το μαγιώ γράφεται πάντα με ω

Η ώρα είναι έντεκα και δέκα, κανείς στο σπίτι εκτός από μένα, τον Ιan Curtis κι ένα κουνούπι που παίζει με την τύχη του. Ο μακαρίτης εμφανίστηκε από το ραδιοφωνικό υπερπέραν, κάποιος παραφρόνησε εκεί μέσα και μετά από DJ Krush -τίτλο δεν ξέρω, σαμπλάρει Μάιλς Ντέιβις όμως και το κάνει πιο καλά από όλα τα Verve remixed του γαλαξία μαζί- και Thievery Corporation, ξαμόλησε πίσω από το σβέρκο μου ένα she’s lost control  και τίναξε το σύμπαν των ασύντακτων σκέψεών μου στον αέρα.

Υπερπέραν, γαλαξίας, σύμπαν….ίσως πρέπει να φύγω. Σύντομα. Πού δεν ξέρω, ούτε πότε. Βρίσκω συνέχεια αφορμές για να αναβάλω τη συζήτηση, ακόμη κι αν δεν βρω αφορμή φτιάχνω μια πρόχειρη, εντάξει, δεν χάθηκαν οι μέρες, όλο το καλοκαίρι μπροστά μας είναι, θα το συζητήσουμε αύριο, μεθαύριο, ούτε οι δρόμοι θα φύγουν απ’ τον τόπο τους, ούτε τα αεροδρόμια, ούτε οι θάλασσες, ούτε τα νοικιασμένα σεντόνια.

Οι πλατείες; αυτές θα φύγουν; μη με πληγώνεις τώρα που μπήκε ο Ιούλιος, δεν είμαι για πολλά, δεν είμαι για να σκέφτομαι, ένας απλός άνθρωπος είμαι, προχτές τρεις σειρές μπροστά μου καθόταν δυο από τα εκατονπενηνταπέντε «ναι», πίσω τους βρισκόμασταν άλλοι εκατονπενηνταπέντε στοιχισμένοι σε ωραίες εξάδες και κανείς μας δεν μίλησε, δεν φώναξε, δεν είπε «γαμιέστε ρε», ένα αιρμπάς γεμάτο καθωσπρέπει ηττημένους. Καινούριο μοντέλο. A-320 mute.

Σε ένα μήνυμα σήμερα διάβασα «σ’ αφήνω τώρα, πάω να βγάλω άμμο και φύκια απ’ το μαγιώ».

Να, σκέφτηκα. Να ένα μέρος που δεν μπορώ, δεν μπορούμε εγώ κι εσύ να πάμε πια. Μέσα σε ένα μαγιώ, να γίνουμε ένα με την άμμο, τα φύκια, το αλάτι, τον ιδρώτα, τις ιστορίες που έχει να διηγηθεί όταν βγαίνει, όταν φοριέται, όταν υποδέχεται αχόρταγα χέρια μέσα του. Δεν είναι άβατο αυτό το μικρό κομμάτι lycra, ίσα ίσα…το πιο φιλόξενο χωλ του κόσμου είναι. Ήταν. Δεν ξέρω. Με τους χρόνους είμαι μαλωμένος εδώ και καιρό.

Burning down the house. Γλυκόξινη εϊτίλα. Ο Βyrne άσπρισε, χειρότερα από μένα. Μου ρίχνει βέβαια οκτώ χρόνια. Και πέντε χιλιάδες τρίχες περισσότερες. Κουνούπι γαμιέσαι.

the great curve

Οι καθρέφτες είναι αμείλικτοι. Το ίδιο και τα περυσινά μαγιώ. Δεν ξέρεις ποιο από τα δυο να πρωτομισήσεις. Ο χειμώνας, βλέπεις, μου έπεσε βαρύς. Τρομοκρατήθηκα, ήπια, έφαγα, ξάπλωσα, κάπνισα, σαν να μην υπήρχε αύριο. Είχα σχεδόν πεισθεί μετά το Καστελόριζο πως άλλο καλοκαίρι δεν θα υπάρξει, πως εκείνο του 2010 ήταν το τελευταίο, τα χρόνια που θα ακολουθούσαν θα είχαμε μήνες που θα τους λέγαν Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και θα ‘ταν απλώς πιο ζεστοί από τους προηγούμενους και τους επόμενους. Ζεστοί και άδειοι.

