο μπαγάσας νωρίς και στον άλλον τον Δημήτρη που βιάστηκε κι αυτός να του κάνει παρέα λίγους μήνες μετά…

 

(παλιό, ξεσκονισμένο ένεκα των footballdays σήμερα)

 

ο χιτώνας

 

 

31131037 (1)

 

 

Κάποιος πρέπει -επιτέλους- να γράψει έναν ύμνο για κείνες τις γυναίκες που αντικρίζουν αποκαρδιωμένες το σώμα τους, ντυμένο ή γυμνό, στον καθρέφτη. Στο μπάνιο, στην κρεβατοκάμαρα, στο είδωλο που επιστρέφει μια φλύαρη και κακότροπη βιτρίνα στο δρόμο, μέσα σ’ ένα δοκιμαστήριο γεμάτο με πόνο, ρουφήγματα, θυμό και ενίοτε δάκρυα. Για κείνες τις γυναίκες που γυρίζοντας στο σπίτι πασχίζουν να πετάξουν από πάνω τους ένα ρούχο που μπήκε με χίλια ζόρια και βάσανα -ένα ρούχο που πέρυσι το καλοκαίρι ήδη στέναζε απ’ το στριμωξίδι με τις κούρμπες τους- και δε λέει να βγει όταν κολλεγιάσει με τον ιδρώτα. Για κείνες τις γυναίκες που πάψαν πια να ψάχνουν ατέλειες πάνω τους, αφού μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, χάσαν για πάντα το λογαριασμό. Για κείνες τις γυναίκες που αρπάζουν το ψαλίδι και κομματιάζουν με λύσσα το ύφασμα που αρνείται να ξεκολλήσει απ΄ το δέρμα τους, εξοφλώντας μια και καλή τα χρέη τους με τα αρχαία πανιά που αγοράστηκαν -κάποτε- με περισσή λαχτάρα. Για κείνες τις γυναίκες που ύστερα στέκουν απέναντι απ’ τον καθρέφτη θριαμβεύτριες μέσα στην ήττα τους, με τα κουρέλια του μολυσμένου από απελπισία χιτώνα μισά πάνω τους, μισά στο πάτωμα, μούσκεμα στον ιδρώτα, στο λαιμό, στο στήθος, στις μασχάλες, ανάμεσα στα μπούτια, σε κάθε πόρο στα μαλλιά. Για κείνες τις γυναίκες που μπαίνουν μετά στο μπάνιο, ρίχνοντας μανιασμένα νερό σε κάθε γωνιά του κορμιού τους, θαρρείς κι αυτό είναι ικανό να λιώσει την παραπανίσια, παρείσακτη σάρκα και να τη στείλει στο σιφόνι κι από κει στη λήθη.

 

Κάποιος επιτέλους πρέπει να γράψει έναν Ύμνο γι’ αυτή τη γυναίκα. Με τα χέρια του, μα δίχως χαρτί, δίχως στυλό, χωρίς πληκτρολόγιο. Με τα χέρια και τα δάχτυλά του. Kαι μετά να φωνάξει στόμα, γλώσσα, το είναι του ολόκληρο, να την αποθεώσουν κι αυτά μαζί.

 

 

 

(ο Πάνος Θεοδωρίδης -που δεν είναι απλά “κάποιος”- είναι εκτός  υμνητικού συναγωνισμού)

στην λίμνη των κύκνων σε μια μακρινή πόλη που δεν έμαθα ακόμη να προφέρω το όνομά της

31112542

 

Διαβάζω αμήχανα τα ονόματα αυτών που θα ορκιστούν, επιχειρώ μουδιασμένος συμβολισμούς ψάχνοντας τσιγάρο, ούτε καν να θυμώσω μπορώ, είναι η πρώτη μέρα μετά από πέντε εβδομάδες που αναζητώ αλκοόλ αλλά νιώθω αρκετά κουρασμένος για να αναμετρηθώ με ανοιχτήρι και δύστροπους φελλούς. Το τριήμερο πέρασε με πηγαινέλα στον θάλαμο 9, ένα περιποιημένο τετράκλινο -που αδυνατεί όμως να κρύψει τα χρονάκια του- με θέα τον κάμπο και την βροχή που δε λέει να εγκαταλείψει αυτό τον τόπο. Θαρρείς και πασχίζει να ξεπλύνει τη βρωμιά που ξεχύνεται ακόμη κι από κει που δεν μπορεί να τρυπώσει ανθρώπου νους.

Τηλέφωνο, ο φίλος μου, από κείνη την πόλη που πεισματικά επιμένω να μη μάθω να προφέρω. Γιατί αν μάθω σημαίνει ότι συνθηκολόγησα, θα μου πεις τι είναι μια ήττα ακόμη μπροστά σε τέτοιο θαυμαστό παλμαρέ συντριβών, μα το θέμα -σκέφτομαι- είναι να αντέξεις τα νοκ ντάουν τάχα μου όρθιος. Για να σπάσεις τα νεύρα αυτού που περιμένει να σε δει ένα με το χώμα. Να μη του δώσεις τη λυσσαλέα χαρά να αντικρίσει το μάγουλό σου κολλημένο στο πάτωμα.

