being Hoshi Sato

being Hoshi Sato

Σταφιδόψωμο και φραπέ, στο μπαλκόνι.

Εννιάμιση η ώρα, Κυριακή πρωί, αρκετά νωρίς για να ιδρώνεις, αρκετά αργά για να κρυώνεις, τα πόδια μου όμως μπουμπουκιάζουν συνέχεια. Τα χαϊδεύει κοιτάζοντας αφηρημένος τις τέντες απέναντι. Αντί να ζεσταθούν, το χνούδι τους σηκώνεται κι άλλο. Παράξενα είναι τα πόδια μας, αντιμιλάνε όμορφα ακόμη κι όταν αρχίσουν να βγαίνουν για ένα ποτό με την χαλάρωση και την κυτταρίτιδα, πριν αγαπηθούν μ’ αυτές και συγκατοικήσουν μόνιμα. Ίσως  και να ‘ναι πιο όμορφα τότε, αφού είναι πιο σοφά μετά από τόσα χέρια που τα ακούμπησαν ή δεν τα άγγιξαν καν.

Εδώ και μερικές βδομάδες γράφει συνέχεια τα σαββατοκύριακα και μερικά βράδια ενδιάμεσα. Τον ρώτησα «τι;» , είπε «θα δεις όταν τελειώσει». Προχτές εκεί που πληκτρολογούσε με ρώτησε, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του, «τι αυτοκίνητο είπαμε ότι είχε ο Γιάννης;». Έκανα μισόν αιώνα να καταλάβω για ποιόν μιλούσε, πού τον θυμήθηκε αυτόν; Καλά, δεν πειράζει, απάντησε, θα βάλω ο,τι να ‘ναι, ή Σέατ ή Φίατ είχε.

 

Είναι καλός. Με τον τρόπο του. Όταν είναι «εδώ». Συνήθως δεν είναι.

Δεν σταμάτησε να χαϊδεύει τα πόδια μου. Το χέρι του πήγε πιο ψηλά, του το κατέβασα, «αν θέλουν οι γείτονες να τον παίξουν πρωινιάτικα ας δουν τα μπούτια της γυναίκας τους, σοβαρέψου λίγο».

«Κανείς δεν τον παίζει βλέποντας τα μπούτια της γυναίκας του», είπε.

Δίκιο είχε. Με τα πόδια από τις γυναίκες των άλλων κάτι γινόταν όμως.

 

Φύσηξε, οι τέντες πήγαν πέρα-δώθε, οι κουρτίνες βγήκαν βόλτα έξω. Ο καφές μας φάνηκε πιο δροσερός. Λέξη δεν είπαμε, πώς να συνεννοηθούν δυο όντα από άγνωστους πλανήτες. Συνενοηθήκαμε  όμως με τις σκέψεις, μεταφρασμένες και καθαρογραμμένες απ’ τον Universal Translator που κρατούσε το έμπειρο -στην άγνωστη ορθογραφία- χέρι του Hoshi Sato στο Σταρ Τρεκ.

«Λενάκι, ωραία είναι εδώ»

«Ωραία, ναι. Πάντα τα λάτρευα τα μπαλκόνια. Μια μέρα να πάμε διακοπές σ’ αυτά, θέλω να μου το υποσχεθείς»

«Θα το κάνουμε κι αυτό. Θέλεις κι άλλο γάλα στον καφέ;»

«Όχι, μείνε δίπλα, μη φεύγεις, σφίξε με. Σφίξε με μαλάκα κι ας ξέρω ότι το μυαλό σου έχει βγάλει εισιτήριο γι’ αλλού»

————–

(απόσπασμα από τις “Αρχαίες Γυναίκες”)

 

 

 

34,5º C

προχώρησε  δυο  μέρες  μπρος

να  δείχνει  το  ημερολόγιο  1η  Ιουλίου  2012

συγχαρητήρια που έφτασες ως εδώ. τώρα πήγαινε τρία χρόνια πίσω χωρίς να περάσεις απο την αφετηρία

drowning by numbers

Απέναντι απ’ τη θάλασσα, μετρώντας ρουφηξιές απ’ τα τσιγάρα, γουλιές απ’ τις μπίρες, μπουκιές από ένα κουλούρι με λίγο κασέρι στα σωθικά του, τις μικρές γραμμές από τις ευρυαγγείες στην πλάτη της. Από παραδίπλα πού και πού ακούς αχνές μουσικές σε τρία τέταρτα, ελεκτροτάνγκο με φόντο ένα δισεκατομμύριο αποχρώσεις του Pantone 2995C, πάνω, κάτω, απέναντι, μέσα. Ρίχνεις μιαν αφηρημένη ματιά στο μαγιώ σου. Μετράς τις μπλε και άσπρες ρίγες πάνω του, ζαλίζεσαι, τα παρατάς. Μετά υπολογίζεις ως πού θα απλώσεις τα πόδια σου για να μη βγουν απ’ τη σκιά, σκέφτεσαι σε πατημασιές -νούμερο σαραντατρία μισό- την απόσταση που σε χωρίζει από το νερό, κάνεις μια γρήγορη άσκηση περίθλασης με το ενσωματωμένο σου λέιζερ για να ξέρεις πόσες απλωτές θα χρειαστούν μέχρι να βρεις τον ορίζοντα. Απελπίζεσαι. Αρχίζεις να μετράς κύματα. Στα ογδονταέξη σταματάς.

Το νούμερο ογδονταεφτά σου αναβοσβήνει τα φώτα, έτσι όπως πέφτει ο ήλιος πάνω του. Μετράς ένα, δυο, τρία, τέσσερα, εφτά, οκτώ, καίγεσαι, πας να το συναντήσεις σαν αδέξιος αναστενάρης. Ξεψυχάει μπρος στα πόδια σου, το χάνεις, άργησες. Σηκώνεις τα μάτια, τυφλώνεσαι, σε μισό λεπτό έρχεται το ογδονταοκτώ. Θα πάρεις αυτό, κι όπου σε βγάλει. Aφήνοντας τους αριθμούς -που δεν βγαίνουν πια- πίσω.

