τα αποθαμένα λάστιχα

IMG_0854

 

H συναρπαστικότερη μέρα του φετινού καλοκαιριού ήταν εκείνο το Σάββατο που χωθήκαμε ανάμεσα στους πάγκους στο παζάρι απ’ τις εννιάμιση το πρωί, αφήσαμε πίσω μας δυο κιλά ιδρώτα αλλά πήραμε τρεις σακούλες με γιαρμάδες, κοντούλες, ντομάτες, μελιτζάνες φλάσκες και ντοματοπιπεριές (συν μια σακούλα με υπέροχα βρακιά για μένα), στο δρόμο για το αυτοκίνητο καθίσαμε μπαϊλντισμένοι από τη ζέστη κάτω από τα πλατάνια για καφέ ανακουφισμένοι που δεν μας ανήκε κανένα από το παιδομάνι που έτρεχε ντοπαρισμένο τριγύρω μας, πήγαμε στο μπακάλικο της γειτονιάς για ρώσικο σαλάμι αέρος, λίγα ντενεκεδάκια μπίρες και τσιγάρα κι όταν γυρίσαμε στο σπίτι πετάξαμε τα ρούχα μένοντας με τα βρακιά, μόνοι οι δυο μας, οι κατεβασμένες τέντες, τα μισοκατεβασμένα στόρια και το κλιματιστικό. Συγκρατήθηκα και δεν άνοιξα το φέισμπουκ για να δω την ωραιότερη μέρα του φετινού καλοκαιριού των άλλων αλλά φαντάζομαι πως με διαφορετικά υλικά πολλές φορές καταλήγεις στο ίδιο αποτέλεσμα κι αν δεν καταλήγεις τόσο χειρότερο για τους άλλους. Όσην ώρα έπλενε τις ντομάτες, έκοψα τρυφερά μια καφτερή πιπεριά και έβγαλα τρία αβγά από κει που είχαν κρυφτεί, άγνωστο γιατί ποτέ δεν βρίσκονται εκεί που τα έβαλα αλλά με τα αβγά άκρη δεν βγάζεις. Δεν ήθελε, είπε, καγιανά γιατί μετά την ενοχλεί η ανύπαρκτη χολή της, ζήτησε να της κάνω ένα σάντουιτς με το ρώσικο σαλάμι, δυο φέτες ντομάτα και μια μπίρα και τα έφτιαξα όλα στην εντέλεια, ακόμη και τον αφρό στο ποτήρι. Τις υπόλοιπες ντομάτες και δυο ντενεκεδάκια τα περιποιήθηκα αυτοπροσώπως. Ενδιάμεσα ελήφθη μήνυμα από την μικρή “μη με ξαναπάρετε τηλέφωνο πριν τις 12, κοιμάμαι”, από τον μεγάλο ’κάνε δουλειά σου’ ως απάντηση στο ’να σου βάλω λεφτά σήμερα;’ Κι αφού τακτοποιήθηκαν όλα χωρίς άγχος και ρολόγια να μας καταδιώκουν, χωθήκαμε ο καθένας στον καναπέ του με τα πιάτα στο χέρι ζώντας μεγάλες στιγμές που ολοκληρώθηκαν με κλειστή τηλεόραση, μουγκά ηχεία, ξεφόρτιστα κινητά και μια λίγο καργιόλα σκέψη στο πίσω πίσω του μυαλού (χωμένη πιο βαθιά απ΄τα αβγά στο ψυγείο), ότι τριάντα χρόνια πριν (δεν) θα φοράγαμε βρακιά δυο νούμερα μικρότερα και ότι θα είχαμε αναβάλει το φαΐ προκειμένου να φάμε πρώτα ο ένας τον άλλον.

Λίγο πριν τις έξη που άνοιξα τα μάτια, ανακάλυψα με άγρια χαρά πως το βρακί ήταν κατεβασμένο χαμηλά αλλά πριν προλάβω να θυμηθώ αν ξαναγίναμε για λίγο εικοσικάτι θυμήθηκα πως το λάστιχο χαλάρωσε. Και τα πάθη μας επίσης αλλά ούτε μ΄αυτά βγάζεις άκρη,

Ήταν ένα ωραίο χαλαρό Σάββατο. Προς στιγμήν σκέφτηκα (αυτές οι ανόητες παρορμήσεις δεν εννοούν να με εγκαταλείψουν) να γράψω κάτι λιγότερο ’στο πόδι’, πιο πιασάρικο, πιο βαθύ και ψαγμένο σε νοήματα, πιο ποιητικό, πιο δουλεμένο, αλλά ακόμη και οι λέξεις μου ξεχείλωσαν και πέφτουν απ’ το πληκτρολόγιο στο πάτωμα και ποιός έχει μετά το κουράγιο και την υπομονή – και γιατί άλλωστε; – να σκύβει και να τις συμμαζεύει για να καλύψει τη γύμνια του..

