love, sex, death

Αντί να αραδιάζεις λέξεις για εικόνες που με τον έναν ή άλλον τρόπο σε σημάδεψαν εμφατικά και ευδιάκριτα (εικόνες δανεικές, όχι την ζωή αυτοπροσώπως), προτιμότερο είναι να τις αφήνεις να μιλήσουν όπως οι ίδιες επιλέγουν. Με λίγη βοήθεια, εν είδει υποβολέα για να μην αρχίσουν να φλυαρούν ερήμην σου.

deathΟ Μπρίγκελ, πρώτη επαφή με τα σκοτάδια, να ΄μουν δέκα, έντεκα το πολύ. «Ο θρίαμβος του θανάτου». Δεν φτάνει που σε κερδίζει, πρέπει να βγει και θριαμβευτής απ’ το παιχνίδι. Έμαθα (κι ακόμη θυμάμαι) απ΄έξω και ανακατωτά κάθε χιλιοστό της εικόνας, ψάχνοντας τρόπο να δείξω σε κάποιο υποψήφιο νεκρό πώς να ξεφύγει από την πανούκλα, από το κάδρο. Ποτέ δεν βρήκα. Όλοι οι δρόμοι σωτηρίας κλειστοί. Ψέματα έλεγε από κάτω πως ήταν ένα εξήντα επί ένα είκοσι, δεν χωράει τόσος πολύς Θάνατος σε δυο τετραγωνικά, μεγάλος σαν το σπίτι μου ήταν. Και πιο μεγάλος ακόμη. Τόσο τεράστιος που ζεις μέσα του. Το εμπέδωσα τώρα.

Jean_Auguste_Dominique_Ingres_-_The_Spring_-_Google_Art_Project_2

Στον ίδιο τόμο, στα «Μεγάλα Μουσεία» λίγο πιο μακριά απ΄ τον Θάνατο πόζαρε η «Πηγή», ας με συγχωρέσει ο καλλιτέχνης αλλά ποτέ δεν συγκράτησα το πολύπλοκο όνομά του. Στεκόμουν πρώτη φορά απέναντι σε γυμνό σώμα, αυτά της θάλασσας με μαγιώ δεν μέτραγαν. Μέτρο σύγκρισης δεν είχα μα αυτή η γύμνια μου φαινόταν ανήλικη σαν και μένα, άρα ατελής. Πολύ «καθαρή» για να ‘ναι απαγορευμένη. Έπρεπε να ψάξω κι άλλο.

la-maya-desnuda-the-naked-maja-by-goya

Τρεις σελίδες πιο μπροστά ζούσαν οι δυο Μάγιες του Goya. Η ντυμένη (η χλιαρή, η αδιάφορη) και η γυμνή. Για χάρη της εγκατέλειψα την ‘Πηγή”, ξέχασα και την κόλαση του Μπρίγκελ. Ήταν το όλο υποσχέσεις βλέμμα, ήταν και το μη βουκολικό της πόζας αλλά κυρίως ήταν εκείνη η μικρή λεπτομέρεια, χαμηλά κάτω από τον αφαλό (εκεί που η «Πηγή» μου έχασκε κενή, καθαρή και εν τέλει  άγουρη), που έκανε τα πράγματα συναρπαστικά. Λαβυρινθώδη. Και μάλλον ζεστά. Τότε δεν ήξερα, ακόμη, πως η κατάσταση ήταν σαφώς πολυπλοκότερη. Με τα χρόνια βέβαια σκαλώνεις σε αδικαιολόγητες ατέλειες: ξέρεις πλέον ότι η βαρύτητα δεν αφήνει τα στήθη να ποζάρουν έτσι όπως τα έστησε ο Ισπανός, μόνον η σιλικόνη μπορεί να βιάσει την Φυσική. Αλλά στα δέκα δεν σε πολυνοιάζουν οι επιστήμες, παρά μόνον ένα παράξενο πρωτόγνωρο μούδιασμα κάτω απ’ το παντελόνι.

2a3uC6h

Η Μαλίτσια ήρθε την λάθος εποχή. Οριακά μεγάλος για «κατάλληλο από 13», τραγικά ανεπαρκής για «κατάλληλο από 17». Μα όλα πάνω στην Λάουρα ήταν σωστά, όλα. Και πιο σωστή η σινεματζού στο Όσκαρ που με ρώτησε την ώρα που εμφανίστηκα πελαγωμένος αλλά τολμηρός ενώπιόν της «είσαι δεκαεφτά αγόρι μου, δεν είσαι;» και απάντησα αναψοκοκκινισμένος «φυσικά και είμαι» χαζεύοντας (ως άλλο «Προσεχώς») τα στήθη της που σπρώχναν δυο κουμπιά προς την αυτοκτονία. Της Μαλίτσια αποδείχθηκαν (μετά από δέκα λεπτά) μικρότερα μα απείρως πιο φιλόξενα. Νομίζω πως κάπου κει μέσα ζούμε, πολλοί, ακόμη.

Malicious 23

Ομολογώ, την Αντονέλι την λάτρεψα, την πόθησα (αν και δεν είχα ακριβή αίσθηση της λέξης), την ήθελα δική μου. Την διεκδίκησα με πείσμα σε όνειρα, σε πρωινά ξυπνήματα,  σε αυστηρά ιδιωτικές στιγμές, άφησα πίσω την Μάγια και τις υπαινικτικές πινελιές πάνω της για χάρη του προφανούς. Με λίγα λόγια ενηλικιώθηκα, άλλος ένας στα τόσα εκατομμύρια, μαζί της.

 

«Ενηλικιώθηκα»….

 

stanza7

Ποτέ δεν ενηλικιώνεσαι αν δεν μπεις μέσα στο Stanza del figlio. Nα το δεις να κοιμάται, να το σκεπάσεις, να δώσεις ένα κλεφτό φιλί, ακόμη κι όταν λείπει. Ποτέ.

Και πάνω που σκεφτόμουν πού στην ευχή είναι κρυμμένο το love.

…..

 

η 26η ώρα

10153157_700732119948024_633631648_n

 

 

 

Δεν θα καλλωπίσω κι ούτε θα στρογγυλέψω λέξεις, όποια μου ΄ρχεται πρώτη κέρδισε, θα μένει στο χαρτί. “Χαρτί”. Αστείο.

Χαοτικά σκέφτομαι, χαοτικά πληκτρολογώ. Τα είδαμε και τα χαΐρια μας με τα συγκροτημένα.

