ο Φίντσερ των πτωχών

32753008

Δεν ξημέρωσε στάλα σήμερα. Υγρασία, σαπίλα, νερό, λάσπη, στρατιές από μαύρα και γκρι πανωφόρια, κακώς ο Φίντσερ έτρεχε να φιλμάρει αλλού, απ’ όλα τα καλούδια είχαμε να τον τρατάρουμε στα μέρη μας. Με λίγη προσπάθεια θα άλλαζε και τον τίτλο σε Eight, Nine. Ten ενδεχομένως. Για ερασιτέχνες και δευτεράντζες αμαρτωλούς τα εφτά. Εδώ παλεύουμε φιλότιμα να αγγίξουμε το διψήφιο.

Νωρίς στην λαϊκή για ψάρια. Κοιταζόμαστε λοξά στα μάτια με δυο λαβράκια. «Μη τα κοιτάς, πρώτο πράμα, δέκα το κιλό, στα καθαρίζω και φεύγεις». Ρωτάω, αφελώς, αν είναι καλλιέργειας, «ε ναι αγορίνα μου, δεκατέσσερα τα αλανιάρικα». «Δεν έχουν και μεγάλη διαφορά» τολμάω να ξεστομίσω. Ένας παππούς που ψώνιζε χτεσινή σαρδέλα δυο κάσες παραδίπλα, δεν άντεξε «σιγά τη διαφορά;  κοντά ενάμιση χιλιάρικο το κιλό; να σε πω εγώ τι πέρναμε με ενάμιση χιλιάρικο; θες να σε πω;». Τελικά πήρα μισό κιλό γάβρο κι έφυγα άρον άρον, δεν είχα καμιά διάθεση να ακούω ιστορίες με χιλιάρικα στις εννιά παρά το πρωί. Καλύτερα να ψωνίζεις σιωπηλά, δείχνοντας, μόνο. Και απορώ, ύπνο δεν έχουν τα γερόντια; Ή καλό στασίδι θα πιάνουν ή σειρά στη λαϊκή; Βρέξει, χιονίσει;

Την ώρα που ξεπάρκαρα απ’ το μανάβικο μου χτύπησε το τζάμι ένα βαριά βαριά δεκάχρονο με ένα μωρό στο χέρι. «Μια ντραχμή θείο». Είχα ήδη ανεβάσει πίεση απ’ τον παππού. Άνοιξα παράθυρο, «δικό σου είναι», «ντικόμ», «γιατί λες ψέματα;», «αλήθεια, ντικόμ», κέρματα δεν είχα, γάβρο δεν θα έδινα, έκλεισα παράθυρο κι έφυγα. Ή οι γυναικολόγοι μας λένε μαλακίες ή κακώς ανοίγω κουβέντα με δεκάχρονα αφού χαλιέμαι μετά. Δεν θα σου πω ψέματα ότι έκανα τον κύκλο (αφού στο μεταξύ πλήρωσα ψωμιά και είχα ρέστα) για να τις ξαναβρώ, άρχισε να ξαναβρέχει πάρα πολύ και μαζί με τις βρώμικες λαμαρίνες ξέπλυνα και τις τύψεις μου.

Κάποιοι ισχυρίζονται πως η πόλη είναι στολισμένη για τα Χριστούγεννα. Περίπου με τον ίδιο τρόπο που ήταν ρυμοτομημένη η Δρέσδη όταν έβγαινε ο Φεβρουάριος του 1945. Βλέπω τα τσουρούτικα φώτα και κάτι λυσσασμένο δαγκώνει την ψυχή μου. Όλα εκεί βρίσκουν λίγη ψίχα να δαγκώσουν, δεν θα μείνουν πολλά πράματα στο τέλος. Φοβάμαι.

Δυο μέρες στους δρόμους, δεν νοιάστηκα να μάθω  τι έγινε στον κόσμο. Το λες και ευλογία. Περιμένοντας στην ουρά για να πάρω αυτά τα λατρεμένα χλωμά έμενταλ (ξαπλωμένα βαμπίστικα, φιλήδονα σχεδόν, κάτω από τα σκληρά άσπρα φώτα των ψυγείων), παίζω με την οθόνη, διαβάζω για τον Κουμανταρέα. Τα πιο σκληρά, τα πιο ρεαλιστικά βιβλία γράφονται ερήμην του συγγραφέα τους. Πενήντα μέτρα απ΄την παλιά μου φοιτητογειτονιά, τριανταπέντε χρόνια πριν. Τότε που θυμάμαι κι εγώ τι γλυκιά ζωή αγοράζαμε με ενάμιση χιλιάρικο, παπού.

Αφήνω σακούλες στον πάγκο, αδειάζω, τακτοποιώ. Σκοτάδι έξω, βρέχει δίχως οίκτο, σκοτάδι μέσα. Δεν ανάβω φως, γινάτι, όχι φως στις έντεκα το πρωί. Βάζω μούζικα και νερό να βράζει.

Δεν είναι τόσο το γαμημένο το πιεσόμετρο που πείσμωσε κάθε δυο και τρεις  να μου κολλάει δυο «εκτός προδιαγραφών» αριθμούς και την ταυτότητα με την ημερομηνία γέννησης στα μούτρα. Είναι που ανατριχιάζω πλέον από καύλα με το τσικ τσικ των καλοριφέρ που παίρνουν μπρος και όχι με το τσικ τσικ του Al Jackson,Jr και του Steve Cropper. Από melting pot σε recycle bin, τόσο γρήγορα.

 

….

play/stop/pause

32318329

 

Στις τελευταίες στιγμές στον «Εραστή της κομμώτριας», ο Αντουάν πατάει το play στο κασετόφωνο και χορεύει -σχεδόν- λυτρωτικά. Λίγο άγαρμπα μα δονείται από ψυχής, λάμποντας ολόκληρος. Δυο λεπτά μετά πατάει ξαφνικά το stop και ξαναχώνεται μέσα στο σταυρόλεξο μπροστά του. Με το κεφάλι χαμηλά.

«Η κομμώτρια έρχεται»,  λέει στον πελάτη που -έτοιμος, λουσμένος, ντυμένος- περιμένει μάταια.

Κάπως έτσι κι εμείς. Play, stop, play, stop, μουδιασμένοι, ανίκανοι, ανήμποροι  να διαχειριστούμε την -κάθε- απώλεια, καταπίνοντας δυο δυο τα ψέμματα-παυσίπονο . Πέντε λεπτά αλλεγκρίας, μια ώρα βυθισμένοι σε γρίφους, αιχμάλωτοι ενός βασανιστικού pause. Περιμένοντας την κομμώτρια που δεν θα ανοίξει ποτέ την πόρτα.

 

 

(καλά, όχι εσύ)

 

….

Εν Εσπέρα (κάπως αλλιώς)

 

32300078

 

Eκείνος άλλη σάρκα είχε κατά νου γράφοντας καλλιγραφημένα (ίσως και με ελαφρά τρεμάμενο χέρι) για μύρα, εξαίσια κλίνην  και  ηδονή.

Δεν έχει σημασία τι είχε εκείνος στο μυαλό. Τις λέξεις του άλλου τις μεταφράζεις ελεύθερα, σφετερίζεσαι τις σκέψεις του (κάποιοι τις φυλακίζουν κιόλας) μέχρι να σου δηλώσουν υποταγή. Μετά ανήκουν σε σένα.

Γράμμα στα χέρια, όπως ο ποιητής, δεν περιμένεις. Ένα ξεχασμένο sms, λίγα αποθηκευμένα μεγαπίξελ αρκούν, αλλάξαν οι καιροί.

Και βγαίνεις στο μπαλκόνι -όπως κι αν το ορίζεις αυτό- ν’ αλλάξεις σκέψεις. Χωρίς καμιά μελαγχολία. Απλά ν’ αλλάξεις σκέψεις, σαν ένοχος που σκέφτεται λάθρα εξαίσιες κλίνες και μύρα εν μέσω ένδειας. Βλέποντας τουλάχιστον ολίγη αγαπημένη (έστω κι αγνώριστη) πολιτεία, ολίγη κίνηση του δρόμου. Ως εκεί όμως. Ως εκεί. Τα μαγαζιά είναι από καιρό κλειστά.

Κυριακάτικες μπίρες

32275161

 მთაწმინდის მთვარე

 

Ούτε εκατό μέτρα μακριά απ’ το σπίτι, είναι το μικρό μπακάλικο -απ’ αυτά τα λίγο απ’ όλα– της Ρίτας. Απ’ την Τιφλίδα. Από κει παίρνω, εκτός από αυλίσια αβγά και μακαρόνια όταν ξεμένω, ρώσικες μπίρες, καλό βούτυρο και παγωτά. Ρώσικα. Γεωργιανά δεν έχει, κι ας είναι καλύτερα, λέει με παράπονο.

