fuck your manuals

Πρώτα βγάζω απ’ το βάζο δυο ελιές πράσινες, μπαμπατζάνικες, όπως τις έλεγε η σχωρεμένη η γιαγιά μου. Κρεατωμένες, χαρακωμένες, ξιδάτες, ζουμπουρλούδες. Αυτό το τελευταίο ήταν του παππού. Το ‘χε ένα μικρό παράπονο που η γυναίκα του δεν ήταν διπλόφαρδη. Παραφωνία στη γειτονιά, όπου η πιο αδύνατη ήταν σαν την Angelica του Ρούμπενς. Τότε δεν είχαν ζυγαριές για τους ανθρώπους, τέτοια παραπανίσια άγχη δεν τα χρειάζονταν. Για τα ρύζια μόνο είχαν, για τα βούτυρα, το αλεύρι και τον χύμα τοματοπελτέ. Βάλε και τρεις-τέσσερις θασίτικες, από κείνες τις σταφιδιασμένες. Όση ομορφιά τους λείπει, τόσο λυσσάρες είναι, χυμάνε μες στο στόμα σου και κείνο ίσα που προλαβαίνει να πει «παραδίνομαι, ξεγυμνώστε με, κάντε με ο,τι τραβάει η ψυχή σας».

Στο πλάι απ’ τις ελιές ένα κομμάτι φέτα, τρεις πιρουνιές όλη κι όλη, να τελειώνει πάνω που αρχίζει η καύλα στο στόμα, έτσι, για να τη λαχταράς περισσότερο. Να θες να γλύψεις και τα τρίμματα. Και τη γωνιά απ’ το πιάτο που ξάπλωνε. Φετηδονιστής. Μπορεί από κει να βγήκε και το fetish, θα το ψάξω όταν τελειώσω.

Αγγουράκι κομμένο σε λωρίδες, όχι απ’ τα σποριασμένα, τα τζούφια. Απ’ τα σφιχτά, εκείνα που όταν τα ζουλάς δεν βγάζουν στάλα νερό, πασπαλισμένο με λίγο χοντρό αλάτι. Ραντίζω μετά με ξύδι, για να αντιμιλάει όμορφα η ξυδίλα την ώρα της μπουκιάς. Ξύδι αληθινό ε, όχι τα ξερατά με καραμέλες και χρώματα. Χοντρό αλάτι πέφτει πάνω και σε και μια ντομάτα, ανοιγμένη γαρύφαλλο. Αυτήν θα την τιμήσω και με μια πρέζα ρίγανη. Ή λίγο φρέσκο θυμάρι, αν τα ζουμιά της -την ώρα που χύνονται- με συγκινήσουν πολύ. Αν μυρίζουν ντοματίλα κι όχι κοκκινόνερο.

Κασέρι Ξάνθης. Οr die. Άμα θες γραβιέρα, τράβα Νάξο ή στους -άκηδες. Δικό μου το πιάτο, δικά μου τα κολλήματα. Να τρως και να σκουπίζεις τα λάδια απ’ τα χείλια σου. Μπαμπέτ και μαλακίες..

Άμα έχω καμιά ξεχασμένη αντσούγια στο ψυγείο, έχει καλώς. Θα ζήσει στιγμές δόξας, που τις είχε ξεχάσει από τότε που κολυμπούσε ως γαβράκι. Αν δεν έχω, μπορεί να βρίσκεται λίγος παστουρμάς. Και μια φέτα την κάνει τη δουλειά. Άντε δυο, όχι τρεις, για χόρταση δεν είναι. Θα μυρίζουν μετά τα βρακιά απ’ το τσιμένι, οι μασχάλες, το WC, το σύμπαν. Αλλά έτσι είναι τα καλά και απαγορευμένα, αφήνουν σημάδια πίσω τους. Όσο και να πλυθείς πριν γυρίσεις σπίτι, ακόμη και να γδαρθείς με το σφουγγάρι, πέτσες να κρέμονται από πάνω σου, σα ματωμένη ακακία να μοιάζεις, κάποια στιγμή θα προδοθείς.

Το ψωμί έτοιμο είναι, κομμένο, χτεσινό. Καλά ψωμιά δεν βρίσκεις εύκολα πια, θα βολευτώ μ΄αυτό. Για να μη τρέχουν τα σάλια σου είναι το ψωμί, σαν τις αιμοστατικές γάζες στις ανοιχτές πληγές. Κάνουν δουλειά, ίσα μέχρι να ‘ρθουν τα ράμματα. To τσίπουρο, εν προκειμένω. Με κρύο νερό, λένε. Πάει, malt το κατάντησαν κι αυτό, τίποτε δεν μπορείς να ευχαριστηθείς χωρίς τύψεις. Βάζω όσα παγάκια χωράει το ποτήρι,  fuck your manuals.

Κάτσε δίπλα, πάρε πιρούνι και άρχισε να τσιμπολογάς. Σε προειδοποιώ, μη πεις κουβέντα για το μαύρο μας το χάλι και τα σκουπίδια που παριστάνουν τους σωτήρες, όχι σήμερα, όχι τώρα. Τετρακόσιες λέξεις αράδιασα ο έρμος στο πιατάκι, μισή δεν θα σου κάνει κέφι για να ξεχαστούμε μια στάλα;

——————

αφιερωμένο στο συνεταιράκι μου και στον αγώνα μας να πετύχουμε το πιάτο του ενός ευρώ, κομπλέ

οι μοδίστρες

Μετά από χρόνια περισυλλογής, ψεύτικων αποφάσεων και αναβολών, οι άνθρωποι το πήραν απόφαση να ξανασχεδιάσουν το πατρόν τους από την αρχή.

Κι αν δεν έβγαινε όπως το λογάριαζαν, αν τους έλεγαν «πολλά ζητάτε, δεν πήρατε χαμπάρι πως αλλάξαν οι καιροί;» θα το έκοβαν στα περισσεύματα για να τους ταιριάξει. Τα βράδια, για να ντρέπονται λιγότερο, θα κόβαν ακόμη και όσα δεν περίσσευαν. Ήταν αποφασισμένοι αυτό το χειμώνα να φορέσουν ξανά τη ζωή τους πάνω τους. Κουτσή, στραβή, κομμένη, στενή, ξηλωμένη, ξεφτισμένη, παρτάλι, αγνώριστη, όπως και να ‘ταν.

Αλλά γυμνοί δεν θα βγαίναν έξω την επόμενη άνοιξη. Τέτοιαν χαρά δεν θα προσφέραν στα μάτια των ντυμένων που σιγά σιγά, εδώ και καιρό μαζεύαν τα μολύβια και τα ψαλίδια από κάθε σπίτι, μα γνώριζαν πως όσα και να μαζέψουν, ένα μολύβι κι ένα παλιοψάλιδο πάντα θα είναι καταχωνιασμένα κάπου μέσα μας. Για καλό και για κακό.

 

 

η σιωπή των ψυγείων

Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα στιχάκι του Hammill. Οποιοδήποτε. Ένα ρεφρέν χωρίς αρχή μέση και τέλος του Tim Buckley. Ένα σόλο του Fripp, σκέφτομαι αυτό στο Damage, αυτό, ναι. Ένα βογκητό της Diamanda, που δεν βγήκε από μέσα της γιατί ντράπηκε να ορθώσει ανάστημα, το λιπόψυχο, μπρος στα ουρλιαχτά της. Tα δάχτυλα του Roedelius και του Moebius στο by this river. Ίσως κι ο Gabriel, την ώρα που παίζει μουσκίδι το here comes the flood κάτω από μια τρύπια τέντα, σε ένα χωράφι στα midlands, μόνος, αυτός, ένα πιανάκι και μια σάπια ψιχάλα. Θα μπορούσε να είναι και ένα τραγουδάκι του Adrian Borland που δεν πρόλαβε να γραφτεί.

