the swimmers

WOMEN SWIMMERS

Είναι εκεί -αυτές κι ο ήλιος, κόντρα- κοντά δυό ώρες.

Κουνώντας χέρια, πόδια, μιλώντας ασταμάτητα.

Είχα πολλά να κάνω μα έμεινα (μη με ρωτάς γιατί) να τις χαζεύω.

Μαντεύοντας ηλικίες. Και χηρείες.

Εξηνταπέντε, εβδομήντα, εβδομηνταπέντε, ογδόντα και βγαίνω!

Τραγουδώντας.

Here comes the replay of an old dream
They were dreaming when they were small girls
Τurn around
They are the swimmers in their old house
The water slowly fills the room

Ποτέ δεν βγήκαν από το σπίτι κι ας πλημμύριζε.

Μπορεί να πέρασαν καλά στη ζωή τους, δε λέω.

Να αγαπήσαν, να αγαπήθηκαν, ήσυχα, ψιθυριστά, καθωσπρέπει, με τον τρόπο τους.

Μα μερικά σπίτια γίνονται μια στρόγγυλη γυάλα.

Και σε κρατάνε για πάντα (με νερό που αλλάζει τακτικά, με τροφή κάθε μέρα, με κάποιον να σε φροντίζει) μουλιασμένη εντός τους.

…..

(αλλότριες λέξεις & μαρκίζα: Henk Hofstede)

τραγούδια από τους δεύτερους όροφους

35047526 (2)

 

Ετοιμάζονται για έξω. Εκείνη βγαίνει απ’ το μπάνιο, ανοίγει το συρτάρι με τα εσώρουχα. Κάποτε, όχι πάρα πολύ παλιά, τα Intimissimi θα ντρεπόταν να αντιπαρατεθούν μαζί του, τώρα νεκρική σιγή. Άπνοια εντός, συρτάρια με περιεχόμενα αόρατα.

Σκαλίζει, βγάζει, διπλώνει, ξανασκαλίζει, ξεφυσάει απογοητευμένη, «πάχυνα πολύ;» τον ρωτά, προσδοκώντας ένα ωραίο ψέμα.

«Όχι πολύ καλή μου, απλά με κάθε μεγαλύτερο σλόγκι που αγοράζεις ξεκληρίζεται και μια βαμβακοφυτεία στην Αίγυπτο».

Όντως είμαστε γουρούνια. Όντως παραγνωριζόμαστε άσχημα, με ακόμη πιο άσχημο ‘χιούμορ’, όσο περνάνε τα χρόνια.

 

—–

 

Πίνουν. Με φίλους, γνωστούς, κουμπάρους, μ΄ αυτές τις ενίοτε χλιαρές συνομοταξίες.

Εκείνη -αν και δεν είναι, πώς θα μπορούσε; , κοντό αυτό που φόρεσε- προσπαθεί να κρύψει τα πόδια της βάζοντας την πασμίνα ( έτσι δεν τα λένε αυτά τα μεγάλα πανιά που σκεπάζουν τους ώμους; ) πάνω τους, νιώθει άβολα, παραφουσκωμένη. Ασφυκτιά μέσα στο μαύρο φόρεμα που «κόβει». Το εσώρουχο μπήγεται στη σάρκα. Το καλσόν εκλιπαρεί για λίγη ανάσα. Τα τακούνια την σκοτώνουν, αν τα αφήσεις σε αφήνουν. Η βότκα που πίνει είναι νερωμένη, όλα τα άλλα ξενέρωτα.

Δεν ξέρει (ξέρει, μα ξέχασε) πως τα αρσενικά προσπαθούν να δουν παραπέρα και παραμέσα απ΄τα κρυμμένα. Δεν τους πτοούν τα παραπανίσια, ούτε και οι ατέλειες. Τα βλέμματά τους δεν είναι συγκατάβασης και συναίνεσης στην μετάλλαξη -αν και σπάνια έχουν οι άντρες επίγνωση της δικής τους αποσύνθεσης- αλλά πείνας. Ξένη σάρκα. Πάντα μυρίζει καλύτερα. Πάντα έχει άλλη γεύση. Μέχρι να πάψει να είναι ξένη.

