sci-fi

25633252

Από μια απροσδιόριστη βλάβη χρόνου, τύχης και συμπτώσεων, ξέμειναν για πρώτη φορά μόνοι. Για δέκα λεπτά.

Δεν χρειαζόταν καν δέκα λεπτά, ακόμη και τρία θα ‘ταν αρκετά. Δεν τον έβλεπε, πίσω της ακουγόταν η ανάσα του, τον ένιωθε. Ήξερε τι ερχόταν να κάνει, προσευχόταν σ’ όποιον θεό βρήκε πρόχειρο εκείνη τη στιγμή να μη το μετανιώσει.

Όσο πιο κοντά πλησίαζε τα χείλια του στο λαιμό της, τόσο λιγοστεύαν οι δόσεις απ’ το χαράτσι μέχρι που εξαυλώθηκαν. Καμιά άλλη σκέψη δεν τόλμησε να υψώσει ανάστημα ανάμεσα στη γλώσσα του και το χνούδι της.

Ψιθύρισε «μη γαμώτο», γέρνοντας το κεφάλι από την άλλη πλευρά, για να κάνει περισσότερο χώρο στο στόμα του τη στιγμή που το ‘νιωσε στο δέρμα της. «Μη γαμώτο, μη ψυχή μου, μη μου αφήσεις σημάδι, πρόσεχε».

«Ψυχή μου»

Δεν ήταν και κακό. Για αρχή. Λίγο όμορφα παλιομοδίτικο μα η αχαριστία είναι άσχημο πράμα, τόσα χρόνια μόνο το όνομά του άκουγε να βγαίνει απ΄το στόμα της. Τώρα προβιβάστηκε. Πήρε ένα «μου», δεν τον χόρτασε όμως.

Όσο ανέβαινε προς το αυτί της, τα λεφτά στον φάκελο πίσω (εκείνα τα λίγα, για να ψευτοπληρωθούν οι κάρτες) γινόταν περισσότερα, αυγάτιζαν με κάθε εκατοστό ανάβασης. Μύριζε όμορφα, εκατό φορές την είχε ρωτήσει «τι άρωμα φοράς;», εκατόν μία το ξέχασε. Δεν τον ένοιαζε στ’ αλήθεια το όνομα, μόνο να γινόταν εκείνος το άρωμα της για μια ώρα ήθελε. Για δυο ώρες, για έξη. Για όσο. Για να της πει «ωραίο, μα φόρα εμένα μια φορά, θα μυρίζεις καλύτερα μετά». Δεν το είπε ποτέ, το ΄βρισκε σαχλό και επιτηδευμένα παρακλητικό.

Όταν το χέρι του ανασήκωσε το φόρεμά της και τρύπωσε ανάμεσα στα πόδια της, λίγες πιθαμές πάνω απ΄τα γόνατα , του ‘πε «όχι ρε γαμώτο, θα μπλέξουμε άσχημα αγόρι μου» και άξαφνα μηδενίστηκαν οι δόσεις στην εφορία, παρόλο που απέμεναν δυο ακόμη. Τα πόδια μια άνοιγαν, μια σφράγιζαν, μίλαγαν στο χέρι του χωρίς ν’ ακούγεται η φωνή της, «σταμάτα εδώ, τώρα που θα σταματήσω να σε σφίγγω θα σκαρφαλώσεις πιο ψηλά, λίγο όμως, μετά θα ξανασταματήσεις μέχρι να σου πω ξεκίνα».

«Αγόρι μου».

Δυο «μου». Καύσιμο για τη διαδρομή. Οι ψυχές και τ’ αγόρια ήταν συνοδευτικά. Το «μου» ήταν το κυρίως πιάτο και το επιδόρπιο μαζί κι ας ήταν δανεικό.

Την ώρα που έφτανε στο τέρμα και ικέτευε -από μέσα της- να παραμερίσει το λευκό βαμβακερό ύφασμα σαν νήμα τερματισμού, σαν κορδέλλα εγκαινίων, δεν απέμεινε λογαριασμός απλήρωτος. Με το που ένιωσε τα δάχτυλά του να την ανοίγουν, για κείνη δεν υπήρχε ούτε γαμώτο, ούτε μη, ούτε σταμάτα. Ούτε εξετάσεις παιδιών, ούτε χαλασμένο πλυντήριο, ούτε στοίβες ασιδέρωτα, ούτε μαλάκες συνάδελφοι στη δουλειά, ούτε ρίζες που άρχισαν να ξαναξεμυτίζουν άβαφες, ούτε περυσινή φούστα με ανυπάκουο φερμουάρ. Ούτε γυμνό πρόγραμμα στο κρεβάτι, κάθε Παρασκευή. Και κυρίως ούτε άδειο πορτοφόλι. Για δέκα λεπτά, για μισή ώρα, για λιγότερο από μια. Για όσο.

Μετά θα είχαν όλον τον καιρό να μετανιώσουν και να ξαναβάλουν τους φακέλλους με τα ουφ και τους λογαριασμούς στη θέση τους. Τώρα έπρεπε να ξοφληθούν άλλοι λογαριασμοί, χρόνων. Τυχαίων αγγιγμάτων στα μπράτσα, στα γόνατα, στη μέση, στην πλάτη. Φιλιών στα μάγουλα που θέλαν σα λυσσασμένα να λοξοδρομήσουν, ματιών που διασταυρωνόντουσαν -ανάμεσα σ’ άλλα μάτια- κάθε φορά που η φούστα της σηκωνόταν λίγα εκατοστά πιο ψηλά, μ’ εκείνη να μη λέει «κοίτα με» κι εκείνον να μην ικετεύει «δώσ’ μου κι άλλο». Ανάμεσα σε κουβέντες μπαλκονιού, υπέρβαρα ουφ, λειψά γέλια, νούμερα που δεν βγαίνουν, ώρες που δεν φτάνουν, δουλειές που δεν υπάρχουν, ποτήρια αδειανά, σταχτοδοχεία γεμάτα. Και -όσο κι αν την ξορκίζεις, ως ασύμβατη με τις μέρες που ζούμε- αχόρταγη καύλα. Για πέντε λεπτά, για δέκα, για μισή ώρα. Για όσο.

Άμα το καλοσκεφτείς, είναι κι αυτό μια Ανάσταση.