Έσφαλα. Συνηθισμένο.

Τώρα ονειρεύομαι απογεύματα στη θάλασσα, την ώρα που εξαφανίζεται ο ήλιος. Πέντε λίτρα αμόλυβδη χρειάζομαι στο πηγαινέλα, μπορεί και τέσσερα, κανείς δεν με κυνηγάει. Ούτε οι γλάροι κάνουν αμάν για να με δουν, ούτε με περιμένει κανείς το βράδι στο σπίτι. Πέντε λίτρα αμόλυβδη, έξη κουτάκια μπίρα, τέσσερις ώρες, όταν η άμμος αρχίζει να κρυώνει. Απλά, μονοψήφια μαθηματικά.

Αρκούν. Χορταίνεις.

Το δέρμα τους είναι πιο ωραίο όταν δεν πέφτει ο ήλιος πάνω του. Όταν έρχεται λίγη ψύχρα από τη θάλασσα. Την ώρα που θα γλιστρήσει από τα χείλια τους μια σταγόνα μπίρα, θα κατηφορίσει προς το σαγόνι και θα πέσει στο στήθος τους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που αυτό θα σου πει «κρυώνω» με τον πιο εύγλωττο απ’ τους εύγλωττους τρόπους. Όσο βγάζουν τα ρούχα, στην έρημη πια παραλία, για μια μεγάλη βουτιά. Κι ούτε χαλάρωση, ούτε κυτταρίτιδα, ούτε ήρθε ξανά ώρα για αποτρίχωση γαμώτο βλέπεις μετά. Δεν έχει μετά.

Ώρα για μια μπίρα ακόμη. Πάρε κι εσύ μια..

Δεν χρειάζεται φέτος να πας μακριά. Το φευγιό στο μυαλό είναι, ούτε στα καράβια, ούτε στις προβλήτες, ούτε στα ενοικιαζόμενα, ούτε στις πισίνες, ούτε στις κρυμμένες κι απ το θεό παραλίες, ούτε στα λινά διάφανα, ούτε στα αντηλιακά με μυρωδιά ροδάκινο, φράουλα ή μάνγκο. Και προπαντός ούτε στις λέξεις.

The world  moves on a womans hips είπε ο άλλος. Eκεί ακριβώς να πας. Την ώρα που χάνεται ο ήλιος.

μικρές απουσίες (καλοκαίρια υπάρχουν)

Ξεκινήσαμε με τα πόδια -κάποιος έξυπνος είχε την ιδέα να μη περιμένουμε το λεωφορείο που θα ‘ρχόταν σε μιαν ώρα- από τις Αλυκές για να φτάσουμε στο Λιμένα. Αύγουστος, τέσσερις το μεσημέρι. Τέσσερα αγόρια, τρία κορίτσια κόντρα σε 35 χιλιόμετρα και 35°C. O μεγαλύτερος ήταν εικοσιτριών χρόνων οπότε και τριακόσια πενήντα να ήταν τα χιλιόμετρα  στη διαδρομή Αφροδίτη-Ήλιος, πάλι θα ξεκινούσαμε. Σ’ αυτές τις ηλικίες πας -έτσι λέγαμε τότε-κόντρα με ο,τι γουστάρεις αδιαφορώντας για το μαθηματικό αποτέλεσμα. Μετά από πέντε χιλιόμετρα σε μια άσφαλτο που τηγάνιζες μπριζόλα πάνω της συνθηκολογήσαμε, σηκώσαμε χέρι, αντίχειρα, μπήκαμε ο ένας μετά τον άλλον σε τέσσερα αυτοκίνητα ευγενικών και καλόψυχων ανθρώπων και κάποια στιγμή επιστρέψαμε στα καθαρά μας σεντόνια, τα σουηδικά έπιπλα και τα στενά μπαλκόνια με τις απλωμένες στα κάγκελα πετσέτες. Οι έξη έκαναν σεξ, ο έβδομος υπομονή.