 

——

 

Επιστρέφουν σπίτι, αργά. Είναι μόνοι. Όπως πολύ παλιά. Πετάει τις γόβες, βογγάει από ανακούφιση. Βογγάνε και οι από κάτω, βλαστημώντας. Ημιτελή βογγητά, ρέπλικες, όχι απ’ αυτά τα ωραία τα προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης. Ξεκουμπώνει το σουτιέν, μόνη. Σκουπίζει, με τα χέρια, τον ιδρώτα κάτω απ΄το στήθος της. Παλεύει να βγει μέσα από το καλσόν, η ύφανση αντέχει τα βιαστικά -αλλά προσεκτικά βαμμένα- νύχια, είναι η εποχή των βαρέως διψήφιων denier, οι καλές μέρες των 5-8 πίσω ήτανε. Εκείνος κατουράει, ακόμη. Μαζί με το νερό που τρέχει, ακούει τη φωνή του: «θα κάνουμε τίποτε;». Να κάνουμε. Κάτι. Τίποτε. Ίσως.

Την ώρα που χύνει (μέσα της, τα καλά της εμμηνόπαυσης), το τίποτε και το ίσως γίνονται κάτι, για μια στιγμή. Νιώθει ωραία, φευγαλέα σκέφτεται πως την επόμενη φορά δεν θα κρύψει τα πόδια της και θα ξύνει -αφηρημένα, αλλοίμονο- το γόνατό της όσο της μιλάνε οι άντρες της παρέας κι εκείνη θα τους κοιτά στα μάτια. Αδιάφοροι, πλαδαροί, συχνά φωνακλάδες, μα ξένοι. Τι γεύση να ΄χουν άραγε; Αλλιώτικη, σίγουρα. Σηκώνεται για να μπει κάτω απ’ το ντους. Την ώρα που διασταυρώνονται οι γυμνοί δρόμοι τους (σειρά του να πλυθεί, πάντα μετά από κείνην, ευτυχώς δεν διεκδικεί πρωτεία σε όλα) τον ρωτά κοιτάζοντας τα χνούδια στο πάτωμα «τις κάρτες τις πλήρωσες σήμερα; θα μας τσακίσουν στους τόκους».

Κι άλλα χνούδια, κι ακόμη δεν έστρωσε χειμωνιάτικα χαλιά. Αύριο το απόγευμα, αφού μουλιάσει τα ρεβίθια, θα βάλει ηλεκτρική.

 

—–

 

 

(tromopolitan, σελίδα 2134)

famous blue Sundays

35038020.blue

 

Στην αρχή ήταν κασέτες, χειροτεχνημένες στο ξαπλωτό Sanyo και κατόπιν στο όρθιο Sharp, στο Teac μετά, στο Nakamichi λίγο πριν το Τέλος της Μουσικής (μετά ήρθε κάτι άλλο, μα ήταν αυτό ακριβώς: άλλο). Συνήθως εξηντάρες, σπάνια ενενηντάρες που θέλαν μεγάλο σχεδιασμό, στριμωγμένες καλλιγραφίες πάνω σε στενά χαρτονάκια, αγκαλιές από βινύλια, αμέτρητα pause και record. Xρόνος υπήρχε, υπομονή όχι.

Κοπτοραπτική. Johnny the Fox meets Aqualung  και On the border don’t fear the reaper. Αυτό το τελευταίο ακούγεται στοιχειωμένο σήμερα. Τότε δεν ήταν παρά ένα ιπτάμενο χαλί για τις βόλτες με το άσπρο Ρενώ με τις τέσσερις (λίγο πριν αποβιώσει έγιναν τρεις) ταχύτητες. Ακόμη και το Symptom of the Universe να ακουγόταν απ’ τα ηχειάκια (νομίζω κάτι φτηνά Roadstar χαμηλά στις πόρτες), δεν με αποπροσανατόλιζε από τον στόχο ανάμεσα στα πόδια της. Έστω κι αν την έβλεπα να ΄ρχεται με παντελόνι και μια θλίψη -ανάκατη με θυμό- γέμιζε το χώρο ανάμεσά μας. Που πάντα, αν η μνήμη μου δεν παίζει άσχημα παιχνίδια μαζί μου, βρίσκαμε τρόπο (τρόπους, ποτέ δεν ήμασταν τσιγκούνηδες σ΄αυτά) να γεμίζουμε.