Κάποιες μέρες, κυρίως πρωινά Κυριακής, της κάνει παρέα ο Λεωνίδας. Ο μικρός αδερφός της. Φεύγει απ’ το σπίτι αφού φάει κατσαπούρι για πρωινό (μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες συνεννόησης, κατάλαβα πως  δεν είναι παρά ένα πεϊνιρλί με ονομασία προέλευσης) και πιεί δυο ποτήρια απ’ αυτό το borjomi, που όταν μου το περιέγραψε έκανα να πιω νερό δέκα ώρες, από φόβο μην είναι αλατισμένο κι αυτό. Αφήνει τις τρεις γυναίκες πίσω, γυναίκα, κόρη, μάνα, ο γιός έχει φύγει από καιρό. Θα τον περιμένουν το μεσημέρι να φάνε και να πιούνε παρέα κρασί απ΄το Kakheti, φέρνει μαζί του λίγα μπουκάλια κάθε Αύγουστο που πάει για τρεις βδομάδες -παρέα με τη μάνα του- στο τριπλοκλειδωμένο σπίτι που αφήσαν πίσω. Μόνο με τη μάνα του πάει. Η γυναίκα του δεν αντέχει το ντουέτο μάνας-γιού και μένει εδώ. Φέτος το καλοκαίρι πήγαν τα δυο αδέρφια με τη μάνα, παρέα. Η μάνα θα σταματήσει να μπαίνει στα λεωφορεία για να πάει στο σπίτι που άφησε μονάχο του, μόνο αν λιώσει -ή παγώσει- ο πλανήτης. Αν του συμβεί κάτι πολύ τρομακτικό, πάντως.

Ο μπαμπάς της Ρίτας και του Λεωνίδα έμεινε πίσω. Εκεί. Αλλά δεν τον νοιάζει. Κάτω απ’ το χώμα κανείς δεν νοιάζεται σαν μένει μόνος.

Για να φτάσουν στην Τιφλίδα, ταξιδεύουν πρώτα ως την Πόλη. Istanbul, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας. Εφτά, οκτώ ώρες ως τον σταθμό των λεωφορείων. Εκεί τσιμπολογάνε κατιτίς απ’ αυτά που κουβαλάνε μαζί τους, για το δρόμο, περιμένοντας πέντε ώρες ώσπου ν’ανοίξει τις πόρτες το λεωφορείο που θα τους πάει σπίτι. Άλλες σαράντα ώρες δρόμος, μου είπε με καμάρι ανάμικτο με κούραση. Γιατί δεν πας με αεροπλάνο; τον ρώτησα την πρώτη φορά. Η μάμα μου τα φοβάται. Ούτε πεθαμένη θέλω να μπω Λεό, με είπε. Μετά δεν τον ξαναρώτησα. Δικές του είναι οι κοντά πενήντα ώρες, ας τις κάνει ο,τι θέλει.

Κάποιες φορές πιάνουμε κουβέντα, τα πρωινά της Κυριακής συνήθως δεν σε κυνηγάει κανείς. Ούτε καν ο χρόνος.  Είναι καλό παιδί ο Λεωνίδας. Ζήτημα να μας χωρίζουν έξη, εφτά χρόνια αλλά έφτυσα αίμα να τον πείσω να μου μιλάει στον ενικό. Τα λίγα λεπτά που καθόμαστε έξω απ΄το μαγαζί και τα λέμε, καθισμένοι σε δυο πλαστικά σκαμπώ, σπάνια μιλάω. Μιλάει εκείνος και χαίρομαι να ακούω να βγαίνει τόση αγάπη για τη χώρα που άφησε κι ας ήρθε -υποτίθεται- στη μήτρα του. Κι εδώ όταν ήρθαμε καλά ήτανε, λέει. Ήτανε. Τώρα όλοι βασανίζονται και βασανίζουν τους άλλους, άτιμα λεφτά.

Μια Κυριακή που πήγα να πάρω γάλα, εκεί στα σχεδόν όρθια επέμεινε και με κέρασε ένα ποτήρι μπίρα, από σπίτι, είπε. Κουβαλημένη από Τιφλίδα δηλαδή. Δεν θυμάμαι όνομα, κάτι σε -ατάρι στο τέλος, η γεύση καλή ήταν για δέκα το πρωί. Και δυνατή, αν κρίνω από το ότι επιστρέφοντας ανέβηκα σε λάθος όροφο. Σκουπίζοντας τον αφρό απ’ το στόμα, θυμήθηκα να τον ρωτήσω κάτι που το ‘χα απορία χρόνια.

Δε μου λες Λεωνίδα, αυτό το Mtatsminda πού είναι; καμιά πόλη στη θάλασσα κοντά;

Έλαμψε. Πού το ξέρεις το Mtatsminda;

Tου είπα. Του είπα και πόσο μαγικό ακούγεται στ’ αυτιά μου κι ας μη ξέρω μισή λέξη. Νομίζω ότι με συμπάθησε μια στάλα παραπάνω. Θα σε βάλω και να το ακούσεις, όταν ξαναβρεθούμε εδώ, υποσχέθηκα.

Έλαμπε.

Εκεί μας πήγαινε ο μπαμπάς μου τις Κυριακές που δεν δούλευε. Δέντρα έχει, νερά έχει, πάρκα έχει, πρωί μας πήγαινε, κατεβαίναμε αργά για φαγητό και φώναζε η μαμά μου που αργήσαμε. Αλλά και την άλλη Κυριακή τα ίδια κάναμε. Έλεγα του μπαμπά να φύγουμε στην ώρα μας, εκείνος κάπνιζε, καλά είναι εδώ έλεγε, ας αργήσουμε, αργούσαμε πάντα. Ωραία είναι η πόλη από εκεί πάνω, πάρα πολύ ωραία. Mόνο τα όμορφα βλέπεις.

Έλαμπε.

Και τώρα, κάθε φορά που ανεβαίνω, πάω. Ας μην είναι και Κυριακή, όλες οι μέρες ίδιες είναι τώρα. Η μαμά μου μένει σπίτι να φτιάξει φαί, άμα είναι κι η Ρίτα κάθεται και τη βοηθάει, εγώ ανεβαίνω, πίνω μια μπίρα αλλά κατεβαίνω στην ώρα μου για φαγητό, να μη φωνάζει η μαμά που αργήσαμε.

Που αργήσαμε.

Που αργήσαμε.

Α ρε Λεωνίδα…

 

….

ο Αη-Γιώργης των πτωχών

32160722

 

Την ακούω να ρωτάει «είδε κανείς τι καιρό θα κάνει αύριο; να ξέρω αν θα βάλω καλσόν ή όχι».

Το μυαλό, ειδικά του άντρα, είναι μόνιμα στο δρόμο. Στο φευγιό, στα σουρτούκια. Δεν θέλει πολύ, είναι φορές που και με τίποτε βολεύεται, για να αμοληθεί και να ταξιδεύει και να φυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν. Ειδικά εκεί που δεν το σπέρνουν.

Μετά μιλούσε, μιλούσαν, μια ώρα για το ίδιο (ξανά και ξανά) έργο. Παιδιά, δουλειές, λεφτά, λογαριασμοί, γιατροί, αργίες, φαγητά, πετρέλαιο, κρύο, ζέστη, δίαιτες, γυμναστήρια, γραφείο, ταινίες, καταραμένες Δευτέρες. Αλλάζουν τη σειρά για να με μπερδεύουν, μα έμαθα πια να τις διαβάζω κι ανάποδα.

«Δεν μιλάς»

Χαμογέλασα χαμηλόφωνα.  Ήθελα να πω «ζέστη θα κάνει, πολλή ζέστη» αλλά σιώπησα. Έχω κουραστεί ν’ ακούω «το μυαλό σας όλο εκεί» ακόμη κι όταν λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα μας επί ώρες. Μας ξέρουν καλά, λέει. Δεν καταλαβαίνουν όμως πως όταν κάνεις αυτή τη διαδρομή (ζόρικη ανηφόρα, για προπονημένους mind travelers) πρέπει να κρατάς κάθε ανάσα, να μη ξοδεύεις το παραμικρό ξεφύσημα, μέχρι να φτάσεις τροπαιούχος στο τέρμα. Εξολοθρεύοντας, ως άλλος Αη-Γιώργης, κάθε θεριό -παιδιά, δουλειές, λεφτά, λογαριασμούς, γιατρούς, αργίες, φαγητά, πετρέλαιο, κρύο, ζέστη, δίαιτες, γυμναστήρια, γραφείο, ταινίες, καταραμένες Δευτέρες-  που σου κλείνει το δρόμο για την πολυπόθητη κόλαση.