Μου λέει πολλά. Δεν τολμάω να τον ρωτήσω πότε θα βρεθούμε. Τον πρώτο καιρό ευχόμουν να γίνει κάτι, δεν ξέρω τι, ίσως κάτι σαν θαύμα και να επιστρέψει. Τώρα δαγκώνω χείλια, γλώσσα, μυαλό, μην τυχόν κι μου ξεφύγει κανένα «πότε έρχεσαι;». Το μόνο που κάνω πλέον είναι να ρωτάω τους άλλους τρεις «πότε φεύγετε;».

Δεν υπάρχουν μεγάλα σπίτια με λογικές τιμές εδώ πέρα, μου λέει αγχωμένος, όσο συνεχίζω να σκέφτομαι τα ονόματα αυτών που θα ορκιστούν και θέλω να του απαντήσω «κάθε τιμή λογική είναι, αρκεί να μείνεις για πάντα εκεί» αλλά σιωπώ, απαντώντας με κείνο το χλιαρό συγκαταβατικό «μην απογοητεύεσαι, κάτι θα βρεθεί να σας βολέψει».

Αντί καληνύχτας, μου ΄χει μια ιστορία..

Έχει αφύσικη ζέστη εδώ και βδομάδες, χτες και σήμερα δείχνει 32 το θερμόμετρο, είπα να τολμήσω μια βουτιά στη λίμνη κι ας τις σιχαίνομαι και τις φοβάμαι τις λίμνες, νομίζω ότι είναι τρύπες γεμάτες με νερόφιδα, βδέλλες, τέρατα, γλίτσα, εξαφανισμένα πτώματα και νερό. Καλά ήταν όμως. Ζεστή, καθαρή, γεμάτη κόσμο, βρήκα μια σχετικά ήσυχη γωνιά και πλατσούριζα, γύρισα ανάσκελα και φόρτιζα, έφτασα στο 70%, ετοιμάστηκα να βγω έξω. Άκουσα έναν θόρυβο μισό μέτρο πίσω μου, ταράχτηκα. Ρε συ, δεν θα το πιστέψεις. Ήταν μια οικογένεια κύκνων που πέρασαν πλάι μου ο ένας πίσω απ΄ τον άλλον, έξη ήτανε, τόσο κιμπαρλίκι, τόση ομορφιά πια, μα τόση ομορφιά!

Μια οικογένεια κύκνων. Όχι φίλοι, κολλητάρια, συγγενείς, ξαδέρφια. Οικογένεια. Αυτή τη λέξη διάλεξε ο φίλος μου, τίποτε λιγότερο.

 

Εκεί που είστε να μαζευτείτε όλη η οικογένεια και να μείνετε κι ας ματώνει, ακόμη, το τραύμα. Τρόπος θα βρεθεί να επουλωθεί. Εδώ ως και η μικρότερη πληγή θα κακοφορμίσει.

 

ριχτάρια

 

0

 

Όσην ώρα εκείνος ετοίμαζε συνεπαρμένος καινούριες αφηγήσεις για το αύριο -ή απλά μαστόρευε τις χτεσινές, που έχασκαν ετοιμόρροπες- τον κοίταζε αδιαφορώντας για τα μεγάλα του σχέδια ν’ αλλάξει (για μια φορά, ακόμη) τον κόσμο.

Έφτιαξε ένα τσιγάρο, με το τελευταίο χαρτάκι που βρήκε, και το ‘κανε να ριγήσει με το πηγαινέλα πάνω στο στήθος της. Το παθαίνουν και τα τσιγάρα κάποιες φορές αυτό. Ειδικά εκείνα τα στριφτά, που πρώτα περνάνε από στόμα, γλώσσα και χείλια πρόθυμα, πλημμυρισμένα από άγιο σάλιο. Θα ΄ταν δεν θα ΄ταν δυο λεπτά μετά, όταν φάνηκε καπνός. Πόσο παραπάνω ν’ αντέξει;

 

Σε πέντε λεπτά μόνο η στάχτη της είχε μείνει στον καναπέ.

 

Εκείνος έβαλε μια άνω τελεία στην Μεγάλη Αφήγηση, έβγαλε τα γυαλιά του και σηκώθηκε ατάραχος να μαζέψει τα αποκαΐδια. Μετά άνοιξε τα παράθυρα, να μπει φρέσκος αέρας. Έριξε μια ματιά κάτω στο δρόμο. Νέκρα. Όλα κλειστά. Αύριο, μεθαύριο, θα ‘βγαινε να διαλέξει καινούρια ριχτάρια.