οι σακκούλες *

24863432

Ένα πρωί -περασμένες έντεκα ήταν στις 4 Δεκεμβρίου, την ώρα που έβγαινε να πάρει γάλα για τη μικρή- είδε, μάλλον αφηρημένος, το πρώτο καρφί. Στην κολώνα της πυλωτής, δεξιά απ’ την είσοδο. Το θυμήθηκε δυο μέρες μετά, ανήμερα Αγίου Νικολάου, όταν είδε και δεύτερο, στην απέναντι κολώνα. Αν είχε καθαρό μυαλό θα μπορούσε να αναρωτηθεί «τι διάολο». Δεν είχε. Σε τρεις μέρες τα καρφιά γίναν εφτά. Ελάχιστες κολώνες δεν τρυπήθηκαν απ’ τα ατσαλόκαρφα, μόνο οι πίσω πίσω, στον ακάλυπτο. Για λόγους οικονομίας είχαν βγάλει τις μισές λάμπες, τις άλλες μισές τους τις έκλεψαν. Εδώ και μήνες κλέβαν τα πάντα. Ακόμη κι ανθρώπους, ειδικά ανθρώπους.

Μια Παρασκευή που δεν πήγε στη δουλειά -το τρίτο αναγκαστικό ρεπό της βδομάδας- περπάτησε στην άδεια γειτονιά, λίγο πριν σκοτεινιάσει. Για να καθαρίσει το μυαλό του, πριν βρωμίσει από πολύ άσχημες σκέψεις. Τα καρφιά τώρα ήταν παντού, κάθε τοίχος, κάθε κολώνα, κάθε περβάζι κι ένα καρφί. Όλα ενάμιση μέτρο ψηλά. Έμεινε να κοιτάζει τις τρύπες, τα καρφιά και τα τσιγκέλια σαν να τριγυρνούσε -σε μια άλλη, παλιότερη ζωή- σε διάδρομο της Tate ή κανένα από τα malls της Γκουγκενχάιμ. «Κάποιος παλαβός παίζει» ήταν το μόνο που κατόρθωσε να σκεφτεί.

Προπαραμονή Χριστουγέννων είδε μια σακκούλα δεμένη σε κάθε καρφί. Απ’ αυτές τις φτηνιάρικες των σουπερμάρκετ, που αν βάλεις τρία πράματα μέσα ανοίγουν στα δυό ή κάνουν μια τρύπα μεγάλη όσο ένα αβγό. Φυσούσε. Οι σακκούλες κάναν φασαρία, πατ πατ πατ και πηγαίναν περαδώθε αλλά ήταν γερά πιασμένες πάνω στα καρφιά. Τις χάζεψε πολλή ώρα, δεν κατάλαβε τίποτε. Εδώ και καιρό καταλάβαινε όλο και πιο λίγα, για να προστατεύεται.

Ξημέρωσε παραμονή. Απ’ τον ουρανό έπεφτε ένα υγρό πράμα σαν να ΄σαι πουκάμισο και σε ψεκάζουν λίγο πριν σε σιδερώσουν. Κακοπλυμένο πουκάμισο όμως, όχι μπουζάτο. Με τριμμένο γιακά και μανσέτες, με λειψά κουμπιά.

Περίμενε να δει -την ώρα που κατέβηκε για να πάρει γάλα και τσιγάρα- τις σακκούλες μισογεμάτες. Με ένα πακέτο μακαρόνια, λίγο αλεύρι, καμιά σοκολάτα, δυο κονσέρβες με γάλα ή με κορνμπιφ, ένα ψωμί στην καθεμιά τους. Μ’ αυτά τα λιγοστά έστω, εκεί πάνω, ενάμιση μέτρο πιο ψηλά απ’ τα τσιμέντα και την άσφαλτο, για να μη τα αρπάξουν σκυλιά και γάτες και πάνε στράφι, ψυχή έχουν κι αυτά τα ζωντανά μα σειρά έχουν οι άνθρωποι.

Κι εγώ αυτό ήθελα να δω. Ή να διαβάσω, έστω. Οι ιστορίες είναι ο,τι τις κάνεις να είναι. Τις ιστορίες τις κάνεις κουμάντο, τη ζωή όχι εύκολα. Εκεί που λες «σ’ έχω», εκεί σου βγάζει γλώσσα σαν τον Τζόκερ, «μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι». Και σε σκίζει σε δέκα κομμάτια, αγνώριστο σε κάνει, ένα τέρας.

Λοιπόν, οι σακκούλες ήταν άδειες. Ξεσκισμένες απ τον αέρα, κουρέλια, ρετάλια, παρτάλια, μια ασχήμια ατέλειωτη σε μια άσχημη πόλη. Που δεν είχε φέτος ούτε ένα λαμπιόνι σε ένα μπαλκόνι, ούτε μια φωτισμένη γιρλάντα στους δρόμους, ούτε έναν ψεύτικο αγιοβασίλη να τριγυρνάει πουλώντας μπαγιάτικο παραμύθι.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν κατέβηκε. Λίγοι αντέχουν να κατέβουν στους δρόμους μιας πόλης που τέτοια μέρα δεν βλέπουν πάνω τους ούτε ένα παιδί να λέει τα κάλαντα. Ούτε ένα. Μουγκή πόλη. Βουβή. Κουφή. Σαν χτυπημένη από πανώλη. Μήτε ο Καρό με τον Ζενέ, μηδέ ο Γκαίτε και τ’ αδέρφια Γκριμ αξιώθηκαν ποτέ να γεννήσουν τέτοιο φάντασμα.

Χωρίς να ξέρει γιατί, πήγε χτύπησε στα γερόντια, στο απέναντι διαμέρισμα. Κάναν πέντε λεπτά να του ανοίξουν. Θες ο φόβος, θες τα γαμημένα γόνατα, θες ότι δεν περιμένεις κανέναν να σου χτυπήσει την πόρτα πια, πλήν Χάρου, κάποια στιγμή, σύντομα.

«Το βράδι σας περιμένουμε δίπλα» τους είπε, «όχι σπουδαία πράματα, ένα πιάτο, ένα ποτήρι κρασί, για την παρέα, μέρα που ‘ναι».

 

Άμα σου πω ότι οι ξεσκισμένες σακκούλες γεμίσαν με ομορφιά, να το πιστέψεις.

—–

* γραμμένο για το Μπαχάρ τ.4

λαθραίες πευκοβελόνες

……

«Την επόμενη φορά». Δεν υπήρξε επόμενη φορά. Ποτέ. Πώς να το ξέρεις κάτι τόσο άγριο από τότε;

Προλάβαμε το φέρι των οκτώ αφού πρώτα μοιραστήκαμε τέσσερις μερίδες λουκουμάδες -οι τρεις με μέλι και τριμμένα καρύδια, ο άλλος με σιρόπι και κανέλλα- κι εφτά ποτήρια νερό. Ο Χάρης κουβάλαγε δυο κουτιά με σύκο και καρυδάκι γλυκό, παραγγελιά της αδερφής της σχωρεμένης της μάνας του. Η Μαρία ξετρύπωσε ανάμεσα σε χίλια δυο άχρηστα ένα μικρό ξύλινο σταυρουδάκι με σκοινένιο κορδόνι και το φόρεσε στο αριστερό της πόδι. Σωστή. Πόσους τελευταίους πειρασμούς πια να ξαναζήσει ο εσταυρωμένος στην ιερή γραμμή ανάμεσα στα στήθη της; Η Γιάννα πήρε ένα πακέτο τσιγάρα, για το δρόμο. Η Λένα ένα κρεμαστό καντήλι, μικρό, το ‘λεγες και όμορφο, «για να βρίσκεται». Κορίτσι για σπίτι, από πάντα.