Η Ιστορία, οι θρύλοι, τα παραμύθια, οι Δαβίδ και οι Γολιάθ δεν συμβιώνουν δια βίου με το repeating. Πάνε στο κρεβάτι και με το rewriting. Πηδιούνται στα όρθια, σε στενά, σε ασανσέρ, σε γιαπιά, στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου και με το amendment. Όλα, μα όλα ξαναγράφονται και αλλιώς, απ’ την αρχή, ανόητε, καλόπιστε, ρομαντικέ εύπιστε.

Ο μονόλογος του Edward Norton στο «25th Hour» έχει ριζώσει μέσα μου και όπου να ΄ναι θα βγάλει παράξενα λουλούδια, αγκάθια, τριβόλια. Αποδέκτες των fuck, που τον λίπαιναν τόσα χρόνια, υπάρχουν. Δεν θα τον γράψω όμως, ούτε θα τον απαγγείλω. Αν με κοιτάξεις στα μάτια θα καταλάβεις ότι μπορεί να είσαι ένας απ’ αυτούς.

Δεν θα σκοτωθώ με όσους αγαπάω, με όσους τους νοιάζομαι και με νοιάζονται αληθινά άνευ όρων και υποσημειώσεων. Για τους υπόλοιπους δεν με ενδιαφέρει και να μη ξανασυναντηθούν ποτέ οι δρόμοι μας. Και δρόμοι υπάρχουν.

Δέκα μήνες παντρεμένοι, περπατάμε σαν τα χαμένα κάπου στο Σάλτσμπουργκ. Είναι καλοκαίρι, κόσμος ελάχιστος στους δρόμους, την έχω αγκαλιά, είμαστε με τα τελευταία σελίνια που δεν αγοράζουν ούτε ένα ποτήρι μπίρα αλλά είμαστε πάμπλουτοι κι ας μη το ξέρουμε, ακόμη. Από ένα ανοιχτό παράθυρο σε κάποιον χαμηλό πρώτο όροφο -μετά διαβάσαμε στη γυαλιστερή χάλκινη επιγραφή, πλάι στην είσοδο, το Konservatorium- βγαίνει προς τα έξω, μαζί με τις κουρτίνες, Σατί. Στην έδρα του Βόλφι και του Karajan. Καθόμαστε, χωρίς να ανταλλάξουμε ματιά ή κουβέντα, στο κεφαλόσκαλο και μένουμε εκεί για πάντα. Αυτή την στιγμή, εκείνη την ανατριχίλα, που δεν θυμάμαι πόσο κράτησε, θα την πάρουμε μαζί μας την ώρα της Μεγάλης Αναχώρησης.

Τον πιάνω τρέμοντας στα χέρια μου, πριν λίγα λεπτά βγήκε από μέσα της. Προσεκτικά, μη τον σπάσω, άμαθος όπως είμαι. Ήμουν σίγουρος ότι θα δακρύσω, έμεινα στεγνός. Έκλαψα αργότερα, πολλές φορές. Κι από χαρά κι από φόβο. «Σ’ αγαπάω ρε μαλάκα» του λέω συχνά πυκνά χωρίς καμιάν αφορμή (δεν θες αφορμές, ποτέ δεν θες αφορμές γι αυτό), σταματώντας στο «ρε». Σπάνια απαντάει, συνήθως με ένα «ναι καλά». Του χαϊδεύω τα μαλλιά -εικοστριών χρόνων μαντράχαλο- και θυμώνει όταν νιώθει τα δάχτυλά μου να αποσπούν την προσοχή του από μια οθόνη ή από ένα βιβλίο. Δεν καταλαβαίνει ότι παίζω Σατί.

Χρόνια την παρακαλάω να της στεγνώσω έστω μια φορά τα μαλλιά, όπως πριν οκτώ, δέκα, δώδεκα χρόνια. «Πας καλά;» απαντάει κάθε φορά. Δυσκολεύομαι στην διατύπωση της απάντησης. Άσε που δεν έχει και χρόνο να την ακούσει, ποτέ δεν έχουν χρόνο τα εικοσάχρονα για να ξαναγίνουν οκτώ, δέκα, δώδεκα για χάρη μας. Καλά κάνουν, πρέπει κάποια στιγμή να ενηλικιωθούμε. Να πετάξουμε δίχως τα φτερά τους.

Κρατάω στα χέρια το Here come the warm jets. Φθαρμένο, γκρατσουνισμένο, σκονισμένο, χλωμό -εκεί που το εξόρισα- αλλά ακόμη ζωντανό. To ακουμπάω στο στήθος μου. Οι ρόλοι σήμερα αντιστρέφονται. «Με ακούς;» το ρωτάω. «Ακούς το ντουπ ντουπ; Σε έφερα στον τόπο που ψάχναμε τα δυο μας, εσύ τριών, εγώ δεκαεφτά, τα καταφέραμε να φτάσουμε μαζί, δεν το λες και λίγο».

Αγάπα ρε, μου λέω κάθε μέρα. Αγάπα όσα και όσους αληθινά θα σου λείψουν αν χαθούν απ’ τη ζωή σου, αγάπα χωρίς terms & conditions, όσο είσαι ακόμη ικανός και γεμάτος. Είναι άχρηστα τα βιβλία με φτιασιδωμένα εξώφυλλα αλλά σκισμένες σελίδες. Είναι αξιοθρήνητα τα εγκαταλειμμένα καταμεσής στην ερημιά βενζινάδικα.

….

 

ταμείο

32949072Οι καλύτερες στιγμές της χρονιάς που φεύγει: οι φορές που η αγκαλιά μου συναντούσε μιαν άλλη (ή και δυο και τρεις) σε σταθμούς ΚΤΕΛ, αεροδρόμια, εξώπορτες. Αφίξεις, πάντα. Με τις αναχωρήσεις είμαι λίγο μαλωμένος αν και δεν θα ΄πρεπε να είμαι αχάριστος μαζί τους, δίχως αυτές δεν έχει επιστροφές. Το βλέμμα των γιατρών (πριν καν μιλήσουν) που έλεγε τόσο εύγλωττα «τα μαζεύετε και πάτε στο καλό». Δυο-τρία ποτήρια με τους κατάλληλους ανθρώπους την κατάλληλη στιγμή· άλλες φορές δεν πετύχαινε η συνταγή κι ας ήταν ίδια κι απαράλλαχτα τα υλικά (δεν ήταν, ποτέ δεν είναι ίδια δεύτερη φορά). Μια αναπάντεχη καλή είδηση, όταν είχα πια ξεχάσει ότι την περίμενα.