Θα μπορούσε. Με τέτοια φανταχτερά κι αλλότρια μεγαλοπιάνομαι.

Ακούω όμως μόνο το μολύβι που χτυπάει το ξύλο, σκίζοντας το χαρτί, κάνοντας υπολογισμούς και ξανά μανά υπολογισμούς, παλεύοντας με αριθμούς καλά προπονημένους. Το τακ τακ απ’ το φτηνό μολύβι -που δεν βγήκε δα κι από κανένα σοβαρό εργοστάσιο- και η ανάσα απ’ το ψυγείο. Η ώρα πήγε εφτάμιση, έξω νύχτωσε. Βιάζεται να φύγει το φως, ούτε κι αυτό αντέχει τέτοιας άριστης ποιότητας σιωπή, δεν το αδικώ. Ούτε Hammill, ούτε Robert, ούτε Βrian καταδέχονται να ντύσουν μια τέτοια μέρα. Μόνο ένα μασημένο στην άκρη του μολύβι κι ένα παλιοψυγείο. Σε λίγο θα το βγάλω κι αυτό απ’ την πρίζα. Για να μην ενοχλεί τη μύτη απ’ το μολύβι, να μη της αποσπά την προσοχή από τον ωραίο και μάταιο αγώνα της ενάντια στο ξύλο.

Drink up, dreamer, you’re running dry.

 

 

 

 

ωχ

Εφτάμιση. Τους είδα σήμερα στη διαδρομή. Μπουφάν στους γυρτούς ώμους. Φύλλα πεσμένα στους δρόμους. Σκέφτομαι αν θα ανατρίχιαζα βλέποντας μπουφάν πεταμένα δεξιά κι αριστερά στα πλακόστρωτα και ανθρώπους να σκεπάζονται με φύλλα για να μη τους δαγκώνει η πρωινή ψύχρα. Βλακείες σκέφτομαι. Αλλά μπορώ να το κάνω και χειρότερο: μπουφάν να κρέμονται απ’ τα δέντρα, να κιτρινίζουν, να ξεθωριάζουν, να γίνονται κουρέλια και να πέφτουν ένα ένα, κάνοντας ένα ξέψυχο «ωχ», έναν σακατεμένο γδούπο, ερήμην αφεντικών.

Τα αφεντικά πούλησαν τα «ωχ» τους. Ο,τι μπόρεσαν πούλησαν. Όσο όσο. Δύσκολος χειμώνας μπροστά. Μουγκός. Φοβάμαι πως κανέναν δεν τρομάζουμε πιά, ντυμένοι ή γυμνοί.

 

 

 

δερματίτιδα

Μου πήρε πολλά πολλά χρόνια αλλά νομίζω ήταν μόλις πέρυσι που συνειδητοποίησα πως το δέρμα μου έχει ενηλικιωθεί. Και βγάζει, επιτέλους, γλώσσα. Mε θράσος περίσσιο.

Βαθύς Μάιος. Mετά την πρώτη βουτιά στην παγωμένη -ακόμη- θάλασσα, διαμαρτύρεται όταν βγαίνω στάζοντας και ψάχνω πετσέτα. Tο ’χει πείσμα μουλαρίσιο να στεγνώσει στον αέρα, «άσε με όπως είμαι» λέει, «έρχονται ζεστές μέρες, θέλω να τις νιώσω πάνω μου, έχω μήνες να ανατριχιάσω».

Μετράς ώρες για να βγει ο Αύγουστος, έστω κι αν ο ήλιος το τρυπάει ξεδιάντροπα το μεσημέρι, αν ξεχαστείς και μείνεις ως αργά απέναντι απ’ τη θάλασσα ζητάει προστασία, «ρίξε την πετσέτα στους ώμους, θα συναντηθώ σε λίγο με τις ψύχρες και δεν θέλω να με δουν σε στιγμή αδυναμίας».

Οικτίρω τους χειμερινούς κολυμβητές. Δέρμα που εκπαιδεύτηκε να μην αντιμιλάει, δεν το φοράω.

Τώρα θα περάσουμε παρέα έναν μακρύ χειμώνα. Που θ’αφήσει άσχημα σημάδια στο πετσί μας. Ελπίζω ν’ αντέξει ως του χρόνου, να μη λιγοψυχήσει, να μη πει ξέψυχα “παραδίνομαι”, να μετρήσει αντίστροφα μέχρι την επόμενη βουτιά. Να μείνει μαζί μου.

Narayama μπλουζ

Λοιπόν, είχαμε μείνει σε κάτι μαλάκες και στα 894 ευρώ σύνταξη.

Η εφορία την τσίμπησε, ευτυχώς δεν έστειλε ΣΔΟΕ και ΜΑΤ στο σπίτι για να ‘χουμε Twilight Zone καταστάσεις -άμα θυμάσαι το επεισόδιο με τον τεκνούλη Ρέντφορντ- και της είπε «μανδάμ η πατρίς χρειάζεται από σένα 1.013 ευρώ αλλά επειδή είναι ψυχοπονιάρα δώστα μας σε εφτά δόσεις κι άμα νιώσεις οτι πεθαίνεις στο ενδιάμεσο μην αμελήσεις να αφήσεις το χαρτί με τη ρύθμιση στην κόρη σου για να μη κυνηγιόμαστε μετά», αυτό μας κάνει  144,70 ευρώ κάθε μήνα μέχρι και τον Φεβρουάριο, τότε που -σε ενημερώνω- πιάνουν οι μεγάλες ζέστες εδώ πάνω και τουλάχιστον θα γλιτώσει τα κοινόχρηστα, πόσο ρεύμα να κάψει ο ανεμιστήρας Φλεβάρη μήνα..

Για το νοίκι πληρώνει 250 ευρώ αλλά μπορεί να το καθυστερεί μια, δυο, άντε τρεις μέρες, παραπάνω όχι, μετά δεν μπορεί να κοιμηθεί γιατί οι μέρες της καθυστέρησης γίνονται καρπούζι κάτω απ το στρώμα της -στα μπιζέλια και στα κουκιά είναι αλλεργική-. Έτσι κι αλλιώς ξυπνάει απ’ τις πέντε τα χαράματα, άμα είναι να μη κοιμάται κιόλας είπα στην κόρη της ή να βγαίνει να σφουγγαρίζει σκάλες στην οικοδομή και να απολύσουμε την καθαρίστρια ή να της πηγαίνουμε τα ασιδέρωτα αποβραδίς για να φοράμε τσίλικα κάθε πρωί, τι σκατά μαθαίναμε στη διαχείριση ανθρώπινων πόρων τόσα χρόνια. Μια επένδυση γνώσης καιρός είναι να την αποσβέσουμε.