————-

στο πηγαινέλα, στο σιντί έπαιζε αυτό . κι ο αέρας το ίδιο έπαιζε

αρχαίες γυναίκες

Ξεκίνησα να διαβάζω την «Ώρα του Λύκου» στo τέλειωμα της σελίδας υπ’ αριθμόν 125 αλλά με το που πήγα να προχωρήσω στην 126 τα δάχτυλά μου αρνήθηκαν, θυμήθηκα κάτι, σταμάτησα και ξαναπήγα πίσω στα βινύλια, όχι στην πλατεία Αβησσυνίας αλλά στο νησί εδώ απέναντι, παραμονή Αγίου Πνεύματος, πριν εικοσιπέντε, ίσως και παραπάνω, χρόνια. Προσπαθώ να τα στρογγυλέψω, μπορεί να ήταν και εικοσιεφτά, μπορεί εικοσιτρία. Πολλά πάντως.

Τόσα πολλά για να μη θυμάμαι πώς βρεθήκαμε σε ένα μπαρ χωμένο πίσω στη Χώρα, μπρος σε μια πλατεία τσιμεντωμένη και άδεια, τρία πουρνάρια και μια προτομή είχε όλη κι όλη που ήταν μουσκίδι, έσταζε η μύτη του, αύριο θα ήταν πουντιασμένος ο ήρωας. Ψέματα, είχε και δυο πράσινα παγκάκια δεξιά κι αριστερά της για να φυλάνε σκοπιά τα λόκαλ γερόντια, σαν δεν έβρεχε. Πιο προβλέψιμοι κι απ’ τα σαλιγκάρια. Άσχημο μέρος, άσχημη μέρα.

Από την ώρα που βγήκαμε απ’ το καράβι έβρεχε, σταματούσε, ξανάβρεχε, λίγη βροχή ακόμη και θα πήγαινε στράφι το αυριανό -πρώτο- μπάνιο, τσάμπα οι ξυρισμένες γάμπες και  τα όνειρα για ούζα στις αλυκές, εκείνη τη νύχτα άστρα από πάνω δεν είδαμε, πίναμε, καπνίζαμε και ακούγαμε, μετά το τρίτο four roses βαρέθηκα στο τραπέζι μας, πήγα στη μπάρα κι άρχισα να  παίζω κόντρες ποτά με έναν ξιπασμένο ντιτζέι που τον ανέβασαν -λέει- απ’ την Αθήνα, έχασε πέντε, στο έκτο είπε «όλα ή τίποτε, πάει;», αν το ‘βρισκα μας κερνούσε όλους, αν έχανα πλήρωνα και το δικό του, «βαλ’το»

το ‘βαλε

I’ve gone down the river of sadness..

τον είδα να χαμογελάει, ήδη σήκωνε το πόδι του για το βάθρο, απ’ αυτά που έχουν μόνο νούμερο 1

..and I’m tired of leaving and leaving, I can’t come back no more

 

..φωνή χάλια είχα από τότε, πολλά διόρθωσα, πολλά στράβωσαν, αλλά ούτε τα φάλτσα, ούτε τον Jeffrey Lee πρόδωσα. Η αλήθεια είναι  οτι κοιτούσα τη βροχή έξω απ’ το παράθυρο όταν τραγούδαγα τα στιχάκια, οι ματιές μας δεν διασταυρώθηκαν, δεν το ‘θελα, λίγο το βαρύ κεφάλι, λίγο επειδή ντρεπόμουν, ένιωθα σαν τους μαλάκες στο σχολείο που κορδωνόντουσαν λέγοντας το παρακάτω μάθημα, τα έξη κερασμένα όμως μια χαρά την ξεπλέναν τη ντροπή.

Κατέβασε το πόδι, χάθηκε το βάθρο, άρχισε να σκαλίζει δισκάκια, δεν ακούγαμε πια τραγούδια, Κολοσσαίο το κάναμε το μπαρ, «ασ’ το» του είπα, «στο τέλος θα με βάλουν στο πρώτο πρωινό και θα με ξαποστείλουν πίσω γιατί πέρασα όλη τη βραδιά μαζί σου»,  πήγα να τον λυπηθώ γιατί δεν θα έπαιρνε μεροκάματο αλλά μάλλον εμάς έπρεπε να λυπηθώ γιατί σίγουρα θα μας πότιζε με κερασμένες μπόμπες, του ‘γνεψα «ευχαριστώ», κούνησε το κεφάλι του σα να ‘λεγε «γάμησέ μας κι εσύ νυχτιάτικα», πήγα στο τραπέζι, μάλλον είχαν μούτρα, πού να θυμάμαι σήμερα, αλλά τα κερασμένα κερασμένα, αυτά όλοι τα θυμούνται μέχρι σήμερα.

Θυμάμαι κι άλλα.

Όπως το ότι κάποια στιγμή βγήκαμε στη βροχή, σκεπάσαμε τις πλάτες και τα κεφάλια των κοριτσιών με τα φτηνά φουτεράκια μας, τρέξαμε μέχρι το ξενοδοχείο με το γυναικείο όνομα, βίλα τάδε, νικολέτα, κατερίνα, αλεξάνδρα, κάτι τέτοιας ράτσας, ξεκλειδώσαμε τα δωμάτια με τα σουηδικά έπιπλα, πετάξαμε τα βρεγμένα στην μια και μοναδική καρέκλα και πηδηχτήκαμε πάνω σε σεντόνια κρύα, που μύριζαν ΟΜΟ, ντουλαπίλα και υγρασία. Εδώ στο βορά η σαιζόν αργεί να χτυπήσει κάρτα.