Αναλογίζομαι, πατώντας το πλήκτρο για να βγει  το ζήτα, πόσο εύκολα θα μπορούσε η αγκαλιά να μείνει ανεπίδοτη. Ανάπηρη. Το βλέμμα των γιατρών να είναι σκοτάδι. Να έπινα μόνος ή με εντελώς λάθος υλικά στη συνταγή. Τα καλά νέα να μου κράταγαν μούτρα που τα ΄σβησα απ’ τη μνήμη μου, την ώρα που ταξίδευαν μερόνυχτα για να με βρουν. Και μετά να σταματούσαν οργισμένα -ή έστω παραμελημένα- στον προτελευταίο σταθμό, παίρνοντας το δρομολόγιο για πίσω, για αλλού.

Τίποτε αυτονόητο. Τίποτε δεδομένο. Τίποτε κατακτημένο ισόβια. Τα τοσοδούλικα φιλόδοξα interstellar μας  μπορεί να μην έχουν ούτε καν ένα χλιαρό χάπι εντ, από αύριο κιόλας, από την επόμενη ώρα. Αυτά σκέφτομαι και λέω είσαι τυχερός που έζησες ακόμη μια φορά τα απλά. Τα πολύπλοκα με μπερδεύαν, άλλωστε, παιδιόθεν.

 

—-

knockin’ on heaven’s door

maxresdefault

Ποτέ δεν την είχε δει. Του είπε «θα σε πάω εγώ». Λίγο πριν φτάσουν, αυτός, ο πολυταξιδεμένος του ψιθύρισε πως ούτε κι εκείνος την είχε αντικρίσει  ποτέ. Μόνο από εικόνες, σε γυαλί, σε χαρτί, κι από καλοφτιαγμένες προτάσεις (που δεν μυρίζαν αφρούς κι αλάτι, όσο επιδέξιος κι αν ήταν ο τεχνίτης τους) «ήξερε» πώς είναι η θάλασσα.

Με το που φτάσαν απέναντί της, δεν ανταλλάξαν λέξη. Ούτε καν μια ματιά. Αυτή η σιωπή τους ήταν αντάξια εκατό βιβλίων και χίλιων τραγουδιών, μαζί.

…..

όλες εκείνες οι ιστορίες που μπορείς να σκεφτείς

32089886 (1)

 

Tι κοιτάζουν, αν κοιτάζουν, δεν το ξέρει κανείς. Μόνον ο φωτογράφος, ίσως.

 

Μπορεί ένα μέρος που πνίγηκε κάποιος. Όχι απαραίτητα δικός τους άνθρωπος, όχι. Δεν χρειάζεται τόσο άμεση απώλεια για ν’ αποκτήσει νόημα η εικόνα. Κάποιος άγνωστος, παλιά. Πάρα πολύ παλιά. Τόσο παλιά που ούτε το νερό το ίδιο θυμάται την ιστορία του. Μπορεί να τον βρήκαν, μπορεί όχι. Ίσως τον κάναν παραμύθι, από κείνα που φτιάχνονται για να φοβίζουν τα παιδιά μέχρι να μεγαλώσουν. Μπορεί και να μη νοιάστηκε κανείς ποτέ γι αυτόν όμως, να ήταν μια απώλεια που πέρασε εντελώς άκλαυτη και απαρατήρητη. Αυτές οι ιστορίες είναι πολύ πιο φοβιστικές αλλά δεν ξέρω γιατί κατά βάθος ανακουφίζουν τους ανθρώπους. Ίσως γιατί νιώθουν πως η ορφανή απώλεια δεν τους αφορά.

 

Μπορεί, όμως, και να μη πνίγηκε κανείς εκεί. Να ‘χουν οι δυο τους απλώς τα κεφάλια χαμηλά επειδή είναι ξενυχτισμένοι, κουρασμένοι ή ταπεινωμένοι, θαμπωμένοι από τον ήλιο. Δεν χρειάζεται να σκαλίζεις να βρεις μυστήριο, πόνο ή απώλεια σε κάθε κλικ.

 

Αυτό μπροστά τους είναι -μάλλον- λίμνη. Ανέκαθεν με τρόμαζαν οι λίμνες. Δεν ξέρω τι είδους απελπισία οδηγούσε τους ανθρώπους να φωτογραφίζονται δίπλα σε λίμνες.

 

Το ρούχο της δείχνει σαν να βγήκε από το νοσοκομείο. Χωρίς κείνο το ανυπεράσπιστο άνοιγμα πίσω, ευτυχώς. Μάλλον δεν βγήκε από κει. Ευτυχώς. Του χαϊδεύει το κεφάλι, τα μαλλιά. Εκείνος τη μέση. Υπάρχει μια τρυφεράδα, κάτι σαν αγάπη την ώρα του κλικ στα δάχτυλά της. Μετά δεν ξέρω. Ούτε τι έχουν στο μυαλό τους ξέρω, δεν με νοιάζει κιόλας. Δεν τους ξέρω, δεν είδα ποτέ τα πρόσωπά τους.

 

Όσο περνάει η ώρα, είμαι σχεδόν βέβαιος πως υπάρχει απώλεια σ’ αυτό το κάδρο. Κάποιος ή κάτι λείπει. Τώρα που βλέπουμε την εικόνα μπορεί να λείπουν και οι δυο.

 

Στο δεξί της χέρι, χαμηλά, φοράει τρεις σειρές πέρλες. Ή μια γάζα. Είναι ανακουφιστικό να μην είναι ματωμένη η γάζα. Όπως και να ΄χει, όλα τα άσχημα είναι πίσω τους.

 

Μπορεί αυτός που τους φωτογράφιζε να τους είπε «σταθείτε εκεί, μη γυρίσετε τα πρόσωπά σας προς τα μένα, δεν θέλω να σας δω». Και να τους πυροβόλησε στο κεφάλι, μετά. Για να πέσουν μπρούμυτα στη λίμνη, με τα χέρια -ακόμη- εκεί που ήταν ένα κλικ πριν.

 

Μπορεί όμως να μην έγινε κι έτσι. Ίσως ήταν το παιδί τους αυτό που πάτησε το κλικ. Της μηχανής. Δεν ξέρω πόσων χρονών μπορεί να ήταν. Και πού ζει σήμερα. Αν μιλάνε. Ή αν έχει στα χέρια του αυτή τη φωτογραφία. Και να λέει, αν τύχει να τον ρωτήσει κανείς, «αυτός είναι ο μπαμπάς μου. Ήταν, δηλαδή».