Για τα κοινόχρηστα θα θέλει 200 ευρώ φέτος, άμα μείνει στο 1,40 ο πετρέλαιος, άμα πάει πιο ψηλά θέλει έρανο, όχι ευρώ. Ευτυχώς τον Νοέμβριο θα κάνουμε ακόμη μπάνια και από τον Φεβρουάριο -λένε- θα ανθίσουν οι αμυγδαλιές, κι άμα είναι μαλακισμένο ένα δέντρο είναι, τα βλέπουν οι στουρνάρες και οι πάσχηδες και λένε «ορίστε, ήρθε κιόλας η άνοιξη, γαμώ τη γκρίνια σας για λαός».

Για ρεύμα και τηλέφωνο θέλει ένα κατοστάρικο κάθε μήνα, θεό την κάναμε να κόψει το τηλέφωνο, τι «άμα ζαλιστείς και πέσεις και τσακιστείς θα το ακούσουμε το γκντουπ, ένας τοίχος δρόμος είμαστε» της είπαμε, τι «ή θα ψήνεις ή θα μιλάς, αν κάνεις και τα δυο μαζί θα πάθεις κανένα εγκεφαλικό, έχουν ακτινοβολία τα ταψιά», τίποτε δεν έχαψε, άμα γριά βάλει γινάτι είναι ικανή να ζητήσει και nova. Δεν το ρισκάραμε.

Το εγκεφαλικό το γλίτωσε όταν της είπαμε για το χιλιάρικο της Εφορίας, γερό σκαρί, αν και μας δήλωσε -μετά που μετρήσαμε πίεση και σφύξεις και είπαμε «τη σκαπούλαρε το θηρίο»– ότι λιγότερο είχε ταραχτεί όταν άκουσε στο ράδιο εκείνο το «Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους» και τα ΄παιξε με το «ημέτεραι» που δεν τους το ‘χαν μάθει στο Κρυφό Σχολειό.

Χτες όμως πήγαμε στο γιατρό για να μας δώσει βαριά συνταγή γιατί αύριο η κόρη της θα πάει να της πει ότι θα κόψουν κανένα 50ρικο ακόμη από τη σύνταξη για να είναι πιο ενισχυμένη η ισοτιμία δραχμής/ευρώ σε λίγους μήνες και μεθαύριο (εντάξει, μπορεί και παραμεθαύριο, δεν είμαστε δα και εντελώς κτήνη) θα πάω εγώ να της πω ότι αυτά τα χαρτζιλίκια που της δίναν χριστούγεννα, πάσχα και θέρος, πάπαλα, πέθαναν, όβερ, τέλος, θα τα ξαναδεί στην άλλη ζωή, καλά, θα το λειάνω λίγο, δεν θα το πω στο δοξαπατρί όπως ο House, θα το πω όπως η Εντά για να με καταλάβει. Yavaş Yavaş .

Λοιπόν, 894-50-144,70-250-200-100 = 150 ευρώ το μήνα περίσσευμα. Ένα ταληράκι τη μέρα, σε κέρματα, για να κουδουνάνε κιόλας. Για φάρμακα δεν ξέρω. Ας τα κόβει μικρά μικρά κομματάκια για να φτουράνε, ας δανείζεται απ’ τα δικά μας, ας πάει να διαρρήξει κανένα φαρμακείο, έχουμε ένα ακριβώς από κάτω, μπορώ να κρατάω τσίλιες απ’ το μπαλκόνι, με τις πυτζάμες.

Ευτυχώς ο Φεβρουάριος θα είναι μικρός και θα περισσεύει άλλο ένα σαραντάλεπτο, κάθε δυο μέρες θα μπορεί να το αποταμιεύει για ένα γιαούρτι. Ευτυχώς θα είναι και ζεστός, για να μπορέσουμε να ξεραίνουμε το σκατό μας και να της το κρατάμε. Γιαούρτι σκέτο δεν τρώγεται.

.

iAugust

Ένα αγόρι ακουμπά την παλάμη του στο τζάμι του λεωφορείου που φεύγει, η ώρα είναι δυόμιση. Από τη μέσα πλευρά η παλάμη της. Το τζάμι ανάμεσα στα δυο χέρια λιώνει. Παρατηρώ αμήχανος, ακίνητος κι αμίλητος τα δυο δεκαοχτάχρονα. Λαθραίος. Εκείνη φέρνει τα δάχτυλα στα χείλια της, εκείνος ακουμπάει με το δεξί χέρι το στήθος του, πάνω απ’ την καρδιά.  Με το αριστερό βγάζει το κινητό, τη φωτογραφίζει. Σε δυο λεπτά έβαλε μπρος, έκλεισε πόρτες,  έστριψε, τα γράμματα SETRA εξαφανίστηκαν. Τη συνέχεια μόνο αυτά την ξέρουν. Μάλλον ούτε κι αυτά.

Στο δρόμο σκέφτομαι τα παιδιά μου. Μέσα και έξω απο λεωφορεία. Τι ζει μέσα στο μυαλό τους; Πόσα τζάμια θα αγγίξουν τα χέρια τους;

Ώρα τέσσερις, μου στέλνουν στο κινητό μια φωτογραφία με έναν ογδοντάρη ναυαγισμένο σε μια καρέκλα καθωσπρέπει καφενείου. Πίσω του το μαγαζί κλειστό, ανήμερα της Παναγίας. Όλες οι καρέκλες δίπλα άδειες, «κλειστό μέχρι 20/8». Μέχρι να μείνει σκέτο το κλειστό και ορφανές οι καρέκλες. Το κεφάλι του χωμένο μέσα στο δεξί του χέρι, ξεκουράζεται, ψευτοκοιμάται, σκέφτεται, χάθηκε, βλέπει όνειρα, ταξιδεύει με κάποιο αρχαίο ΚΤΕΛ, σκέψου ο,τι χρώμα alert θες. Κουράστηκα να προσπαθώ να τρυπώσω στο μυαλό των αλλωνών, κάποια μέρα θα με πιάσουν και θα ζητήσουν να πληρώσω αναδρομικά.

Μπαίνω στο σπίτι, στόρια κατεβασμένα, ανοίγω το φέισμπουκ, o Φώτης, ο Αλέξης, ο Πάολο, παιδιά, σκυλιά, γατιά, μωρά, καφέδες, ψέματα, αίματα, ξαπλώστρες, τραγούδια, καλημέρες, καληνύχτες, ποιηματάκια, ηλιοβασιλέματα, κλεμμένες ζωές, δανεικές ζωές, δραχμές, δεν θέλω να σκέφτομαι, make like not sex.

Ένα εκατομμύριο εικόνες, χαράς και ευτυχίας. Νο instagram, no summer.

.

 

 

 

fade to grey

Τριανταπέντε, τριανταεφτά, εκεί γύρω. Αν την είχε δει νωρίτερα ο σχαμερός ο Τίντο Μπρας, ίσως και να έφτιαχνε μια ταινία μόνο για αυτήν. Τη χρονιά του SalonKitty όμως δεν είχε καν γεννηθεί. Και στο  La Chiave θα ήταν ιεροσυλία να παίξει. Θηλυκό ναι, μα αν έπαιζε, μια τρίχα της Στεφανίας θα ήταν.

Ναι, μη με ρωτάς. Τρίχα από εκεί εννοώ.

Κάθεται τώρα πίσω απ’ τον πάγκο και βάφει τα νύχια της. Κάθε λίγο ορθώνει τα δάχτυλα και κοιτάζει το χρώμα. Νομίζω πως με κοιτάζει ανάμεσα από τα δάχτυλα. Εγώ κάνω ότι ψάχνω τα καρπούζια μπροστά της. Νιώθω σαν τον μικρό Αντουάν κι ας μην είμαι σε κομμωτήριο. Ελπίζω κάποια μέρα που θα μπω, και θα ‘μαστε μόνοι, να βάφει των ποδιών.