Κι εγώ;

Eγώ τους τράβηξα και τους τέσσερις μια φωτογραφία, σε ένα Fuji 24ρι των 100 ASA, για να τους θυμάμαι. Ο ένας δίπλα στον άλλον, με την πλάτη γυρισμένη στο λιμάνι, στο τελευταίο κατάστρωμα -δυο είχε όλα κι όλα άλλωστε- ακριβώς τη στιγμή που σε ένα παγκάκι πίσω μου, κάτω από μια σωσίβια λέμβο, δυο αλλέγκροι τύποι of a certain age έλεγαν σόκιν ανέκδοτα σε τρεις ζουμερές μεγαλοκοπέλες, τόσο ζουμερές που η κυταρίτιδα ξεχείλιζε κι από τους αστραγάλους τους. Οι αλλέγκροι ήρθαν, συμφώνησαν, φεύγαν. Ήδη η Χώρα είχε γεμίσει με αφίσες τους. «Από 20 Ιουνίου μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο, κάθε Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή, οι αδερφοί Κατσάμπα στην Αρκούδα. Ξεφάντωμα, γλέντι, χορός».

Οκτώ και τρία ακριβώς, ανέβηκε η πόρτα. Στις εννιά παρά πέντε κατέβηκε το πρώτο αυτοκίνητο, απέναντι. Μόλις κατέβηκε και το εικοστό δεύτερο, έσβησαν οι μηχανές. Μαζί τους και η Δευτέρα, ανήμερα Αγίου Πνεύματος, εικοσιπέντε, ίσως και παραπάνω, χρόνια πίσω. Μπορεί εικοσιτρία, μπορεί και εικοσιεφτά. Πολλά πάντως. Όσα και οι πευκοβελόνες που έφερα -άθελά τους- πίσω.

——-

(μια μπουκιά από κάτι σαν μνήμη)

 

το καταφύγιο

Πάει, τέλειωσε, σβήστηκε, ξεθώριασε, έφυγε, ξεχάστηκε, στέγνωσε, εξαϋλώθηκε, σίγησε, ξεθύμανε.

 

Δικά σου αυτά. Τα έγραψες, τα διάβασες, τα διόρθωσες, τα στοίχισες, τα τύπωσες. Από τότε τριγυρνάνε στα πόδια σου, τις πιο ακατάλληλες στιγμές, εκλιπαρώντας  να τους δώσεις λίγη σημασία. Αδιαφορείς. Περήφανος για το σπουδαίο σου κατόρθωμα, καγχάζεις πως με τις λέξεις μπορείς να τα βάλεις όποτε το αποφασίσεις. Ο,τι θες τις κάνεις αν έχεις βολικό πληκτρολόγιο και καλά προπονημένα δάχτυλα.

Αν όμως το φέρει ξανά ο Οκτώβρης,  ο διάολος κι ο χρόνος αυτά τα ίδια δάχτυλα να ξαναγγίξουν το δέρμα της, να χαϊδέψουν εκείνο το σημάδι στο γόνατο, αν βρουν δρόμο ν΄ανηφορίσουν ανάμεσα στα πόδια της, γίνεσαι -μέσα σε μια στιγμή- αναλφάβητος. Ξανά. Ούτε πληκτρολόγια, ούτε λέξεις σου χρειάζονται μετά. Και μιλάς μόνο με με το στόμα, με το δέρμα και με τα δάχτυλα. Δεν πα’ να καταστρέφεται ο κόσμος ολόγυρα, κι εσύ μαζί του. Μέσα της είναι καταφύγιο. Μέσα της.

Είσαι αρκετά σοφός πλέον για να ξέρεις πως δεν κρατάει για πάντα αυτό, δανεικό είναι, μια τοσοδούλα στιγμή στο χρόνο, ένα σκουπιδάκι στο μάτι, μετά θα χρειαστεί να  ξανασκαρφαλώσεις έξω για να ξαναμαζέψεις κομμάτια, να σφουγγαρίσεις αίματα, να ξεπλένεις χυμένα μυαλά και να πολεμάς με αριθμούς αήττητους. Αλλά θα πεισμώσεις να μείνεις ζωντανός, περιμένοντας πότε θα ‘ρθει η ώρα να ξαναμπείς μέσα στο σώμα της για μια στάλα αέρα, για να  πάρεις λάφυρο λίγο μύρο ακόμη, ν’ απλώσεις τη γεύση της στο στόμα σου πριν ξαναβγείς στον Χαμό.

 

 

δερματίτιδα

Μου πήρε πολλά πολλά χρόνια αλλά νομίζω ήταν μόλις πέρυσι που συνειδητοποίησα πως το δέρμα μου έχει ενηλικιωθεί. Και βγάζει, επιτέλους, γλώσσα. Mε θράσος περίσσιο.

Βαθύς Μάιος. Mετά την πρώτη βουτιά στην παγωμένη -ακόμη- θάλασσα, διαμαρτύρεται όταν βγαίνω στάζοντας και ψάχνω πετσέτα. Tο ’χει πείσμα μουλαρίσιο να στεγνώσει στον αέρα, «άσε με όπως είμαι» λέει, «έρχονται ζεστές μέρες, θέλω να τις νιώσω πάνω μου, έχω μήνες να ανατριχιάσω».

Μετράς ώρες για να βγει ο Αύγουστος, έστω κι αν ο ήλιος το τρυπάει ξεδιάντροπα το μεσημέρι, αν ξεχαστείς και μείνεις ως αργά απέναντι απ’ τη θάλασσα ζητάει προστασία, «ρίξε την πετσέτα στους ώμους, θα συναντηθώ σε λίγο με τις ψύχρες και δεν θέλω να με δουν σε στιγμή αδυναμίας».

Οικτίρω τους χειμερινούς κολυμβητές. Δέρμα που εκπαιδεύτηκε να μην αντιμιλάει, δεν το φοράω.

Τώρα θα περάσουμε παρέα έναν μακρύ χειμώνα. Που θ’αφήσει άσχημα σημάδια στο πετσί μας. Ελπίζω ν’ αντέξει ως του χρόνου, να μη λιγοψυχήσει, να μη πει ξέψυχα “παραδίνομαι”, να μετρήσει αντίστροφα μέχρι την επόμενη βουτιά. Να μείνει μαζί μου.