Κάποια στιγμή χτύπησε την πόρτα η Τ., είχε τελειώσει το αγροτικό της στο διπλανό δωμάτιο, είμαι σίγουρος ότι την άκουσα όταν έχυνε αλλά ήμουν πολύ νυσταγμένος για να εντυπωσιασθώ, σύρθηκα κι άνοιξα, «μη μου πεις ότι κοιμάστε ρε» ψιθύρισε,  «κοιμάται, εσύ βρυκολάκιασες βλέπω», «κι ο άλλος ροχαλίζει, θα’ ρθεις στον κήπο για ένα τσιγάρο;», πήγα πίσω της κλείνοντας όσο μπορούσα πιο αθόρυβα την πόρτα, είχε γυμνά πόδια, τσόκαρα scholl κι ένα πουκάμισο -του αλλουνού- από πάνω, κάναμε μισό πακέτο μάρλμπορο, η βροχή είχε σταματήσει αλλά άστρο ούτε για δείγμα, δεν θυμάμαι τι λέγαμε, μόνο ότι κρύωνε και κάποια στιγμή είπε «πάγωσα ρε χαμένε, πιάσε με» και όταν την αγκάλιασα -προσεκτικά, σχεδόν προστατευτικά- ο λαιμός της μύριζε το ίδιο αφρόλουτρο που μύριζα κι εγώ και τα ξανθά μαλλιά της μύριζαν ωραία κι αυτά. Νομίζω πως οι άκρες απ’ τα δάχτυλά μου αγγίξαν τα πόδια της, ψηλά, μια σπιθαμή απ’ το εσώρουχο, και έμειναν εκεί πολλήν ώρα, νομίζω. Όχι, δεν νομίζω, σίγουρος είμαι. Το μυαλό μου μπορεί να μη θυμάται πια, το δέρμα, τα δάχτυλα αποκλείεται να λαθεύουν.

It’s payback time punks

Στο νοσοκομείο, πανεπιστημιακό, στη γειτονική πόλη. Το ταμείο έχει εβδομηνταδυο χιλιάδες ευρώ, that’s it. Οι προμηθευτές γύρισαν την πλάτη. Oι γιατροί σήκωσαν μανίκια. Μα χίλιους όρκους να κάνεις σε όλους τους Ιπποκράτηδες του κόσμου, ακόμη και με το διάβολο να συμμαχήσεις (ο Θεός έχει πάρει ρεπό διαρκείας σ’ αυτή τη χώρα) χίλιοι ένας θα πάνε άκλαφτοι. Το δικαίωμα να πεθάνεις με την ελάχιστη δυνατή αξιοπρέπεια έχει ανασταλεί επ’ αόριστον. Θα πεθάνεις με πίκρα ατελείωτη που θα γίνει διπλή γιατί δεν θα κατορθώσεις πεθαίνοντας να σώσεις από τον αναλφαβητισμό -ή από γαστρεντερίτιδα-  ένα εννιάχρονο στο Νίγηρα. Ούτε έναν σοβαρό ακτιβισμό θανάτου μπορείς να επιχειρήσεις.

Kυριακή πρωί, μετράς αποδείξεις, μια μια, όσο ψήνονται οι πατάτες και τα μπιφτέκια, ψήνεσαι κι εσύ. Τις καταχωρείς, μια μια. Ένας στους τρεις θα είναι άνεργος πριν τελειώσει το 2012. Διακόσια ευρώ μείον από πέρυσι τον Οκτώβριο, αυξημένη παρακράτηση φόρου. Άλλα τετρακόσια μείον  από τον Απρίλιο, είτε ο Βενιζέλος σε κάρφωσε στους τροικανούς είτε ο Δασκαλόπουλος, τι σημασία έχει πλέον αν έβαλε ο Αρτέμης Μάτσας ή ο Δήμος Σταρένιος το πλην στην αφαίρεση. Ένας στους τρεις θα είναι άνεργος πριν τελειώσει το 2012. Κάνει ρεύμα, μια απόδειξη ξεφεύγει, τη μαζεύεις απ’ το πάτωμα, αμόλυβδη, 70 ευρώ, τη βάζεις δίπλα σε μια άλλη που λέει Χόντος σέντερ 26 ευρώ, πάνω σε μιαν άλλη που γράφει νάικ φάκτορυ άουτλετ 18 ευρώ. Όλα τα γούστα εδώ πληρώνονται, καταχωρημένα ένα ένα. Ένας στους τρεις θα είναι άνεργος πριν τελειώσει το 2012. Τελειώνεις με τις καταχωρήσεις, συμπληρώνεις άδεια τετράγωνα, πληκτρολογείς αριθμούς, κάνεις save, πατάς enter, κοιτάς την οθόνη. Βλέπεις ένα ερείπιο που μοιάζει ντεκόρ απ’ το Στάλκερ μα απ’ το -χωρίς τζάμι- παράθυρο μπαίνει ήλιος, άμμος, ζέστη, σαράντα υποσαχάρια μαυράκια στριμωγμένα σε δέκα μισοδιαλυμένα θρανία σε κοιτάζουν χαμογελαστά, με ευγνωμοσύνη. Μόλις τους χάρισες ένα καινούριο κουτί με κιμωλίες που κοστίζει ενάμιση χιλιάρικο αλλά χαλάλι.

Πρωί, στη διαδρομή για τη δουλειά. Κάνει κρύο, βρέχει επί μια βδομάδα, κάθε μέρα, βγαίνει ο Μάιος και οι άνθρωποι κυκλοφορούν ακόμη με χοντρά μπουφάν και βλέμμα μουσκίδι, πάω στοίχημα πως αν έρθει ο Αύγουστος μπορεί να βγουν τα πανωφόρια αλλά μάτια δεν στεγνώνουν όσο κι αν τα απλώσεις στον ήλιο . Μετράω κλειστά μαγαζιά από τη στροφή μέχρι τα φανάρια, εφτά σε εκατό μέτρα. Ένα κάθε 14,285 μέτρα. Στον από κάτω δρόμο είναι ένα κάθε 6,523. Όταν η διαίρεση βγάλει αριθμό μικρότερο από το 3, τότε κάποιοι, κάπου, ίσως στη Niamey, ίσως στο Βερολίνο, ίσως στη Washington, θα ευημερήσουν. Αυτό λένε τα εγχειρίδιά τους, αυτό λέω κι εγώ, δεν μπορώ να σκεφτώ πολύπλοκα πριν πιω καφέ, ας είναι και άθλιος.