Δεν έχεις μικρότερα;

Σηκώνει το βλέμμα. Έρχεται ένα βήμα κοντύτερα, τώρα μας χωρίζουν μόνο μια σειρά καρπούζια και λίγα πεπόνια εβρίτικα, αυτά μπορώ να τα ξεχωρίζω δίχως βοήθεια. Μυρίζει ωραία, λίγο όζα, λίγο ιδρώτα, λίγο ροδακινίλα. Πότισε το δέρμα της εδώ μέσα, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα. Πάντα νύχτα ήταν όταν κλείδωνε. Άλλες πληρώνουν περιουσίες για κρέμες σώματος, αυτή αλλάζει κάθε μέρα. Χτες μύριζε σύκα. Μαύρα, αυγουστιάτικα. Ήθελα να την ανοίξω στα δυο, να τη γλείψω μέχρι να μη μείνει παρά μόνο λίγο δέρμα πάνω της, να κολλήσει ολόκληρη πάνω στο πρόσωπό μου αλλά είχε κι άλλους τρεις πελάτες εκείνη την ώρα. Δεν τόλμησα.

Τα μικρά δεν είναι καλά. Σπάνια να σας βγει καλό, ένα στα δέκα κι αν….

Της μιλάω στον ενικό, μου μιλάει στον πληθυντικό. Ονειρεύομαι πως είναι η Κίτυ Κέλερμαν κι εγώ ο Χέλμουτ Βάλενμπεργκ. Οι δυο μας ανάμεσα σε ένα σμάρι χρώματα, πράσινα, κόκκινα, μαβί, κίτρινα, καφέ, πορτοκαλί, ροζ, πιο κόκκινα, πιο μαβί, σαν παλιωμένο αίμα. Έγραφε ο άλλος ο δύσμοιρος για πενήντα γκρίζα όταν εδώ μέσα βρίσκεις τα άπαντα της Pantone. Συν τα χείλια της. Δεν ξέρω τι χρώμα ήταν αυτά, ποτέ δεν τα πέτυχα άβαφα. Μια φορά ήθελα να πω «θα κόψεις ένα κομματάκι τους να δοκιμάσω;» αλλά μας διέκοψε μια γριά που ήρθε να πάρει πιπέρια για γέμισμα.

Δεν έχω χώρο στο ψυγείο και το μισό θα πεταχτεί έτσι κι αλλιώς, μόνος είμαι αυτές τις μέρες.

Σε περίπτωση που δεν κατάλαβες. Αυτές τις μέρες.

Βγαίνει, έρχεται απ’ την μεριά μου. Χτυπάει ένα, με το χέρι που έμεινε άβαφο. Χτυπάει δεύτερο. Για να χτυπήσει τρίτο σχεδόν κολλάει επάνω μου. Σχεδόν. Για να μην κολλήσει πρέπει να κάνω ένα βήμα πλάγια, προς τα ροδάκινα, εκείνα τα αλμπίνικα, που μοιάζουν σαν τον Τζόνι Γουίντερ. Δεν πάω πουθενά, δεν μ΄αρέσει ο Τζόνι άλλωστε. Σταματάει στο τρίτο. Γυρίζει και με κοιτάζει στα μάτια. Τα πάντα επάνω της μυρίζουν βανίλιες. Με λίγη ώριμη ντομάτα στο τελείωμα.

Αυτό να πάρετε. Ακούγεται καλό.

Θέλω να την πετάξω πάνω στα καφάσια με τα νεκταρίνια. Τη μισή. Η άλλη μισή θα είναι πάνω στα ροδάκινα, τα καλά, εκείνα που όταν τα ξεφλουδίσεις θες να γλείφεις και το μαχαίρι, όπως το ‘κανε ο Γκάρι Όλντμαν με το ξυράφι. Όποια δίψα προλάβει να σβήσει κανείς. Θέλω να γεμίσει ζουμιά, να τρέχουν πάνω της, στις ρώγες, στην κοιλιά, στον αφαλό, στα μπούτια της, ως το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της. Να στάζει. Να ακούγονται τα αχλάδια που λιώνουν απ’ το βάρος της, τα καρπούζια να κάνουν κρακ, ν’ ανοίγουν στα δυο για να βγουν τα κουκούτσια και να τρέξουν να κολλήσουν στα λακκάκια στη μέση της, ψυχή έχουν κι αυτά. Να πάρω ένα σταφύλι και να το βάλω στο ένα της ρουθούνι, μετά άλλο ένα,  στο διπλανό. Κι όταν ανοίξει το στόμα της για να πάρει ανάσα, να της πω με λύσσα «τα καλύτερα ροδάκινα ποτέ δεν μου τα έδωσες, πάντα δυο τελευταία μένουν κάθε μέρα, τα παίρνεις μαζί σου και φεύγεις».

Καλό, άσχημο, αυτό θα πάρω.

Νομίζω πως τα λεμόνια και τα lime με αγριοκοίταξαν που πήγα να τους φάω τη δουλειά. Ούτε που τα ‘δωσα σημασία.

Την ώρα που πλήρωνα, είδα ένα ανοιγμένο βιβλίο πλάι στην όζα της.

Τι διαβάζεις;

Χαζό είναι, είπε λίγο αμήχανα. Δέκα, έντεκα ώρες όμως χωμένη εδώ μέσα διαβάζεις ο,τι σου δώσουν. Να, αυτό. 

Έπρεπε να το φανταστώ. Κοίταξα αφηρημένος προς εκεί που συνήθως υπήρχαν κολοκυθάκια. Και θυμήθηκα ότι ήταν τα πρώτα που τελείωναν, νωρίς νωρίς. Όλη η γειτονιά έλεγε πως η μυρωδιά και η γεύση τους δεν είχαν ταίρι σ’ ολόκληρη την πόλη..

 

 

 

άγονη γραμμή

Δώδεκα και είκοσι, δεν κουνιέται φύλο. Τέντες ανεβασμένες. Το θερμόμετρο χάλασε, κόλλησε στους 32, αυτά παθαίνεις με τα κινέζικα θερμόμετρα και τα δύστροπα καλοκαίρια. Μπαίνω και βγαίνω στο μπάνιο κάθε ώρα, ποτίζομαι, όπως οι ντοματιές μου στο μπαλκόνι. Κι όμως, όπως κι αυτές, κάθε μέρα μαραίνομαι όλο και περισσότερο, χωρίς να δω άνθος πάνω μου, πόσο μάλλον καρπό.

Άχνα τριγύρω, πρόπερσι, ακόμη και πέρυσι κάτι ακουγόταν από τα μπαλκόνια της γειτονιάς. Ένα πηρούνι, μια τηλεόραση, ένα φτηνό ρεφρέν, μισό γέλιο, δυο γυναίκες με ιδρωμένη τη γραμμή ανάμεσα στα στήθια τους που καληνυχτίζονται, κάτι.  Κάτι.  Ο,τι.

Κοιτάζω τους κάδους στο δρόμο. Κανείς δεν ασχολείται πια μαζί τους τα βράδια. Μόνον οι γάτες, όσες δεν μετανάστευσαν σε πιο ακριβές γειτονιές. Κάθε μέρα όλο και πιο λιπόσαρκοι γίνονται, τι περισσεύει να πετάξεις μέσα τους;  Στο τέλος θα τους βγάλουν και θα μας φέρουν τσίγκινους κουβάδες με καπάκι, όπως παλιά. Την εποχή που μόλις τους άδειαζε το σκουπιδιάρικο τους παίρναμε και τους κάναμε δοκάρια, για το προμεσημεριανό διπλό.