Μεσημέρια προς απόγευμα Κυριακής, χιλιόμετρα σε πανάθλιους επαρχιακούς δρόμους, προς τη θάλασσα, προς τα βουνά, πάνω σε άσφαλτο που δεν είχε ακούσει ποτέ για ισιάδα (δεν αλλάξαν πολλά έκτοτε), καφέδες σε φτηνούς καναπέδες και ακόμη πιο φτηνά τραπεζάκια, σε μέρη βαφτισμένα από εγκεφαλικά νεκρούς ανάδοχους: Αργώ, Μικρό Καφέ, Rose, Tάνγκο, κανείς δεν έδινε σημασία.

Μετά ήρθαν τα cd. Nομίζω μαζί με το παιδί. Με καρεκλάκι πίσω δεν απλώνεις χέρι στα πόδια της γυναίκας σου. Αν φύγει -έτσι άγαρμπος που είσαι- πόντος απ’ το καλσόν, οι οιωνοί προμηνύουν βαρυχειμωνιά κι ας είναι βαθύ φθινόπωρο, ακόμη. Οδηγάς, διπλώνεις και ξεδιπλώνεις καρότσια, ψάχνεις τρύπες, πάλι βαφτισμένες άθλια, χωρίς πολλά πολλά τσιγάρα εντός τους -το παιδί, το παιδί-, ανακατεύεις αφηρημένος το φλιτζάνι, γλαρώνεις απ΄τη ζέστη, περιμένεις να γυρίσετε σπίτι, αν εκείνη έχει κέφια, αν εκείνο μας κάνει τη χάρη και κοιμηθεί, αν δεν χτυπήσουν το θυροτηλέφωνο φίλοι, ίσως, ίσως, ίσως. Κάποιες φορές αγγίζεις αθόρυβα τη γυμνή σάρκα της ξημερώματα, όσο κοιμάστε και οι δυο. It’s four in the morning, the end of December. Ούτε καν. Nοέμβριος, αρχή, άσε τους ποιητές, ιδέα δεν έχουν από πεζότητα.

Πολλά τα χιλιόμετρα, μακρύς ο δρόμος, κάποτε φτάνεις στα USB στικάκια και στα κινητά, που κουμπώνουν όμορφα στο ταμπλώ και τραγουδάνε ακόμη ομορφότερα And you may find yourself behind the wheel of a large automobile. Επιστρέφεις όμως σπίτι, αν βγεις, και δεν θυμάσαι καν την ώρα που παρκάρεις αν φόραγε φούστα, παντελόνι, φόρμες, φόρεμα, κάτι. Δεν θυμάσαι καν -η σιωπή, η σιωπή- αν ήταν στο κάθισμα δίπλα σου. Έτσι, κάπως έτσι, είναι τα αληθινά στιχάκια απ΄τα magnificent fifties.

Ring! Ring! It’s 7:00 A.M.! Μια σταλιά οι γαμημένες οι Κυριακές, όσο πάνε και συρρικνώνονται.

 

—-

μια ελάχιστα διδακτική ιστορία

34987323

 

To άφηναν να παίζει έξω τις ώρες που ήθελαν να ξεκουραστούν μέσα. Αφού πρώτα είπαν τα «μη», τα «δεν», τα «πρέπει», να φοβάσαι τους ανθρώπους, δεν είναι πάντα καλοί οι άνθρωποι, υπάρχουν και τέρατα ανάμεσά τους, είπαν μερικά ακόμη «όχι» και «πρόσεχε»,  κάναν το καθήκον τους.

Μια μέρα ένα μικρό παιδί το έδεσε στην άκρη ενός γερού σπάγγου κι από τότε δεν ξανάκουσε ποτέ κανείς οτιδήποτε γι αυτό.