έναν Αύγουστο μετά

Πέρυσι, λίγο πριν της Παναγίας θάψαμε την Β.

Σήμερα ανάψαμε κερί, πήραμε αντίδωρο και κόλυβα, ήπιαμε καφέδες και λευκό κρασί, καπνίσαμε από έξη-εφτά τσιγάρα και φάγαμε μυδοπίλαφα, μάντζε και μπριζόλες. Φεύγοντας είπαμε «να ζήσετε να τη θυμάστε».

To αυτοκίνητο μετά έκαιγε. O κλιματισμός ήταν ανώφελος για ένα χιλιόμετρο δρόμο. Το πουκάμισο, φορεμένο μια φορά, πήγε κατευθείαν στα άπλυτα.

Σε καμιά ώρα θα φύγουμε για τη θάλασσα.

 

 

 

 

φώτα, κάμερα, πάμε;

Είναι όπως στις ταινίες. Με βλέπω από ψηλά να χάνω αίμα, πολύ αίμα, ξαπλωμένος σε ένα κρύο, πολύ κρύο, τσιμέντο. Και κάποιος σκυμένος από πάνω μου, μπορεί να ‘μαι κι εγώ ο ίδιος, μου κρατάει το χέρι επαναλαμβάνοντας με φωνή που δεν ξέρω αν είναι αγωνία, νοιάξιμο, φόβος ή σκέτη εμμονή «κάνε κουράγιο, μη κοιμηθείς, μη κλείνεις τα μάτια, μείνε ξύπνιος, έρχονται».

Είναι όπως στις ταινίες. Μόνο που δεν χάνω αίμα, λέξεις χάνω. Και δε με νοιάζει να τις ξαναβάλω μέσα μου, δε με νοιάζει ποιός, ποιοί και γιατί έρχονται. Θέλω μόνο να ξεκουραστώ, να κλείσω τα μάτια, έστω και πάνω στο κρύο τσιμέντο.

Πάρε και σεντιμένταλ μούζικα τώρα. Έτσι δεν γίνεται στο fade out για να μη βγει τζούφια η σκηνή;

 

 

 

 

χειμώνας (expansion pack)

Να φύγω θέλω. Ένα κωλόσπιτο στο βουνό κι ας το βαφτίσαν ξενώνα, χωμένο μέσα σε δέντρα ψηλά και σκοτεινά. Τα σύννεφα θ’ ακουμπάνε στη σκεπή σαν να ισορροπούν πάνω της, μια τραμπάλα δίχως κομπάρσους, ένα μονοπάτι παραδίπλα, να χωθώ να περπατήσω σε βρεμένα φύλλα, καπνοί κι ομίχλες για παρέα στη διαδρομή, τίποτε άλλο. Παγωμένα χέρια μέσα στα γάντια. Παγωμένα αυτιά. Παγωμένη μύτη. Μόνο το μέσα μου ζεστό γιατί προνόησα να το αλείψω με πισσόχαρτο. Θέλω. Δεν έχουν πλαφόν αυτά, ούτε και χρέωση. Θα βρω ένα μπουκάλι τσίπουρο για να κολυμπήσω μέσα του κι αν έχω ανοιχτές πληγές στο δέρμα να τις κάψω μ΄αυτό, εντός μου δεν έχω έλκη, το πισσόχαρτο κάνει καλή δουλειά. Θα καίει ο οισοφάγος μου όσο θα με καίει πατόκορφα μια ξυλόσομπα, τα τζάκια είναι για τους φλώρους. Όσο θολώνει η ματιά μου τόσο πιο καθαρά θα βλέπω το υπόλοιπο της μέρας, μη σου πω και της ζωής ολόκληρης. Ένα λουκάνικο βγαλμένο απ’ την καρβουνιά, λίγο λάχανο πνιγμένο μέσα στην σαλαμούρα, μια φέτα ψωμί που γεννήθηκε πριν δυο ώρες για να πεθάνει νέα. Το δεξί μου μάγουλο, το πλευρό, το μπούτι, καίνε, σε λίγο θα πάω απ’ την άλλη πλευρά της σόμπας να ψηθώ ομοιόμορφα. Έξω απ’ το παράθυρο, πολύ μακριά από δω, η ζωή συνεχίζεται, εκεί θα ξαναμπώ σε λίγο. Τώρα όμως πάτησα save game. Και χαμογελάω στο πουθενά, στον κανέναν, στο τίποτε, μοιράζοντας αναίτια χαμόγελα στα ντουβάρια που μυρίζουν τσιγαρίλα, καπνό, αλκοόλ, χειμώνες, χνώτα, φευγιό, γνέφοντας «γεια σου και σένα» σε άγνωστους που μπαινοβγαίνουν στο παιχνίδι μου. Αδιαφορώντας για το αν εγώ μπήκα απρόσκλητος στο δικό τους.

Αν ήμουν ανίατα έντεχνος θα άνοιγα την πόρτα, θα έκοβα ένα κομμάτι απ’ τα σύννεφα -ένα άπλωμα χεριού ψηλά- και θα το έτρωγα, να περάσει το κάψιμο απ΄ το οινόπνευμα. Τέτοιες μαλακίες όμως δεν κάνω. Κι απ’ την καρέκλα κώλο δεν σηκώνω τώρα που γλάρωσα όμορφα. Οι παλιοί gamers είχαν δίκιο. Το πόσο γρήγορα πας απ’ το save game στο game over, ούτε που μπορεί να το χωνέψει το πάμφτωχό σου το μυαλό.

platform 4 , 09:33

Chateau Candeloudette, 2008. Φτηνόπραμα απ’ το Lugasson επειδή σήμερα δεν βρήκα καμιά πρόχειρη Νεμέα στο διάβα μου για να φαγωθώ μαζί της.  Garbage in, garbage out. Aν μπλέξεις με τέτοια μεσημεριάτικα, δεν περιμένεις να γράψεις μη ευτελή. Με ο,τι ποτίσεις το μυαλό σου, ανάλογα θα τρυγήσεις. Είμαι παιδί της υπερβολής, σκουπίδι δεν το λες αλλά κάθε γουλιά κατεβαίνει όλο και πιο δύσκολα, σα να πρέπει να αδειάσεις το ποτήρι από μιαν ακαθόριστης ταυτότητας υποχρέωση.

Δεν θέλω να γράψω ούτε μισή λέξη για όσα μας βασανίζουν. Ούτε μισή. Τώρα είμαι καλά. Θες να το πεις ζεν; πες το κι έτσι.