Συζητάμε χτες βράδι, μπαινοβγαίνοντας στο μπαλκόνι για να καπνίσουμε, είναι ωραίο να καπνίζεις έξω όταν βρέχει, με ένα φούτερ στους ώμους, ακούς τις ψιχάλες, ακούς τον καπνό, μερικές φορές -αν δεν επιμένεις να μιλάς, γιατί να μιλάς όμως; – μπορεί ν’ ακούσεις και την καρδιά σου την ίδια γιατί πάει καιρός πια που δεν είναι απασχολημένη με αλλότρια και δεν παίρνει τους δρόμους για να βρει άλλες της ράτσας της. Λούφαξε και καλά έκανε. Mου βάζει μπίρα με αφρό, «μήπως θες κρασί;», «όχι, καλή είναι η φιξ, άλλωστε μπαίνει Ιούνιος σε λίγο, καλοκαιριάζει», πιάνουμε μια γωνιά στο μπαλκόνι, εκεί που μπάζει λιγότερο, κανείς δεν μιλάει, μόνο ένα «όμορφα είναι» που και που, μεγάλο ψέμα, εθιστήκαμε στις ψευτιές γιατί είναι πάρα πολύ άσχημη η αλήθεια, τίποτε δεν είναι όμορφο βράδυ Κυριακής όταν βρέχει και το θερμόμετρο δεν λέει να ξεκολλήσει απ’ το 14.

Μετά μπαίνουμε μέσα. Τα πιάτα μπροστά μας μένουν ανέγγιχτα, ντρέπομαι να φανώ αγενής, κόβω μια μπουκιά απ’ το ψωμί και απλώνω το χέρι μου να πάρω ένα κομμάτι κασέρι. Εκείνη μου λέει για το πεντάχρονο μιας κοινής μας γνωστής που είχε ζαλάδες και πόνους στο κεφάλι. Μου λέει πως το πήγαν για μαγνητική. Μου λέει πως βγήκαν τα αποτελέσματα. Μου λέει. Αφήνω τη μπουκιά στο πιάτο, ξαφνικά δεν έχω όρεξη για τίποτε παρά μόνο να φύγω τρέχοντας για το σπίτι, να αγκαλιάσω τα παιδιά. Γιατί μερικές φορές είναι πάρα πολύ όμορφο ένα βράδι Κυριακής που έξω βρέχει, το θερμόμετρο δεν λέει να ξεκολλήσει απ’ το 14 και εσύ μπορείς να πας στα δωμάτιά τους, να τους χαϊδέψεις τα μαλλιά και να τους πεις με σίγουρη φωνή, χαμογελαστός, σαν βράχος του σπιτιού «μη φοβάστε τίποτε, εγώ πλήρωσα τους φόρους για όλους μας και θα ξαναπληρώσω όσες φορές χρειαστεί». Ελπίζοντας πως δεν θα χρειαστεί να κάνουν μαγνητική στην ψυχή μου γιατί θα γίνουν κομμάτια μ’ αυτό που θ’ αντικρίσουν.

Μέσα σ’ αυτό το ζόφο ψάχνω να βρω τι έκανα λάθος. Και τι λάθος μπορώ να κάνω για να το διορθώσω, μια κι έξω. That’s right.

1,2,3,4, you haunt me

Μέσα σε έξη ντουβάρια, στην αίθουσα αναμονής ενός ιατρείου. Τέσσερα ολόγυρα, ένα πάνω, ένα κάτω. Όσο περιμένεις με τις εξετάσεις στα χέρια, είσαι χωμένος μέσα σ΄ένα σπιρτόκουτο, από κείνα τα παλιά, του μονοπωλίου. Όχι σαν καμένο σπίρτο αλλά σαν μπίζος, σα μια φοβισμένη χρυσόμυγα που τέλειωσε το νούμερό της και ξαναμπήκε για ανάπαυση μέχρι την επόμενη παράσταση. Αν ο άνθρωπος με τα άσπρα -λίγοι φοράνε άσπρα πια, μάλλον για να μη σε τρομάζει το φως πάνω τους- έχει καλά νέα (μετά από κείνη τη σιωπή, κοιτάζοντας πορίσματα και αριθμούς, που κράτησε περίπου τριανταοκτώ χιλιάδες χρόνια), ο μπίζος ξαναβγαίνει απ΄το κουτί του, ανοίγει την πόρτα, τρυπώνει στο ασανσέρ, βγαίνει στον ήλιο και παίρνει ανάσα. Ακόμη μια κάλπικη πτήση, η μια άκρη της κλωστής δεμένη στο δάχτυλο, η άλλη λίγο κάτω απ’ το κεφάλι του. Ένα, δυο λεπτά, ένας μήνας, τρεις, τέλος, κουτί ξανά, αριθμοί και διαγνώσεις ξανά. Κι εσύ εκεί, στο τοσοδούλικο κουτί,  ξύνοντας τα χαρτόνια με τα πόδια, γυρισμένος με την κοιλιά προς το θεό των εντόμων, εκλιπαρώντας να ξυπνήσεις μια μέρα και να λείπει αυτή η κλωστή από πάνω σου. Μπας κι ανοίξει μια μέρα το σπιρτόκουτο και θυμηθείς πώς πετάνε, χωρίς να σε βαραίνουν οι διαγνώσεις και οι αριθμοί.