φάστερ Σεπτέμπερ! ρέιν! κιλ!

 

32018489.tura

 

Τον περυσινό Σεπτέμβρη ο φίλος μου ήταν, ακόμη, εδώ. Παρά τις δυσκολίες και τα ήξεις-αφήξεις μαντάτα απ΄ τη δουλειά του, απόδιωχνε απ’ το μυαλό την πιθανότητα το επόμενο φθινόπωρο να χάζευε πεσμένα φύλλα, παιδιά στο δρόμο για το σχολείο τους και βρεμένα παγκάκια κάπου αλλού.

Έτσι νόμιζα. Γιατί αρνιόμουν να δω αυτό που τον έτρωγε, όπως τα Langoliers τρώγαν χωράφια, αεροδρόμια, σπίτια, τρακτέρ και ανθρώπους. Μιλούσαμε για ο,τι θες να φανταστείς (στην περίπτωση των δυο μας, καλύτερα να μη θες). Αλλά για φευγιό ποτέ δεν μιλήσαμε κι από μια μέρα και μετά που κάτι άρχισα να ψυλλιάζομαι, άρχισα να αποφεύγω να τον κοιτάζω μέσα στα μάτια. Καλά τα λέει η κολομβιάνα για τα hips αλλά και τα μάτια κακοί ψεύτες είναι.

Πίναμε τσίπουρα στο μπαλκόνι (δικό του, δικό μου, δεν έχει σημασία, ένας δρόμος που χωρούσε δυο αυτοκίνητα τα χώριζε), μετά το δεύτερο καραφάκι οι γυναίκες πιάναν τα λίγο βαρετά δικά τους (σπίτια, παιδιά, λογαριασμοί, οργασμοί) κι εμείς  ως συνήθως λοξοδρομούσαμε. Τις ξαναθυμήθηκα αυτές τις κουβέντες μας χτες βράδυ, διαβάζοντας ότι σήμερα ξεκινάει το μικρομηκάδικο φεστιβάλ στη Δράμα. Τα τελευταία εφτά χρόνια καταστρώναμε σενάρια για το ταινιάκι που θα στέλναμε, κάποια μεγάλη μέρα. Πολλά σενάρια, το ένα συναρπαστικότερο απ’ το άλλο. Ερχόταν ένα πρωί που ανακαλύπταμε ότι είχαμε χάσει την προθεσμία και λέγαμε -ανακουφισμένοι- «δεν πειράζει, αυτοί θα χάσουν, του χρόνου».

Το τελευταίο -αβάσταχτα πρωτότυπο- στόρυ ήταν για ένα ζευγάρι, άγνωστων μεταξύ τους, που εγκλωβίζονται στο τρίτο υπόγειο σε ένα πάρκινγκ την ώρα που αυτό κατεβάζει ρολά, κατά τις μιάμιση το βράδι και ως το ξημέρωμα ψάχνουν μαζί τρόπο να βγουν. Το ένα κινητό έκλεισε από μπαταρία μόλις κατέβηκε το ρολό, το άλλο δεν υπήρχε καν. Το τηλέφωνο ανάγκης ήταν σκισμένο στα τρία τελευταία νούμερα. Επί πέντε ώρες κανένα αυτοκίνητο δεν μπήκε, κανένα δεν βγήκε. Πρόσβαση σε ασανσέρ μόνο με κάρτα που πήραν μπαίνοντας, η μια είχε απομαγνητιστεί επειδή ήταν με τις ώρες πλάι στο κινητό, η άλλη κάρτα δεν βρέθηκε ποτέ. Συναγερμός υπήρχε αλλά κάτι θα βρίσκαμε για να μη μπορέσουν να τον ενεργοποιήσουν.  Άμα έχεις δει πολύ σινεμά στη ζωή σου, από λεφτά μπορεί να ξεμείνεις, από κλισέ ποτέ.

Βρήκαμε την τοποθεσία (πόσα υπόγεια πάρκινγκ να ΄χει μια πορδή πόλη), ούτε καν χρειάστηκε να κάνουμε αυτό το location scouting πωστολένε, περιγράψαμε -αχνά- την ιστορία, εκείνος -που έπιανε το χέρι του- είπε ότι θα είχε έτοιμο το storyboard πριν μπει ο Οκτώβριος, το μπάτζετ ήταν αστεία υπόθεση, θα ψάχναμε κάποια στιγμή αυτούς τους δυο ναυαγούς του υπόγειου και μετά θα ξεκινούσαμε να προλάβουμε τις προθεσμίες.

Μετά το τρίτο τσίπουρο άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια κάποιες μικρές διαφωνίες, ήσσονος -νομίζαμε- σημασίας. Εγώ, ο πιο συντηρητικός του ντουέτου των Κοέν των πολύ φτωχών, επέμενα για αγόρι-κορίτσι. Εκείνος είχε κατά νου δυο άντρες ή δυο γυναίκες. «Έτσι θα έχουμε πρόσβαση και σε LGBT φεστιβάλ, αφήνοντας δυο τρία υπονοούμενα να αιωρούνται στους διαλόγους και κάτι να υποβόσκει ανάμεσα σ’ αυτούς ή σ’ αυτές τις δυο. Μη σκέφτεσαι στενά, δες την καταξίωση έξω». Εδώ  τη  Δράμα δεν καταφέραμε επί πέντε χρόνια να πλησιάσουμε, που ήταν τρία τσιγάρα δρόμος μακριά μας (αν καπνίζαμε), ήθελε και εξαγωγή ο παπάρας.

Στο τέταρτο τσίπουρο λύγισα, παραλίγο να συγκατένευα. «Υπό έναν όρο: δεν θα τους βάλεις να φιλιούνται με γλώσσα, πιο κλισέ απ’ τον φλώρο δεν θα γίνουμε, νταξ;». Με κοίταξε λοξά, ούτε ονόματα  χρειαζόταν να πούμε μεταξύ μας. «Εντάξει μαλάκα, νίκησες. Θα βάλω γυναίκες στο σενάριο. Η μια θα είναι ντυμένη σαν την Tura Satana στο Φάστερ Πούσικατ, η άλλη φτυστή η Leia Organa. Και δεν θα ανταλλάξουν ούτε μισή κουβέντα. Μόνο με τα μάτια θα συνεννοούνται. Και με τυχαία αγγίγματα, στα μπράτσα και στα γόνατα. Να πάρεις κανένα πονηρό πουκαμισάκι για τα βραβεία, όχι με ριγέ και σιελάκια. Και χιπστερογυαλιά να πάρεις, εγώ βρήκα στο παζάρι, τα είχε ανάμεσα στα βρακιά και στις ΚΕΜ». Εκεί αυτός, γινάτι.

Για πολύ καλή της τύχη η συμπαθής πόλη της Δράμας δεν είδε τι σπάνιες ράτσες γυναικών κυκλοφορούν μονάχες τους ξημερώματα στην μικρή μας πόλη και δεν πλάνταξε στο κλάμα, απ’ τη ζήλια για τη μεινστριμίλα και τη μετριότητα που κατατρώει τα σωθικά της. Η Δράμα γλίτωσε γιατί με το που τον πήρα τηλέφωνο -ένα απόγευμα Παρασκευής- να του πω ότι αν αργήσουμε κι άλλο ψάχνοντας κομμωτήριο για αυτήν που διαλέξαμε ως Leia, θα πάμε για το διαγωνιστικό του 2015, μου ξεστόμισε τα νέα. «Τα μαθαίνεις πρώτος, ούτε στη μάνα μου, ούτε στην αδερφή μου τα είπα, μόνο στους τρεις μέσα στο σπίτι». Δεν μίλησα, τι να πεις. Κανένα χαζοκλισέ θα έλεγα, άσε που δεν είμαι καλός στα ψέματα «αν είναι για καλό, τι να κάνεις πια εδώ» ή «κάτι θα βρεθεί ώσπου να φύγεις και θα το ακυρώσεις το εισιτήριο». Γιατί έχει το κακό συνήθειο, κι αυτός, να με κοιτάει στα μάτια όταν μιλάω και ξέρει να μεταφράζει καλά, ο αλήτης o σκηνοθέτης.