Χτες αργά το βράδι ανακάλυψα ένα σωσμένο κειμενάκι στο word. Δεν θυμάμαι πότε και υπό ποιες συνθήκες γράφτηκε. Μου θύμισε φτηνό Ρεμπώ στα γεράματα, αν σκεφτείς ότι το γαλλάκι σταμάτησε να γράφει πριν κλείσει τα είκοσι, κάτι δεν πάει καλά με τα θειώδη στο μπουκάλι.

Οι άνθρωποι όφειλαν να είναι αμοιβάδες. Με μονοψήφιο συναισθηματικό IQ. Πολλά λάθη θα είχαν αποφευχθεί έτσι. Χτες γνώρισα έναν εικοσιδυάχρονο με κατάθλιψη. Η μάνα του μου είπε πως γυναίκα είναι η αιτία. Δεν ξέρω και πολλές άλλες αιτίες στα είκοσι. Ξέρω για μετά, αλλά ορκίστηκα, ούτε λέξη.

Hot glue. Sticky fingers. Έτσι σκέφτεσαι το σώμα της; είναι αγάπη αυτό;

Ο φίλος μου βάφει απέναντι. Σε δέκα, δεκαπέντε μέρες έρχεται. Αγόρασα, όπως του υποσχέθηκα, το σκοινί που θα ενώσει τα δυο μπαλκόνια, Νάπολι, Κέρκυρα, τέτοια κοινότυπα. Σκοινί μεταφορέας αντικειμένων, σκέψεων, απωλειών. Δεν μας αναγνωρίζω, δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ τις σιωπές μας, παλιά η σιωπή ήταν μια ανάσα πριν βουτήξουμε πιο βαθιά, τώρα και τα ρηχά μας φοβίζουν. Μόνο δύσμορφα κουφάρια -και πρώτα τα δικά μας ανάμεσά τους- μπορείς να συναντήσεις πλατσουρίζοντας εκεί. Ίσως πρέπει να μάθουμε να κολυμπάμε, απ’ την αρχή.

Ούτε λέξη, είπα. Ούτε μισή. Όλα καλά.

Βρέχει, ευτυχώς. Προχτές με ρώτησε κάποιος αν αγαπώ αυτή την εικόνα. Ναι, την αγαπώ. Τόσες δεκαετίες ζούμε μαζί, μάταιος κόπος είναι να της αντιστέκομαι. Στα τζάμια νερό, κάτω μου νερό, στον ορίζοντα νερό, χιλιόμετρα ολόκληρα από γκρι και λίγο πεθαμένο γαλάζιο, ευτυχώς κάποιος έκλεισε το διακόπτη και μπορώ να δω καθαρά τριγύρω. Το φως της μέρας, το πολύ φως, τα κάνει όλα δυσδιάκριτα. Μόνος στη θέση, οι σταθμοί αλλάζουν, εικόνες σε επανάληψη, τα ‘χω δει όλα εκατό φορές και κάθε φορά μοιάζουν καινούρια. Το παν είναι το εισιτήριο να γράφει EinzelTicket, κανείς να μη σε θεωρεί δεδομένον για επιστροφή. Ούτε καν εσύ ο ίδιος.

Έγραψα και κάτι άλλο μα ούτε το word να θεωρείς δεδομένο αν ξεχάσεις να κάνεις save. Oι λέξεις θα βρίσκουν πάντα ευφάνταστους ή απλούς τρόπους να σ’ εκδικηθούν. Το ίδιο και τα τρένα που δεν πήρες ή τα άδεια ποτήρια.

 

 

 

 

(στην) ψύχρα

Διαβάζω εκθέσεις ιδεών, γράφω τέτοιες, πράγματα θυμωμένα, ξινά, πικρά, αδέξια, ψευτοτρυφερά, ψευτοσκληρά, ενίοτε αυτοπαρηγορητικά (δεν ξέρω τη διαφορά απ’ τα παρήγορα), σχεδόν πάντα σκουρόχρωμα. Άσπρο δεν άπλωσα για στέγνωμα εδώ και πολύ καιρό. Δηλαδή και λευκό να άπλωνα, είχα τον τρόπο να το κάνω μαύρο όσο έβαζα τα μανταλάκια για να μη το πάρει ο αέρας. Αρχίζω να πιστεύω ότι είναι ανίατο. Και πάρα πολύ κουραστικό.

Συνήθως γράφω για ανθρώπους. Ή κάτι σαν κι αυτούς. Στο τέλος, με το που πατάω το publish είμαι πάντα -μα πάντα- βέβαιος πως έκανα μια τρύπα στο νερό, αν υποθέσουμε πως υπάρχει νερό. Ποιάν έννοια, ποιό σκοπό, ποιάν αξία έχει να λες στον άλλον try walking in my shoes από τη στιγμή που δεν ξέρεις καν αν έχει δικά του παπούτσια. Μη σου πω και πόδια.

Πριν μου δώσει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι η ενοχικότητά μου -χειρότερη κι απ’ το χειρότερο αυτοάνοσο-  και το κλείσω το ρημάδι το λάπτοπ με αυτιά να βουίζουν και κεφάλι σταρ-τρεκ, πέφτω πάνω σ’ έναν άνθρωπο που τρέχει πίσω από ένα φοβισμένο σκύλο. Κι την επόμενη στιγμή τρέχω κι εγώ ξοπίσω τους, να δω αν η ιστορία θα ‘χει καλό τέλος. Γιατί εμείς δυσκολευόμαστε να το γράψουμε.

Δες και μόνος σου. Someone to watch over me είναι, είτε εσύ είσαι το χέρι που σκεπάζει και μετά κλείνει το φως ή εκείνος που ακούει το «όλα θα περάσουν».

Τέτοια μέρα δεν έχω άλλο να σκεφτώ. Ακόμη και γιγάντιο ψέμα να είναι το «μην ανησυχείς, όλα θα περάσουν» σήμερα θα σε σκεπάσω μ’ αυτό, λιώνει η ψυχή μου να σε βλέπω να κρυώνεις περιμένοντας τη γέννα του αύριο.

 

 

η Υπέρτατη Αλήθεια για τα blogs

Το βλόγιν (συγγραφή και ανάγνωση, εκτός εξαιρέσεων) με κάνει και πλήττω. Ίσως και να αρνούμαι να μασάω -δε λέω να χωνεύω- τα ‘σωψυχα καθενός.

