Έβλεπα αυτή την εικόνα και στο μυαλό μου, που ομολογώ κουράστηκε να επεξεργάζεται πιθανά κι απίθανα σενάρια, ήρθαν ο Όργουελ, ο Μπάλαρντ, ο Άλαν Μουρ, ο Μπράντμπερι (αυτός δεν ξέρω γιατί, μπαλαντέρ είναι), ο Χάξλει, επειδή είμαι ολίγον ντράμα κουίν όταν παίρνω τα αντιισταμινικά μου σκέφτηκα ως και τον Αιζενστάιν και τον Κιούμπρικ, θα μου πεις πού κολλάει αυτός, θα σου πω ότι αυτή την εικόνα την έχω δει εκατό φορές, έχω δει να βουλιάζουν σιγά σιγά αυτά τα φωτισμένα ντουβάρια απέναντι και να ορθώνεται στη θέση τους ο γνωστός μονόλιθος με το πλήθος να στέκει εκστασιασμένο και μόλις συνέλθει απ’ το σοκ, το δέος, το όπως θες πες το, τη μια να πέφτει στα τέσσερα σαν να βρίσκεται φάτσα με την Κάαμπα, την άλλη να τρέχει αλαλάζοντας για να τον αγγίξει και να χορεύει τριγύρω του ακούγοντας Orbital (ο,τι θέλει ας χορεύει αρκεί να μην ακούει άλλον Μπακαλάκο και Βασίλη) ενώ η βροχή θα πέφτει επί μήνες πάνω στα κεφάλια τους γιατί στα καλά τα θρίλερ ήλιος δεν βγαίνει ποτέ παρά μόνο την ώρα της κάθαρσης, ξαναδές το seven και θα με θυμηθείς, σ΄εμάς η κάθαρση θ’ αργήσει γιατί ο αρχιερέας της έχει αυτοκτονήσει από ανία περιμένοντας, μπορείς πάντα βέβαια να ελπίζεις ότι αντί για έναν αρχιερέα θα βρεις χίλιους απλούς κληρικούς που θα βάψουν τα χέρια τους με αίμα δικαίων και αδίκων, τώρα δεν ξέρω γιατί αλλά θυμήθηκα πάλι το Wicker Man που δεν είχε πολύ αίμα αλλά είχε μια ωραία φωτιά στο τέλος, εντελώς ντράμα κουίν, να δεις που σε λίγο θα φανεί και κανένα διαστημόπλοιο να προσγειώνεται εκεί απέναντι απ’ τα τεντωμένα χέρια (δεν αποκλείω να αποδειχθεί διαστημόπλοιο και το φωτισμένο κτίριο), μετά τα ξέρουμε, ανοίγει η ράμπα, πέφτει άσπρο φως έξω, το πλήθος χάνει τη λαλιά του και το φως του για ένα λεπτό και μόλις συνέλθει απ’ το σοκ, δέος, όπως θες πες το, βγαίνουν ένας ένας και οι τριακόσιοι -με σημαιοφόρο τον κάρολο- απ’ τα φωτισμένα ντουβάρια και λένε «μάγκες ως εδώ ήταν, άλλον εξευτελισμό από σας τους εξυπνάκηδες δεν τον αντέχουμε, βγάλτε τα πέρα μόνοι σας τώρα», ανεβαίνουν τη ράμπα και μη τους είδατε ξανά, μετά δεν ξέρω τι ακριβώς λέει το manual αλλά χωρίς βαρβάρους δουλειά δεν γίνεται, καθόλου σωστό δεν είναι βέβαια να τους τσουβαλιάζεις και τους τριακόσιους αλλά ούτε οι Πέρσες ρώτησαν στις Θερμοπύλες «θέλει κανείς να πάρει την υπηκοότητα; όποιος θέλει να σηκώσει το χέρι του», πρώτα τους σφάξαν όλους και μετά σκέφτηκαν «μαλακία κάναμε, θα μας γαμήσει ο Αλέξανδρος τώρα», έτσι είναι η Ιστορία, αν την ξέρεις από πριν είσαι πιο σοφός μόνο που εδώ μπλέξαμε με έντεκα εκατομμύρια διαφορετικές Ιστορίες και ούτε sos θα προλάβουμε να διαβάσουμε, ούτε τη μισή ύλη να βγάλουμε αφού δεν αποφασίσαμε ποτέ (όχι τώρα, όχι σήμερα, εδώ και τριάντα, σαράντα,πενήντα χρόνια) ότι αντί να διαβάζουμε εκατομμύρια παλιές εκδοχές, καλύτερα να γράψουμε μία καινούρια. Μετά ξύπνησα. Διπλό Xozal δεν ξαναπαίρνω.
Ο δάσκαλός μου στο Δημοτικό, μου είχε πει «ακόμη κι αν δεν ξέρεις τι θέλεις να γράψεις, να αρχίζεις ή να τελειώνεις τις εκθέσεις σου με κάτι εντυπωσιακό, με τα λόγια κάποιου σπουδαίου, η πρώτη εντύπωση μένει αλλά και την τελευταία δεν την ξεχνάς». Ο Ελύτης λοιπόν είχε γράψει «να είσαι η άμμος κι όχι το λάδι στα γρανάζια του κόσμου». Καλά είπε. Τέτοια ωραία θέματα μας δίναν να γράφουμε παλιά και βγήκαμε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, σήμερα με πάσχο τι απαιτήσεις να έχεις απ’ τη νέα γενιά;
Aν ο διορθωτής διαβάζει Καθημερινή, να δεις που θα με βγάλει εκτός θέματος. Αν διαβάζει Ριζοσπάστη θα με βγάλει κι απ’ την αίθουσα.
Μαρία, πόσες δραχμές θα κάνει ένα κουλούρι ;