….

gentlemen take polaroids (not anymore)

pol2

Ξέρεις που φτάσαμε; τον ρώτησα προχτές, μονολογώντας. Δεν μπορείς να ποθήσεις ένα σώμα. Ούτε καν να γράψεις γι αυτό, πόσο μάλλον να μπεις μέσα του. Οι εποχές -οι άνθρωποι, οι άνθρωποι φτιάχνουν τους καιρούς- δεν συγχωρούν το να σε δουν να σέρνεσαι αδύναμος πίσω από πάθη. Δεν χρειάζεται να εκπέσεις από έρωτα, αρκεί και η απλή καύλα για την καταδίκη. Aν δεν ανάψει πράσινο φως το μυαλό -που δουλεύει υπερωρίες, για να μην χρεωθεί σκοτάδια κι ενοχές που δεν του ανήκουν- η σάρκα πρέπει να περιμένει. Το σαρκίο είναι δεύτερο, ευτελές, οφείλει να υποτάσσεται -άλλοι το λεν και «υποκλίνεται» -μπρος στην ανέχεια, τη δυστυχία, την ανημπόρια, την κόλαση των άλλων.

Μα δεν μπορείς να πενθείς για καύλες όταν αυτοί οι άλλοι συντρίβονται από αληθινές απώλειες.

Μη βιάζεσαι. Kάποια στιγμή το μυαλό και οι σκέψεις θα αναπαυθούν -θες να πω για λίγο; για λίγο, λοιπόν-  ερήμην των άλλων  και ερήμην του σαρκίου που τις φιλοξενεί· είναι μάταιο να παριστάνουν πως φτιαχτήκαν από γρανίτη κι ατσάλι. Δεν είναι, ουδέποτε ήταν, οι ενενηνταεννιά στους εκατό είμαστε φτιαγμένοι από ευτελή υλικά που ενίοτε λάμπουν -αυτός που έγραφε σε στιχάκια We are all made of stars,  μισές αλήθειες έλεγε- μα δεν παύουν να  έχουν όρια αντοχής, θερμοκρασία τήξης, ημερομηνία λήξης.

Και τότε θα καταφέρει (σκέφτομαι με μια ντροπιαστική ανακούφιση) η τόσο συκοφαντημένη εσχάτως σάρκα να πάρει την γλυκιά της εκδίκηση. Έστω για λίγες μόνο στιγμές. Πες την και πύρρεια νίκη που αρκεί, όμως, για να ξεπλύνει δέκα συντριπτικές -κι ατιμωτικές, ακόμη- ήττες του μυαλού.

 

—-

κουρελάκια

freelabelbig2015

 

 

Παράξενο, κουραστικό και κάποιες φορές στενόχωρο να πακετάρεις παλιά μπουφάν και παντελόνια -στα οποία ούτε διαμελισμένος χωράς, πλέον- σκαλίζοντας για τελευταία φορά τις τσέπες πριν τα αποχωριστείς. Χωρίς να ξέρεις τι και γιατί το ψάχνεις, αφού έχουν πλυθεί και ξανακαθαριστεί αμέτρητες φορές, ούτε χνουδάκι, ούτε καν μισή κλωστή θα μπορούσε να επιβιώσει εντός τους.

Και ξάφνου σε ένα τζιν που μοιάζει διαμελισμένο, με ξέφτια να ζουν σε κάθε γωνιά του, με τόσα σκισίματα ολόγυρα -δουλειά του χρόνου, ποτέ δεν φόρεσα τρύπιο παντελόνι μα ποτέ δεν είναι αργά όπως πάνε τα πράγματα- ανακαλύπτεις οτι ζει ένα τόσο δα χαρτάκι λίγο πιο μεγάλο από ένα γραμματόσημο,  ‘Νο 586, Δραχμές 40′  και μετά ξανά σιωπή, μάλλον -σίγουρα- εκεί ήταν τυπωμένο άλλο ένα μηδενικό. Ίσως δυο.

Πότε, πού, τι, με ποιόν, όλα άγνωστα. Δεν θυμόμουν καν πως είχα τέτοιο ρούχο. Εισιτήριο, για πού; Για Nits; Για το Fight Club; Σινεμά ο Παράδεισος; ή Dr Feelgood; Μάταιο να ψάχνεις, μάταιο να αραδιάζεις συνενόχους, μάταιο να στήνεις -τάχα μου- σκηνικά memorabilia, μάταιο και καθόλου ανακουφιστικό.