 

Ο ήχος της δερμάτινης μπάλας που χτυπάει πάνω στους ντενεκέδες. Δοκάρι και έξω. Ό ήχος απ’ το μέταλλο όταν πέφτει στο πλακόστρωτο, αδειάζοντας τα τελευταία απομεινάρια καρπουζόφλουδας που δεν καταδέχτηκε να πάρει η σκουπιδιάρα. Η μουσική απ΄το καπάκι που ταλαντεύεται καμιά δεκαριά φορές μέχρι να σιωπήσει. Τότε δεν ήξερα, μετά άκουσα να κάνει το ίδιο και ο ΜaxRoach. Δοκάρι και μέσα.

 

Κάθε κουβέντα και ένα ουφ. Φανερό ή φορεμένο από μέσα. Όταν μιλάμε, γιατί συνήθως δεν μιλάμε. Οι παύσεις είναι πια τόσο μεγάλες που για να τις  διασχίσεις χρειάζεσαι ποδήλατο. Κανείς δεν ρωτάει τον άλλον τι σκέφτεσαι; Ξέρουμε. Παλιά, ανάμεσα σε κουβέντες  κοίταζες ξένα πόδια και σκεφτόσουν τι καιρό κάνει μέσα τους, πόσο λέει το θερμόμετρο εκεί πάνω που ενώνονται, πόσο ψηλά θ’ αφήσει να φτάσει η σκέψη σου πριν την πιάσει και την γυρίσει στο αφεντικό της. Μερικά κορίτσια αγαπούσαν τις σκέψεις και τις άφηναν να φτάσουν στον προορισμό τους. Μερικά αφήναν κι εσένα, μαζί με τις σκέψεις σου.

Τώρα πάλι εκεί κοιτάζεις, αφηρημένος, και σκέφτεσαι αριθμούς, εφτά δόσεις, δυο απλήρωτους λογαριασμούς, τριακόσια χοληστερίνη, βάλε δέκα ευρώ αμόλυβδη, να μη χαλάω κατοστάρικο. Η γραμμή ανάμεσα στα στήθια τους δεν έχει πια κίνηση, μια σταγόνα κατεβαίνει που και που. Αν προλάβεις και τη δεις, αν προλάβεις και την πάρεις, ίσως σε πάει στον προορισμό σου. Αλλιώς πίσω, περιμένοντας την επόμενη, άγνωστο πότε. Αν το μυαλό σου είναι ακόμη εκεί, στην προβλήτα, και δεν βολοδέρνει σε κάποιο ξεθωριασμένο θέρος.

Ουφ για το σήμερα, ουφ για το αύριο. Ξεκίνησαν με σημάδια από χαστούκια στο πρόσωπο, μετά γεμίσαμε μελανιές παντού. Φέτος βαράνε κατευθείαν στην ψυχή οι καργιόληδες. Εκεί -λένε τα εγχειρίδιά τους- αργούν να φανούν τα σημάδια.

 

 

 

έναν Αύγουστο μετά

Πέρυσι, λίγο πριν της Παναγίας θάψαμε την Β.

Σήμερα ανάψαμε κερί, πήραμε αντίδωρο και κόλυβα, ήπιαμε καφέδες και λευκό κρασί, καπνίσαμε από έξη-εφτά τσιγάρα και φάγαμε μυδοπίλαφα, μάντζε και μπριζόλες. Φεύγοντας είπαμε «να ζήσετε να τη θυμάστε».

To αυτοκίνητο μετά έκαιγε. O κλιματισμός ήταν ανώφελος για ένα χιλιόμετρο δρόμο. Το πουκάμισο, φορεμένο μια φορά, πήγε κατευθείαν στα άπλυτα.

Σε καμιά ώρα θα φύγουμε για τη θάλασσα.

 

 

 

 

ψάχνοντας το Μπρόνκο Πουέμπλο

Το ρολόι δείχνει τεσσεράμισι. Το θερμόμετρο 39. Δεν μπορείς να δώσεις αντιπυρετικό στον καιρό, να πάει έστω στο 37,8, να ανοίξει το μάτι του λίγο. Ούτε η αντιβίωση τον πιάνει.

Μέσα στο σπίτι το κλιματιστικό βογκάει. Πασχίζει. Πρέπει να σώσει τέσσερις ναυαγούς καταμεσής θέρους. Καθένας έχει πιάσει και ένα κρεβάτι, μια γωνιά καναπέ, προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανός μέχρι να δούμε στον ορίζοντα αριθμούς που να λένε 33….34 και να ξαναπιάσουμε στεριά.

Ανοίγω τη μπαλκονόπορτα. Πεντέξι πόντους, ίσα για να νιώσω αν κατεβάσαν τα καζάνια της κόλασης απ’ τη φωτιά.

Δεν τα κατέβασαν. Θα τα ‘χουν εκεί, μέχρι να λιώσουμε μέσα τους, λίγη ξασπρισμένη σάρκα πάνω σε γυμνά κόκκαλα, πολύς σαματάς για τόσο λίγο ζουμί.

Σέρνομαι ως το διπλανό δωμάτιο. Ανεμιστήρας στο ταβάνι, ανεμιστήρας στο δάπεδο. Δυο σε έναν ανοιγμένο καναπέ, αναπνέουν νομίζω. Δεν τόλμησα να βάλω καθρεφτάκι κάτω απ’ τα ρουθούνια τους. Ο εικοσάχρονος βλέπει καταδύσεις. Με ένα μάτι στο βατήρα και το άλλο στην οθόνη του κινητού. Ακίνητος.

 

Από τα πόσα μέτρα; ρωτάω, όχι γιατί με νοιάζει αν θα σπάσουν το σβέρκο τους πέφτοντας αλλά για να σιγουρευτώ πως είναι ζωντανός

Από τα δέκα. Και από εκατό θα βούταγα τώρα αν ήταν να δροσιστώ.

Η θάλασσα είναι λιγότερο από εκατό μέτρα μακριά, του λέω. Φύγε για κει, νέος είσαι εσύ, θα φτάσεις κάποια στιγμή. Εμείς δεν μπορούμε.

Ξέχνα το. Ώσπου να φτάσω θα λαμπαδιάσω.

 

Παίρνω κάμποσα Λούκι Λουκ από  μια στοίβα με πενήντα, μπορεί και εξήντα. Με κοιτάζει λοξά.

Τι θα τα κάνεις αυτά;

Δεν απαντώ. Eπειδή παίζουν τα φέισμπουκ και τα sms και τα γουόρκραφτ στα δάχτυλα νομίζουν πως τα ξέρουν όλα. Τίποτε δεν ξέρουν. Τι μπορείς να κάνεις με μια αγκαλιά Λούκι Λουκ εκτός απ’ το να βουτήξεις σαράντα χρόνια πίσω, ελπίζοντας να βρεις λίγη δροσιά; Εκλιπαρώντας για ένα δράμι κρύου αέρα, αληθινού, όχι βγαλμένου μέσα από ένα πλαστικό κουτί με γρίλιες.