 

Πέρυσι τέτοιες μέρες, μπορεί και λίγο αργότερα, τον βοήθησα να τσουβαλιάσουμε τα ξύλα και να τα κατεβάσουμε στην αποθήκη, στο υπόγειο. Εκείνος θα ΄φευγε αλλά οι άλλοι τρεις θα μέναν πίσω, δεν αφήνεις γυναικόπαιδα να παλεύουν μονάχοι τους με κοτζάμ χειμώνα. Κοντά τέσσερις ώρες ντανιάζαμε και δεν είπαμε λέξη. Μόνο νερό πίναμε. Και στα διαλείμματα χαζεύαμε, πολύ διακριτικά, κάποιες ωραίες μαμάδες εκεί στα σύνορα των δεύτερων -άντα που κατηφορίζαν προς το κέντρο της πόλης και μας κοιτούσαν με οίκτο μέσα από τα μεγάλα μαύρα γυαλιά τους. Σε μερικές περιπτώσεις, το λέω με καμάρι, σκανάρουμε αλήθειες και κάτω από μαύρα γυαλιά.

Μου είχε πει την προηγούμενη (όταν έμαθα ότι θα του φέρναν τα ξύλα και τον πήρα τηλέφωνο να ρωτήσω τι ώρα να κατέβω, εκείνος κιχ δεν έβγαλε, όλα μόνος του ήθελε να τα κάνει) «ούτε να το διανοηθείς, με τα ζόρια που τραβάς με τη μέση σου». Του απάντησα «να πας να γαμηθείς, που θα με πεις και μεσήλικα».

Αυτό με τρώει, ακόμη. Να πας να γαμηθείς, του είπα. Όχι να μπει σε ένα αεροπλάνο και να πάει στου διαόλου τη μάνα. Και να περνάει η μια Δράμα μετά την άλλη χωρίς εμάς, το ημιφωτισμένο -3, το συνωστισμένο σουτιέν της Tura και την κουπ της Leia μέσα…

 

….

δεν έχω τίτλο

4420321547_141f465cea_b

 

 

Η κούραση είναι κακός συμβουλάτορας. Δεν δίνει καν συμβουλές, πολλές φορές δεν μιλάει. Ούτε διακρίσεις κάνει. Και κουφός και τυφλός κι ανάπηρος να είσαι, μια μέρα (που μπορεί να ‘ναι και νύχτα) θα σε αρπάξει απ’ το χέρι, απ’ τον ώμο, απ’ ότι βρει και θα σε σύρει σε  μια ερημιά (που μπορεί και να ‘ναι γεμάτη με ανθρώπους) απ’ όπου δεν ξέρεις πολλούς τρόπους να γυρίσεις. Θα σου μείνει μια καθαρή μελανιά για να θυμάσαι τη διαδρομή ως εκεί. Για να τη βλέπεις και να μην αναρωτιέσαι, σαν Byrne των μετρίων, how did I get here?

Η κούραση είναι άσχημο σαράκι. Δεν της δίνεις σημασία βδομάδες, μήνες, χρόνια αλλά τη δουλειά της την κάνει ήσυχα ήσυχα, με ζήλο, ακούραστη (δεν κουράζεται η κούραση, θα ‘ταν πολύ ανόητο να πόνταρες σε κάτι τέτοιο) χωρίς δεύτερες σκέψεις και τύψεις. Δεν μ’ ακούς. Θα σε λιώσω. Μετά θα με πιστέψεις.

Η κούραση δεν καταλαβαίνει από ψέματα. Αδύνατον να την κοροϊδέψεις. Είτε Νοέμβριος είναι, είτε της Παναγίας, είτε άνοιξη μπαίνει. Σε ξέρει σαν την τρύπα στην τσέπη της, εσύ ποτέ δεν θα αξιωθείς να τη μάθεις καλά κι ας λες πως έμαθες να την αναγνωρίζεις σαν βρεθείτε κοντά.

Η κούραση είναι καλά κρυμμένη λέξη. Μακάρι να ‘ξερε κανείς πόσες συλλαβές έχει και  με πόσα γράμματα γράφεται. Μακάρι να ‘ξερες από ποια γωνιά έρχεται με φόρα, με κλειστά φώτα, καταπάνω σου. Δεν μ’ άκουσες. Σε έλιωσα. Τώρα είσαι δικός μου. 

—-

black milk

IlluminatiWatcherDotCom-The-Shining-46

 

 

-You’re not my eater

 

-I’m not your food

 

Γαμιόμαστε. Μεταφορικά. Το κυριολεκτικά δεν έχει πέραση. Ως και η επιθυμία -όχι μόνο για τη σάρκα, όχι- αδυνατίζει κάθε μέρα, σα να την τρώει καρκίνος ή να τη λιώνει το ζάχαρο. Σχεδόν ντρεπόμαστε να την ομολογήσουμε, αν το κάνουμε πασχίζουμε να ‘ναι χαμηλόφωνα. Για να μη τρομάξουν -αυτά τα ρετάλια επιθυμίας, τα ξέφτια των «θέλω» που επέζησαν- και κλείσουν την πόρτα πίσω τους για πάντα. Αν δούμε να το κάνει άλλος, τον επιτιμούμε με φωνή τελάλη, «ε όχι και να παραιτηθείς απ’ τις εφήμερες μικρές χαρές, ε όχι να αφεθείς στην αγκαλιά της παραίτησης και της σκουριάς, ε όχι να σε δένουν με σπάγκο οι ενοχές όπως οι λιλιπούτειοι τον Γκιούλιβερ, ε όχι!». Μετά που θα φανούμε λιοντάρια ξαναλουφάζουμε, για να τελειοποιήσουμε τον ψίθυρό μας.

Γαμιόμαστε. Μέσα σε κακοφωτισμένα δωμάτια. Στην άκρη ενός κρεβατιού, καναπέ, γραφείου, καρέκλας. Το μόνο που με μπερδεύει, ακόμη, είναι αν τα θέλω μας είναι γονατιστά και μασκαρεμένα ή εμείς. Ποιος ο eater, ποιος το food. Δεν έχει και μεγάλη σημασία αυτό όμως, όχι. Εκείνο που με φοβίζει είναι μην ανοίξει κανείς απρόσκλητος την πόρτα και μας δει να αγκαλιαζόμαστε, γονατιστοί ή στα τέσσερα. Με κλειστό ή ανοιχτό φερμουάρ. Να μη δει ότι τελικά ο πόθος, η λύσσα για τα θέλω -κι ας τα ψιθυρίζουμε- δεν σβήνει εύκολα, όσοι καρκίνοι κι αν τα πολεμάνε.

walk of flame

 

31302223

 

Το φως εξαφανίστηκε, άναψα όλα τα ρεσώ. Ίσα με είκοσι. Αυτά που κοροϊδεύω, αυτά λούζομαι. Δέκα ματσάκια λουλουδικά τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο λείπουν για να γίνει το μπαλκόνι «in memoriam», η γωνιά που έσφαξαν μια νύχτα θέρους που ικέτευε να βγει απ’ το σπίτι. Μα σφαγιάσθηκε σιωπηλά. Και με λύσσα.

Κλείνω το φέισμπουκ. Δεν ξέρω αν ο κόσμος είναι εκεί ή αν είναι έξω από κει, ώρες ώρες δεν μυρίζει ωραία πάντως αυτό που φτάνει ως εμένα. Όχι τώρα. Παράξενο, αφού καθένας μας νομίζει πως αφήνει το λουλούδι του στην εξώπορτα, να το ποτίσουν με κανένα λάικ, καμιά κουβέντα ή έστω να το δουν οι άλλοι στη γειτονιά, αν είναι πλαστικό, απ’ τους κινέζους. Ελπίζω να μην είναι ρατσιστική σκέψη αυτή.

Τρώμε κουσκούς. Καλά έκανα κι έβαλα σταφίδες. Και το λίγο ταχίνι που ανακατεύτηκε με τα κυβάκια της ντομάτας -μαζί μ’ όλα τα άλλα ψιλοκομμένα- του πάει κι αυτό. Και η μια στάλα καυτερό του πάει. Μου βγήκε, αυτή τη φορά, ο αυτοσχεδιασμός.

Η θάλασσα ήταν κρύσταλλο σήμερα. Κανείς τριγύρω. Μόνο δυο μεγάλα νησιά, αριστερά και δεξιά στον ορίζοντα. Στο ένα δεν πήγαμε ποτέ. Της είπα «κολυμπάμε ως εκεί;», με αποπήρε, «θαρρείς πως είσαι νέος ακόμη», μ’ αρέσει όταν δεν κουράζεται να μου δίνει σοβαρές απαντήσεις σε σαχλές ερωτήσεις.

Το κρασί είναι μια μετριότητα. Δροσερό, όσο πρέπει, αλλά πιο υποτονικό κι από μένα, τι προκοπή να περιμένεις από εξάρια κι εφτάρια αλκοόλ. Και δέκα ποτήρια να πιεις σε γονατίζει η επανάληψη, όχι η γλυκιά ζάλη. Κουβέντα παραπανίσια δεν βγαίνει απ΄ το στόμα σου, μετρημένες όλες, σιγουράντζες σαν τα σόλο του Chris Rea, δεν κάνουν για εκμαυλιστές συνειδήσεων αυτά τα Πιεμοντέζικα. Για καμιά ηθική αυτουργία σε αποπλάνηση δεν θα κατηγορηθούν, ποτέ.