Μπουγάτσα, σταφιδόψωμο και καφές στο μπαλκόνι. Εννιάμιση η ώρα, αρκετά νωρίς για να ιδρώνεις, αρκετά αργά για να κρυώνεις, τα πόδια της όμως μπουμπουκιάζουν συνέχεια. Τα χαϊδεύω κοιτάζοντας αφηρημένος τη θάλασσα. Αντί να ζεσταθούν, το χνούδι τους σηκώνεται κι άλλο. Παράξενα τα πόδια των γυναικών, αντιμιλάνε όμορφα ακόμη κι όταν αρχίσουν να βγαίνουν για ένα ποτό με την χαλάρωση και την κυτταρίτιδα πριν αγαπηθούν και συγκατοικήσουν. Ίσως να είναι πιο όμορφα τότε, αφού είναι πιο σοφά. Ωραία είναι εδώ. Ωραία, ναι. Θέλεις κι άλλο γάλα στον καφέ; Όχι, μείνε δίπλα, μη φεύγεις, σφίξε με.

Επιστροφή με το Renault από τον Αρμενιστή, μετά από οκτώ νύχτες και μιαν άσχημη θερμοπληξία. Όλα ήταν καλά εκτός από το ότι την πέμπτη μέρα βαρέθηκα μέχρι θανάτου το γαλάζιο και το πράσινο και προσπάθησα να αυτοκτονήσω χωρίς αντηλιακό, καπέλο, σκιά, από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τις πέντε το απόγευμα. Κάθε μισή ώρα ενυδατωνόμουν με μια Beck’s αλλά δεν έπιασε το ακριβό κόλπο. Κάποια στιγμή θυμάμαι ότι από τη ζάλη μου δεν πήγα στη θάλασσα που με περίμενε με ανοιχτά πόδια τρία μέτρα μπροστά μου αλλά σύρθηκα ως τα ντους, τριάντα μέτρα πίσω. Στο ντους με περίμενε και η σ φορώντας μόνο το κάτω απ’ το μαγιώ της, εκείνο το άσπρο, όταν βρεχόταν ήταν τέτοιο αξιοθέατο που παρακαλούσα γονατιστός να με φιλοξενεί εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μέσα του κι ας πέθαινα από πνευμονία. Το στήθος στα εικοσιέξη της κοιτούσε τα άστρα και λίγο πιο πάνω από αυτά, της το είπα αυτό χαμογελώντας όταν την ξανασυνάντησα λίγα χρόνια πριν, «δεν φταίει το στήθος μου τώρα ρε, ο ουρανός κατέβηκε πιο χαμηλά» απάντησε βγάζοντας τρυφερά μιαν άσπρη τρίχα απ’ το σακάκι μου.

Με το Φίατ στο γύρο του νησιού, ψάχνοντας την παραλία που μας είπαν κάτω απ’ το μοναστήρι, σίγουρα κάποια γκρέμνα θα ήταν αλλά πόδια είχαμε, σίγουρα είχαμε, κάθεται δίπλα με τα πόδια της απλωμένα πάνω στο ταμπλώ, «το ξέρεις ότι μου τη δίνει αυτό, αν φρενάρω θα μείνεις παράλυτη πριν σβήσεις τριάντα κεριά στην τούρτα», δεν μιλάει, παίρνει το χέρι μου, το βάζει ανάμεσα στα πόδια της, εκεί είχε τριάντα χιλιάδες κεριά αναμμένα, οδήγησα όσο μπόρεσα με το ένα χέρι αλλά χωρίς μάτια στο δρόμο δεν μπορείς να οδηγήσεις και δρόμο δεν ήθελα να δω, ο δρόμος ήταν εκεί, γλιστρούσε πολύ και ήταν μονόδρομος. Λοιπόν δεν θα το πιστέψεις αλλά τέτοια κεριά δεν φτιάχνουν πια σήμερα. Μη σου πω και δρόμους..