Ανέκαθεν το πρόβλημα ήταν οι αριθμοί, το ‘μαθες στο δημοτικό, το τελειοποίησες με τον καιρό. Πνίγεσαι με αριθμούς, πεθαίνεις με αριθμούς, πεινάς με αριθμούς, σε κυβερνάνε με αριθμούς, σε πουλάνε με αριθμούς, μ’ αυτούς σ’ αγοράζουν κιόλας. Ακόμη κι αν λείψουν οι άνθρωποι, οι αριθμοί θα ζουν, είναι απέθαντοι οι αριθμοί. Μέσα σε έξη ντουβάρια, σε τέσσερα, σε δυο μέτρα, six feet under λέγαν οι παλιοί και δεν τους πίστευες. Θα πληρώνεις ακριβά τους αριθμούς ως το τέλος. Αν όχι εσύ, θα πληρώσουν οι άλλοι που αφήνεις πίσω, θα σε κρατάνε σε μια κορνίζα 20Χ10, σε ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο με πολαρόιντ 3,5 Χ 4,5 ίντσες, σε ένα στικ 8GB, σε ένα βιβλίο με 348 σελίδες, σε ένα ρούχο που σου αγόρασαν το 1998, σε ένα ζευγάρι πράσινα σταράκια νούμερο 40, σε μια 90ρα κασέτα, σε έναν αριθμό κινητού που έμεινε σιωπηλός, σε ένα 24ρι AGFA με 100 ASA που δεν εμφανίστηκε ποτέ, σε δέκα κουβέντες που δεν ειπώθηκαν, σε πεντέξι λέξεις που έγδαραν, σε ένα εισιτήριο ΚΤΕΛ με επιστροφή που έγραφε τρεις χιλιάδες δραχμές. Στο τέλος θα μείνεις ένας αριθμός, ωραία χαραγμένος. Ετών 47. 70. 64. 86. 32. 19. 51. 12. 78. Σαν συνδυασμός για ν’ ανοίξει το σπιρτόκουτο. Μπας και πετάξεις.

Μα το πρόβλημα με τους αριθμούς είναι απλό στη διατύπωσή του. Και στη λύση του. Λύση δεν υπάρχει, είναι στοιχειωμένη. Είναι εχθρός σου τα μαθηματικά. Όσο μεγαλώνεις, τόσο τα καλοκαίρια δυσκολεύουν. Με πίεση 15,5 πώς θα γλύψεις το αλάτι από κάθε πόρο στο δέρμα της αν δεν έχεις και τα 40ρια Lasix μαζί ;

μια πολύ διδακτική ιστορία

Λοιπόν, ήταν κάποτε ένας βοσκός που είχε ένα κοπάδι με αρκετά πρόβατα και ένα μαντρί έξω από το χωριό του. Κάθε πρωί, οδηγούσε τα πρόβατα σε ένα καταπράσινο λόφο κοντά στο μαντρί και τα άφηνε να βοσκήσουν με την ησυχία τους.

Συνήθως περνούσε την ώρα του παίζοντας με τα mpτρία του , αλλά να που μία μέρα τα ξέχασε στο μαντρί. Μην έχοντας τι να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μία φάρσα στους συγχωριανούς του. Ανέβηκε λοιπόν σε ένα βράχο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρων τα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια.» Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ότι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν να βοηθήσουν τον βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημα τους. Ξύπνιος.

Ο βοσκός, όπως φαίνεται, το βρήκε πολύ αστείο αυτό που έκανε, αφού το επανέλαβε κάνα δυο φορές ακόμα και κάθε φορά οι συγχωριανοί του έτρεχαν οι ψυχοπονιάρηδες να τον βοηθήσουν. Να όμως που μια μέρα, μια αγέλη πεινασμένων λύκων όρμησαν στο κοπάδι του βοσκού και άρχισαν να το ξεκληρίζουν. Τρομαγμένος ο βοσκός έβαλε τις φωνές και καλούσε σε βοήθεια: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρων τα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια.» Κανείς όμως δεν πήγε να τον βοηθήσει αφού όλοι νόμιζαν ότι για άλλη μια φορά ήθελε να γελάσει μαζί τους. Ψυχοπονιάρηδες αλλά όχι αχμάκηδες.

Εκείνη την φορά οι μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι. Βρήκαν πρώτης τάξεως φαγητό, αυτό που βρήκαν τέλος πάντων, και το έφαγαν με την ησυχία τους. Μόνο ένας άνθρωπος εκεί κοντά κάτι φώναζε αλλά όπως είναι γνωστό οι λύκοι δεν γνωρίζουν την ανθρώπινη γλώσσα για να καταλάβουν τι έλεγε και έτσι συνέχισαν ανενόχλητοι το φαγητό τους μέχρι που δεν έμεινε κόκκαλο άγλυφτο.

 

 

(μια, δυο, τρεις, στο τέλος οι λύκοι έχουν πάντα δίκιο)

 

 

 

απελπισία εσωτερικών χώρων *

Δίκιο έχει. Τα άπλυτα σώψυχά σου βρωμάνε κλεισμένα σε τέσσερα ντουβάρια. Συν το ταβάνι πέντε. Λίγα. Αλλά κορσές.

Οι τοίχοι νοτίσαν, τα πατώματα γλίτσιασαν, οι καναπέδες γέμισαν άσπρες τρίχες και αποθαμένα κύτταρα, οι κουρτίνες ζέχνουν, το ακουστικό απ’ το τηλέφωνο κιτρίνισε, τα πόμολα σιχαίνεσαι να τ’ ακουμπήσεις. Παντού πεταμένα, σκόρπια ουφ, λέξεις, σκέψεις. Που μυρίζουν ψόφιο χειμώνα. Aπό πού και πώς τα πιάσεις χωρίς να βγει ως τα γόνατα το στομάχι σου και το πρασινοκίτρινο μέσα του πλημμυρίσει τα γδαρμένα δρύινα, το χωλ και τα ασκούπιστα χαλιά;

Τουλάχιστον -λες- να ‘ρθει η άνοιξη να ξερνάμε τη μαυρίλα μας πάνω στα χαμομήλια, τις παπαρούνες και κάτω απ’ τις αμυγδαλιές. Για να δούμε πόση μετάλλαξη, πόσο spleen θ΄ αντέξει κι αυτή μέχρι να πει «γαμιέστε όλοι σας υποκριτές, αφού το ξέρω ότι το μόνο που θέλετε είναι ν’ αδειάσω γρήγορα τη γωνιά για να ‘ρθει καλοκαίρι. Ισκαριώτες…».