 

 

νύχτες skype

 

 

alien-egg

 

 

Ο φίλος μου ξυπνάει και κοιμάται σε μια πόλη στη Γερμανία που ακόμη ζορίζομαι να μάθω πώς προφέρεται. Ξυπνάει μόνος, φεύγει πέντε λεπτά -με το ποδήλατο- μακριά και καταγίνεται με χαρτιά, μελάνια και μηχανές που κάνουν θόρυβο ως αργά το απόγευμα, πηγαίνει στο μάρκετ για γάλατα, λαχανικά, μπίρες και κωλόχαρτα, επιστρέφει σπίτι και ανοίγει το skype. Του το υποσχέθηκα δέκα φορές, μπορεί και είκοσι, μα δεν μιλάμε στο skype. Θα έπρεπε να το ΄χω φτιάξει αλλά επίτηδες το αφήνω ρημάδι. Έχω έτοιμο το βιβλιαράκι και το φάκελο με τη διεύθυνσή του, μέρες τώρα. Δεν το έστειλα, δεν ξέρω τι να του γράψω, όλο φτάνει η μύτη απ’ το στυλό λίγα χιλιοστά απ’ το χαρτί κι όλο μετανιώνω. Ξέρω τι να του γράψω δηλαδή μα δεν θέλω να τον ματώσω κι άλλο. Μετά που θα φάνε όλη η οικογένεια μαζί στο skype κι εκείνος θα μαζέψει το πιάτο του και θα το αφήσει στο νεροχύτη, ανοίγει την τηλεόραση μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Που και που ανοίγει και κανένα βιβλίο, το αφήνει όμως στην δέκατη σελίδα γιατί ως εκεί ήδη βρήκε τρακόσες λέξεις που τον στέλνουν πίσω στο σπίτι του. Εδώ. Εκεί δεν είναι το σπίτι του. Ένα κουκούλι με λίγα τετραγωνικά είναι, που πασχίζει να τον κάνει alien.

 

Ο φίλος μου δεν θα γίνει ποτέ alien.

 

< >

βαμπίρ

 

 

30980759

 

 

Τις αλλαγές στο σώμα σου τις βλέπεις σιγά σιγά, έρχονται τόσο διακριτικά -πες το και ύπουλα- που δεν παίρνεις χαμπάρι για πότε στρογγυλοκάθονται και δεν το κουνάνε ρούπι ακόμη κι όταν το πάρτι με τα ξενύχτια, τα μαρτίνι και τα ανέστια φιλιά σχολάσει. Έρχονται χωρίς δώρα, ούτε ένα μπουκάλι, ένα κουτί κεράσματα, ένα βιβλίο, ένα δισκάκι, τίποτε, με άδεια χέρια εμφανίζονται, με άδεια κάθονται σε μια γωνιά και σε κοιτάζουν λίγο περιπαιχτικά, λίγο ειρωνικά, απ’ την κορφή ως τα νύχια. Τα μόνα, φυσικά, που αργούν να υποταχθούν στην τραγική γοητεία αυτής της ματιάς. Τα μόνα που συνεχίζουν να μεγαλώνουν πάνω σου, ακόμη κι όταν όλα τ’ άλλα ζαρώνουν, συρρικνώνονται και αποδημούν, σε πείσμα της φθοράς.

 

Τα καλοκαίρια είναι πιο σκληρά μαζί σου, κομμένες οι πολλές τρυφερότητες και τα foreplay. Οι μέρες αρχίζουν νωρίς και νωρίς τελειώνουν, είσαι πια πολύ μαλθακός για να μπεις βαθιά μέσα τους. “Οι νύχτες είναι αγνώριστες”, έτσι λες κι ανακουφίζεσαι μια στάλα. Μα αν βγεις κάποια στιγμή μαζί τους, τι κι αν τις  κοιτάς στα μάτια απορημένος σα να λες «αποκλείεται να είσαι συ», αυτές είναι κι ας πονάει, οι ίδιες κι απαράλλαχτες όπως πάντα, εσύ δεν είσαι. Οι νύχτες δεν αλλάζουν. Τα ‘χουν πει και αληθινοί ποιητές, όχι αυτοί του πληκτρολόγιου και των καλοδουλεμένων λέξεων, τα ΄χουν πει και βάρδοι και πουτάνες και τραγουδιάρες και βαμπίρια, ξέρουν καλύτερα αυτοί. Εκεί μέσα μεγαλώνουν αυτές οι ράτσες, απ’ αυτή την ατέλειωτη σάρκα τρώνε, εκεί επιστρέφουν αν τύχει και λοξοδρομήσουν στο χλιαρό ημίφως.

 

Από μια μέρα και μετά τα αγαπάς τα βράδια γιατί κρύβουν, συνωμοτικά θαρρείς, τη φθορά στο σώμα. Τα αγαπάς κι ας λύσατε συναινετικά τη συμβίωση λόγω ανικανοποίητου αμφοτέρων των πλευρών. Που και που, όλο και πιο αραιά, βγαίνεις και τα ποτίζεις αλκοόλ και βλέμματα. Ένα, δυο, σπάνια τρία. Όλα με ρέγουλα. Δεν σου δώσαν την επιμέλεια απ’ τις νύχτες σου, όσο κι αν το πάλεψες δεν έπεισες κανέναν ένορκο ή δικαστή. Αλλά στέκεσαι κάθε Παρασκευή, κάθε δεύτερο Σάββατο στην εξώπορτά τους, φρεσκοπλυμένος και ντυμένος ζωντανός, περιμένοντας να πέσει το φως μπας και συναντηθείτε. Κι αποφασισμένος πως αν δεν βγουν οι νύχτες μαζί σου θα βγεις μόνος. Ακόμη κι αν δεν σε βλέπει κανείς, ποτέ, πουθενά. Θα βγεις όμως. Το μυαλό παλεύει, ακόμη.