Ζεστή, καυτή σοκολάτα. Κόκκινες καραμέλες. Πίσσα και πούπουλα. Έρημος. Κάκτοι. Στριφτά τσιγάρα. Ουίσκι χύμα. Σκόνη.  Στριμωγμένος στον καναπέ της κουζίνας. Πάνω σε ένα σεντόνι που είναι μουσκίδι, ακουμπισμένος σε ένα μαξιλάρι που στάζει ιδρώτα και όποια  υγρασία κατόρθωσε να επιζήσει μέσα στο στόμα μου.

Σε πέντε λεπτά νυστάζω, αφήνω τις ανοιγμένες σελίδες πάνω στο κεφάλι μου. Στο τέλος δεν κατόρθωσα να φτάσω. Τα αδιάβαστα τα άφησα στο πάτωμα δίπλα μου, κακό χούι να νομίζεις πως είσαι ακόμη δώδεκα και μπορείς να διαβάσεις δέκα ιστορίες μονοκοπανιά περιμένοντας να πάει έξη, να βάλεις τα ζίτα ελλάς, να πάρεις στο χέρι μια φέτα ψωμί και έναν κρύο κεφτέ και να αμολυθείς στο δρόμο για να βρεις την υπόλοιπη συμμορία που θα στήσει διπλό, εσύ Φακέτι, αυτός Ζεπ Μάγιερ, εσύ Νέσκενς, εσύ Κρόιφ, εσύ Τοστάο.

Όταν ξύπνησα -περασμένες εφτά- και βγήκα στο μπαλκόνι, τα καζάνια καίγαν ακόμη. Aυτό που έβγαινε από μέσα τους μύριζε υγρασία ανακατεμένη με σκουπιδίλα.  Τα δωμάτια άδεια. Οι πετσέτες και τα μαγιώ τους λείπαν απ’ την απλώστρα. Στη θέση τους άπλωσα σεντόνι και μαξιλαροθήκη. Μπορούσες να ανοίξεις κουβέντα με τον ιδρώτα μου πάνω τους. Άνοιξα το ψυγείο για να βρω λίγο κρύο νερό μα μετάνιωσα πριν καν το πιάσω.

Έξω ο κόσμος καιγόταν. Ο πυρετός του δεν έλεγε να πέσει. Κι εγώ θα σκότωνα για λίγη ζεστή σοκολάτα. Και ένα σακκουλάκι κόκκινες καραμέλες. Με δέκα δραχμές θα έπαιρνα και ρέστα…

χωρίς τετρακυκλίνη *

Για οικονομία λόγου σου λέω -επειδή τον γνώρισα προσωπικά- ότι πιασάρικους προλόγους δεν χρειάζεται η ιστορία, χρόνο για πέταμα δεν έχει κανείς. Αυτό που ξέρω είναι πως την αγαπούσε υπερβολικά, γνωρίστηκαν σε παλιές καλές εποχές, δεν είχε μυαλό έξω απ’ αυτήν, ποτέ δεν καταδέχτηκε να πει μισή κουβέντα σε άλλην όσο ήταν μαζί της. Ακόμη κι όταν κοιμόταν μόνος ή κάναν εξ ανάγκης διακοπές χωριστά, η τελευταία του σκέψη πριν κλείσει μάτια ήταν για κείνη, αυτή ήταν η έμπνευση του, η μούσα του, το σύμπαν του, η ζωή του ολόκληρη. Μιλούσε γι αυτήν και έλαμπε. Ακόμη και μετά από δέκα, δεκαπέντε χρόνια τα μάτια του γυάλιζαν, όταν τα δικά μας θάμπωναν στα τρία-τέσσερα χρόνια μ’ αυτές που διαλέξαμε. Ή μας διάλεξαν.

Όταν διαπίστωνε ότι οι άλλοι γύρω του την αντιμετώπιζαν ψυχρά, συγκαταβατικά και τυπικά, μερικοί δε με έκδηλη αντιπάθεια, έριχνε πάντα το φταίξιμο σ’ εκείνους που δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία της, τις χάρες και την ομορφιά της, όχι σ’ εκείνη. Αυτό στάθηκε αφορμή για να κόψει τις παρτίδες μαζί τους, σχεδόν προσβεβλημένος. Ένας απ’ αυτούς ήμουν κι εγώ.

Από τη μέρα που βρέθηκαν κάτω απ’ την ίδια στέγη τη λάτρεψε. Νέος δεν ήταν, κόντευε τα 32, μα δεν είχε εμπειρία με άλλες εκτός από μερικές βδομάδες ή και μήνες, άνευ σημασίας. Αυτή -έλεγε- ήρθε για να μείνει για πάντα στη ζωή μου. Δεν τόλμησε -βέβαια- ποτέ να τη ρωτήσει, δεν ξέρω να σου πω αν ήταν επειδή φοβόταν την απάντηση ή τη σιωπή της. Τέτοια σχέση παθολογική δεν θυμάμαι ούτε σε βιβλία, μπορεί ο Paolo με τη Francesca, μπορεί ο Κουασιμόδος, ίσως το Φάντασμα της Όπερας, ίσως ο Salim με την Anarkali, πιθανόν σε κάποιο της Μαντά, δεν είμαι δα και κανένα τζάνκι της λογοτεχνίας για να σου δώσω το μέτρο του έρωτα.

Της έδινε δέκα, του επέστρεφε ένα, δυο, τρία, δεν είχε σημασία, έτσι είναι οι μονόμπαντοι έρωτες, δεν βγάζεις ζυγαριά, μεζούρα και δοσομετρητή. Το τι έκανε αυτός είχε σημασία, όχι εκείνη, εκείνη μπορούσε να πηγαίνει και με άλλους αν ήθελε, αυτός την είχε αγαπήσει για όσα του έδινε, όχι για όσα του στερούσε. Όταν τύχαινε να τον πάρω τηλέφωνο κάποιο βράδυ για να βγούμε, η απάντηση ήταν ίδια. «Ρε συ, υποσχέθηκα αφού».

Μετά σταμάτησα να τον παίρνω, κι εγώ και άλλοι. Μαζί της θέλεις, μαζί της μείνε. Ούτε μαθαίναμε τι κάναν οι δυο τους τα σαββατοκύριακα, από την ώρα που της παρέδωσε και τα Σάββατα για μας ήταν ξεγραμμένος. Κι άλλοι αγαπήσαμε, Δευτέρα με Παρασκευή όμως, τα σαββατοκύριακα είναι για τους φίλους και για τις μπίρες και για τα τσίπουρα και τις σάχλες και τα γήπεδα, όλα έχουν ένα όριο, αυτός το πέρασε με την πρώτη προσπάθεια.

Τα πρώτα σύννεφα στη σχέση τους δεν τα είδε. Ήταν πάντα απασχολημένος με τα καθημερινά, τα μικρά, τα ασήμαντα. Όλοι ψιθύριζαν πως κάτι δεν πάει καλά μεταξύ τους, μα αυτός ούτε τις σάλπιγγες της Ιεριχούς, ούτε καν τους Prodigy πρώτη θέση κάγκελα θα άκουγε, όχι ψίθυρους. Όσοι ζηλόφθονοι τόλμησαν να του πουν κατά πρόσωπο «πρόσεχε, μη δίνεσαι τόσο, υπάρχει ζωή και δίχως αυτήν» πνίγηκαν ο ένας μετά τον άλλον σε ένα πηγάδι μέσα του.