Δεν το πέταξα τελικά το κουρέλι. Το δίπλωσα -χαζοευλαβικά, αν είναι δυνατόν!- ρολό, στριμώχθηκε πίσω πίσω στο πατάρι της ντουλάπας, εκεί που μόνον εγώ έχω το θλιβερό προνόμιο να ανεβάζω και να κατεβάζω. Έβαλα πάρα πολύ προσεκτικά το αναπάντεχο εύρημα σε έναν φάκελο μαζί με άλλα άχρηστα (τόσο αδιάφορα που ως κι ο πιο παθιασμένος ρακοσυλλέκτης θα αρνιόταν να τους ρίξει έστω μισή ματιά ενώ εγώ τα προορίζω για την Μεγάλη μου ρεπροσπεκτίβα που κανέναν δεν θα αφορά)  και έτσι σφράγισα μιαν ακόμη αμφιλεγόμενη νίκη απέναντι στον χρόνο και την φθορά. Ένα (ακόμη) κομμάτι μου επέζησε, σε πείσμα της αδύναμης -κι απρόθυμης να συνεργαστεί- μνήμης.

Κάποια μέρα, σε μια στιγμή αδυναμίας, θα ανοίξω αυτό το φάκελο -με ενόρκους ή χωρίς- και θα μου αποδείξω ότι ήμουν κι εγώ εκεί.

…..

 

Some Köln Concert *

34860109

γραμμένο-παραγγελιά δεν θυμάμαι για πού, έμεινε στο ράφι

 

Το 1981 τα κινητά δεν είχαν βγει απ’ τη μήτρα ακόμη. Σταθερό τηλέφωνο σε φοιτητόσπιτα ήταν πιο σπάνιο κι από κουλούρι Θεσσαλονίκης δίχως τρύπα. Οπότε ή βασιζόσουν στην -συνήθως θολωμένη από μπίρες και σανγκριές- συνεννόηση της προηγούμενης βραδιάς ή στα πόδια σου για επιστροφή, αν χτύπαγες κουδούνι μάταια γιατί ο άλλος άλλαξε γνώμη και τράβηξε στην Κάρμεν για καρμπονάρα ή στο Αθήναιον για κανέναν Κάρπεντερ, Ντε Πάλμα, άειντε Μπενέξ το πολύ..

Το δρομολόγιο ήταν μονόδρομος όταν ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά. Πρώτα μια στάση στη σκιά του Πύργου -πάνω στη Σινώπης-, έξω απ’ τη βιτρίνα που ‘γραφε φαρδύπλατα «Κέφαλος-Κορωναίος» για να χαζέψω τα πράσινα Converse (που με αιματηρές θυσίες κατόρθωσα αμέσως μετά την καλοκαιρινή εξεταστική να αποκτήσω), μετά έπαιρνα από παραδίπλα ένα τοστ «διπλό κασέρι-ψημένο μπέικον-πράσινη πιπεριά» που γινόταν αόρατο σε πέντε μπουκιές, άναβα ΚΕΝΤ -τότε άντεχα να περπατάω και να καπνίζω ταυτόχρονα, μεγάλες εποχές-  κι ανηφόριζα, λίγα βήματα πριν την Παπαδιαμαντοπούλου έμπαινα διαγώνια στα χωρικά ύδατα του Αγίου Θωμά, έστριβα στην Ολόρου, χτύπαγα κουδούνι και μια στις τρεις στεκόμουν τυχερός. Εκεί, στο ισόγειο, θα ‘βλεπες συχνά πυκνά στοιβαγμένα στα πατώματα πέντε-έξη εικοσάχρονα (καναπέδες δεν είχε, μοναχά μια πολυθρόνα αν θυμάμαι καλά, και ήταν γαϊδουρινή αγένεια να κυλιέσαι πάνω στο κρεβάτι του οικοδεσπότη) μεγαλωμένα με τον παραδοσιακό τρόπο της ελληνικής επαρχίας, λίγο από hard-rock και ολίγη από art-rock δηλαδή, από τη μια πλευρά Black Sabbath και Purple και Rory και Thin Lizzy κι από την άλλη Genesis και Yes, με μπαλαντέρ τους Floyd χωρίς Syd, όλα καλά και Πετρίδικα δηλαδή.