 

* κοπιράιτ ολντμπόι

———

εικόνα : Εrwin Olaf , “Hope”

κρύο

Ήλιος και παγωνιά, στη διαδρομή για τη δουλειά το πρωί σκεφτόμουν -το τολμώ κάποιες φορές, ο απερίσκεπτος- ότι η δημόσια εκδήλωση ευαισθησίας, έργω ή λόγω, είναι πλέον αποκηρυγμένη απ’ όλους. Σαν τον σατανά. Απεταξάμην. Δεν μιλάω γι αυτήν που έχει αποδέκτες πολλούς αλλά για κείνη που στοχεύει σε έναν, σε δυο, σε μετρημένους. Που σημαδεύει μάτια, στόματα, μαλλιά, πόδια. Οι άνθρωποι φοβούνται να αφήσουν το καλό να μπει μέσα τους. Διστάζουν να δώσουν μια γωνιά σε σκέψεις που δεν έχουν δεσμούς με τρομαχτικούς αριθμούς. Πιο σωστά : φοβόμαστε, διστάζουμε. Δεν είναι πρέπον τέτοιες εποχές να δείχνεις κατώτερος των περιστάσεων. Oύτε ν’ ανοίγεις την πόρτα, έστω για πέντε λεπτά τη μέρα, να τρυπώσει στο μυαλό σου ο,τιδήποτε άλλο πέρα από οργή, αγανάκτηση, λύσσα, κακία, πίκρα, πόνο, φόβο, πανικό, άγχος, τυφλό θυμό και μια λίστα από αμέτρητες απώλειες.

Δεν είδα κανέναν να τολμάει να ξεστομίσει ή να γράψει “κουράστηκα, πάρε με μια αγκαλιά να ξεχαστώ λίγο, έστω λίγο”. Και οι αγκαλιές, ανεξάρτητα απ’ τα χέρια που τις φιλοξενούν, ορφανές κι αυτές. Μπορεί να φταίνε οι άνθρωποι που συναναστρέφομαι, μπορεί κι εγώ, σίγουρα εγώ. Τα χέρια μας κολλημένα πάνω στα πλευρά μας, δεν ανοίγουν, δεν απλώνονται, δεν σφίγγουν, δεν νιώθουν. Πτωχευτική παράλυση. Μη κουράζεσαι, σε καμιά ιατρική βιβλιογραφία δεν θα τη βρεις, ζούμε σε καιρούς που θα γράψουμε για καινούριες παραλυσίες, απ’ την αρχή, απ΄το α.

Σήμερα οι άνθρωποι που αγαπούν κι αυτοί που ποθούν, διστάζουν να βάλουν τον άλλον να γείρει στο στήθος τους. Διστάζουν να ζητήσουν να γείρουν αυτοί. Μη σου πω και τριστάζουν. Όπως tristesse.

φράχτης

Οι άνθρωποι είναι μπερδεμένοι. Βλέπουν έναν τοίχο απέναντι και δεν ξέρουν, δεν είναι σίγουροι, αν τον έφτιαξαν αυτοί οι ίδιοι ή σιγά-σιγά τον χτίσαν άλλοι, δουλεύοντας σιωπηλά τις νύχτες,  όσο αυτοί κοιμόντουσαν, αρρώσταιναν, δούλευαν, πίναν, ταξίδευαν, πέθαιναν, τρώγαν ή κάναν έρωτα. Σιωπηλά, σχεδόν μουγκά, τις νύχτες. Για να μην ενοχλήσουν τους ανθρώπους που χτίζαν τον φράχτη.

Εκτός από μπερδεμένοι, είναι και φοβισμένοι. Βλέπουν έναν τοίχο απέναντι και δεν ξέρουν, δεν είναι σίγουροι, τι υπάρχει πέρα απ’ αυτόν. Αν δηλαδή τα δεινά τους θα τους συντροφεύουν στην από δω πλευρά ή τα χειρότερα κρύβονται από κει πίσω.

Στους απελπισμένους έχω πίστη. Σ’ εκείνους που οι υπερθετικοί του καλού και του κακού, τους είναι αδιάφοροι, ασήμαντοι, ανύπαρκτοι, κενοί νοήματος και ουσίας. Έχω πίστη σ’ εκείνους τους πεινασμένους που θα ψάξουν να βρουν λίγα ψιχουλάκια ελπίδας, ακόμη κι αν χρειαστεί να γκρεμίσουν το φράχτη με τα νύχια τους, αφήνοντας κομμάτια από τη σάρκα τους, απ’ την ψυχή τους την ίδια πάνω του. Σαν strange fruits, που ‘λεγε και η Billie.

mixtape

Αγαπημένε μου Γ,

τα πρωινά της Κυριακής το ‘χω χούι να σκαλίζω σελίδες με ζόρικες συνταγές. Άσκοπα. Δεν το ‘χω αμανάτι να φτιάξω κάτι, ούτε χρήματα περισσεύουν για να το αντιγράψω απ΄ την εικόνα του. Γιατί ξεφυλλίζεις; θα μου πεις. Πες το διαστροφή, πες το eye porn, πες το ζήλια γι αυτά τα ποιηματάκια που φτιάχνουν άλλοι. Εγώ ούτε ένα στιχάκι πλέον. Μερικές φορές ξεχνιέμαι ξεφυλλίζοντας κι ο καφές κρυώνει. Αυτό σημαίνει ότι μόνο όταν ψυχραίνει ο καιρός μπορεί να βγάλω μέσα απ’ τα ντουλάπια κατσαρόλες, ταψιά και τηγάνια και να τα γεμίσω με ο,τι βρω. Καλοκαίρι και άνοιξη δεν χρειάζομαι manual για να βάλω σε τάξη δυο φέτες ψωμί, μια πρασινάδα και λίγο κρέας ή τυρί ανάμεσά τους. Γι αυτά λεφτά υπάρχουν, ως εκεί.