 

Από γινάτι.

 

 

 

δυο εισιτήρια

 

polaroids_1c

 

 

Μια που την είδε, μπαίνοντας μάλλον τυχαία στο θάλαμο προχτές, μου είπε πως μόνο ένα ζευγάρι μάτια έχει απομείνει. Δυο μάτια απιθωμένα σ’ ένα μαξιλάρι, ξαπλωμένα πάνω στο στρώμα, κάτω απ΄ τα φθαρμένα σεντόνια, σε ένα δημόσιο δίκλινο. Κι ένα μυαλό που τους βλέπει όλους γύρω της μα ξεκίνησε ήδη για αλλού, χαζά δεν είναι τα μυαλά των ανθρώπων όταν νιώθουν πως κάποιος αόρατος τους έβαλε το εισιτήριο στο κοκαλιασμένο χέρι. Το άλλο της το κρατάνε, με τη σειρά. Και τρίβουν με τους αντίχειρές τους το χάρτινο δέρμα της. Που όλο και κρυώνει, όπως η άμμος στην έρημο τα βράδια. Μέχρι να μην ξημερώσει κάποια στιγμή, που μπορεί και να ‘ναι μέρα μεσημέρι, όταν ο κόσμος έξω βράζει από ζωή και γέλια και σχέδια και φιλιά και απογοητεύσεις και αναποδιές και ακυρώσεις κι απ΄ όλα. Όρθιος όμως, στο δρόμο.

Εκεί έμαθα τα νέα, στο δρόμο. Όταν γύρισα σπίτι άνοιξα το ρημάδι και έκλεισα επιτέλους εκείνα τα δυο εισιτήρια. Που τα ανέβαλα κάθε χρόνο, με δικαιολογίες φτηνές, εμπόδια ανύπαρκτα, οχυρωμένος πίσω από αλλά, από δεν, από όμως. Ποτέ δεν θα περισσέψουνε λεφτά, μα ούτε και χρόνο μπορούμε να αφήσουμε καβάντζα. Φεύγουμε, τώρα που έχουμε και τα δυο χέρια ελεύθερα, ατρύπητα, σάρκινα, ζεστά. Αυτά τα σαχλά carpe diem δηλαδή που γεννήθηκαν για να σέρνονται ξοπίσω σου -όσο εσύ δεν τρέχεις στο κατόπι τους- και να σου βγάζουν περιπαιχτικά γλώσσα αφού δεν τους δίνεις σημασία, δεν καταδέχεσαι να χαρίζεις μια ματιά στα “δεδομένα”, στα καθημερινά μικρά.

Δύσκολα τα φευγιά, τα οριστικά αντίο. Σ’ αυτό τον τόπο, και παντού, οι αποχαιρετισμοί είναι που κυβερνάνε. Τα «για πάντα μαζί» δεν κυβέρνησαν κι ούτε θα τα καταφέρουν. Ποτέ. Εσύ έχεις δίκιο μωρό μου, όχι εγώ. Φεύγουμε.

 

 

 

στο σταυροδρόμι

1

 

Ακούω σαρανταπεντάρια κυλικείου ΣΕΚ. Κάτω απ΄το πλατάνι, πέντε μέτρα μακριά απ’ τον σταθμάρχη. Πριν δυο λεπτά έδιωξε την υπερταχεία των οκτώ. Δεν νύχτωσε ακόμη. Αλλά μέτραγα ήδη νυσταγμένα κεφάλια πίσω απ΄τα τζάμια, γερμένα πάνω στις καφέ κουρτίνες, τις ποτισμένες Παλλάς και Έθνος φίλτρο κασσετίνα. Θα πιάσει Θεσσαλονίκη περασμένες μια, ο καθιστός ύπνος τους θα διακόπτεται από βόλτες για άδειασμα στην τουαλέτα και σταθμούς με λιγδιάρικα φώτα και παράξενα ονόματα, Παρανέστι, Ροδόπολη, Δοϊράνη.

Παραγγέλνουμε φιξ κι άλλες φιξ και μετά ακόμη λίγες. Ανάμεσα στα άδεια μπουκάλια τσιμπολογάμε κεφτεδάκια, πατάτες και κρεμμύδια απ’ τη σαλάτα. Αυτή τα κάνει στην άκρη, εξεπίτηδες. Για να μη μ’ αφήσει να τη φιλήσω μετά. Ψευτοναζιάρικο «μυρίζεις», σεταρισμένο με τάχα μου τσαχπίνικο σμπρώξιμο. «Γαμιέσαι». Υπόκωφα, από μέσα μου. Έπρεπε να πιω δυο φιξ ακόμη και να αφήσω αυτές να μιλήσουν μαζί της στα ίσα, τι είχανε τι χάσανε.