Advertisements

Ιστορίες για αχρείους

teleflora_commercial_dress

 

 

 

Ένα απόγευμα μετά από δώδεκα, μπορεί και δεκατρία χρόνια (ίσως και κάπου κει ανάμεσα) του είπε ‘τέλος’, αν και τον ήθελε -έτσι έλεγε- όσο κανέναν και τίποτε άλλο στον κόσμο.

«Ούτε μια φορά, ούτε μισή, δεν είπες το όνομά μου μετά το ‘χύνω’»

Aυτά ήταν και τα τελευταία της λόγια, τα τελευταία που ακούστηκαν στο δωμάτιο, την ώρα που ανέβαζε το φερμουάρ απ’ το φόρεμά της. Δεν ξανάκουσε ποτέ τίποτε από και για αυτήν.

Φεύγοντας, μισή ώρα μετά, ήθελε να βάλει ένα μπλου τραγουδάκι που ταίριαζε με την περίσταση αλλά θυμήθηκε ότι είχε έρθει με ταξί για να μη τον δει κανείς.

 

…..

κτερίσματα

 

 

36310690

 

 

Ενός λεπτού σιγή για όλα τα “σε χύνω” που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Κι άλλο ένα λεπτό bonus για όσα ειπώθηκαν ερήμην του σωστού αποθέτη.

 

….

(δατς ολ φολκς)

το 14 θα σφυρίξει τρεις φορές

cruyff-14

 

 

Aπό σήμερα αποχαιρετάμε μαζί του και τις εποχές που απλώναμε προσεκτικά τα τετράγωνα φελιζόλ πάνω στα τσιμέντα. Τα ίδια φελιζόλ που πετούσαμε στον αέρα την ώρα που ακουγόταν το τελευταίο σφύριγμα.

Για πολλούς σαν και μένα, αυτό το σφύριγμα, το μακρόσυρτο και κοφτό ταυτόχρονα, τρις, ήρθε σήμερα. Χάσαμε αλλά νικήσαμε. Χορτάσαν τα μάτια και η ψυχή μας.

 

….

 

κάθε τρίτη Κυριακή

32498163

O κύριος Μπράουν κάθε τρίτη Κυριακή επισκέπτεται τον πατέρα του στον Οίκο Φιλοξενίας (είναι απίστευτο τι χλιαρά ονόματα σκαρφίζονται οι άνθρωποι για να μπογιατίσουν το απόλυτο κενό), με ένα μικρό κουτί -του μισού κιλού- fat rascals στα χέρια. Εκείνος δεν τον γνωρίζει. Η άνοια έφτασε ως το μεδούλι του. Κάθε μέρα τρυπάει αλύπητα για να φτάσει πιο βαθιά.

Ο κύριος Μπράουν φεύγει μετά από ένα τέταρτο της ώρας (ούτε λεπτό παραπάνω) με ένα διπλόφαρδο χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό του. Επί πενήντα δυο χρόνια ο πατέρας του αρνήθηκε πεισματικά να τον αναγνωρίσει. «Δεν είναι δικό μου», της το ξέκοψε πάρα πολύ οργισμένος απ΄την αρχή. Γαμήθηκες με τόσους και τόσους, δεν θα τον φορτώσεις σε μένα. Και δεν τον είδε, δεν τον κράτησε στα χέρια του, ούτε του μίλησε ποτέ. Γι αυτόν παιδί δεν υπήρξε. Ούτε και για τον κύριο Μπράουν υπήρξε πατέρας, βέβαια. Αυτή η λέξη απαγορεύθηκε από τη μακαρίτισσα τη μητέρα του στο σπίτι. Μέχρι τη στιγμή που έμαθε -στις μικρές βορειοανατολικές γκρίζες πόλεις όλα μαθαίνονται, αργά ή γρήγορα- ότι το αλτζχάιμερ τον έδεσε πισθάγκωνα. Και ένιωσε πως ήρθε η ώρα.