«Δεν θα μπεις;», η φωνή της πρέπει να ακούστηκε μέχρι το μισοσκότεινο ξενοδοχείο πίσω, σιγά την ηχομόνωση που κάνουν τα αρμυρίκια. Δέκα το βράδι ήταν, δεν μας άκουσε κανείς όμως, φεγγάρι δεν είχε οπότε ούτε αυτό θα ήταν μάρτυρας ενός ουδέποτε τελεσθέντος εγκλήματος, η θάλασσα ήταν παγωμένη, πρώτη φορά Κυκλάδες, πρώτη γερή νυχτερινή κρυάδα, άκουγα μόνο τον ήχο που έκανε κολυμπώντας, ελπίζω να είναι αυτή και όχι κανένα σκυλόψαρο κι έχουμε κι άλλα σκέφτηκα, ελπίζω να βρούμε και πού βάλαμε τα μαγιώ σκέφτηκα, ελπίζω να γλιτώσουμε και το έμφραγμα σκέφτηκα, αν πολυσκέφτεσαι δεν βουτάς και βούτηξα για να μη σκέφτομαι. Απλά για να πάω κοντά της. Μόνο αυτό, τις γυναίκες των -έστω και διασταλτικά- φίλων ανέκαθεν τις σεβόμουν ακόμη κι αν δεν με σεβόταν -πολύ σωστά- αυτές. Αν με ρωτήσεις τώρα που το γράφω τι σκέφτομαι, θα σου πω ότι δεν μπορώ να ξαναβουτήξω νυχτιάτικα. Όχι γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει αλλά γιατί λυπάμαι τα σκυλόψαρα. Έχουν ψυχή κι αυτά.

 

Βάλε μου αντηλιακό στην πλάτη.

Να σου βάλω μετά και στην κοιλιά;

Εκεί μπορώ και μόνη μου

Στα πόδια;

Κι εκεί μπορώ

Ανάμεσα στα πόδια;

Όρεξη έχεις ρε αγόρι μου μεσημεριάτικα; βάλε στην πλάτη και φύγε από πάνω μου, θα σκάσω απ’ τη ζέστη, όλον τον αέρα κόβεις…τέλειωνε και άσε με ν’ ακούσω κανένα τραγούδι

———

Αυτό που με ρώτησε σήμερα ήταν «ρε συ, πού πάνε τα καλοκαίρια όταν δεν έρχονται;»

Πρώτη Μαΐου…

..κι απ’ τη Βαστίλλη παίρνεις την 5, την πορτοκαλί, με κατεύθυνση Bobigny Pablo Picasso και κατεβαίνεις έξη στάσεις μετά, εκεί που θα δεις ταμπέλα Gare du Nord, από κει ανεβαίνεις στο Thalys και πας Κολωνία για μπίρες στο Sion χαζεύοντας βαρκάκια στο Ρήνο ή στο Eurostar για Λονδίνο, για το FA Cup Final στο Γουέμπλει, το ποιός παίζει -η Στόουκ με τη Μάντσεστερ Σίτι παίζουν- είναι παντελώς αδιάφορο, το ‘πε κι ο κινέζος, «black cat,white cat, its a good cat if it catches the mouse», εσύ για το ποντίκι πας, όχι για τις γάτες, είτε Βαστίλλη, είτε παραρήνια, είτε στις κερκίδες μη σπαταλάς τσάμπα χρόνο και σκέψεις για το πού είναι το κορίτσι που αγαπούσες, είτε με άλλον είναι τώρα, είτε μόνη και άγνωστο πού, είτε δίπλα σου κι αγνώριστη, ποιά μακριά μαύρα μαλλιά, ας είναι καλά η wella, απ’ το να τρέχεις να την ψάχνεις στους δρόμους στην ηλικία σου καλύτερα να πίνεις Gaffel ή Boddingtons μέσα στο πλήθος για να ξεχν

Θα γράψεις κι άλλα;

Δεν ξέρω. Γιατί;

Kλείσε το λάπτοπ, θα κρυώσει το παιδί. Δέκα λεπτά έχει που πήρε τηλέφωνο για να πας να την πάρεις. Έλεος πια…

νύχτες με τον Τζο †

 

Τα παιδιά μου νομίζουν πως είμαι μια εντελώς χαμένη υπόθεση. Η βιβλιοθήκη-μαυσωλείο δεν τους λέει -ακόμη- τίποτε, ότι δεν είναι mp3, πάνω στην οθόνη του λάπτοπ  ή χωμένο μέσα σε ένα σόνυ έρικσον είναι εξωγήινο. Και το χαρτί δεν τους λέει τίποτε, μυρίζει και μαζεύει σκόνη, εδώ ούτε καν με τα cds καταδέχονται να έχουν παρτίδες. Όσο πιο μικρό τόσο πιο καλό, αν δεν μπαίνει στην κωλότσεπη δεν υπάρχει. Λάθος έκφραση. Αυτό σημαίνει γαμάτο. Αν δεν μπαίνει στην κωλότσεπη είναι του κώλου. Μπάζο. Άκυρο. Κάτι συνώνυμο τέλος πάντων, δεν το ‘χω και καημό να σκαλίζω τα λεξικά τους. Τη βιβλιοθήκη όμως την κάνω και φτύνει αίμα.