Jukebox is on fire. Πάτησα Α3, μετά G10, D1, G2, τέλειωσαν τα κέρματα, γιατί δεν ήρθες τότε, την ώρα που πονούσα, πονάει η κύστη μου απ’ τις μπίρες. Δεν είμαι γω αυτός, ασπρόμαυρη ταινία βλέπω, γιατί λοιπόν μ’ αφήνεις, γιατί, γιατί μ΄εγκαταλείπεις. Δεν έπρεπε να φάω τόσο κρεμμύδι. Άμα μπλέκεις την ανάσα σου με λαϊκά κορίτσια που μυρίζουν σαπούνι, με μαλλί σαν της Ρίας, χάνεις το μπούσουλα και τον ειρμό απ΄τις σκοτεινές σκέψεις σου. Αγγίζω το γόνατό της, δεν έφαγα με τα χέρια το κρεμμύδι κι όμως το πιάνει πριν σκαρφαλώσει βορειότερα και το επιστρέφει στη θέση του. Αυτό το τιμάρεμα θα την φάει στο τέλος την καργιόλα, όλα στη θέση τους. Όλα εκτός από ένα. Με το νου μου μπαϊράμι κάνω. Ι’m on fire.

 

Στο σταυροδρόμι, στο σταυροδρόμι
εκεί που ‘πες «θα μπω»
εκεί άλλαξες γνώμη

 

Κακώς άφησα να φύγει χωρίς εμένα εκείνο το τρένο. Στις μιάμιση, βαριά δυο θα έκοβα βόλτες στη Μοναστηρίου. Εκεί δεν τις νοιάζει για τις γλώσσες που δεν έχουν γεύση κολγκέιτ με γκαρντόλ.

 

καλοκαίρια προσφοράς

 

02 - aglio olio e peperoncino

 

 

 

Έριξε τα μακαρόνια στην κατσαρόλα. Ήπιε  μια γουλιά απ’ το κρασί δίπλα, έκανε έναν μορφασμό, πρόλαβε και «άρπαξε» τρεις μέρες ανοιχτό. Δεν ήταν κι απ΄τα ακριβά των οκτώ και των δέκα ευρώ, κομμάτια να γίνει. Άνοιξε το ψυγείο, ήταν ξαπλωμένη μια Σαντορίνη στο υπόγειο, τη λυπήθηκε μονάχη, το σκέφτηκε, λαχτάρησε, τον ρώτησε

-Να ανοίξω ένα κρασί; θα πιεις κι εσύ;

Χωμένος στο τάμπλετ, χαμένος στα e-tickets και στα e-bookings και στα e-summers.

Tι είπες;

-Κρασί λέω, θα πιεις;

-Mπα, εσύ θα πιεις;

-Έτσι λέω

Έπαιξε τη σκηνή στο reverse, τον ρώτησε, το λαχτάρησε, το ξανασκέφτηκε, το λυπήθηκε, έμεινε κλειστή η Σαντορίνη. Άστο για αύριο που θα ‘ρθει και η κουμπάρα, σκέφτηκε, μόνη δεν πίνω. Ξανάβαλε δυο γουλιές απ΄ το αρπαγμένο.

-Θέλεις κόκκινη σάλτσα ή να τα κάνω με τσίλι και σκόρδο;

………

Της απάντησε σε πέντε λεπτά, όταν εκείνη ήδη είχε ψιλοκόψει τα κόκκινα πιπεράκια και το σκόρδο.

-Σου είπαν τα παιδιά πού θα πάνε φέτος;

-Όχι. Είπαν σε σένα;

-Κάπου θα πάνε, φαντάζομαι

-Καλά φαντάζεσαι

Εκείνος ξαναβούτηξε στα e- . Eκείνη ετοίμασε το λάδι. Αν μπορούσε να το ζεματίσει και να τον λούσει μ’ αυτό, θα το ‘κανε με ανακούφιση. Αλλά θα γινόταν χάλια πατώματα, καναπέδες και χαλιά, προτίμησε λοιπόν να το στείλει στα μακαρόνια. Μοσχοβόλησε το σπίτι.

-Τι φτιάχνεις;

Mην ενοχλείσαι, θα στρώσω σε δέκα λεπτά

-Καλά. Θες βοήθεια;

Eντάξει είμαι, κάνε δουλειά σου

Έστρωσε στο μπαλκόνι. Ήσυχη νύχτα. Όχι γιατί ήταν άδεια τα μπαλκόνια τριγύρω, ίσα ίσα, ζήτημα να αδειάζαν για πέντε, έξη βραδιές όλο το καλοκαίρι. Αλλά γιατί οι άνθρωποι μιλούσαν όλο και πιο χαμηλόφωνα. Όσο τους έσφιγγαν τα ζόρια, τόσο ρίχναν τα ντεσιμπέλ της φωνής τους. Θαρρείς και ήταν ένοχοι που ζούσαν ακόμη μέσα σε σπίτια, πάνω σε μπαλκόνια, που βγάζαν τρία πιάτα και δυο ποτήρια πάνω στα τραπέζια. Χυδαίο δείγμα ευζωίας τα καθαρά τραπεζομάντηλα. Η ζωή τους η ίδια, μια πρόκληση. Και το cd που έβαλε να παίζει, ένα του Wes Montgomery που βρήκε πρώτο, πρόκληση κι αυτό.