Από μέσα ψευτοπαίζει μουσική, εκείνες μιλάνε για λογαριασμούς, λεφτά και τα παιδιά τους. Μετά λένε για το άδηλο μέλλον ολωνών μας με σοβαρότητα, χαμηλόφωνα, θαρρείς και λένε κάτι σπουδαίο, μυστικό  ή πρωτότυπο, που θ’ άξιζε να σκοτώσει για να τους το κλέψει κανείς. Την ώρα που ξαναγεμίζω -τρίτη φορά- τα ποτήρια, απορούν γιατί η φωνή μου έχει μισή ώρα να ακουστεί. Δεν είμαι σίγουρος πως είναι έτοιμες να ακούσουν την απάντηση και σιωπώ, αφήνοντας ένα -μισό, ούτε καν ένα- χαμόγελο ως προκαταβολή της πρώτης μου λέξης, όταν αποφασίσει να εμφανιστεί για να διεκδικήσει κι αυτή το μερίδιό της στο θέατρο σκιών που παίζεται τις νύχτες σ’ αυτό το μπαλκόνι. Και σ’ άλλα πολλά, φαντάζομαι. Εκεί που οι σκέψεις των μπαλκονίστας μπλέκονται βουβές.

Δεν κολυμπήσαμε ως το νησί, τελικά. Θα μας έπιανε η νύχτα καταμεσής στο πέλαγος, εδώ και καιρό μας τρομάζουν οι νύχτες μακριά από τσιμέντα, κάγκελα και ρεσώ.

Οι μικρές φλόγες εγκαταλείπουν τα ρεσώ, ντριμπλάρουν τα πιάτα με το κουσκούς και τρυπώνουν εκεί που πρέπει, την μάθαν καλά τόσα χρόνια τη διαδρομή. Ο κόσμος εκεί έξω, μέσα μας, μπορεί να είναι πολύ βρώμικος μα ευτυχώς είμαστε ατελείς και η σάρκα έχει τον τρόπο να τον ξεπλένει, έστω για στιγμές. Tα γυναικεία γόνατα τα κολακεύει το λιγοστό φως. Τα κάνει να γυαλίζουν πιο πολύ κι απ’ το πιο πεινασμένο μάτι. Αυτό το ύφασμα που ώρες ώρες τραβιέται λίγο, μια στάλα, προς τα πάνω, για να πάρει αέρα το δέρμα ανάμεσα στα πόδια τους, είναι (είτε το θέλουν, είτε όχι, είτε το ξέρουν, είτε το ξορκίζουν, είτε το απολαμβάνουν, είτε το φοβούνται) η Ιερά Σινδόνη μας. Όλη μας η ζωή, των αρσενικών, αποτυπωμένη πάνω του. Ερήμην του. Τόσα αποτυπώματα από αόρατες παλάμες δεν αξιώθηκε, κι ούτε πρόκειται στον αιώνα τον άπαντα, κανένα walk of fame.

 

 

 

 

στην λίμνη των κύκνων σε μια μακρινή πόλη που δεν έμαθα ακόμη να προφέρω το όνομά της

31112542

 

Διαβάζω αμήχανα τα ονόματα αυτών που θα ορκιστούν, επιχειρώ μουδιασμένος συμβολισμούς ψάχνοντας τσιγάρο, ούτε καν να θυμώσω μπορώ, είναι η πρώτη μέρα μετά από πέντε εβδομάδες που αναζητώ αλκοόλ αλλά νιώθω αρκετά κουρασμένος για να αναμετρηθώ με ανοιχτήρι και δύστροπους φελλούς. Το τριήμερο πέρασε με πηγαινέλα στον θάλαμο 9, ένα περιποιημένο τετράκλινο -που αδυνατεί όμως να κρύψει τα χρονάκια του- με θέα τον κάμπο και την βροχή που δε λέει να εγκαταλείψει αυτό τον τόπο. Θαρρείς και πασχίζει να ξεπλύνει τη βρωμιά που ξεχύνεται ακόμη κι από κει που δεν μπορεί να τρυπώσει ανθρώπου νους.

Τηλέφωνο, ο φίλος μου, από κείνη την πόλη που πεισματικά επιμένω να μη μάθω να προφέρω. Γιατί αν μάθω σημαίνει ότι συνθηκολόγησα, θα μου πεις τι είναι μια ήττα ακόμη μπροστά σε τέτοιο θαυμαστό παλμαρέ συντριβών, μα το θέμα -σκέφτομαι- είναι να αντέξεις τα νοκ ντάουν τάχα μου όρθιος. Για να σπάσεις τα νεύρα αυτού που περιμένει να σε δει ένα με το χώμα. Να μη του δώσεις τη λυσσαλέα χαρά να αντικρίσει το μάγουλό σου κολλημένο στο πάτωμα.

Μου λέει πολλά. Δεν τολμάω να τον ρωτήσω πότε θα βρεθούμε. Τον πρώτο καιρό ευχόμουν να γίνει κάτι, δεν ξέρω τι, ίσως κάτι σαν θαύμα και να επιστρέψει. Τώρα δαγκώνω χείλια, γλώσσα, μυαλό, μην τυχόν κι μου ξεφύγει κανένα «πότε έρχεσαι;». Το μόνο που κάνω πλέον είναι να ρωτάω τους άλλους τρεις «πότε φεύγετε;».

Δεν υπάρχουν μεγάλα σπίτια με λογικές τιμές εδώ πέρα, μου λέει αγχωμένος, όσο συνεχίζω να σκέφτομαι τα ονόματα αυτών που θα ορκιστούν και θέλω να του απαντήσω «κάθε τιμή λογική είναι, αρκεί να μείνεις για πάντα εκεί» αλλά σιωπώ, απαντώντας με κείνο το χλιαρό συγκαταβατικό «μην απογοητεύεσαι, κάτι θα βρεθεί να σας βολέψει».

Αντί καληνύχτας, μου ΄χει μια ιστορία..

Έχει αφύσικη ζέστη εδώ και βδομάδες, χτες και σήμερα δείχνει 32 το θερμόμετρο, είπα να τολμήσω μια βουτιά στη λίμνη κι ας τις σιχαίνομαι και τις φοβάμαι τις λίμνες, νομίζω ότι είναι τρύπες γεμάτες με νερόφιδα, βδέλλες, τέρατα, γλίτσα, εξαφανισμένα πτώματα και νερό. Καλά ήταν όμως. Ζεστή, καθαρή, γεμάτη κόσμο, βρήκα μια σχετικά ήσυχη γωνιά και πλατσούριζα, γύρισα ανάσκελα και φόρτιζα, έφτασα στο 70%, ετοιμάστηκα να βγω έξω. Άκουσα έναν θόρυβο μισό μέτρο πίσω μου, ταράχτηκα. Ρε συ, δεν θα το πιστέψεις. Ήταν μια οικογένεια κύκνων που πέρασαν πλάι μου ο ένας πίσω απ΄ τον άλλον, έξη ήτανε, τόσο κιμπαρλίκι, τόση ομορφιά πια, μα τόση ομορφιά!

Μια οικογένεια κύκνων. Όχι φίλοι, κολλητάρια, συγγενείς, ξαδέρφια. Οικογένεια. Αυτή τη λέξη διάλεξε ο φίλος μου, τίποτε λιγότερο.

 

Εκεί που είστε να μαζευτείτε όλη η οικογένεια και να μείνετε κι ας ματώνει, ακόμη, το τραύμα. Τρόπος θα βρεθεί να επουλωθεί. Εδώ ως και η μικρότερη πληγή θα κακοφορμίσει.