 

Δεν το έγραψα εγώ, θα σκότωνα για να το είχα πει αλλά δεν το λέω επειδή κατά -πολύ- βάθος είμαι ψυχοπονιάρης. Είναι μισανθρωπία να λες του αλλουνού «γείρε αλλού το κεφάλι σου να ανακουφιστείς παιδάκι μου, ο ώμος μου είναι κατειλημμένος», στο κάτω-κάτω της γραφής ένας ώμος είναι, δεν ζήτησαν και την ψυχή σου για ακουμπιστήρι, το νιώθω πως αν θες να βγάλεις κάτι από μέσα σου χέστηκες αν ο ώμος είναι φιλόξενος ή το στέρνο ευρύ, στην ουσία το κεφάλι σου στον δικό σου ώμο γέρνει κι εκεί θα μείνει εσαεί μέχρι να το πάρεις απόφαση πως ή θα το κόψεις ή θα σταθεί όρθιο χωρίς e-ποστυλώματα.

Σε τελική ανάλυση καλύτερα μίλα εκεί που πρέπει, βρίσε αυτόν που θέλεις, κάνε χαρακιές στο σωστό αυτοκίνητο, στείλε απειλητικά sms χωρίς απόκρυψη, αν έχεις την παρόρμηση να δώσεις και ένα χαστούκι καν’το -μη στο χτυπάνε καμιά μέρα πως ήταν ανάπηρο πάθος ή οργή η απουσία της μπάφλας- όχι οτι θα ανακουφιστείς δηλαδή αλλά τουλάχιστον θα γλιτώσουν οι λέξεις που θέλοντας και μη θα μπουν στη γραμμή όπως τα ναυτάκια πάνω στα αντιτορπιλλικά που βγαίνουν απ’το ναύσταθμο, κοιτώντας με άδειο στομάχι την ξηρά να απομακρύνεται ενώ η στεριά είναι εκεί, απλά αυτοί φεύγουν.

Πράξε κατά βούλησιν γιατί κανενός ο κώλος δεν κουδουνάει στ’ αλήθεια για το τι αραδιάζεις εδώ μέσα. Καλύτερα να τα πεις, να τα κάνεις, παρά να τα γράφεις σε e-ντουβάρια που πάνω τους όλο και κάποιος θα κατουρήσει μια μέρα, εκεί που νόμιζες πως έγραφες τη δική σου Οδύσσεια, μα τι ιεροσυλία, αν ήταν έτσι ο Οδυσσέας η Πηνελόπη θα προτιμούσε να ερωτευτεί παράφορα τον δονητή της.

Λοιπόν, τα σώψυχα είναι για τα συρτάρια και όχι για άπλωμα σαν σώβρακα, επειδή είναι άδεια τα σκοινιά και σου περισσεύουν μανταλάκια δεν θα το βάλεις γινάτι να γεμίζεις καθημερινά την οθόνη. Ναι, είχες-ως συνήθως- δίκιο, αυτή τελικά είναι Η Υπέρτατη Αλήθεια για το βλόγιν, πρέπει να το βάλεις από κάτω κι όχι αυτό εσένα. Να του πεις «άντε και γαμήσου, εγώ μπορώ χωρίς εσένα, εσύ μπορείς χωρίς εμένα;».

Καλύτερα να γράφεις σε χαρτάκια από τσιγάρα και μετά να τα στρίβεις, ωραίο είναι να ρουφάς τις λέξεις σου, αν θες ντε και καλά να τα πεις κάπου υπάρχουν και οι shrinks και οι παπάδες, μην είσαι τόσο γύφτουλας και θες να τη βγάλεις χιου-χιου με ένα ψωροπόστ,  αν φοβάσαι τους καναπέδες και τις μετάνοιες υπάρχουν και οι φίλοι, σταμάτησες να γράφεις, σε γράφουν στα αρχίδια τους όλοι οι μαντρωμένοι μέσα σε « » και αυτό είναι υγεία, e-κολλητοί δεν υπάρχουν, ευτυχώς, χειρότερη αρρώστια από την κλαψομουνίαση δεν υπάρχει αν είσαι αγοράκι, τα κοριτσάκια το δικαιούνται και ανατομικώς -αν και φέρονται συνήθως αξιοπρεπέστερα-, αν δεν βρεις αντιβίωση την έχεις την ξεφτίλα στο τσεπάκι κι άσε τους απ’ έξω να χτυπάνε παλαμάκια και respect επειδή την έντυσες με ολίγη από αυτοσαρκασμό και πρόχειρα φτιασιδωμένη κυνικότητα.

Δεν σ’ άρεσε; μη ζητήσεις το λόγο «επί προσωπικού». Να γράψεις για τη δική σου Υπέρτατη Αλήθεια. Κυκλοφορούν μερικά εκατομμύρια αδέσποτες εκεί έξω.

(γραμμένο πριν τρία χρόνια, δεν είναι μόνο Υπέρτατη είναι και απέθαντη)

ο αφρός των μικρομέγαλων

Έχω εξαντληθεί συζητώντας με κάθε πονεμένο -ανίατη ασθένεια, από την εποχή του φοιτητικού αμπέχωνου- τις παραλλαγές πάνω στο Λιβυκό (ζήτημα, το πέλαγος δεν με αφορά), το νεοπανεπιστημιακό, το πτωχευτικό (το ατομικό μου, το δίκαιο δεν με συγκινεί), το εργασιακό, το ασφαλιστικό,  το άδηλο του μέλλοντος -αυτό είναι σαν τον αφρό της μπίρας, ξεκινάς την κουβέντα έτσι και τελειώνοντάς την πάλι σ’ αυτό καταλήγεις-, το πρόδηλο της επαναθεώρησης των πάντων. Αρχής γενομένης από τα δεδομένα. Δεν υπάρχουν. Κανείς δεν μπορεί πια να επιπλεύσει πάνω στον αφρό κι ας είναι και της Guinness.

Εννιά φορές στις δέκα, αυτές οι κουβέντες γίνονται γύρω από ένα τραπέζι. Με υγρά και στερεά επάνω του. Πες το «μεταξύ τυρού και αχλαδιού, μεταξύ πεπονιού και γραβιέρας Νάξου, μεταξύ Kaiser και Fix, μεταξύ ιδρώτα και ανεμιστήρα», δεν με ενοχλεί αυτός σου ο απαξιωτικός υπαινιγμός. Παράσημο είναι να βάζεις γραβιέρα ναξιώτικη στο τραπέζι, σκέψου το κι έτσι, του χρόνου το καλοκαίρι το πεπόνι μπορεί να μείνει ορφανό.