«τι θα πιεις;»

 «o,τι έχεις»

Πάντα κάτι υπήρχε. Μέχρι Mateus και Calliga, απ’ αυτά που σαν στέρευαν τέλειωναν το βίο τους ως κηροπήγια, αμφιβάλλω αν υπήρχε φοιτητόσπιτο τότε που δεν έκρυβε τέτοιο αποτρόπαιο θέαμα στα σωθικά του. Τόσα ξέραμε, τόσα είχαμε, τέτοιο design βγάζαμε από μέσα μας ελλείψει ΙΚΕΑ. Δυο-τρία ποτήρια μετά, κι αφού ξοφλούσαμε λογαριασμούς με gimme shelter και blister in the sun, το Köln Concert έβγαινε επιτέλους απ’ τη διπλή θήκη του, το περιμέναμε σαβουρντισμένοι στο πάτωμα σαν Υεμενίτες με μάγουλα γεμάτα Qat, η βελόνα τρύπωνε στο πρώτο αυλάκι, όπως μπαίνει στη φλέβα το αναισθητικό. Μετά απ’ τα ηχεία ξεχυνόταν -χωρίς τσιγκουνιά- ζέστη, γαλήνη και χάσιμο.

Όταν ο Jarrett τέλειωνε την Αλ-Ίσα και ξυπνούσαμε όλοι εξαγνισμένοι, χωνόμουν πάλι μέσα στην πλατεία, μόνος ανάμεσα σε παγκάκια, ξέμπαρκους, περιστέρια, νερά, τέντες, άδειες καρέκλες, κάποιες φορές λοξοδρομούσα για τη Φειδιππίδου. Στο σπίτι του Γιάννη. Eίχα το ελεύθερο κι από την κυρία Γιόλα, «ότι ώρα να ΄ναι, χτύπα». Αν τον έβρισκα εκεί ακολουθούσε ανάνηψη με Lou Reed, «μόνο Captain Morgan έχει, θες;», θέλω, vicious, λιώμα, οι πειρατές των Αμπελόκηπων, oh Captain you’re so vicious. Δυο, τρεις, τέσσερις το πρωί, κουτσά στραβά το δρόμο για την Τσόχα τον έβρισκα. Με μια στάση στο περίπτερο έξω απ΄τον Κωστάρα για ΙΟΝ αμυγδάλου. Tις διαβάσεις στην Κηφισίας και την Αλεξάνδρας, πάντως, τις έβλεπα να ‘χουν πάντα πενηνταδυό λευκές γραμμές. Ούτε μια λιγότερη. Ευτυχώς ποτέ δεν γονάτισα με τη μύτη κολλημένη πάνω στην άσφαλτο, να ΄χουμε κι άλλα δράματα. Άλλωστε ήμουν άβγαλτο, δεν ήξερα απ΄ αυτά μέχρι που είδα τον «Σημαδεμένο» το ’83 (τότε θαρρώ) στο Νιρβάνα.

Μετά από λίγα χρόνια -και το τελευταίο ακριβοθώρητο πεντάρι- μπήκα σ’ ένα βραδινό ΚΤΕΛ κι έφυγα για τα καλά.

 

Τη διαδρομή μέσα από την πλατεία του Αγίου Θωμά την έκανα ξανά έναν Γενάρη, ύστερα από τριάντα ακριβώς χρόνια για να φτάσω πιο γρήγορα -κρατώντας δυο κομμάτια μηλόπιτα, «μη ρε μπαμπά, μη τρέχεις νυχτιάτικα, δεν χρειάζεται»- σε ένα δωμάτιο του Παίδων όπου με περίμενε εκείνη με μάτια υγρά, ταλαιπωρημένα αλλά πεντακάθαρα. Όταν κοιμόντουσαν όλοι στο θάλαμο, ξανατραβούσα για ένα τσιγάρο -κι έναν θλιβερό καφέ σε πλαστικό- σε ένα παγκάκι με φάτσα το καμπαναριό. Η πλατεία με τραβούσε. Κάθε βράδυ, επί δεκαπέντε νύχτες. Όπως τρέχαν μαγεμένα τα παιδιά και τα ποντίκια πίσω από τον αυλητή του Χάμελιν, έτσι κι εγώ.