Το πιάτο μπροστά του έμεινε ανέγγιχτο, ώρα πολλή. Σκάλιζε με το πηρούνι τα κόκκινα και τα έβγαζε στην άκρη, μετά τα ξανάβαζε μέσα, μετά φτου κι απ΄την αρχή, μια πηρουνιά κατόρθωσε να φτάσει στο στόμα του, σπουδαίο κατόρθωμα.

-Δεν τρως, δεν μιλάς, μου πήρες ήδη τρία τσιγάρα, σε πιάσαν ξανά τα ψυχολογικά σου

-Γιατί, μ’ άφησαν ποτέ; Δεν θυμάσαι πέρυσι το καλοκαίρι τις δυο νύχτες που καταφέραμε να φύγουμε; και τις τρεις πρόπερσι; να μου το θυμηθείς, όπου και να φύγουμε φέτος, αν φύγουμε, μια νύχτα, δυο, τρεις, πρώτα πρώτα θα τρέξουν να παλουκωθούν στη βαλίτσα, μη χάσουν τα μαλακισμένα.

-Κάνε κάτι, τα σέρνεις μαζί και υποφέρω κι εγώ, υποφέρεις κι εσύ. Δεν πάει άλλο.

-Μια φορά τα κλείδωσα πίσω φεύγοντας, το ξεχνάς; εκείνη τη χρονιά στη Σύρο. Δέκα μέρες, πόσες ήταν, δεν θυμάμαι. Κι όταν γυρίσαμε και ξεκλειδώσαμε, ρημαδιό όλα τα βρήκα. Τρεις μήνες έκανα να βρω τι είναι πού μέσα στο σπίτι. Ακόμη κι εσύ χαμένη ήσουν, αγνώριστη, άλλη στο νησί, μια ξένη εδώ, μια άγνωστη.

-Ανάποδα τα είπες, εδώ μέσα ποτέ δεν είμαι μια ξένη, συγγενής κατάντησα, τι ξένη μου τσαμπουνάς, μακάρι να ήμουν ξένη κι άγνωστη, μια ματιά θα την έριχνες πάνω μου

Δεν είναι σίγουρο πως την άκουσε. Γιατί δεν είναι σίγουρο ότι κι εκείνη μίλησε. Από κάπου παραδίπλα ξεχύθηκε μια άσχημη τηγανίλα, σαν να ρίξαν σε βρωμόλαδο σαφρίδια δυο ημερών, φτηνά αφρόψαρα προσφοράς. Το μυαλό του βολόδερνε, ξάφνου θυμήθηκε ότι παλιά πουλάγαν ντομάτες για σαλάτα, πουλάγαν και τις ζουληγμένες -εκείνες που χύναν στους πάγκους τα ζουμιά τους- για φαγητό, τίποτε δεν πήγαινε χαμένο. Ξανά τα ίδια σήμερα. Μόνο που τώρα ζουλάνε ανθρώπους, κι ο,τι ζουμί βγάλουν, για όσο βγάλουν. Μόνο που τότε είχε τεφτέρια, σήμερα δεν έχει βερεσέδες. Ελεημοσύνες έχει μόνο κι ας τις βαφτίζουν καλάθια με «προσφορές για τους συνανθρώπους μας» στα μεγαλομπακάλικα, ελεημοσύνες είναι δίχως απλωμένα χέρια απέναντί σου. Για να μη νιώθουν άβολα και τα χέρια κι εσύ. Για μια στιγμή σκέφτηκε οτι τους χτυπάνε την πόρτα, ανοίγουν και βρίσκουν δυο σακούλες με αλεύρια, κριθαράκι, πελτέ, καρολίνες, ζάχαρη, πτι μπερ, μια κομπόστα ροδάκινο κι ένα βάζο ελιές, πάνω στο πατάκι στην είσοδο. Για να ξεγελάσουν τα άδεια ντουλάπια και το ερημωμένο ψυγείο τους. Ανατρίχιασε..

-Θα πιούμε κάτι; τη ρώτησε, νομίζω έβαλα ένα λευκό μέσα προχτές

Σηκώθηκε και πήγε να το φέρει. Ευτυχώς δεν ήταν εκεί να δει τα μάτια της. Ευτυχώς δεν ήταν πλάι του να δει το βλέμμα του. Ψέμμα, μεγάλο ψέμμα. Χαζά κλισέ, στα μάτια έτσι κι αλλιώς δεν κοιταζόντουσαν από καιρό, λόγω φόβου. Όσο να ‘ναι μιαν αλήθεια θα τη δεις κάποια στιγμή εκεί μέσα.