Τώρα εκείνος είναι αδύνατον να απαντήσει στο «καλημέρα πατέρα». Ούτε να το αποφύγει μπορεί, έτσι άσχημα στριμωγμένος που είναι ανάμεσα στο κρεβάτι και στο ερειπωμένο μυαλό του. Μένει απορημένος, κοιτάζοντας το ταβάνι, το παράθυρο, την πολυθρόνα, τη νοσοκόμα που μπαινοβγαίνει, τον άγνωστο άνδρα που τρώει κουλουράκια δίπλα του γεμίζοντας ψίχουλα το πάτωμα και του κρατάει το χέρι την ώρα που -κοιτάζοντας το ρολόι του- λέει «Πρέπει να φύγω τώρα πατέρα, σε τρεις βδομάδες τα ξαναλέμε. Αν είσαι ακόμη εδώ».

stirred, not shaken

 

31821120

 

 

Καμιά ανατριχίλα βλέποντάς την στα εικοσιτρία, μόνο λίγο ψευτολίκνισμα ψυχής με τα παλιοκαιρίσια τραγουδάκια. Τότε που είσαι -ήσουν, εκείνα  τα  πιο φαρδύκαρδα χρόνια- λίγο, πολύ, αθάνατος, το τρυφερό πετσί σου περί άλλων τύρβαζε. Σκεφτόσουν με το δέρμα, αυτό ήταν αφέντης στο μυαλό. Φτάσαμε στα τριαντακάμποσα,  κάποιοι σταθήκαμε τυχεροί, γλιτώσαμε τις αιφνίδιες αναχωρήσεις και τα αναπόφευκτα μαζώματα, όπου ανακαλύπτεις πως αυτά που έχεις να πεις είναι τα κλισέ του κερατά που ανέκαθεν σιχαινόσουν, μη ξαναχαθούμε, να βρισκόμαστε για κανένα ποτό, να πάμε το καλοκαίρι τρεις μέρες κάπου παρέα, αυτά τα κάπου, κάπως, κανένα, τα κάλπικα. Μετά τα σαρανταπέντε χαθήκαμε για τα καλά, οι περισσότεροι, και γλιτώσαμε τα ψέματα. Τώρα που σκαρφαλώσαμε στα -ήντα,  τα παιδιά μας είναι ακόμη μικρά -έτσι κοροϊδευόμαστε- για παντρειές, οπότε σαν ανταμώνουμε με κάποιους της συνομοταξίας μετράμε στο παρουσιολόγιο ένα γάμο για δυο κηδείες. Ίσως κάποια στιγμή αλλάξει το ισοζύγιο, αν και δεν βλέπω προθυμία για επίσημα ζευγαρώματα σήμερα. Μερικές φορές μου περνάει απ’ το μυαλό (αυτό που κρατάει πια μούτρα στο δέρμα) πως άμα ρούφαγες λίγο απ’ το αίμα μας, μπορεί να δηλητηριαζόσουν απ’ το αξιοθρήνητο καναπεδίσιο chill out. To big chill άφαντο στην επίγευση. Προσπαθούμε, είν’ αλήθεια, αυτό το λίγο αίμα που μας έμεινε να το φέρνουμε σε σημείο βρασμού, που και που. Έστω να κοχλάσει, να ζεματίσει, να ξεχλιαρέψει μια στάλα. Άλλοι τα καταφέρνουν, άλλοι βασανίζονται με το θερμοστάτη. Αλλά το παλεύουμε. Έχοντας συνειδητοποιήσει, καλό ή κακό δεν ξέρω, ότι ο -κάθε- Alex died for most of us a long time ago.

 

(καλά, όχι εσύ)

 

….

don’t let me be misunderstood

 

31385407

 

 

 

Ψάχνω για το πρώτο μου σοβαρό στερεοφωνικό, ως τότε άκουγα μουσική από ένα κασσετοφωνάκι Sanyo (εκείνα τα ξαπλωμένα, τα λίγο φλώρικα, που είχαν πάψει πια να είναι κοριτσοπαγίδα) και για πιο πρίμιουμ συγκινήσεις από ένα μπομπινόφωνο National. Για να πιέσω την κατάσταση και τον συν-χρηματοδοτη (θα είχα κι εγώ μικρή ιδία συμμετοχή, από τότε χωμένος στα οικιακά ΕΣΠΑ) ήδη στο δωμάτιό μου στοιβιάζονται καμιά πενηνταριά παρθένα βινύλια. Από Barclay James Harvest και Αl Stewart μέχρι Van Der Graaf Generator και Zappa. Kλασσικός δεκαεφτάρης, dazed and confused.

‘Εχω δει πικάπ, έχω ακούσει ηχεία, λάτρεψα ενισχυτές, έχω απορρίψει  ραδιοενισχυτές («χαλάνε αυτοί πιο εύκολα», με τι ηλίθιες προλήψεις ανατραφήκαμε), ως και για κεφαλές διάβασα, περισσότερο από όσο βοηθητικά Καργάκου για τις πανελλήνιες, έχει σκελετούς αυτή η ντουλάπα….

Ενημερώνω τον συν-χρηματοδότη για τα αποτελέσματα της έρευνας και την συμμετοχή του, σκέφτεται, μου λέει «πάμε δίπλα να δεις κάτι πριν αποφασίσουμε;».