Κάθε Μεγάλη Βδομάδα με πιάνει κάτι σαν σφίξιμο, ίσως να φταίει και η νηστεία που επιδρά στον ψυχικό μεταβολισμό μου, για να μην ανοίγω το ψυγείο πηγαίνω και σκαλίζω βινύλια και σταματάω να πεινάω, αυτό δεν αποδίδει σε όλους ασφαλώς, αν γινόταν κάτι τέτοιο η Πρίνου θα ήταν ζητιάνα στα φανάρια σήμερα.

Xτες βράδι έσβησα τα φώτα, άναψα τη λάμπα δίπλα μου και χάζευα το  In the land of grey and pink. Για να μην ορμήσω στα σαλάμια είπα να ξεκινήσω για τον πύργο, εκεί μακριά, στο βάθος, είδα την ανηφόρα και μούδιασα λίγο, άλλο τα εικοσιπέντε κι άλλο τα διπλά, είπα ώρα έχω, έχω κι ένα τσιγάρο στην άκρη, έβαλα κι ένα κόκκινο κι έκατσα στη μικρή προβλήτα στη λίμνη για πέντε-δέκα λεπτά, κάποιος θα περάσει -σκέφτηκα-, θα πάμε παρέα, βαριέμαι να περπατάω μόνος κι ας είναι μέσα σε εξώφυλλα. Μια ώρα πέρασε, πάει το τσιγάρο, στράγγιξα και το κρασί, ψυχή τριγύρω, ούτε κουνούπι. Σαν αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Δυο γραμμές -που μου φάνηκαν ανθρώπινες φιγούρες- στο δρόμο για το κάστρο έμειναν εκεί ακίνητες, παλουκώθηκαν, ούτε πάνω, ούτε κάτω, αν ήταν άνθρωποι ήταν πολύ μαλάκες, μια ώρα όρθιοι εκεί και ούτε μισό βήμα, μήτε στον άγνωστο στρατιώτη μηδέ στο μπάκιγχαμ τα κάνουν αυτά. Διπλό εξώφυλλο δεν πρόκειται να ξανακατεβάσω από τα ράφια, είναι πολύ κουραστικό. Ξαναγέμισα το ποτήρι -είναι εθιστικά αυτά τα αργεντίνικα- και είπα «δε γαμείς, ας μείνω στη λίμνη μέχρι να ξημερώσει, σάμπως έχω να κάνω και τίποτε καλύτερο;».

Μετά, ούτε θυμάμαι πόση ώρα πέρασε που είχα το δίσκο αγκαλιά, μπήκε η άλλη, άναψε το φως και είπε «φεύγεις μάρκετ, έχω λίστα έτοιμη, μη ξεχάσεις τη βαφή για τα αβγά και το ξύδι».

Είπα «μισό, δεν είμαι εγώ ο δούλος σας εδώ μέσα, δεν βλέπεις πως έχω δουλειά;».

Πήγα στο συρτάρι με τα 45ρια. Όπλισα ένα στην τύχη. Και την πυροβόλησα με το volume στα κόκκινα. Τζούφιο ήταν. Φώναζε μεν ο Στράμερ «I fought the law» και μας άκουσε ριγώντας όλη η γειτονιά έτοιμη να ξεχυθεί στους δρόμους και να σηκώσει οδοφράγματα αλλά συμπλήρωσε από πίσω «..and the law won».

Σε κανέναν δεν είναι να ‘χεις εμπιστοσύνη πλέον. Ούτε στους μικρούς σου ήρωες. Πήρα τα κλειδιά και τη λίστα και ξεκίνησα προς το ασανσέρ. Χαμένος, χαμένη υπόθεση, μέσα στη land of grey and black. Με λίγο μεγαλοβδομαδιάτικο blue.