 

Λάθος του. Στις φωτογραφίες δεν υπάρχει «ήταν». Μόνο «είναι» υπάρχουν, μέχρι να χαθούν, σε κάποια μετακόμιση, πλημμύρα, πυρκαγιά, σεισμό. Δεν ξέρω πώς αλλιώς χάνονται τα “είναι”. Εκτός από κείνα που σκίζονται ή καίγονται από έναν πάρα πολύ φτηνό αναπτήρα.

 

Δεν ξέρω πολλά γι αυτόν αριστερά. Φοράει ένα άσχημο παντελόνι, γουμίδι απ΄ την ταλαιπώρια. Μπορεί κι απ’ το ξενύχτι. Συνήθως τα βράδια υποφέρουν πιο πολύ τα παντελόνια που δεν αποχωρίζονται στιγμή το αφεντικό τους. Το χέρι του είναι πολύ χοντρό, αφύσικα σχεδόν. Με τρομάζουν τέτοια χέρια. Λίγο ακόμη να την σφίξει, μπορεί να της αφήσει μελανιές ακόμη και στο ρούχο. Δεν ξέρω γιατί δεν φοράει ζώνη. Αν τον γνώριζα και είχα το θάρρος, θα του ΄λεγα (με τρόπο) ότι τα εγκαταλειμμένα από ζώνες παντελόνια γερνάνε άσχημα πάνω σου.

 

Μπορεί να ήταν κι ένας άγνωστος αυτός που στεκόταν πίσω απ΄τον φακό. Κάποιος που απλά φωτογράφισε δυο άλλους άγνωστους, χωρίς να το καταλάβουν. Και να ‘φυγε μετά, χωρίς να μάθουμε το παραμικρό γι αυτόν. Ή γι αυτούς. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για μιαν ιστορία, που κάποια στιγμή -για εντελώς ανεξήγητους λόγους- σκέφτηκε να την γράψει ένας τέταρτος άγνωστος.

 

Μπορεί και όχι.

 

Αυτή, νομίζω, είναι μια κουρασμένη γυναίκα. Ο λαιμός της, όμως, ως εκεί που αρχίζουν τα μαλλιά της  μυρίζει πολύ όμορφα. Αν κάνεις μια μεγέθυνση στο 340%, θα καταλάβεις πόσο πολύ. Δεν θέλω να γράψω τίποτε περισσότερο.

 

***

(μαρκίζα δανεική απ’ τον Oλντμπόι)

6-14° C

25139669 (1)

(μεθαδόνη)

 

 

Είδα έναν άντρα να πέφτει, είδα έναν άντρα να κλαίει. Δεν ξέρω τι είδους ποίηση βρίσκει κανείς σ’ αυτά. Εγώ καμία. Πεζά τα βλέπω, τα διαβάζω βερεσέ. Δεν είμαστε -άλλωστε- όλοι γεννημένοι για εξώφυλλα σε κατάλογο ΙΚΕΑ ή σε διαφημιστικό της D&G. Μια χαρά μπορούμε να πέφτουμε και να τσακιζόμαστε και να σκοτωνόμαστε στο κλάμα πίνοντας μαρτίνι ή άμστελ από κουτί (νερώνει βέβαια το μαρτίνι μα δεν μπορείς και να θρηνείς και να το φχαριστιέσαι κιόλας). Αυτοί στις διαφημίσεις είναι εξωγήινοι. Γι αυτό δεν θα μας αγαπήσει ποτέ καμιά Bianca Balti.

Θυμάμαι τον πρώτο μου συγκάτοικο στο εναμισάρι ρετιρέ της Νάξου, καρδιά Κυψέλης. Όταν του μιξοκλάφτηκα κάποιο βράδι -δεκαεννιά χρονώ σκατό εγώ, αυτός εικοσιένα- ανάμεσα σε μαλαματίνες και ψητό κοτόπουλο με τηγανητές πατάτες γειτονιάς, ότι «αν είναι όμορφη έχει μια μούρη τριάντα στρέμματα κι αν τα στρέμματα δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα αλλά λειψά τότε δεν βλέπεται», ήταν αποστομωτικός : «και η όμορφη και η άσχημη όταν σκουπίζονται στο WC, το λερωμένο χαρτί που κρατάνε στο χέρι τους τα ίδια σκατά μυρίζει». Να τα ακούει η Bianca.

Χτες στο δρόμο είδα μια παράτολμη νεαρή γυναίκα να τρώει παγωτό, πύραυλο. Ευτυχώς όχι ξυλάκι γιατί με ανατριχιάζει η αίσθηση του ξύλου στα δόντια, ας είναι κι αλλωνών. Μετά που γύρισα στο σπίτι προσπάθησα να θυμηθώ το πρόσωπο, το στόμα έστω, της γυναίκας. Μάταια. Θυμόμουν όμως τι έγραφε το χαρτάκι του παγωτού και ότι ήταν βανίλια, με ένα σοκολατάκι στην κορυφή. Δεν είναι διόλου ενθαρρυντικά σημάδια αυτά.

Δεν λέει να χτυπήσει κάρτα η άνοιξη, δεν είναι τόσο η βροχή και η ψύχρα το σημάδι αλλά οι αλλεργίες μου που δεν με καταδέχτηκαν ακόμη. Όσο δεν βγαίνει ήλιος, τόσο δεν βγαίνουν τα καλσόν και οι ώμοι έξω. Και όταν απλώνεις το χέρι σου για να ακουμπήσεις -τυχαία, οικεία δήθεν- γόνατο και λίγες σπιθαμές πάνω απ’ αυτό, πιάνεις ακόμη ύφασμα και όχι πόρους που λυσσάνε για ζευγάρωμα με άλλους πόρους. Αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για να μισείς θανατερά αυτή την εποχή, δεν βλέπω άλλον.

Οι γιατροί λένε ότι ο 21ος αιώνας από νοσολογικής άποψης θα είναι ο αιώνας των αλλεργιών και της κατάθλιψης. Έχω φίλους γιατρούς και ίσως τους πληγώσω αλλά αυτή η φάρα όλο τάχα μου σοβαρές διαπιστώσεις είναι. Ήδη από τον περασμένο αιώνα πάσχω από αλλεργική κατάθλιψη που διακόπτεται από διαστήματα καταθλιπτικής αλλεργίας. Μια ζωή πρωτοπόρος στα εύκολα.

Όσο βλέπω κάθε πρωί προσεχτικά διπλωμένη στα πόδια του τριθέσιου εκείνη τη fleece λευκή κουβέρτα, καταλαβαίνω πως -ότι και να λέμε, ότι και να γράφουμε, με ότι κόκαλο κι αν ξεγελιόμαστε- το θέρος όχι μόνο δεν έρχεται μα δεν έφτιαξε καν βαλίτσα. Ελπίζω μη μπερδευτεί με την αλλαγή της ώρας μεθαύριο και αργήσει κι άλλο. Το ηλίθιο.