Μια Τρίτη ξύπνησε με σπασμούς στην κοιλιά, ένιωθε ναυτία, έκανε τρεις φορές εμετό, πέντε, δέκα, σωριάστηκε στο κρεβάτι σα χολεριασμένος, δεν προσπάθησε καν να τηλεφωνήσει σε κάποιον, ούτε φίλο, ούτε συγγενή, ούτε το 166. Μόνο σε κείνην. «Δεν θα ‘ρθω σήμερα» είπε, «δεν νιώθω καλά, θα συνέλθω μέχρι αύριο, σίγουρα θα είμαι καλύτερα». 

Δεν συνήλθε αλλά σύρθηκε -σκέτο λείψανο- ως εκεί μετά από δυο μέρες, δεν θα την άφηνε μόνη κι απροστάτευτη ανάμεσα σε άλλους που -όσο κι αν μουρμούριζαν για το πόσο ασυμπάθηστη είναι- δεν σκόπευαν να σταματήσουν να τριγυρνάνε ανάμεσα στα πόδια της χτυπώντας κάρτες ή υπογράφοντας πλάι στο όνομά τους σε χοντρά βιβλία. Εκείνη βέβαια ήξερε τα κίνητρα του καθενός, αφελή δεν την έλεγες, ανέκαθεν βολευόταν με όποιον της πούλαγε -ή της δάνειζε, έστω- έρωτα κι ας ήταν πιο ψεύτικος κι απ΄το χαμόγελο του Τζόκερ, ποιός να την αδικήσει;

Μια μέρα η μεγάλη του αγάπη είπε «οι δυό μας τελειώσαμε» και του ζήτησε να μαζέψει τα πράγματα απ’ το γραφείο του. Ούτε έμαθα αν ήταν mano-a-mano με τον «Διευθυντή Ανθρωπίνων Πόρων» ή το διάβασε σε ένα εταιρικό παλιόχαρτο, αν συνοδευόταν με «ευχαριστούμε για την συνεργασία» ή χωρίς κερασάκι, τι μέρα και τι ώρα ήταν, αν είχε ήλιο, αν έβρεχε, αν φύσαγε έξω, αν του έδωσε αποζημίωση αφοσίωσης ή του την χρωστάει ακόμη, όχι πως έχει και σημασία. Για όλους υπάρχει αυτή η μέρα του «απολύεσαι», αν όμως έχεις πρώτα προλάβει να πέσεις με τα μούτρα πάνω στα δεκάωρα και στα δωδεκάωρα, κανένας πλαστικός δεν στα στρώνει μετά. Στο είπα πως έχουμε από καιρό χαθεί, δεν έχω ιδέα πού τριγυρνάει σήμερα για να κολλήσει κανένα γεροντοένσημο, αγνοώ αν θα τον βρεις εδώ τριγύρω ή πέρα απ’ τα σύνορα, μα το ξέρεις, θαρρώ, πως δεν έχουν μεγάλη πέραση στην πιάτσα οι πενηνταπεντάρηδες και τα κουρασμένα, ξεζουμιασμένα CV τους…

———————————

* γραμμένο για το μπαχάρ 3

 

 

wasp me baby

Σφήκες ολόγυρα στην πιατέλα με το κατσικάκι. Και πάνω του, δοκιμάζουν, κόβουν, τρώνε, στρατιά ολόκληρη. Όπως οι Λιλιπούτ πάνω στον Γκιούλιβερ, μόνο που εκείνοι φέρθηκαν πιο πολιτισμένα. Δεν τις σιχαίνομαι τις σφήκες, δεν είναι μύγες. Λατρεύουν τη σάρκα, πιο πολύ κι από πεινασμένο -για γυμνό κορμί- άντρα. Άμα τους πάρεις το φαί δαγκώνουν αλύπητα. Έχουμε κάτι συνωμοτικά κοινό.

Μη τις διώχνεις, ούτε να κάνεις κινήσεις άγαρμπες, μπορεί να σε τσιμπήσουν άσχημα.  Άσε, θα φέρω να κάψεις λίγο καφέ.

Φέρνει δυο κουταλιές ελληνικό, τούρκικο, όπως θες πες τον, μέσα σ’ ένα διπλωμένο αλουμινόχαρτο. Ανάβει τον καφέ με έναν αναπτήρα πλαστικό, της οκάς. Κινέζικο, σίγουρα. Και το αλουμινόχαρτο, κι αυτό από κει μάλλον. Ο καφές ευτυχώς όχι, ακόμη. Θα πελαγώσουμε μετά.

Μυρίζει ωραία. Κάτι ανάμεσα σε παλιό καφενείο και αρχαία χρόνια, τότε που μου ‘δινε η μάνα μου να καταπιώ μια κουταλιά καφέ με στυμμένο λεμόνι, όταν πόναγε η κοιλιά μου και δεν μπορούσα να σηκωθώ από την τουαλέτα. Μετά βγήκαν τα Imodium και τα γιατροσόφια άρχισαν σιγά σιγά να ξεψυχάνε. Τώρα θα ξανάρθουν, σίγουρα θα ξανάρθουν, οι εποχές της ευμάρειας θάφτηκαν μαζί με τη λειψή συνταγογράφηση.

Σκύβω και μυρίζω τον καπνό. Τον χώνω βαθιά στα πνευμόνια, κλείνοντας τα μάτια για να μη δακρύσω, εισπνοή. Τσιγάρο δεν βάζω μέσα, κάτι πρέπει να τα ταΐσω κι αυτά για να νιώθουν πως ενηλικιώθηκαν.

Μπορείς να φας με την ησυχία σου τώρα, μέχρι να σου φέρω και λίγο καρπούζι. Τότε θα έρθουν και οι μύγες. Μυρμήγκια δεν έχουμε πολλά, ένα φου να κάνεις θα φύγουν.

 

Είναι ωραία τα καλοκαίρια, σκέφτομαι. Ακόμη κι αν έχει μόνο ένα πιάτο στο τραπέζι, ποτέ δεν τρως μονάχος σου. Μα τσιμπάει άσχημα ο Ιούλιος κάποιες φορές και σε μεταμορφώνει μέσα σε μια νύχτα σε Struldbrugg. Που μυρίζει αιώνια  ναφθαλίνη και αμμωνία…

μαλάκες

Χήρα, ετών ογδόντα εφτά. Ολογράφως. Φύρα για το κράτος. Ντρέπεται, γιατί ξεπέρασε το προσδόκιμο. Και είναι βάρος, για όλους. Λέει.

Σύνταξη 894 ευρώ. Οκτακόσια ενενήντα τέσσερα. Ολογράφως κι αυτό. Άλλοι -λέει- δεν παίρνουν ούτε τετρακόσια. Μερικοί ούτε καν σύνταξη. Μερικοί δεν έχουν καν δουλειά. Κάποιες μέρες ούτε γάλα για το παιδί παίρνουν. Την κάναν να ντρέπεται και γι αυτό. «Επειδή το βάλατε γινάτι να ζείτε εσείς και να ζείτε με οκτακόσια ευρώ, εσείς που ανάγκες δεν έχετε, δεν περισσεύει τίποτε για τους νέους, ένα βαρίδιο είστε».