Οι ντόπιοι, όσοι ζουν τριγύρω και περνάνε κάθε μέρα από κει, μπροστά, πλάγια ή πίσω απ΄ την εκκλησία, δίχως να δίνουν σημασία, φορτωμένοι με κούραση, έγνοιες, λογαριασμούς ή απλά κουβαλώντας αφηρημένοι σακούλες με γάλατα, ψωμιά και μακαρόνια, δεν ξέρουν το φοβερό και τρομερό μυστικό της. Δεν υποψιάζονται ότι η πλατεία έχει ήχο. Είχε τότε, στα είκοσί μου, Οκτώβριο, Φεβρουάριο, Μάιο, αρχές καλοκαιριού, έχει και σήμερα, χωρίς να σταματά στιγμή. Όλη η πλατεία ένα τεράστιο Steinway και οι άνθρωποι μέσα και τριγύρω της τα πλήκτρα.

 

 

* στην ζου μου

 

reservoir dogs

 

34822531 (1).old

Mr Orange 

Σκέφτομαι πως η φωτογραφία αυτή μού αρέσει επειδή έχει μια υλικότητα και μια πλαστικότητα και μια αλήθεια που ξεπερνάει την προφανή αλήθεια της εικόνας. Σκέφτομαι πως η φωτογραφία θα μου άρεσε ούτως ή άλλως, ακόμα και αν δεν ζούσε εντός της ένας τυχαίος, ανώνυμος σκύλος. Σκέφτομαι πως έχει αποτυπώσει την παραγνωρισμένη και δυσφημισμένη αστική ομορφιά, την ομορφιά των ρυπαρών στενών της πόλης. Την ομορφιά που έχουν όταν τα φωτίζει ο ήλιος με αυτό το συγκεκριμένο φως ή την ομορφιά που έχουν όταν τα φωτίζει η ζωή των άλλων που γράφουν πράγματα με την δική μας υπογραφή ερήμην μας. Αυτή όμως -σκέφτομαι κάπως ταραγμένος- μπορεί και να ΄ναι  η ομορφιά της καθημερινότητας της γραφής. Και εν τέλει ανακουφίζομαι, καθώς αυτούς που δεν γράφουν ποτέ, αδυνατώ να τους καταλάβω, όπως και τους άλλους που μιλάνε πολύ, αντίθετα με τους άλλους που δεν μιλάνε πολύ μα ούτε και γράφουν σαν τους άλλους, τους άλλους, αυτή τη μάστιγα.

<>

34822531 (1),sra

Mr White

Ήμουν έτοιμος να γράψω κάτι μεγάλο, βαθύ και δύσκολο.

Θα λεγόταν “Ηθικός πανικός: από την πορνογραφία των πλακόστρωτων μέχρι το Black dog” (των Zeppelin ασφαλώς, προγονόπληκτε). Η πορεία θα διαγραφόταν μέσω της υγρής Σχισμής μιας τυχαίας ακολουθίας μεγαπίξελ και μιας μελαμψής (σαν δέρμα μιγάδας ξαναμμένης) ρωγμής του χρόνου, στην πίστα μιας northern town. Aπ΄ αυτές τις πόλεις πόκετ που δεν χώνεψα και δεν εμπέδωσα ποτέ, ούτε καν σε φαντασιακό επίπεδο.

Όμως νυστάζω. Πάω στο κρεβάτι να διαβάσω Yourcenar και όλα τ’ άλλα. Ίσως κάποια άλλη στιγμή.

Μέχρι να ΄ρθει αυτή η ‘άλλη στιγμή’ μπορεί κάποιος εικαστικός ειδήμονας ή έστω σχετικός με γλωσσικά και τέτοια να μου εξηγήσει τι σκατά υποτίθεται πως λέει η εικόνα από πάνω;

<>

 

34822531 (1). thas

Mr Blonde

Τα ανακάτεψα όλα ξαπλωμένος στον καναπέ-πλοίο (την φωτογραφία, τις λέξεις των άλλων που δεν ήταν δικές τους, όχι ολότελα δικές τους δηλαδή) σε μια αδιέξοδη μουγκαμάρα απ’ την οποία δεν παραγόταν δράση. Γιατί μένοντας ώρα σιωπηλός δεν γίνεσαι σοφότερος. Πήζουν οι σκέψεις μαζί με το συναίσθημα ώσπου στο τέλος πλακώνεσαι από το ίδιο σου το βάρος.