 

νύχτες skype

 

 

alien-egg

 

 

Ο φίλος μου ξυπνάει και κοιμάται σε μια πόλη στη Γερμανία που ακόμη ζορίζομαι να μάθω πώς προφέρεται. Ξυπνάει μόνος, φεύγει πέντε λεπτά -με το ποδήλατο- μακριά και καταγίνεται με χαρτιά, μελάνια και μηχανές που κάνουν θόρυβο ως αργά το απόγευμα, πηγαίνει στο μάρκετ για γάλατα, λαχανικά, μπίρες και κωλόχαρτα, επιστρέφει σπίτι και ανοίγει το skype. Του το υποσχέθηκα δέκα φορές, μπορεί και είκοσι, μα δεν μιλάμε στο skype. Θα έπρεπε να το ΄χω φτιάξει αλλά επίτηδες το αφήνω ρημάδι. Έχω έτοιμο το βιβλιαράκι και το φάκελο με τη διεύθυνσή του, μέρες τώρα. Δεν το έστειλα, δεν ξέρω τι να του γράψω, όλο φτάνει η μύτη απ’ το στυλό λίγα χιλιοστά απ’ το χαρτί κι όλο μετανιώνω. Ξέρω τι να του γράψω δηλαδή μα δεν θέλω να τον ματώσω κι άλλο. Μετά που θα φάνε όλη η οικογένεια μαζί στο skype κι εκείνος θα μαζέψει το πιάτο του και θα το αφήσει στο νεροχύτη, ανοίγει την τηλεόραση μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Που και που ανοίγει και κανένα βιβλίο, το αφήνει όμως στην δέκατη σελίδα γιατί ως εκεί ήδη βρήκε τρακόσες λέξεις που τον στέλνουν πίσω στο σπίτι του. Εδώ. Εκεί δεν είναι το σπίτι του. Ένα κουκούλι με λίγα τετραγωνικά είναι, που πασχίζει να τον κάνει alien.

 

Ο φίλος μου δεν θα γίνει ποτέ alien.

 

< >

σήμερα δεν πάμε στη θάλασσα*

 

941257_584641054890465_1949088584_n

 

 

Το σπίτι είναι γεμάτο έπιπλα παλιά, βαριά, ακριβά μα όχι εκείνα που θα ‘λεγες βαράγκικα, ξυλίσια πάντως. Όχι ξύλινα, ξυλίσια. Ούτε ικέες, ούτε do it yourself χωράει εκεί μέσα, άλλη ράτσα οι παλιοί. Μαραγκοί, εκθέσεις επίπλων, με τέτοια μεγαλωμένοι, πιστοί στις καρυδιές και στα μασίφ ως το τέλος -άσχετα αν κάποια στιγμή έκαναν απιστίες με φορμάϊκες-.

Πιάσαμε θέσεις -οι αμήχανοι εισβολείς- σε καρέκλες, γύρω απ’ το τραπέζι, αφήσαμε ένα κουτί με κουλουράκια σε μια γωνιά μπαίνοντας, «μα με κεράσματα θα πάμε;» τη ρώτησα απορημένος, «δεν πάνε με άδεια χέρια» με αποπήρε.  Οι σπιτονοικοκύρηδες ξαναχωθήκαν στις πολυθρόνες τους, στα ψεύτικα κουκούλια τους. Μόνο ο βόμβος απ’ το ψυγείο της κουζίνας ακούγεται. Αυτός και οι κουβέντες των γερόντων. Τόσο αξιοπρεπείς, τόσο ανακουφιστικά παλιομοδίτικοι αλλά και τόσο θυμωμένοι.

Άνθρωποι -και οι δυο- που φτάσαν την κορφή των ογδόντα και άρχισαν πια να κατηφορίζουν. Άνθρωποι συντηρητικοί, μετρημένοι, πες τους και χλιαρούς, πολιτισμένοι, ευγενείς, αυτό που λέμε -τόσο σαρκαστικά και άδικα μεταφρασμένα, κάποιες φορές- «νοικοκύρηδες». Απ’ αυτούς που ζωγραφίζαν το τρίπτυχο αλλιώς, η οικογένεια πρώτα. Πατρίς και θρησκεία θα μπορούσαν να περιμένουν τη σειρά τους, ή άλλους πιο ένθερμους. Μια άλλη ράτσα που σιγά σιγά εκλείπει, αφήνοντας χώρο σε αμόρφωτους, ημιμαθείς, φανατικούς και βιαστικούς.

Λένε για τις ατέλειωτες ώρες του στο γραφείο που ξεκίναγαν πριν καλά καλά φέξει και τέλειωναν με σκοτάδι έξω. Για τις πέντε μέρες άδεια το χρόνο, κι αυτές με κινητά που ούτε να κλείσουν μπορούσαν ούτε να σιωπήσουν, πάνω από τρία λεπτά. Για τα λειψά Σάββατα του. Για τις τρεις μέρες που κατόρθωνε να ανέβει να τους δει και έφευγε -τις περισσότερες φορές- την δεύτερη μέρα γιατί «κάτι έγινε». Για τη δουλειά που αυξήθηκε, για τον μισθό που ακρωτηριάσθηκε, για τις παραπανίσιες ευθύνες που φορτώθηκε, για τον ελεύθερο χρόνο που στραγγίστηκε, για τα παιδιά του που τον βλέπαν όλο και λιγότερο τις καθημερινές, για τα «όχι» που δεν είπε, για τα «όχι» που εισέπραξε. Λένε -με θυμό μα και ενοχική αξιοπρέπεια- ότι εκείνοι, και οι δυο, φταίνε που τον μεγάλωσαν έτσι, να βάζει τους άλλους και τον καλό τους λόγο πάνω απ’ όλα. Εκείνων των άλλων που όταν μυρίστηκαν αίμα και φιλότιμο -έτσι είπαν, την σιχαίνομαι πια αυτή την πρόστυχη λέξη- τον πλήρωναν πλέον με καλό λόγο, ζητώντας κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο απ’ το ανθεκτικό υποζύγιο. «Έτσι είναι τα αφεντικά αγόρι μου, χίλια παραπανίσια καλά θα τους κάνεις, μισό χρεωστούμενο θα δεις να σου επιστρέφουν» λένε. Και είναι τόσο παράξενο να ακούω τέτοια πράγματα από στόματα ανθρώπων της γενιάς τους, της τάξης τους, της ιδεολογίας τους, της χλιαρής, μετρημένης και υποταγμένης -έτσι λέγαμε- ζωής τους. Λένε κι άλλα, ανάμεσα σε εικόνες απ’ τα παλιά, στο αναμμένο καντήλι και την φωτογραφία του στο τραπεζάκι στο σαλόνι. Πηγαίνω λίγο πιο πίσω την καρέκλα μου, να μη βλέπω. Να τον θυμάμαι όπως στα δέκα, στα δεκαπέντε του, που έπαιζε κι έλιωνε γόνατα και αστραγάλους στις αλάνες με τον αδερφό μου. Aλλά όσο και να κρυφτώ, τα λόγια τους με βρίσκουν στο κέντρο, «ζητήσαν και μια φωτογραφία του, να την βάλουν -λέει- σε ένα γραφείο, δεν ξέρω τι τους είπε η νύφη μου, εγώ αν ήμουν θα τους έλεγα να φτιάξουν γραφείο πεσόντων, μήπως και αρχίσουν να ντρέπονται λίγο», κανείς δεν θα ντραπεί ήθελα να του πω αλλά δεν μίλησα. Ούτε όταν μου είπε η μάνα του «την επόμενη μέρα της κηδείας πήραν τηλέφωνο και ζήτησαν το κλειδί απ’ το εταιρικό αυτοκίνητο, την επόμενη μέρα, τα λουλούδια ακόμη ζωντανά ήταν πάνω στο χώμα, το διανοείσαι αγόρι μου;». Ούτε τότε μίλησα. Γιατί ναι, διανοούμαι.

Η πίκρα, σκέφτομαι ανάμεσα στα υγρά τους μάτια, τον βόμβο του ψυγείου και τακούνια να πηγαινοέρχονται απ΄ το πάνω διαμέρισμα. Η πίκρα για την απώλεια κάνει τους ανθρώπους να γίνονται άδικοι, ν’ αλλάζουν μυαλά, να ξεχνάνε αυτά που ήξεραν, αυτά που τους μεγάλωσαν, αυτά που μας πότισαν και γίναμε ο,τι γίναμε, ξερικά και ποτιστικά, επαναστάτες και νοικοκυραίοι, αφεντικά ή σε αφεντικά. Η πίκρα και η απουσία. Αυτά φταίνε, τίποτ’ άλλο. Κανένα αφεντικό δεν του απαγόρευσε να φεύγει είκοσι μέρες το χρόνο, κανείς δεν τον ανάγκασε να έχει ανοιχτό τηλέφωνο 24/7/365, κανείς δεν του επέβαλλε το εντεκάωρο και το δωδεκάωρο, δύσκολες εποχές για όλους είτε αφεντικά είτε υπάλληλοι, δεν κάνουν διακρίσεις σε γαλόνια τα γκρίζα χρόνια που περνάμε. Δεν γίνονται αυτά, ήθελα να πω στους γέροντες, σπουδαγμένοι άνθρωποι είστε και οι δυο, μην αφήσετε τα μανιχαϊστικά να σας ρουφήξουν. Αλλά σιώπησα. Ξανά.

«Να προσέχετε τον εαυτό σας» μας ξεπροβόδισαν, «κανείς δεν σας έχει ανάγκη περισσότερο απ’ τα παιδιά σας και τους δικούς σας ανθρώπους, μόνο σ’ αυτούς θα λείψετε, μόνο γι αυτούς είστε αναντικατάστατοι».