Στα νοίκια, επί αιώνες. Όλα πέφτουν, τα νοίκια είναι σκληρά καρύδια, αντέχουν ακόμη. Έφυγε, μετά απο εικοσιπέντε χρόνια, από το προηγούμενο σπίτι γιατί ούτε ένα εικοσάρικο σκόντο δέχτηκαν να της κάνουν, να πληρώνει τουλάχιστον τη συμμετοχή της για τα χάπια της πίεσης. Μετακόμιση στα 86. Νέα ζωή αρχίζει ξανά. Για δυο μήνες ήταν σαν χαμένη στο νέο κουτί. Αλλού πατούσε, αλλού βρισκόταν, ήθελε το βράδι να πάει στο μπάνιο και πήγαινε στην ντουλάπα. Ήθελε να πατήσει το διακόπτη και έπιανε πόμολο. Πήγαινε να ανοίξει τη βρύση στην κουζίνα και άνοιγε το ψυγείο. Τρεις φορές λάθεψε και στο κρεβάτι, ευτυχώς είχε τοίχο δίπλα και την κράτησε όρθια. Το 2011 πλήρωσε τρεισήμισι χιλιάρικα σε νοίκια. Μπορούσε -βέβαια- να πάει να ζήσει σε τριάντα τετραγωνικά στον πρώτο ή σε κανένα δώμα αντί να ζητάει Βερσαλλίες στον τρίτο με εξηνταπέντε τετραγωνικά. Και σε γηροκομείο μπορούσε, βασίλισσα θα ήταν, αν δεν ντρεπόμασταν εμείς. Το σύνδρομο της Βίκης τις στοίχειωσε όλες όμως, νέες και γριές. Στα λούσα και στη χλίδα. Και γι αυτό ντρέπεται.

Πληρώνει ρεύμα, νερά, τηλέφωνο. Και κοινόχρηστα. Επιμένει να έχει ηλεκτρικό, τρεχούμενο νερό και να μιλάει μια στις τόσες με τις κόρες της και την αδερφή της. Να μιλάει, για να νιώθει ότι δεν είναι φάντασμα.

Δεν θα το πιστέψεις αλλά τρώει κιόλας. Έχει δοσοληψίες με τον χασάπη. Τον φούρναρη. Και με το μανάβη. Μια μέρα είδα να της κάνει ντελίβερι και ο μπακάλης της γειτονιάς. Τυρί, γάλα, ρύζι, αλεύρι, έναν πελτέ ντομάτας, μακαρόνια νούμερο 10, πιπέρι, ζάχαρη, δυο κουτάκια μπίρες. «Για τα εγγόνια» που θα ‘ρχόταν να τη δουν. Εκείνη πίνει ελληνικό, μέτριο. Αν ξεχάσει να πει στο μπακαλόπαιδο να φέρει καφέ, πίνει νερό σκέτο. Από τη βρύση και το ψυγείο, μισό μισό. Έχει και ψυγείο. Ένα Κελβινέιτορ σαράντα χρόνων, δεν το αλλάζει. Κανείς δεν της είπε ότι εδώ δεν είναι αρχαία Αίγυπτος, να θάβουν τους ανθρώπους με τα ηλεκτρικά τους μαζί. «Αφού δουλεύει παιδάκι μου, τι με πειράζει η απόψυξη;»

Τα πόδια τσακισμένα, η μέση τσακισμένη, δεν βγαίνει πια έξω, μόνο στο μπαλκόνι για να ρίξει λίγο νερό στις πέντε γλάστρες. Στις μεγάλες ζέστες πλένει και το μπαλκόνι, ξυπόλητη. Τότε μόνο τη βλέπω να ανατριχιάζει από ευχαρίστηση. Τότε που θυμάται τις παλιές μέρες, που έπλενε τη σκάλα στη μονοκατοικία όταν ο ήλιος έκαιγε και μετά έστρωνε τις κουρελούδες για να καθήσει με τις φίλες της, καρπούζι γλυκό, κρύο νερό, γέλια. Της είπα χίλιες φορές «απαγορεύεται να θυμάσαι, δεν σου κάνει καλό». Το είπα και στην κόρη της, «μίλα της, εσένα σ’ ακούει». Δεν μ’ ακούει καμιά τους. Επιμένει να μη ξεχνάει. Αδιόρθωτη. Δεν ντρέπεται να θυμάται, λέει.

Στις είκοσι του μήνα της έχουν περισσέψει σαράντα, άντε πενήντα ευρώ μέχρι να ξαναπληρωθεί. Από τις είκοσι και μετά δεν χρειάζεται τίποτε από ψώνια, «όχι παιδάκι μου, απ’ όλα έχω». Γιατί ξέρει πως λεφτά δεν θα της πάρουμε για ένα ψωρορύζι, λίγα μακαρόνια, μισό κιλό κιμά και τρία φρούτα. Και ντρέπεται. Κι άμα της γεμίσουμε κρυφά -τώρα που μπορούμε κι εμείς- ντουλάπι ή ψυγείο κλαίει. Και κοιτάει στο πάτωμα, εμάς όχι. Ούτε το ταβάνι μπορεί να κοιτάξει, το γαμημένο το αυχενικό την γονατίζει κάθε δεύτερη μέρα. Δεν έχει πια κόκαλα, μια στήλη από άλατα είναι. Η γυναίκα του Λωτ θα έσκαγε απ’ τη ζήλια της.

Χτες της είπαμε ότι πρέπει να πληρώσει τετραψήφιο στην εφορία. Χίλια ευρώ και λίγα κέρματα. Πώς είναι όταν ο γιατρός σου λέει «δεν έχω καλά νέα», έτσι και τώρα. Πρώτα της είπαμε να καθήσει. Δεν κατάλαβε. «Γιατί;» ρώτησε, «δεν έχω ζάλη σήμερα, αφού έπλυνα και τα στόρια, καλά είμαι».

Τώρα θα ντραπεί για τα καλά. Αυτή. Που δεν χρώσταγε ποτέ ούτε ώρα σε άλλους, ούτε φλιτζάνι ζάχαρη, ούτε σπυρί από ρύζι, όχι λεφτά.

Θα ντραπεί, όσο και ο άλλος που ανατριχιάζει και μόνο στην ιδέα ότι θα ξεφτιλιστεί αν μετακινείται με τραμ, με ΚΤΕΛ και τρένα, μαζί με όσους παίρνουν τρακόσια, πεντακόσια, εφτακόσια ή εκατό ευρώ.

Γι αυτό φροντίζουν να ξεφτιλίσουν πρώτα όλους τους άλλους, έναν έναν, μέρα με τη μέρα. Nα τους βάλουν να τρώγονται μεταξύ τους, να ξεφτιλίζονται σαν τις πουτάνες που τρώγονται για τον πελάτη, θαρρείς και δεν ξέρουν πως είτε τον πάρουν είτε όχι πάλι πουτάνες θα είναι. Εννιακόσια ευρώ σύνταξη και ένα στόμα και μιλάς, εμείς που είμαστε δυο με πεντακόσια τι να πούμε δηλαδή; Γι αυτό μας ξεφτιλίζουν έναν έναν, όλους, μέχρι τον τελευταίο. Για να είναι η δική τους ξεφτίλα μικρότερη. Η πρώτη και μοναδική φορά που ζητάνε κάτι λιγότερο, κάτι μικρότερο, κάτι ευτελέστερο. «Ξεφτιλισμένοι ναι, αλλά εσείς περισσότερο. Είτε το θέλετε μαλάκες, είτε όχι,  εμείς πάντα θα είμαστε από πάνω. Πάντα. Επειδή εσείς μας βάλατε από πάνω. Ξεφτιλισμένοι μια εμείς, χίλιες εσείς. Μαλάκες, ε μαλάκες».