Μα τι μαλακισμένο. Ας ερχόταν τώρα, αύριο -μεθαύριο έστω- για να γλυκάνει μια στάλα τα μάτια μας και θα βρίσκαμε τρόπο να του δώσουμε απ’ όλα. Κι ας μέναμε γυμνοί και αταξίδευτοι εμείς. Θα τον βρίσκαμε τον τρόπο να πάμε λίγο πιο πάνω από κείνο το γόνατο. Και τυφλός να είσαι, η ευωδιά θα σε πάρει απ’ το χέρι και θα σου δείξει το δρόμο…

 

 

alien town

Φύλλα παντού. Σε δρόμους, πεζοδρόμια, στενά, μονόδρομους, εξώπορτες, περβάζια. Δεν είναι ότι έχουμε πολλά δέντρα, τα φάγαν τα μπετά, αλλά αφού δεν καθαρίζει κανείς, ζούμε το παραμύθι μας χαρωποί μέσα στο Παραμυθένιο Δάσος. Δεν.

Περνάς έξω από φούρνους, που όσο αντέχει ο καιρός έχουν ακόμη ανοιχτές τις πόρτες τους, μυρίζεις κανέλα, σταφίδα, ζεστό ψωμί, σουσάμι, ελιά. Βούτυρο δεν μυρίζεις, είναι μαλωμένοι οι φούρνοι μας με το βούτυρο. Αν βρεις κρουασάν, το τρως αβουτύρωτο. Δεν.

Το πρωί βλέπεις όλα μα όλα τα μουσουλμανάκια στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και στο γυμνάσιο να φοράνε μαντήλες. Ευτυχώς μόνο τα κορίτσια. Πέρυσι ούτε τα δυο στα δέκα φορούσαν, φέτος όλα. Βάζουν κι ένα παράξενο πρόσθετο στο πίσω μέρος του κεφαλιού, μοιάζουν σαν όμορφα χρωματιστά Alien.

Στην ουρά για να πληρώσω τηλεφωνικό λογαριασμό. Ένα καστανό κεφάλι δυο θέσεις μπροστά μυρίζει Escape. Είναι η πρώτη φορά που στέκομαι σε μια ουρά και εύχομαι να μη τελειώσει, εισπνέω με λύσσα, σαν να μου τελειώνει το οξυγόνο. Δυστυχώς τα ταμεία δουλεύουν με συνέπεια. Το καστανό κεφάλι πληρώνει, γυρίζει, περνάει από δίπλα μου. Δεν.

Φύλλα στους δρόμους, μυρωδιές από φούρνους, μαντήλες στα κεφάλια, αδέσποτα αρώματα. Είναι ωραίο να ζεις πρωινιάτικα τον Οκτώβρη στο Παρίσι σου. Δεν.

.-.

gentlemen take polaroids

πέντε κλικ

————

Η μνήμη μου δεν είναι πια συνεργάσιμη μα άλλην δεν έχω. Ξέχασα αν ήταν Έλενας Βενιζέλου και Πέτρου Κυριακού ή ακόμη χαμηλότερα, στη Δορυλαίου. Ένα μικρό δισκάδικο, εκεί το ’81 με ’82, δεν θυμάμαι, oι χρονιές μοιάζουν μεταξύ τους σαν γεράσουν. Σκάλιζα ράφια, άκουγα απ’ τα ηχεία το πρώτο των Sphinx, χάζευα ωραία κορίτσια που μπαινόβγαιναν χωρίς αγόρια, κόντευε Μεγάλη Βδομάδα, είχα το εισιτήριο του ΚΤΕΛ στο πορτοφόλι, περίσσευαν λίγα κατοστάρικα, το πήρα παραμάσχαλα, νύχτωνε, έβαλα σημάδι τα φώτα απ’ το περίπτερο ανάμεσα Σούτσου και Βουρνάζου.

Kent κι έναν bic

Θα το κάψουμε σήμερα.

Jinx, Tuxedomoon

———————-

Πλατεία Αγίου Θωμά, ανηφορίζω, φτάνω.

“τι θα πιεις;”

“o,τι υπάρχει”

Πάντα κάτι υπήρχε. Σε λίγο βγαίνει απ’ τη θήκη του, καθόμαστε στο πάτωμα, η βελόνα μπαίνει στο πρώτο αυλάκι, όπως μπαίνει στη φλέβα το αναισθητικό. Ζέστη, γαλήνη και χάσιμο.

Εκείνη η πλατεία έχει ήχο, είχε τότε, Οκτώβριο, Φεβρουάριο, Μάιο, αρχές καλοκαιριού, έχει και σήμερα, όσες φορές κι αν τύχει να ξαναπεράσω, όλη η πλατεία ένα τεράστιο Steinway και οι άνθρωποι μέσα και τριγύρω της τα πλήκτρα.

Τhe Köln Concert – part one, Keith Jarrett

—————–

Τσόχα 32. Τρίτος. Θέα ακάλυπτος. Ευάερη και ευήλια όμως, αστική θέα, όχι μικροαστική. Φώτα ολόγυρα, στόρια μισοκατεβασμένα, μισοανεβασμένα, όπως το δεις.

“θα πάμε Bάϊντα, είσαι μέσα;”

“όχι”

“δεν θα βγεις;”

“κόψε, συγκάτοικοι είμαστε, δεν παντρευτήκαμε κιόλας”

“καλά ρε,τι θα κάνεις μόνος;”

“έχω παρέα, πήρα ένα δισκάκι σήμερα, καλά να περάσετε, να ευθυμήσετε κι όταν γυρίσεις ούτε που να το σκεφτείς να μου διηγηθείς την ταινία γιατί και απο μάρμαρο να είσαι θα σε πονέσω”

Knives replace air, Eyeless in Gaza

————–

Όταν σώνονται τα λεφτά πριν τελειώσουν οι διακοπές σημαίνει πως κάτι πήγε πολύ στραβά ή πολύ καλά. Δυο μέρες πριν την Κυριακή της επιστροφής μετράμε κατοστάρικα, πενηντάρικα, βενζίνες, διόδια, τσιγάρα και μελανιές πάνω μας, από τις κροκάλες στο Χορευτό κι από χέρια που δεν ξέραν τι πάει να πει «χαïδεύω». Καλά κάναν. Χορτάτα γέρασαν.