 

Το αυτοκίνητο ήταν διακόσια μέτρα πιο πέρα. Κουβέντα δεν αλλάξαμε στη διαδρομή ως εκεί. Τι να πεις που δεν ξέρεις κι απ΄ την καλή κι απ’ την ανάποδη, είτε στο πετσί σου είτε στο γδαρμένο πετσί δικών σου ανθρώπων. Τι να πεις χωρίς να γίνεις άδικος γι αυτούς που -τώρα πια στα γεράματα- έχουν τόσο δίκιο (για ιδέες που ξόρκιζαν παλιά) αλλά δεν τον ξαναέχουν κοντά τους να του μάθουν αυτή την αξιακή αλφαβήτα απ’ τη αρχή. Αυτό τους πονάει, η ηθική -έτσι, άδικα, πιστεύουν- αυτουργία. Και μ’ αυτήν θα φύγουν.

 

 

 

 

* τίτλος εντελώς άσχετος με την πραγματικότητα

το γούντστοκ των πτωχών

 

10153157_700732119948024_633631648_n

 

 

 

1979, 1980, εκεί. Στο προτελευταίο ρετιρέ της Νάξου. Κάθε φορά που ‘μπαινα ή έφευγα απ΄ την οικοδομή πλησίαζα με συγκρατημένη λαχτάρα το -άδειο, πάλι- γραμματοκιβώτιο μέχρι που το πήρα απόφαση, με τρόμαζε ο 815 που απειλούσε να με στείλει μια ώρα αρχύτερα στο σπίτι μου απ’ όπου έφτυσα αίμα και κατάπια χιλιάδες σελίδες για να φύγω, ξεχνιόμουν με τσιγάρο και φραπέ στην πλαγιά του Λιλιμπάγια, ποτιζόμουν σανγκριές στον Ιπποπόταμο ώσπου να γίνω ένα με το πάτωμα (άσπρο-μαύρο πλακάκι, αν θυμάμαι καλά με τόσες απόπειρες αυτοκτονίας του συκωτιού μου που προηγήθηκαν), αγόραζα Πετρόπουλους -απ’ την Πρωτοπορία θαρρώ- με ένα βλακώδες ρίγος ανάλογο των κρυφοχριστιανών στη Ρώμη, διάβαζα σαν τζάνκι Κολούμπρα (όλη η συλλογή χαμένη σήμερα), θυσίασα χιλιάρικα, αίμα και ιδρώτα σε Happening, Music Corner και το «Δισκάδικο», αποκοιμιόμουν ακούγοντας Eloy σε κάποιο ραδιόφωνο που κατασκήνωσε στα – έρημα, τότε- FM, μελετούσα με προσήλωση Ζήλο, Βιάν και λίγο Στατιστική ΙΙ, στο τέλος της εξεταστικής ακολουθούσε η μαλαματίνεια ιεροτελεστία (το αγίασμα κατέβαινε με το ΚΤΕΛ, ειδική παραγγελία) με κοτόπουλα γειτονιάς, κρύες τηγανητές πατάτες και μπουκάλια σπασμένα σε χίλια κομμάτια στο πάτωμα, στο μπαλκόνι, μέσα στα βρακιά μας, παντού, αντί για πατώματα είχαμε μια βροχή από γυαλιά και μετά μου κάναν αξιοθέατο τους αναστενάρηδες, οι άτεχνοι..

 

Για μερικά είμαι σίγουρος, κάποια είναι πιο αχνά στη μνήμη (ακόμη κι όσα είχαν άρωμα γυναίκας, κοριτσιών δηλαδή, για να ακριβολογούμε), εκείνο που δεν ξεχνάω είναι η παραμονή της μέρας που ήρθε το τρίκυκλο για να μεταφέρω τα λιμά υπάρχοντά μου στην Τσόχα. Άφηνα την Κυψέλη νιώθοντας πως εγκαταλείπω ένα κουκούλι που μέσα του ασφυκτιούσα αλλά και ένιωθα ασφαλής. Ο Ηρακλής έλειπε απ’ το σπίτι, τα είπαμε και αποχαιρετιστήκαμε από νωρίς, θα ΄φευγε κι εκείνος από Σεπτέμβρη για το σπίτι της Ελένης, «για λίγο» είπε «μέχρι να βρω ένα μικρό», μόνιμα ήταν τελικά. Νύχτωσε στο μπαλκόνι, τα πακέταρα όλα -τι όλα δηλαδή, οι πρόσφυγες σήμερα περισσότερα κουβαλάνε μαζί τους- καπνίζοντας ατέλειωτα ΚΕΝΤ, ήπια τόσες άμστελ που κάποια στιγμή παραδομένος άρχισα να κατουράω -παίρνοντας κάποιες στοιχειώδεις προφυλάξεις- στη γλάστρα παραδίπλα γιατί βαριόμουν το πηγαινέλα στην τουαλέτα, κουράγιο να σηκωθώ απ΄το πάτωμα δεν είχα (στο πάτωμα πεταμένα ένα κιλίμι και τρεις μαξιλάρες, όπως Μπάροουζ και Τανγκέρη, άμα είσαι ντίρλα μεγαλοπιάνεσαι ακόμη και με κουρελούδες), άνοιξα το ραδιόφωνο γιατί η τελευταία νύχτα εκεί άρχισε να με πλακώνει. Δεν κατάλαβα πότε με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα ακούγοντας I came upon a child of god, he was walking along the road, με πήγε ως το ρεφρενάκι κι ας μην ήταν η Τζόνι, ωραίο ήταν, γαλήνεψα, «σπίτι είναι ρε, όχι ψυχή, θα συνηθίσεις», έτσι είναι οι σαχλαμάρες οι καρκίνοι, sentimental όντα, ξανάκλεισα τα μάτια. Στις οκτώμισι ο τρικυκλάς ήταν εγγλέζος στο ραντεβού και πατούσε το κουδούνι με υποδειγματικά εκνευριστικό τρόπο. Εκεί δεν ξαναγύρισα έκτοτε. Ποτέ.

 

Σήμερα ανοίγω τα μέιλ χωρίς την παραμικρή λαχτάρα, με τρομάζουν όλοι αυτοί οι αλήτες που θέλουν να με βγάλουν μια ώρα γρηγορότερα κι απ’ το σπίτι μου κι απ΄τη χώρα, ο Χαρχούδας συνταξιοδοτήθηκε, το ίδιο και τα τσιγάρα και τα πιώματα, σε αληθινό δισκάδικο έχω να μπω από τότε που η Σινίντ Ο΄ Κονορ είχε πλεξούδες, με Ζήλο, Βιάν και Οικονομετρίες έκοψα παρτίδες, μελετώ Ξυδάκη και λίγους σεσημασμένους -μετρημένους σε δυο παλάμες- στα βλογς, βιβλία δανειζόμουν απ’ τον φίλο μου που έφυγε πια, τώρα αγοράζω μόνον όταν -πολύ σπάνια- περισσεύει κάτι αλλιώς πάλι στη ζητιανιά και στο δανειλίκι και στην καλοσύνη των φίλων, στο μπαλκόνι ζουν τα άπαντα του ΙΚΕΑ κι αν κάνω πως κάθομαι καταγής θα νομίσουν οι εντελώς καθωσπρέπει γειτόνοι πως λιποθύμησα και θα στείλουν κανένα 166 στα καλά του καθουμένου, ανοίγω μια μπίρα και όταν τελειώνει κοντεύει να γίνει ζεστή σα κάτουρο, αλλά αν μου ‘λεγες να ξαναπάω στην Νάξου ή στην Τσόχα θα σου ‘λεγα «ούτε για όλα τα καλά του κόσμου». Έφτυσα αίμα -ναι, και ιδρώτα και δάκρυα, πώς να το κρύψει κανείς; – για να φτάσω ως εδώ, κατάφερα ο,τι κατάφερα, απέτυχα σε ο,τι απέτυχα, κέρδισα και έχασα, είναι νωρίς ακόμη για τελεσίδικους απολογισμούς και -πάλι sentimental- ετυμηγορίες, μα πίσω δεν έχει κι ας λυσσάξαν να μας χώσουν ντε και καλά στο δικό τους στημένο monopoly. Γερός να είναι εκείνος ο ξαπλωμένος στα κιλίμια και στα μαξιλάρια, με τις μπίρες και τις μουσικές παραμάσχαλα. Αυτός εκεί, εγώ όμως εδώ, έτσι έλεγε και το τραγουδάκι της τελευταίας νύχτας στην Νάξου:  and I don’t know who I am, but life’s for learning.