Με οικτίρω που δεν θεραπεύτηκα ακόμη από τα αμφιθεατρικά κατάλοιπα και συνεχίζω να έλκομαι από τους εμμονικούς Φιντέλ της καθημερινότητας, όπως ο καρχαρίας από μια ανοιχτή πληγή. Αφού το ξέρω καλά πως με έχω συλλάβει επανειλημμένα επ’ αυτοφώρω να το διαπράττω ως αυτοσκοπό. Δεν το κάνω για την κουβέντα, ούτε τη διαφωνία, ούτε τη χλιαρή σύγκλιση, ούτε καν για την πολιτισμένη ή φορτισμένη αντιπαράθεση. Μ’ αυτά έκλεισα λογαριασμούς. Το κάνω για να δουν οι μπίρες πόσο κουραστικοί μπορούμε να γινόμαστε, επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια -με ζήλο αντάξιο μουλάδων, ακόμη κι όταν ο μόνος άξιος λόγου αφρός τριγύρω μας είναι αυτός της θάλασσας- μέχρι να παγώσει ο ήλιος.

Θα συνεχίσω να το κάνω όμως, είναι τόσο μα τόσο ανακουφιστικό, έως εθιστικό, να διαπιστώνεις πως από το να ανατριχιάζεις με τα ξύλινα μικρομέγαλα της βουλής των εφήβων μέχρι να γίνεσαι πιο προβλέψιμος κι από αυτά (αθωώνοντάς τα, μετά, λόγω προτέρου εντίμου βίου), είναι μια γουλιά δρόμος. Με ή δίχως αφρό.

προ-σeπτeμβριανά

Λίγο πριν της Παναγίας θάψαμε την Β.  Πάλεψε τέσσερα καλοκαίρια. Ο πληθυντικός είναι ανάπηρη ενοχή. Γιατί αυτή και όχι εγώ, εμείς. Τέτοια υποκρισία. Γιατί εγώ, εμείς, γυρίσαμε στο σπίτι μετά και δεν είπαμε κουβέντα, ξορκίζοντας -τάχα μου- το κακό με ένα μπουκάλι κρασί και καμιά δεκαριά τσιγάρα που είχαν τη γεύση μιας -ακόμη- μόνιμης απουσίας.

Προσπαθώ -δεν έχω την παραμικρή ιδέα γιατί- να βρω έναν λόγο για να συνεχίσω να γράφω. Μα δεν βλέπω φως. Κουρτίνα μπροστά μου, από τις βαριές, τις βερσαλλιανές, αυτές που μυρίζουν κλεισούρα, ληγμένες κολώνιες και ημίφως οι λόγοι για να σταματήσω. Μετά θυμάμαι τη φατμέ, το παχύ της έντερο και τους μπαξέδες με τα ρόδα, ανακουφισμένος. Πόσο ηλίθια διλήμματα μπορεί να σε ταλανίζουν προσεγγίζοντας την ακτή με τα απολειφάδια ενός θέρους που δεν υπήρξε ποτέ.

Δεν αξιώθηκα να δω από κοντά νησί της άγονης -όπως εγώ την φανταζόμουν- γραμμής. Τα ονόματα Κουφονήσια, Δονούσα, Σχοινούσα, Αστυπάλαια, Αμοργός ήταν και παραμένουν terra incognita. Αν δεν μπορούσα να φύγω όποιαν στιγμή ήθελα από έναν τόπο, δεν τον προσέγγιζα. Ακόμη κι αυτό όμως να λυνόταν-με κάποιον μαγικό τρόπο- με φόβιζαν από παλιά οι καλοκαιρινοί -οι εναλλακτικοί, κατά πως λέει και το Βυτίο– ενοικιαστές τους, ίσως γιατί ενδόμυχα ένιωθα πως ανάμεσά τους θα ήμουν παρείσακτος. Ως σήμερα δεν το ξεπέρασα. Μάλλον τα καλοκαίρια μου περιγράφω. Όχι, ούτε αυτά. Τη ζωή μου, σίγουρα.

Άρχισα να κρατάω σημειώσεις -και να τις μοιράζομαι με άλλους- τρεις μήνες μετά το εξιτήριο απ’ το νοσοκομείο. Υποθέτω πως ένας από τους λόγους που δεν έχουμε αγαστές σχέσεις το joyful κι εγώ είναι ακριβώς αυτό. Η χωροταξία των συναισθημάτων και η οριοθέτησή τους είναι οι -πολύ- μελανές σελίδες του CV μου. 

Η τελευταία βουτιά στις αλυκές, εικοσιπέντε χρόνια πριν. Ένα τέταρτο του αιώνα δηλαδή, για να μετατρέψω τον χρόνο σε κάτι πιο γκράντε από αυτό που ήδη είναι. Κάποια στιγμή βαρεθήκαμε τις κουβέντες με τους άλλους δέκα της παρέας, ξεκινήσαμε  για το αρχαίο λατομείο στη μύτη του κόλπου, μετά μόνο θάλασσα, μάρμαρα, ένας ορίζοντας λιπόθυμος από τη ζέστη και τα μάτια μας πληγωμένα απ’ το άσπρο και το φως. Βουτήξαμε γυμνοί, σχεδόν τυφλοί, μετά από μισόν αιώνα -έτσι μετρούσαμε τότε, με αιώνες- βγήκαμε. Ξάπλωσε εκεί, πάνω σε ένα μάρμαρο που ήταν πιο ζεστό κι από τον ήλιο, το δέρμα της άντεξε το μεσαιωνικό βασανιστήριο, φορούσε μισό μαύριο μαγιώ και τα παλιά της ρέιμπαν, όταν ξαναβρήκα το φως μου και την ακούμπησα έκαιγε πιο πολύ από τις αρχαίες πέτρες, όχι εδώ, είπε, έχει συνωστισμό, είχε πράγματι αλλά τότε νόμιζα οτι δεν υπάρχουν άλλοι ένοικοι εκτός απ’ τους δυο μας σ’ ολόκληρο το σύμπαν. Επιστρέψαμε στην παραλία από το μονοπάτι στο δάσος, αριστερά μας γαλάζιο, δεξιά πράσινο, κάπου υπάρχει μια φωτογραφία μας από κείνη τη μέρα, μου φαίνεται πως έχουμε -και οι δυο μαζί- τριάντα κιλά παραπάνω σήμερα, ίσως όμως είναι οι ψυχές μας που σκλήρυναν και βάρυναν με τον καιρό. Αυτό είναι.

Δεν μπαίνω πια σε βιβλιοπωλεία για να αγοράσω τετράδια, στυλό, φακέλους, μπλάνκο, σβήστρες, ξύστρες, φάμπερ καστέλ και μπλοκ ζωγραφικής. Ο γιατρός μου είπε ότι παθαίνω κάτι σαν το σύνδρομο της άσπρης μπλούζας όταν μυρίζω σχολίλα. Μπορεί να τα αγοράζει μόνη της, μεγάλωσε. Άλλωστε έπαψε από καιρό να μυρίζει παιδίλα. Κάποιες ξεχασμένες μυρωδιές με εκδικούνται, θα με στοιχειώνουν για καιρό, στο τέλος θα με ξεσκίσουν σαν τον Γκρενούιγ..