Πήγαμε δίπλα. Στον συνάδελφό του, τρία σπίτια πιο μακριά. Την προηγούμενη μέρα είχε αγοράσει ένα σετ  Rotel, πικάπ, ενισχυτής, ηχεία, τα Rotel ήταν απλησίαστα για το μπάτζετ μου, τα χαζεύω, ωραία, «κάτσε να σου βάλω κάτι να ακούσεις, μου το έδωσε δώρο αυτός που μου πούλησε τα μηχανήματα» λέει ο κύριος Γιάννης. Ωραία λέξη τα μηχανήματα. Αλήθεια ωραία λέξη, μπορεί να μην έκρυβε τότε καμιά ποίηση αλλά ο τρόπος που το είπε ήταν τόσο αγαπησιάρικος και ειπώθηκε με τόση περηφάνεια (είπαμε, τσιμπημένα τα Rotel, θέλαν κάμποσα μηνιάτικα για να τα κάνεις δικά σου) που δεν τον ξέχασα ως σήμερα.

Καθάρισε προσεκτικά τον δίσκο, με τον τρόπο που του έδειξε αυτός που του πούλησε τα μηχανήματα, τον ακούμπησε στο πλατώ. Δεν είχα δει εξώφυλλο, ακόμη. Ούτε πρόλαβα να δω μέχρι που ακούστηκε η μουσική. Santa Esmeralda. Μα τις χίλιες καστανιέτες.  Από τότε η ξινίλα με είχε κυριεύσει, η Λιντα Μπλερ της γειτονιάς ήμουν. Δεν άντεξα να μη μιλήσω, που να μην έσωνα. Και να μη μίλαγα όμως, τα μούτρα μου είχαν ήδη αρχίσει να φλυαρούν.

«Κύριε Γιάννη, με τόσο ωραίο κοστούμι, τόσο άσχημα παπούτσια;»

Με κοίταξε με απορία και -ίσως- λίγο στενοχωρημένος. Όχι ίσως. Με μια στενοχώρια ευγενική, ήπια αλλά εύγλωττη.

«Δεν είναι καλό δηλαδή;  χαρούμενο είναι, ακούγεται τόσο ωραία, καθαρά, δεν είναι καλό αλήθεια; Μου άρεσε εκεί που το άκουσα γι’ αυτό μου το έκανε δώρο, λες να έπαιρνα άλλον δίσκο;»

Αφού μίλησε ο γκουρού -με είχε όντως σε μεγάλη υπόληψη μουσικά- εκείνος στ’ αλήθεια έδειχνε στενοχωρημένος. Όσο πήγαινε πιο βαθιά η βελόνα, προς το κέντρο  του  Don’t let me be misunderstood, τόσο πιο πολύ τον τσίμπαγε αυτό με τα παπούτσια.

Τελικά δεν πήραμε Rotel. Παραήταν ακριβά, πήγαμε για Kenwood που την κάναν τη δουλειά τους -σίγουρη επένδυση, γρήγορη απόσβεση- μέχρι που συνταξιοδοτήθηκαν.

Όπως και ο κύριος Γιάννης και ο πατέρας μου.

Κάθε φορά που συναντιόμασταν στη γειτονιά (εκείνος δεν έφυγε από κει, εγώ ξαναγύρισα) με αυτόν τον ευγενικό και τόσο χαμηλών τόνων, ήσυχο άνθρωπο, ανάμεσα στα άλλα τα λιγοστά που λέγαμε στα πεταχτά, τι κάνουν τα παιδιά, τι λέει η δουλειά, χαιρετισμούς και φιλιά σε όλους στο σπίτι, θυμόταν να μου πει και ένα «δεν τον πήγα πίσω τον δίσκο τελικά, αλλά δεν ήταν και τόσο κακός, χαρούμενος ήτανε». Και μου το ΄λεγε χαμογελώντας, σαν να κοκκίνιζε κιόλας -από ντροπή που δεν άκουσε τον γκουρού-, χτυπώντας με σχεδόν πατρικά στον ώμο. Παιδιά δεν αξιώθηκε να δει αλλά αν είχε, θα ήταν τυχερά να νιώθαν τέτοιο άγγιγμα στον ώμο τους.

 

Χτες μεσημέρι τον αποχαιρετήσαμε για πάντα.  Ήμουν μαζί με τον παλιό του συνάδελφο όταν εκείνος του χάιδεψε τα μαλλιά, στον τελευταίο ασπασμό. Καλό ταξίδι Γιαννάκη. Το είπε σχεδόν ψιθυριστά, σκύβοντας, μα εγώ τον άκουσα. Εμένα όμως κανείς δεν με άκουσε την ώρα που του έβγαζα μιαν αόρατη τρίχα από το πέτο και τον άγγιξα στον ώμο λέγοντάς του «δισκάρα ήτανε τελικά κύριε Γιάννη, δισκάρα».

 

 

 

.-