Την ώρα που εκείνη άναβε το έβδομο τσιγάρο, κάπου τριγύρω άλλο ένα κοπάδι από μπαγιάτικα ασπροσάφριδα βούταγε μέσα σε χτεσινά λάδια…

 

 

Thanksgiving Day

30858847

 

 

 Για τους παρόντες αλλά και τους απόντες  της χτεσινής βραδιάς

 

#

 

Το να είσαι αμήχανος απέναντι σε βλέμματα ανθρώπων που ήρθαν να συναντήσουν εσένα και τις λέξεις σου-ή το αντίστροφο- έχει μια λογική. Μα το να είσαι το ίδιο (ή και περισσότερο) αμήχανος σαν απών, την ξεπερνάει. Για να γραφτούν -λοιπόν- λίγες γραμμές που ως είθισται διαβάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις, χρειάστηκαν πάρα πολλές ώρες. Και μόλις ένα λεπτό για να σβηστούν όλες και να ξαναγραφτούν απ’ την αρχή δέκα αράδες, που νομίζω ότι φτάνουν και περισσεύουν.

Το εορτολόγιο σήμερα δείχνει τη Μέρα των δικών μου Ευχαριστιών. Δεν έχει χώρο για άλλο τι.

Ευχαριστώ κάθε έναν ξεχωριστά που βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το χώρο, δίνοντας ένα κομμάτι του λιγοστού χρόνου του σε έναν άγνωστο, που για -επίσης- άγνωστους κι αδιευκρίνιστους λόγους έγραψε κάτι που κάποια στιγμή εξαργυρώθηκε απ’ αυτόν που το διάβασε σαν μη κάλπικο. Το ευχαριστώ γίνεται διπλό, ενωμένο μαζί με τη μεγάλη συγγνώμη μου που δεν κατάφερα να διακτινιστώ, έστω για δευτερόλεπτα.

Ευχαριστώ κάθε έναν ξεχωριστά από αυτούς που δίνοντας επίσης υστέρημα χρόνου, μου κάνουν την αληθινά μεγάλη τιμή να πουν δυο λόγια για έναν άγνωστό τους:  ευχαριστώ τον Χρήστο Νάτση, με τον οποίο μοιράζομαι κρυφά αμαρτωλές πολυτονικές σκέψεις με γενναιόδωρες καμπύλες, χωρίς τις οποίες η μονοτονική καθημερινότητά μας θα ήταν αφόρητα πληκτική. Ευχαριστώ τον Πάνο Θεοδωρίδη, με τον οποίο αντάμωσα την εποχή της «Δεξιάς ερωμένης» (κοντά δεκαπέντε χρόνια πριν) και έκτοτε προσπαθώ φιλότιμα -με αίμα, δάκρυα και ιδρώτα- να τον μεταφράσω, έργο πολλές φορές επίπονο αλλά και καθαρή, αμόλυντη πρόκληση για τα εγκεφαλικά μου κύτταρα.

Ευχαριστώ τον (ελέω μάχης εκλογών απόντα) Νίκο Ξυδάκη. Ερήμην του με στοίχειωσε με κείνο το «κουβαλώντας τη λύσσα της βουβής επαρχίας», που νόμιζα ότι το ‘γραψε μόνο για μένα και με έστειλε επί χρόνια να γράφω ψάχνοντας αντιλυσσικό, ίσως το βρήκα με τις σελίδες αυτές, ίσως όχι.

Τέλος πολυευχαριστώ τον αρχηγό της φυλής των ψυχικά χουβαρντάδικων ανθρώπων Βάσο Γεώργα, που θέλησε να περιμαζέψει ένα τσούρμο αδέσποτες ιστορίες προσφέροντάς τους ένα σπίτι κι ένα πιάτο φαγητό, ενώ αυτές επέμεναν πως γεννήθηκαν για να ζουν αδέσποτες. Ένας απ τους δυο μας θα ‘χει δίκιο, στο τέλος.

Το γιατί γράφουμε, ποιοί και πόσοι -στ΄ αλήθεια- είμαστε όταν σκαρώνουμε ιστορίες, τι επιδιώκουμε, από τι ξοπίσω τρέχουμε, τι μας κυνηγάει, τι μας τρώει τα σωθικά χειρότερα απ΄τον Γκίλμπερτ Γκρέιπ, τι σημαίνει ο καλός λόγος των άλλων για τις λέξεις μας, τι είδωλο μας επιστρέφει ο καθρέφτης αυτών των λέξεων, τι μουσικές ή σιωπές μας περικυκλώνουν όσο παλεύουμε με τα πλήκτρα, αν είμαστε λεξοφετιχιστές ή απλά ψάχνουμε το επιούσιον χόλι γκράαλ (γιατί όσα και να βρούμε πάλι γνήσια θα είναι), όλα αυτά -κι άλλα τόσα- είναι ερωτήματα γεννημένα για να μείνουν εσαεί αναπάντητα. Αυτή η καλή αιώνια πείνα, αυτό το give me the words είναι που μας σώζει τελικά. Eίτε γράφουμε, είτε διαβάζουμε.

Σας ευχαριστώ πολύ, έναν προς έναν.