Λίγο πριν τα τσίπουρα του αποχαιρετισμού, βιτρίνα με δισκάκια. Ένα με κοιτάζει, σχεδόν παρακλητικά. Πάρε με. Ξαναμετράω κατοστάρικα. «Κι εγώ όλα κι όλα τρία κατοστάρικα έχω, μη κάνεις μαλακίες». Δεν πειράζει μωρό μου, θα πιω ένα σκέτο και θα σε φάω με τα μάτια μου ξανά. Χορταίνω κι έτσι.

Stars are stars, Echo & the Bunnymen

————–

Όταν μεγαλώσεις θα σε θέλουν όλα τα αγόρια. Μπορεί να ξανάρθεις στην ίδια παραλία. Σίγουρα θα ‘ρθεις. Μπορεί να βρεις μια ξεχασμένη βάρκα -σαν κι αυτήν- να ακουμπήσεις την πετσέτα σου πάνω της. Αν και δε σε βλέπω να συμβιβάζεσαι με λιγότερο από ξαπλώστρα. Θα τους φας την ψυχή, δεν υπάρχει περίπτωση. Και θα τους αρέσει κι από πάνω. Έχεις τον τρόπο εσύ.

«παγωτό;»

«έφαγες ένα»

«θέλω παγωτό»

«ένα φτάνει»

«φάντα;»

«θα φάμε σε λίγο»

«φάντα»

«με το φαγητό, όχι τώρα»

«τότε και παγωτό και φάντα μετά»

«καλά μωρό μου, κάτσε να σου βάλω κι άλλο αντηλιακό τώρα στην πλατούλα, πριν αρχίσουν ν’ απλώνουν χερούκλες οι μαντράχαλοι»

Sodade, Cesaria Evora

 

————-

(placebo, ελλείψει συνταγογράφησης, αλλά the music’s not over yet)

fade to grey

Τριανταπέντε, τριανταεφτά, εκεί γύρω. Αν την είχε δει νωρίτερα ο σχαμερός ο Τίντο Μπρας, ίσως και να έφτιαχνε μια ταινία μόνο για αυτήν. Τη χρονιά του SalonKitty όμως δεν είχε καν γεννηθεί. Και στο  La Chiave θα ήταν ιεροσυλία να παίξει. Θηλυκό ναι, μα αν έπαιζε, μια τρίχα της Στεφανίας θα ήταν.

Ναι, μη με ρωτάς. Τρίχα από εκεί εννοώ.

Κάθεται τώρα πίσω απ’ τον πάγκο και βάφει τα νύχια της. Κάθε λίγο ορθώνει τα δάχτυλα και κοιτάζει το χρώμα. Νομίζω πως με κοιτάζει ανάμεσα από τα δάχτυλα. Εγώ κάνω ότι ψάχνω τα καρπούζια μπροστά της. Νιώθω σαν τον μικρό Αντουάν κι ας μην είμαι σε κομμωτήριο. Ελπίζω κάποια μέρα που θα μπω, και θα ‘μαστε μόνοι, να βάφει των ποδιών.

Δεν έχεις μικρότερα;

Σηκώνει το βλέμμα. Έρχεται ένα βήμα κοντύτερα, τώρα μας χωρίζουν μόνο μια σειρά καρπούζια και λίγα πεπόνια εβρίτικα, αυτά μπορώ να τα ξεχωρίζω δίχως βοήθεια. Μυρίζει ωραία, λίγο όζα, λίγο ιδρώτα, λίγο ροδακινίλα. Πότισε το δέρμα της εδώ μέσα, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα. Πάντα νύχτα ήταν όταν κλείδωνε. Άλλες πληρώνουν περιουσίες για κρέμες σώματος, αυτή αλλάζει κάθε μέρα. Χτες μύριζε σύκα. Μαύρα, αυγουστιάτικα. Ήθελα να την ανοίξω στα δυο, να τη γλείψω μέχρι να μη μείνει παρά μόνο λίγο δέρμα πάνω της, να κολλήσει ολόκληρη πάνω στο πρόσωπό μου αλλά είχε κι άλλους τρεις πελάτες εκείνη την ώρα. Δεν τόλμησα.

Τα μικρά δεν είναι καλά. Σπάνια να σας βγει καλό, ένα στα δέκα κι αν….

Της μιλάω στον ενικό, μου μιλάει στον πληθυντικό. Ονειρεύομαι πως είναι η Κίτυ Κέλερμαν κι εγώ ο Χέλμουτ Βάλενμπεργκ. Οι δυο μας ανάμεσα σε ένα σμάρι χρώματα, πράσινα, κόκκινα, μαβί, κίτρινα, καφέ, πορτοκαλί, ροζ, πιο κόκκινα, πιο μαβί, σαν παλιωμένο αίμα. Έγραφε ο άλλος ο δύσμοιρος για πενήντα γκρίζα όταν εδώ μέσα βρίσκεις τα άπαντα της Pantone. Συν τα χείλια της. Δεν ξέρω τι χρώμα ήταν αυτά, ποτέ δεν τα πέτυχα άβαφα. Μια φορά ήθελα να πω «θα κόψεις ένα κομματάκι τους να δοκιμάσω;» αλλά μας διέκοψε μια γριά που ήρθε να πάρει πιπέρια για γέμισμα.

Δεν έχω χώρο στο ψυγείο και το μισό θα πεταχτεί έτσι κι αλλιώς, μόνος είμαι αυτές τις μέρες.

Σε περίπτωση που δεν κατάλαβες. Αυτές τις μέρες.

Βγαίνει, έρχεται απ’ την μεριά μου. Χτυπάει ένα, με το χέρι που έμεινε άβαφο. Χτυπάει δεύτερο. Για να χτυπήσει τρίτο σχεδόν κολλάει επάνω μου. Σχεδόν. Για να μην κολλήσει πρέπει να κάνω ένα βήμα πλάγια, προς τα ροδάκινα, εκείνα τα αλμπίνικα, που μοιάζουν σαν τον Τζόνι Γουίντερ. Δεν πάω πουθενά, δεν μ΄αρέσει ο Τζόνι άλλωστε. Σταματάει στο τρίτο. Γυρίζει και με κοιτάζει στα μάτια. Τα πάντα επάνω της μυρίζουν βανίλιες. Με λίγη ώριμη ντομάτα στο τελείωμα.

Αυτό να πάρετε. Ακούγεται καλό.