Όσην ώρα ανοιγοκλείνω ντουλάπια, ράφια και ψυγείο για να ανακουφιστώ βλέποντας μέσα τους τα λιγοστά υλικά της αρχαίας ευζωίας μου, στον απέναντι τοίχο φυτρώνουν μουσικές. Τις βλέπω να μεγαλώνουν, να σκαρφαλώνουν ως το ταβάνι, τύφλα να ‘χει η Λίντα Μπλερ, κι από κει να παίρνουν φόρα και να χυμάνε μέσα μου, σιγά το δύσκολο δηλαδή, συνθηκολογημένος ήμουν ανέκαθεν έτσι κι αλλιώς. Στο λέω εξ’ αρχής αν και συ το ξέρεις ήδη, δίχως τις μουσικές η συνταγή, κάθε συνταγή, είναι αποτυχημένη, ακόμη κι αν πρόκειται για μια σκέτη ντομάτα πασπαλισμένη με χοντρό αλάτι και μισή πρέζα θρούμπι. Ζωή στο mute δεν τρώγεται αγόρι μου.

Σου στέλνω τον ήχο της Κυριακής μου, δες τον σαν συνταγή. Κράτα τον, πέτα τον, θάψ’τον, σβήσ’τον. Αν τον βρεις πολύ αλμυρό, λαδερό ή άγευστο για τα γούστα σου είναι γιατί πάντα ξεχνιέμαι ανάμεσα στα μάτια της κουζίνας, ένα ποτήρι φτηνό κόκκινο κρασί και έναν καφέ που ξεψύχησε πριν κατορθώσει να φτάσει στα μισά του. Τι να προλάβεις να πρωτοσώσεις μετά….ούτε καν ψυχή. Η μουσική όμως, κατά πως λέει κι ο φίλος μου, θα είναι εκεί. Στο ντουλάπι, πίσω από τη ζάχαρη. Καφέ και ζάχαρη πάντα θα έχω.

Σε φιλώ

(από το εξώφυλλο μιας κασέτας που ευτυχώς δεν πρόλαβε να σβηστεί)

 

 

τέσσερα κι ογδόντα

Περιμένοντας μια δόση που δεν ήρθε ποτέ. Γραμμένο για το μπαχάρ

 

…………………………….

 

Το ΄ξερε, να πεις δεν το ‘ξερε; Ενάμιση χρόνο σερνόταν αυτός ο φόβος ανάμεσα στα πόδια του, τυφλό φίδι να ήταν θα ΄βρισκε το δρόμο να δαγκώσει.

Φεύγω για πάνω, σε δυο βδομάδες. Το σκέφτηκα πολύ, δεν πάει άλλο. Είπα να στα πω από κοντά, μη τα μάθεις αφού φύγω.

Όταν ο άλλος σου λέει φεύγω, λίγη σημασία έχει αν σου πει τώρα, σε τρεις βδομάδες, σε δέκα μήνες. Ειδικά όταν δεν είσαι συνδικαιούχος στο βιβλιάριο του χρόνου του. Για το σώμα και το κρεβάτι του, εδώ και καιρό, ούτε λόγος.

Την άκουγε χωρίς να μιλάει. Ανακάτευε τον καφέ που πάγωσε ανέγγιχτος, έκανε τρίμματα τα κουλουράκια και τα σκόρπισε στο πάτωμα, κοίταζε αφηρημένος την απόδειξη, τέσσερα κι ογδόντα, μια φορά σήκωσε το βλέμμα του για να δει τα μάτια της, εκείνη τα είχε κάτω, ούτε σ’ αυτό μπόρεσαν να συντονιστούν, κάποτε έχυναν μαζί, τώρα ούτε ματιές συναντιόντουσαν. Μικρό το κακό, σκέφτηκε, μερικές φορές γίνονται άσχημες πλαγιομετωπικές στις διασταυρώσεις.

Πέντε μήνες απλήρωτη, τα έτοιμα τέλειωσαν, δύσκολα θα κρατήσουν ανοιχτό το γραφείο, δεν είμαι και σε ηλικία να παριστάνω το κοριτσάκι ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά μεροκάματα. Μίλησα με την Kirsten, θα με φιλοξενήσει ένα-δυο μήνες στο σπίτι της μέχρι να τακτοποιηθώ. Χώρισε τον Οκτώβριο, θα είναι πιο εύκολα και για μένα έτσι.

Για σένα. Δεν το είπε, συνέχισε να σπέρνει ψίχουλα στα πλακάκια, μετά το δικό του έβαλε χέρι και στο δικό της. Τρίμματα εσύ τη ζωή μου, τρίμματα εγώ το κουλουράκι σου. Όλα θα προλάβουμε να τα ζήσουμε μαζί, κανείς δεν θα μ’ αγαπήσει όπως εσύ, σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι τόσο πολύ για μένα, οι λέξεις της, τα γράμματα, οι τόνοι, έπεφταν ψίχουλα στο πάτωμα, κατά λάθος έριξε και την απόδειξη, έσκυψε και την σήκωσε. Δεν μίλησε, είχε χίλια δυο να πει, θα άκουγε όμως χίλια τρία, η τελευταία λέξη πάντα δικιά της ήταν, της την είχε χαρίσει από καιρό, από τότε που κουράστηκε να βλέπει τη θυμωμένη πλάτη της κάθε φορά που ένιωθε στριμωγμένη. Ωραία πλάτη, όταν καθόταν πάνω του γυμνή και ιδρωμένη ήταν το όγδοο θαύμα του κόσμου αυτή η πλάτη. Του δικού του κόσμου, ο άλλος ήταν ολωνών, αυτός για τον δικό του μάζευε θαύματα, για τον κόσμο των άλλων δεν είχε χρόνο.

Δεν μ’ ακούς. Δεν μιλάς.