Soon oh soon the light….η φωνή του Jon Anderson στο γύρο του νησιού. Λάθος διατύπωση. Εκείνον τον Αύγουστο ο Άντερσον είναι ο ίδιος Το Νησί. Αυτός και η κιθάρα του Howe. Δέκα, είκοσι φορές μπρος-πίσω η γαλάζια διάφανη Scotch. Το παλιό Ρενώ δεν πατούσε στιγμή στην άσφαλτο, ανεβοκατέβαινε στρατόσφαιρα-μεσόσφαιρα  με τρεις ταχύτητες, η δευτέρα είχε πεθάνει την ώρα που έβγαινα απ’ το καράβι. Υπήρχαν και εποχές -σκέφτομαι- που ετοίμαζα το σάουντρακ των διακοπών με επιμέλεια και φροντίδα ανάλογη του Bernard Herrmann όταν έγραφε για τον Άλφρεντ. Αν βάλω σήμερα το ίδιο, έστω και δυο φορές, στο cd-player του αυτοκίνητου με τις έξη ταχύτητες αλλά χωρίς παρελθόν και -αναμφίβολα- δίχως μέλλον, θα συνεχίσω τις διακοπές μόνος κι έρημος. Psycho summer.

Όπου να ‘ναι θα χτυπήσει την εξώπορτά μου το έκτακτο εκκαθαριστικό. Για να φανείς αλληλέγγυος, θα μου πει. Θα φανώ, δεν είμαι σκατόψυχος, λεφτά είναι, δεν είναι ψυχή. Αυτήν πρόλαβα να την πουλήσω, δεν ξέρω αν πήρα καλή τιμή αλλά ακόμη και στον διάβολο θα την χάριζα κοψοχρονιά παρά σ’ αυτούς.

Διάλεξε ένα γραφείο για το καινούριο σπίτι του. Μια βιβλιοθήκη. Και μια πολυθρόνα, απ’ αυτές τις στριφογυριστές. Δεν ζήτησε  καν τη γνώμη μου. Καλά έκανε. Κάποια στιγμή διασταυρώθηκαν οι ματιές μας, τι είδε εκεί μέσα, αν είδε, δεν ξέρω. Πλήρωσα. Φύγαμε. Τα ανεβάσαμε μαζί. Τα συναρμολογήσαμε παρέα. Μετά ήπιαμε δυο μπίρες σε μια σκιά στη Σβώλου. Η πόλη άδεια. Κερνάω εγώ, είπε, σειρά μου. Διάλεξε εσύ μπίρες. Όσο πίναμε χαμογελούσα, με κίνδυνο να με περάσει για βλαμμένο. Δεν μ΄ένοιαζε όμως, ήμασταν εκεί πίνοντας μπίρες. Μεγαλώνοντας μαθαίνεις πως αυτό αρκεί.

O πατέρας μου -δεινός ψαροφάγος- διάλεγε πάντα τη συναγρίδα που θα τρώγαμε. Τότε τις κόβαν και φέτες, χωρίς πολλές πολλές γκρίνιες. Πήγαινε στην κουζίνα, τις επιθεωρούσε στο ψυγείο, έδειχνε «αυτήν», έμενε πλάι στη ζυγαριά για να αποφύγει τα απρόοπτα, δεν επέστρεφε στο τραπέζι παρά μόνο τη στιγμή που οι μερίδες μας ακουμπούσαν πάνω στη σχάρα. Εκείνος διάλεγε πάντα κάτι άλλο, ο προϋπολογισμός των διακοπών άρχιζε και τέλειωνε στα παιδιά του και στη γυναίκα του. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς διάλεγε. Μάλλον να είναι ο μπαμπάς μας. Τότε δεν καταλάβαινα τι μπορεί να σημαίνει αυτό, σήμερα ξέρω. Μετά τα δεκαεφτά, τα καλοκαίρια μας δεν ξανασυναντήθηκαν σε τραπέζια παρά μόνο ελάχιστες φορές, γρήγορα και μάλλον τυχαία, έτσι γίνεται συνήθως, όπου κι αν καθήσω όμως -πριν καν προλάβω να παραγγείλω- τον βλέπω να μπαίνει στην κουζίνα για να διαλέξει για μας. Και να δείχνει με καμάρι στο σερβιτόρο το τραπέζι μας. Να λέει «εκεί, σ’ αυτούς». Να ‘σαι καλά, σ’ ευχαριστώ για όλα. Και για τα καλοκαίρια μαζί.

Our heart is open. Our reason to be here…

(είπε -με έναν φοβισμένο κι αμήχανο πληθυντικό – λίγο πριν τον αναλάβει ο αναισθησιολόγος στο St Thomas για τα περαιτέρω…τα ιδιαίτερα μαθήματα με τον Jon έπιασαν, εν τέλει, τόπο)

Ξεψυχάει ο Αύγουστος και δεν μου αρέσει να τον βλέπω να βαριανασαίνει απο μακριά. Θέλω να είμαι δίπλα του και να του κρατάω το χέρι, ως την ύστατη ώρα.

 

 

 

τα αγόρια/οι ώρες

Το αγόρι που ήταν ξαπλωμένο, αποκαμωμένο, αφυδατωμένο πάνω στη μικρή του σανίδα, ανάμεσα σε κύματα που πήγαιναν κι έρχονταν, δίπλα σε γκαζάδικα που το προσπερνούσαν αδιάφορα, παρέα με κοπάδια από μέδουσες και υπερωκεάνειους γλάρους, χάθηκε απ’ τα ραντάρ μια μέρα του Αύγουστου του 2011. Βάρδια στη σελίδα δεν είχε κανείς, δύσκολος μήνας ο Αύγουστος για υπερωρίες, οπότε κανείς δεν ξέρει την ώρα που σβήστηκε από τον χάρτη.

Την ίδια ακριβώς -άγνωστη σε όλους- ώρα, ένα άλλο αγόρι με ένα γαλάζιο φανελάκι εμφανίστηκε να τρέχει στους δρόμους μιας πόλης όταν έπεφτε το φως και άναβαν τα φώτα στα πεζοδρόμια και τις βιτρίνες τριγύρω. Εκεί νύχτωνε. Αλλού ξημέρωνε, αλλού ήταν μεσημέρι, αλλού ήδη μεσάνυχτα, αλλού το ρολόι της πλατείας έδειχνε πέντε το απόγευμα, αλλού έπλεναν τα πεζοδρόμια για να απλώσουν τα πρωινά τραπέζια με τους καφέδες πάνω τους, ποτέ και πουθενά οι ώρες δεν είναι ίδιες και αυτό είναι που τις κάνει τόσο μα τόσο πολύτιμες.