Θέλω να την πετάξω πάνω στα καφάσια με τα νεκταρίνια. Τη μισή. Η άλλη μισή θα είναι πάνω στα ροδάκινα, τα καλά, εκείνα που όταν τα ξεφλουδίσεις θες να γλείφεις και το μαχαίρι, όπως το ‘κανε ο Γκάρι Όλντμαν με το ξυράφι. Όποια δίψα προλάβει να σβήσει κανείς. Θέλω να γεμίσει ζουμιά, να τρέχουν πάνω της, στις ρώγες, στην κοιλιά, στον αφαλό, στα μπούτια της, ως το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της. Να στάζει. Να ακούγονται τα αχλάδια που λιώνουν απ’ το βάρος της, τα καρπούζια να κάνουν κρακ, ν’ ανοίγουν στα δυο για να βγουν τα κουκούτσια και να τρέξουν να κολλήσουν στα λακκάκια στη μέση της, ψυχή έχουν κι αυτά. Να πάρω ένα σταφύλι και να το βάλω στο ένα της ρουθούνι, μετά άλλο ένα,  στο διπλανό. Κι όταν ανοίξει το στόμα της για να πάρει ανάσα, να της πω με λύσσα «τα καλύτερα ροδάκινα ποτέ δεν μου τα έδωσες, πάντα δυο τελευταία μένουν κάθε μέρα, τα παίρνεις μαζί σου και φεύγεις».

Καλό, άσχημο, αυτό θα πάρω.

Νομίζω πως τα λεμόνια και τα lime με αγριοκοίταξαν που πήγα να τους φάω τη δουλειά. Ούτε που τα ‘δωσα σημασία.

Την ώρα που πλήρωνα, είδα ένα ανοιγμένο βιβλίο πλάι στην όζα της.

Τι διαβάζεις;

Χαζό είναι, είπε λίγο αμήχανα. Δέκα, έντεκα ώρες όμως χωμένη εδώ μέσα διαβάζεις ο,τι σου δώσουν. Να, αυτό. 

Έπρεπε να το φανταστώ. Κοίταξα αφηρημένος προς εκεί που συνήθως υπήρχαν κολοκυθάκια. Και θυμήθηκα ότι ήταν τα πρώτα που τελείωναν, νωρίς νωρίς. Όλη η γειτονιά έλεγε πως η μυρωδιά και η γεύση τους δεν είχαν ταίρι σ’ ολόκληρη την πόλη..

 

 

 

άγονη γραμμή

Δώδεκα και είκοσι, δεν κουνιέται φύλο. Τέντες ανεβασμένες. Το θερμόμετρο χάλασε, κόλλησε στους 32, αυτά παθαίνεις με τα κινέζικα θερμόμετρα και τα δύστροπα καλοκαίρια. Μπαίνω και βγαίνω στο μπάνιο κάθε ώρα, ποτίζομαι, όπως οι ντοματιές μου στο μπαλκόνι. Κι όμως, όπως κι αυτές, κάθε μέρα μαραίνομαι όλο και περισσότερο, χωρίς να δω άνθος πάνω μου, πόσο μάλλον καρπό.

Άχνα τριγύρω, πρόπερσι, ακόμη και πέρυσι κάτι ακουγόταν από τα μπαλκόνια της γειτονιάς. Ένα πηρούνι, μια τηλεόραση, ένα φτηνό ρεφρέν, μισό γέλιο, δυο γυναίκες με ιδρωμένη τη γραμμή ανάμεσα στα στήθια τους που καληνυχτίζονται, κάτι.  Κάτι.  Ο,τι.

Κοιτάζω τους κάδους στο δρόμο. Κανείς δεν ασχολείται πια μαζί τους τα βράδια. Μόνον οι γάτες, όσες δεν μετανάστευσαν σε πιο ακριβές γειτονιές. Κάθε μέρα όλο και πιο λιπόσαρκοι γίνονται, τι περισσεύει να πετάξεις μέσα τους;  Στο τέλος θα τους βγάλουν και θα μας φέρουν τσίγκινους κουβάδες με καπάκι, όπως παλιά. Την εποχή που μόλις τους άδειαζε το σκουπιδιάρικο τους παίρναμε και τους κάναμε δοκάρια, για το προμεσημεριανό διπλό.

 

Ο ήχος της δερμάτινης μπάλας που χτυπάει πάνω στους ντενεκέδες. Δοκάρι και έξω. Ό ήχος απ’ το μέταλλο όταν πέφτει στο πλακόστρωτο, αδειάζοντας τα τελευταία απομεινάρια καρπουζόφλουδας που δεν καταδέχτηκε να πάρει η σκουπιδιάρα. Η μουσική απ΄το καπάκι που ταλαντεύεται καμιά δεκαριά φορές μέχρι να σιωπήσει. Τότε δεν ήξερα, μετά άκουσα να κάνει το ίδιο και ο ΜaxRoach. Δοκάρι και μέσα.

 

Κάθε κουβέντα και ένα ουφ. Φανερό ή φορεμένο από μέσα. Όταν μιλάμε, γιατί συνήθως δεν μιλάμε. Οι παύσεις είναι πια τόσο μεγάλες που για να τις  διασχίσεις χρειάζεσαι ποδήλατο. Κανείς δεν ρωτάει τον άλλον τι σκέφτεσαι; Ξέρουμε. Παλιά, ανάμεσα σε κουβέντες  κοίταζες ξένα πόδια και σκεφτόσουν τι καιρό κάνει μέσα τους, πόσο λέει το θερμόμετρο εκεί πάνω που ενώνονται, πόσο ψηλά θ’ αφήσει να φτάσει η σκέψη σου πριν την πιάσει και την γυρίσει στο αφεντικό της. Μερικά κορίτσια αγαπούσαν τις σκέψεις και τις άφηναν να φτάσουν στον προορισμό τους. Μερικά αφήναν κι εσένα, μαζί με τις σκέψεις σου.

Τώρα πάλι εκεί κοιτάζεις, αφηρημένος, και σκέφτεσαι αριθμούς, εφτά δόσεις, δυο απλήρωτους λογαριασμούς, τριακόσια χοληστερίνη, βάλε δέκα ευρώ αμόλυβδη, να μη χαλάω κατοστάρικο. Η γραμμή ανάμεσα στα στήθια τους δεν έχει πια κίνηση, μια σταγόνα κατεβαίνει που και που. Αν προλάβεις και τη δεις, αν προλάβεις και την πάρεις, ίσως σε πάει στον προορισμό σου. Αλλιώς πίσω, περιμένοντας την επόμενη, άγνωστο πότε. Αν το μυαλό σου είναι ακόμη εκεί, στην προβλήτα, και δεν βολοδέρνει σε κάποιο ξεθωριασμένο θέρος.