 

 

μούζικα

#

οινοπνευματί για τον πόνο των άλλων

 

30792771.ast

 

 

 

Δεκατρία ευρώ τα δυο μακώ μπλουζάκια, ένα άσπρο κι ένα οινοπνευματί, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να με πείσω ότι θα ΄ρθει καλοκαίρι. Κάθε χρόνος που περνάει τα πράγματα δυσκολεύουν, ανεβαίνω μισό νούμερο εγώ, κατεβαίνει μισό νούμερο το μέγεθός τους, το περυσινό L είναι απλά ένα λίγο ξεχειλωμένο M φέτος. Στις κρεμάστρες ορδές τα S και τα XS. Δεν μπαίνει ανθρώπινη ράτσα σ’ αυτά, άρα μας στέλνουν μηνύματα οι ζάρες και οι ειτσεντέμ, «θα πεινάσετε». Πληρώνω και μετανιώνω, απ΄το παζάρι θα έπαιρνα τρία στο δεκάρικο. Αλλά, σκέφτομαι, δεν θα ‘χε οινοπνευματί. Εκείνο που εκτός απ’ τα γδαρσίματα στο πετσί σου, απολυμαίνει και τον πόνο στα μάτια των άλλων.

Κάποτε αυτά τα χρωματιστά πανιά ταξιδεύαν. Είτε κατάσαρκα, είτε μέσα σε σακ βουαγιάζ (στην αρχή) και βαλίτσες, αργότερα. Τότε τα ράβαν εδώ τριγύρω -άντε μέχρι Τουρκίες και Βουλγαρίες- και το βάζαν στόχο ζωής να φύγουν όσο γίνεται μακρύτερα πριν πεθάνουν ατιμωτικά σαν ξεσκονόπανα. Το καταφέραν, τα περισσότερα. Και θάλασσες μακρινές είδαν και νησιά με φως κιμπάρικο και αεροδρόμια και μεγάλες πλατείες και στενάκια με παράξενα ονόματα, καταφέραν και τρυπώσαν και τριφτήκαν ανάμεσα σε χορταστικές αγκαλιές των αφεντικών τους, πετάχτηκαν σε καρέκλες, πατώματα και αμμουδιές, κάμποσες φορές πέσαν για ύπνο μαζί μου και ξυπνήσαμε κι οι δυο ωραία γουμίδια, μερικές φορές βραχήκαμε παρέα και στεγνώσαμε μαζί, δεν κακοπέρασαν πάντως. Ζήσαν, μυρίσαν, είδαν, ευτυχώς τις ιστορίες τους τις πήραν μαζί φεύγοντας. Ευτυχώς.

Τώρα πια τα περισσότερα τα ράβουν σε κάτι γκρεμούλια δεκαώροφα στο Μπανγκλαντές. Όσο γκρι και ζοφερά τα βλέπεις τα κτίρια απ’ έξω, τόσο χρώμα κρύβουν στα σωθικά τους. Σε πανί, κλωστή, ύφασμα. Γιατί κι οι άνθρωποι μέσα γκρι είναι. Μπαίνουν πριν χαράξει και φεύγουν όταν έχουν ανάψει όλες οι λάμπες στα ταβάνια, αφού πρώτα έχουν έρθει οι επόμενοι τυχεροί, του αόρατου μεροκάματου. Αυτού που ξεψυχάει πριν καν φτάσουν σπίτι, αν υπάρχει και σπίτι δηλαδή. Κάθεσαι λοιπόν και ψευτοπαρηγοριέσαι ότι τα δεκαπεντάχρονα (πονάει το μυαλό σου και αποδιώχνεις τα μονοψήφια) πίσω απ΄ τα βαφεία και τις μηχανές και τα βελόνια μπορεί να μη ξέρουν τι θα πει σχολειό -ίσως και παιχνίδι- αλλά με λίγα τάκα εξαργυρώνουν το γκρι που τους καταπίνει κάθε μέρα, ανάμεσα σε πενήντα αποχρώσεις του μπλε. Έτσι κοροϊδεύεσαι. Με το οινοπνευματί XL, που φωτίζει μια στάλα τον πάγκο μπροστά τους.

Όσο πιο μακριά τα ράβουν πλέον, τόσο πιο κοντά ταξιδεύουν τα ρούχα. Τα πιο πολλά ούτε σε μεγάλο καράβι αξιώθηκαν να μπουν, μεσοπέλαγα δεν βρέθηκαν, δεν κατάφεραν να τα ξεθωριάσει ο ήλιος, για αεροδρόμια κουβέντα, όσο για αγκαλιές δεν νομίζω ότι ζουν πολλές πρόθυμες και γαλαντόμες τριγύρω. Αυτή, σκέφτομαι, είναι η εκδίκηση των μικρών ραφτάδων.

Βγαίνω στο δρόμο,  άνοιξη δεν ανταμώσαμε ακόμη, βροχή ξανά. Στο Seven λιγότερο νερό έπεφτε.

Θυμάμαι εκείνο το «yes, price is cheap but guilt is priceless». Με τέτοιες σκέψεις δεν πας μακριά, γυμνός θα μείνεις στο τέλος.