 

 

 

μεσημέρια

30297147

 

 

Η πόλη μου είναι μια σταλιά. Άντε δυο. Θες δεν θες, πάνω στα χνώτα του άλλου θα πέσεις, όλοι γνωριζόμαστε κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη.

‘Ωρα τρεις, σταματημένος στα φανάρια της μικρής πλατείας (έχουμε και μεγάλη, όπως κάθε επαρχία που σέβεται την χωροταξία της). Πέντε μέτρα δεξιά, μπουκάλια από μαλαματίνες και τσίπουρα λαμποκοπάνε κάτω απ΄τον ήλιο. Γεμάτα τα τέσσερα τραπεζάκια στο θεόστενο πεζοδρόμιο. Στο μαγαζί του -πιο διάσημου, εξ ανάγκης- πεθαμενατζή της πόλης, να με συγχωρεί ο κλάδος αλλά τρυφερά το λέω. Από τότε που ΄μασταν εξάχρονα έτσι τους λέγαμε· και τον κυρ Σάββα και τον Ηρακλή, θεός σχωρέσ’τους. Πεθαμενατζήδες. Δυο είχαμε τότε, σήμερα περισσεύουμε και οι ζωντανοί και αυτοί.

Τον βλέπω να τσουγκρίζει, να ανοίγει μπίρες, να γελάει. Πριν μια ώρα ξεπροβόδισε τους πεθαμένους, σειρά έχουν οι ζωντανοί. Αυτή είναι η ζωή. Με τόσον ήλιο, της τα συγχωρείς όλα. Αλλά, σκέφτομαι, με τόσον ήλιο κρίμα να φεύγεις. Μια τζούρα άνοιξης, ακόμη, ποιός δεν την λαχταρά;

Σπαρταράει η ψυχή μας απλωμένη στον ήλιο….η δική μου ήδη ξεγυμνώθηκε κι ας έχει λίγα παραπανίσια κιλά, βγήκε απ΄το αμάξι και πάει δίπλα να βρει ένα καθαρό για να πιει παρέα με τους άλλους.

Ανάβει πράσινο, οι από πίσω κορνάρουν. Πού βιάζονται να πάνε; Εκεί δεξιά, στα πέντε μέτρα, τσουγκρίζουν ποτήρια η ζωή κι ο θάνατος μαζί. Aγκαλιά, λιάδα. Και κάνουν χάζι, με μας τους βιαστικούς.

μια Κυριακή στο Radolfzell *

29972173 (1)

Τις Κυριακές στο Radolfzell -όταν δεν βρέχει, βρέχει σπάνια εδώ τις Κυριακές αντίθετα με τις καθημερινές- κάθομαι σε ένα παγκάκι δίπλα στη λίμνη (που δεν είναι καταδικιά τους, κι ας ξιπάζονται οι ντόπιοι) και χαζεύω τους ανθρώπους να φιλιούνται, να περπατάνε, να κάνουν σκέιτ, ποδήλατο, τζόκινγκ, ηλιοθεραπεία στα ψέματα. Λίγο μετά τις δώδεκα -εδώ και τρεις Κυριακές- περνάει από μπροστά μου το αρχαίο ζευγάρι, με τα μπαστούνια του σκι. Πριν τους δω ακούω πρώτα το τσικ τσικ του μέταλλου πάνω στο τσιμέντο. Τα πόδια του άντρα έχουν σκεβρώσει, ανάμεσα απ΄το άνοιγμά τους μπορείς να δεις ως και την Κοστάντζα, στην άλλη πλευρά της όχθης. Η γυναίκα περπατάει σκυφτή μισό μέτρο μπροστά του. Έχει σκεπασμένα τα άβαφα μαλλιά της με μια μαντίλα που έχει σχέδια με ντόπιες οσίες και αγίες, θαρρώ. Χρωματιστή, σαν να έφτιαξε αγιογραφίες ο σχωρεμένος ο Χέρινγκ. Δεν κάνουν σλάλομ με τα μπατόν αλλά ελεύθερη κατάβαση προς το Τέλος. Χωρίς να το βάζουν κάτω. Είμαι σίγουρος πως όχι μόνο τον Χίντεμπουργκ μα και τον Μπίσμαρκ πρόλαβαν αυτοί. Τον Βάγκνερ δε νομίζω.

Άσχετο αλλά μόλις συνειδητοποίησα ότι στο πάρκο αριστερά έχει πιο πολλές πάπιες από παιδιά. Κάνουν την ίδια φασαρία όμως. Μερικές φορές τα παιδιά παίζουν με τις πάπιες. Το χειρότερο είναι όταν οι πάπιες παίζουν με τα παιδιά. Τότε σηκώνομαι και φεύγω.

Κατά τις μια, μια και, πηγαίνω στην καντίνα δίπλα στη μαρίνα. Στην πρώτη, την κίτρινη, που πουλάει κάριβουρστ, τηγανητές -σε φοινικέλαιο- πατάτες και μπίρες. Η δεύτερη πουλάει γλειφιτζούρια, μαλλί της γριάς και γερμανικούς λουκουμάδες, είναι γεμάτη με μαμάδες και μπαμπάδες και παιδιά αλλά -ευτυχώς- όχι πάπιες. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι γερμανικοί λουκουμάδες.

Με το μικρό χάρτινο δισκάκι στο χέρι, περπατάω ως την δέστρα νούμερο 14. Εκεί είδα για πρώτη φορά το πιο ωραίο μπλεμαύρο σκαρί με πανιά που έχω αντικρίσει ποτέ ζωντανό. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω δει πολλά αλλά ετούτη η Wilhelmina είναι μια κούκλα. Που κάνει -όμως- βόλτες σε μια χλιαρή λίμνη, αντί να γεμίζει αλμύρα και μποφόρ. Μπορεί -δεν ξέρω- οι ιδιοκτήτες της να είναι δυο αγόρια ντυμένα με άσπρα κοντά παντελόνια και μπλουζάκια που τριγυρνάνε στις όχθες, χτυπάνε πόρτες σπιτιών και ζητάνε δυο αβγά. Άμα χτυπήσουν τη δικιά μου δεν θ’ ανοίξω. Θα τους πω ότι είμαι αλλεργικός στ’ αβγά.

Λεκιάστηκα με το κέτσαπ. Θα ξανατρέχω στο πλυντήριο, στο υπόγειο. Τρεις βδομάδες και βαρέθηκα να μετράω κόκκινους κυριακάτικους λεκέδες στα παντελόνια μου. Αλλά μ΄ αρέσει πολύ το κάριβουρστ. Αυτός εδώ ο μπαγάσας το κάνει καλύτερο από κάθε άλλο που δοκίμασα. Μια Κυριακή, δεν ξέρω ποιάν, θα καθήσω να φτιάξω φρικασέ στο σπίτι. Με δυο μαρούλια.

Είπα αβγά, το βράδι λαχτάρησα να φάω ομελέτα. Στραπατσάδα. Αφού τη βγάλω απ’ το τηγάνι θ’ ανοίξω το skype. Και θα κάνουμε ότι γελάμε όλοι, οι τρεις που μείναν πέρα κι εγώ εδώ. Μετά θα μιλήσω και με το φίλο μου αλλά δεν θα τον δω, μια ψωροκάμερα δε φιλοτιμήθηκε να πάει ν’αγοράσει ακόμη κι όλο «αύριο θα πάω ρε, αύριο, γαμώ τα αρχαία λάπτοπ μου γαμώ».

Φωτογραφίες δεν έχω να δείξω σε κανέναν. Στην αρχή τράβηξα κάμποσες, μετά τις έσβησα όλες. Ξέχασα πως εδώ θα είναι το σπίτι μου πια, ποιος κάθεται να φωτογραφίζει το σπίτι του;

Περίσσεψαν τρεις τηγανητές πατάτες. Θα ‘θελα να τις πετάξω στις πάπιες αλλά έχει πινακίδες «μη ταΐζετε τις πάπιες», εδώ ούτε τα πτηνά πεινάνε. “Εδώ” δεν ήθελα να έρθω μα ήρθα. Για να μη μου πετάνε εκεί κάτω τρεις πατάτες για να ζήσω.

Την επόμενη Κυριακή θα περπατήσω ως την άκρη της δέστρας νούμερο 21. Μπορεί να αγοράσω μαλλί της γριάς, άμα φυσάει πολύ. Για να το πάρει και να το σηκώσει μπας και αποκτήσει λίγο χρώμα αυτή η λίμνη, μέχρι να μπει η άνοιξη.

* ο φίλος μου είπε «γράψε ρε δέκα γραμμές για τις Κυριακές σου κει πάνω, γράψε γιατί αλλιώς θα γράψω εγώ για να μάθω πως τις περνάς»