Σ’ ακούω. Δεν μιλάω. Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι ήθελες και τι έπρεπε να θέλω εγώ. Αρχίδια ήξερες. Μόνο μπορώ και μόνη μου ήξερες να λες, μη με πνίγεις όταν ήμουν κοντά, όταν σε χρειάζομαι πάντα λείπεις όταν ήμουν μακριά, ήξερες να μην σηκώνεις το τηλέφωνο όταν ήταν να πω έρχομαι, ήξερες να το σηκώνεις και να λες πάλι λείπεις; όταν ήξερες πως ήμουν στου διαόλου τη μάνα, ήξερες να λες όχι όταν δίψαγα για μισό σου ναι, ήξερες να λες ναι όταν αυτό θα με άφηνε νηστικό, ήξερες ν΄ αδειάζεις τα μάτια σου όταν έμπαινα μέσα τους, ήξερες να γεμίζεις τα δικά μου όταν έμπαινα μέσα σου για να πεινάω περισσότερο μετά. Τελικά εσύ ήξερες. Εγώ αρχίδια ήξερα.

Τι θα κάνεις πάνω; βρήκες κάτι εκεί; σίγουρα βρήκες, δεν θα ‘κανες ποτέ οτιδήποτε χωρίς πρόγραμμα εσύ.

Δεν μίλησε. Τι να του πει… Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι μπορούσες και τι έπρεπε να μπορώ εγώ. Ανάμεσα στα θέλω μου και τα μπορώ σου, μια πτήση one way τώρα, δυο καφέδες και μια απόδειξη. Τέσσερα κι ογδόντα.

Μπορεί να ‘ρθω να σε δω κάποια στιγμή. Αν είσαι μόνη ακόμη.

Περίμενε να ακούσει ένα έλα. Ή ένα θα είμαι. Έστω ένα θα περιμένω. Δεν άκουσε τίποτε, δεν σήκωσε τα μάτια του, η ώρα ήταν εφτάμιση, τον περίμεναν σπίτι, πλήρωσε, φεύγουμε;

Φύγε πρώτος. Το τελειοποιήσαμε τόσο καιρό, μη χαλάσουμε τις συνήθειες. Στο αεροδρόμιο μην έρθεις, δεν τους μπορώ τους αποχαιρετισμούς, όταν φτάσω πάνω θα σου στείλω μήνυμα, «έφτασα, όλα καλά».

Όλα καλά. Μ’ αυτό το απολειφάδι της τρεφόταν τόσο καιρό. Της χάιδεψε ένα δάχτυλο, αυτό που βρήκε πιο κοντά του, το αιφνιδίασε, δεν πρόλαβε να κρυφτεί. Είχε ωραία δάχτυλα, λεπτά, μακριά, νόστιμα. Είχε. Όλα αόριστος πλέον. Βγήκε στο δρόμο, έκανε κρύο. Σκέφτηκε αυτόν που είχε πει «δεν ξέρω αν θες να το πεις καύλα αυτό που θα σου λείψει, δεν ξέρω αν θες να το βαφτίσεις αγάπη, μπορεί να είναι και τα δυο, μπορεί κανένα, ιδέα δεν έχω. Ξέρω μόνο ότι με όσα έπονται ακόμη και η καύλα, ακόμη και η αγάπη θα έχουν αυξημένο ΦΠΑ και μειωμένη ζήτηση…κι αυτήν την πτώχευση φοβάμαι πως θα τη συναντήσουμε πρώτη πρώτη στη διαδρομή -μέσα από ένα σακατεμένο χειμώνα- προς την επόμενη ανάπηρη άνοιξη». Δυο εικοσάχρονα φιλιόντουσαν στην είσοδο του Odeon, κάτω απ΄την αφίσα του Midnight in Paris. Γέλασε. Αυτά δεν θα πτωχεύσουν ποτέ κι ας μην αξιωθούν να δουν το Σηκουάνα από κοντά. Την είδαμε την προκοπή κι αυτών που τον συνάντησαν, κάγχασε.

 

Χτύπησε το κινητό του. Στο δρόμο είμαι, έρχομαι. Τσαλάκωσε και πέταξε την απόδειξη, από σήμερα δυο και σαράντα…

 

 

 

 

 

 

 

άτιτλο

 

 

Όταν σβήσει η καύλα -μη υπάρχουσας αγάπης- δεν υπάρχει σωτηρία.

 

 

Χωρίς εικονίτσες με παλαμάκια, χαιρέκακα βλέμματα και εξυπναδίστικα τιτλάκια λοιπόν, χωρίς «τι εννοεί ο ποιητής», χωρίς επανάληψη της θανατηφόρα ανιαρής ιστορίας του τσομπάνη και του λύκου, δίχως σαχλαμαρίτσες τύπου it aint over till its over, άνευ ευφυολογημάτων never say never, χωρίς γρίφους. Μια ιστορία που ξεκίνησε σεμνά και εκκωφαντικά ήσυχα το καλοκαίρι του 2006 και στην πορεία μεταλλάχθηκε σε κάτι που δεν σκόπευε να γίνει, καλό είναι να τελειώνει το ίδιο ήσυχα. Χωρίς πολλές κουβέντες και φαιδρούς επικήδειους. Δεν ξέρω αν είναι πολύ ζαχαρωτό ένα «ευχαριστώ για την παρέα και το χρόνο σας, αναγνώστες σιωπηλοί και μη » αλλά ο,τι κι αν είναι δεν φτάνει. Ή -όπως λέει και ο εν αγνοία του και εν αγνοία μου (αρχικά) μέντοράς μου- «και η δική μας στιγμή ήταν με τον τρόπο της μοναδική, όπως κάθε στιγμή που η θωράκιση υποχωρεί, δυο άνθρωποι συγκλίνουν κι ο κόσμος γίνεται λιγότερο ασυνάρτητος». Για έναν λάτρη και υμνωδό της ασυναρτησίας, σαν κι αυτόν που (υπ)έγραψε όλα αυτά ως ΚΚΜ, όχι κι άσχημα τολμώ να πω…