Ουφ για το σήμερα, ουφ για το αύριο. Ξεκίνησαν με σημάδια από χαστούκια στο πρόσωπο, μετά γεμίσαμε μελανιές παντού. Φέτος βαράνε κατευθείαν στην ψυχή οι καργιόληδες. Εκεί -λένε τα εγχειρίδιά τους- αργούν να φανούν τα σημάδια.

 

 

 

the great gig in the sky

Τι ώρα πήγε; σαν να άργησε κανένα μισάωρο ή μου φαίνεται;

Τρία τέταρτα. Ντίβα, μη χέσω. Απ΄το αβγό δεν βγήκε ακόμη, πέντε χρόνια βλόγερ..

Τι λες να παίξει σήμερα; παλιό σετ ή τίποτε καινούρια;

Μόνο παλιά έχει, το ίδιο τραγούδι γράφει επί χρόνια. Πολιτικά μη παίξει μόνο, δεν το ‘χει. Θα γλαρώσουμε στις καρέκλες.

Άμα θέλαμε πολιτικά πηγαίναμε στου Radical. Kαι για τρελλό αβανγκάρντ στου Old. Άμα σου ‘λειψε η Λόρι Άντερσον πας στη Ρίσκι και στάνιαρες. Εδώ πληρώσαμε για μιούζικαλ.

Εγώ σκυλομετάνιωσα που δεν πήγα στο Βυτίο ή στης Niemandsrose  ,εκεί τουλάχιστον δε ντρέπεσαι άμα σε δουν να μπαίνεις μέσα. Μπορεί να σε βγάλουν και καμιά φωτογραφία, «ήταν κι αυτός εκεί».

Σωστός, σκουφί έβαλα ως τη μύτη για να περάσω την πόρτα εδώ, αν μ΄ έβλεπε κανείς της αντιτρομοκρατικής ακόμη μελάνια θα είχα στα δάχτυλα.

Τουλάχιστον δεν μας βγαίνει ακριβός. Στου Πετεφρή τις προάλλες πήγα καπάκι και στις δυο συναυλίες για να τα χώσω στο encore. Καταφχαριστήθηκα. Kαι στο Χνούδι πήγα αλλά δεν βγήκε στη σκηνή. Παίζαν απ’ τα ηχεία κάτι ωραία παλιά της, ήπιαμε τον Αμαζόνιο, καπνίσαμε το Schwarzwald, γίναμε μωβ, συναυλία δεν είδαμε, καλά περάσαμε, φύγαμε.

Ακριβός όχι αλλά για ξινός μην ορκίζεσαι. Πας ρε παιδάκι μου στο Gasireu και θες να φιλήσεις με τρεις γλώσσες όποιαν κάθεται δίπλα σου, πας στη Three Wishes και έχεις σπρέι για την αναπνοή στην τσέπη, φλασκί με τεκίλα και προφυλακτικά για παν ενδεχόμενο, βγάζεις εισιτήρια για τον Silentcrossing και είναι σα να παίζεις στο Ναυαγό αλλά με ναυαγίνα την Μόνικα και τον I’m not a gun να κάνει σερφ στα μυαλά σου, τέτοια ωραία πράματα.

Ρε συ, προχτές πήγαμε στου Τσαλαπετεινού. Και μουσικές και βιντεογουόλ, δυο σ’ ένα, δεν το λυπάσαι ρε παιδί μου το εισιτήριο, δεν είναι τσίπης ο άνθρωπος, ένα μήνα πριν με πήγαν στο Δύτη, σα να έβλεπα τον Τζέρι Γκαρσία να παίζει παρέα με το Moby κάτω απ’ την Κάαμπα. Χαλάλι τα χιλιόμετρα και το μουσκίδι στο νιπτήρα λες.

Εισιτήρια για τον Vitamoderna πήρες;

Οκτώ. Στη μαύρη αγορά να τα πουλήσω, θα βγω απ’ την κρίση στεγνός. Πότε παίζει;

Oύτε ο ίδιος ξέρει. Συνήθως το μαθαίνουμε μετά το gig. Δεν έχει σημασία όμως, πρώτα αγοράζεις εισιτήρια και αν είσαι τυχερός τον βλέπεις κιόλας. Αν δεν είσαι περιμένεις την άλλη συναυλία, καινούρια εισιτήρια.

Ασύμφορος.

Κάθε άλλο. Στην τσίτα σε έχει ο guru, πάντα στην ουρά, μη σε καταπιούν οι καναπέδες. Red alert είναι ο άνθρωπος.

Πιάστηκε ο κώλος μου ρε, θα βγει αυτός ή τσάμπα τραβιόμαστε;

Μα δεν ήρθαμε γι αυτόν, δεν το κατάλαβες ακόμη;

Aλλά;

Mπαίνουμε εδώ που δεν έχει μεγάλη ουρά και μετά φεύγουμε για όλους τους άλλους. Έχει ένα πορτάκι κάτω απ’ τη σκηνή, μόλις αρχίζει να παίζει σιγά-σιγά την κάνουμε με λίγα κλικ, ένας ένας, μη πληγωθεί και είναι ευαίσθητο αγόρι, ούτε που παίρνει χαμπάρι πότε αδειάζει η πλατεία, στο θεωρείο μένει τελευταίος ο kopoloso που είναι φίλος του, κάποιος πρέπει να ζητήσει ένα encore στο τέλος.

Θλιβερό.

Όχι τόσο. Το χειρότερο είναι που ακόμη κι αν δεν υπάρχει ψυχή στην αίθουσα, ακόμη κι αν φύγουν κι ο σελιτσάνος με τη so far που έχουν ρεζερβέ στασίδι, πάλι κάνει encore. Τι να πεις…

Βαρέθηκα. Πάμε sraosha; όλο λέει ότι βαριέται κι όλο παπάδες παίζει. Γκράντε.

Εγώ έλεγα για Ξυδάκη. Ξέρεις τι αγοράζεις, λάθος νότα δεν έπαιξε ποτέ ο Jarrett. Εκτός κι αν πάμε και στους δυο για να μη χαλάσουμε τις καρδιές μας.

Πρώτα όμως περνάμε για πέντε σφηνάκια stolichnaya στα όρθια απ’ τον Silezukuk και τσιγάρα με ένα εξάμπυρο απ’ την psilikatzou. Οι παλιές αγάπες δεν ξεχνιούνται…

Άντε, τράβα μια φωτογραφία και hit the road, δεν θα ξεχειμωνιάσουμε εδώ..

 

 

 

(ξέχασα πολλούς αλλά θα έχουμε και επόμενη συναυλία)