Και κοίτα τι έπαθα. Ό,τι μου κόλλησε σαν καλοκαιρινή ασυναρτησία βρήκε ιδανική συνέχεια στην τραγωδία. Το καπάκι του λάπτοπ έκλεισε. Κι από το σύμπαν των εικόνων και το ποτάμι λέξεων που χάθηκαν από μπροστά μου, καθάρισε επιτέλους η εικόνα. Μα -σκέφτομαι- αφού ξέρουμε και καταλαβαίνουμε πώς παίζεται το παιχνίδι, γιατί δεν παράγεται επιτέλους νόημα;

Όποιοι παρακολουθούν τα μοναχικά μαύρα σκυλιά στους δρόμους, ξέρουν. Εγώ τι να προσθέσω; Ίσως μόνο το τραγούδι που θα ΄πρεπε τώρα να ακούγεται- μια κόντρα διάθεση που με συνοδεύει. Αν ξαναβρώ το χιούμορ μου -και τη μούζικα- θα επιστρέψω.

Σεπτέμβριος.  Καλό Χινόπωρο, χειμαζόμενοι αδερφοί μου.

<>

34822531 (1).pet

Mr Pink

Ανέβηκε στο άιφον σταις ένδεκα

και τέταρτο. Δεν μετακίνησε

το βλέμμα προς τον φωτογράφο.

Αν ήτο ράτσας, εγώ γεννήθηκα

στις όχθες του Ιαξάρτη

πράγμα που δεν συνέβη.

Η σκυλομούρη του έβλεπε βορρά,

άρα το κομβίο πατήθηκε από νοτιοδυτικά.

Δεκαέξη χρειάστηκε δευτερόλεπτα

(από γωνίας εις εξαφάνισιν)

και ήλθε

να μείνει μες στην ποίησιν αυτήν.

Το σκλιμάβρο.

<>

……………………

random casting: Πετεφρής, Ολντμπόι, Σραόσα, Thas Kas

η διαδρομή (reverse)

10857822_10204902618461094_5861902622331798959_n

 

Αρκετά στέγνωσες, αρκετά λιάστηκες, αρκετά έγραψες.

Ώρα για πίσω, ξανά. Κι ας ψυχραίνουν οι μέρες, κι ας φεύγει νωρίτερα το φως, κι ας ανατριχιάζει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο η θάλασσα. Ώρα για πίσω.

Bαθιά. Προς τα κει που ξέρεις πως όλες οι παλιές αγαπημένες σου αμαρτίες περιμένουν καυλωμένες. Για να μπορέσουν -επιτέλους- να ζευγαρώσουν με τις άλλες που κουβαλάς και προσμένουν με κρύο, με ζέστη, με ήλιο, με σκοτάδι, υπομονετικά τη σειρά τους.

Βαθιά στο μυαλό.

 

….

μία ώρα και σαρανταπέντε λεπτά

34780434

 

Στις δέκα παρά είκοσι το πρωί, ο κύριος Μπράουν ντύθηκε, γραβατώθηκε, γυάλισε τα παπούτσια του, έτοιμος πλέον να βγει από το σπίτι για να περπατήσει οκτακόσια τριάντα μέτρα μέχρι το εκλογικό κέντρο. Αυτή ήταν μια ιδιαίτερη μέρα.

Στις έντεκα και εικοσιπέντε ξεντύθηκε, τακτοποίησε με προσοχή τα παπούτσια στη θέση τους, κρέμασε κοστούμι και πουκάμισο στην ντουλάπα, δίπλωσε ρολό τη γραβάτα και την έβαλε στο κουτί της, μαζί με τις άλλες πέντε (η αρχαιότερη στην επετηρίδα είχε ήδη κλείσει τριανταένα χρόνια συμβίωσης μαζί του).

Ο κύριος Μπράουν δεν βγήκε στιγμή από το σπίτι. Τρομοκρατήθηκε με την ιδέα πως η δική του επιλογή θα άλλαζε άρδην ή διόλου δεν θα άλλαζε το ρου της ιστορίας και δεν ήταν καθόλου μα καθόλου έτοιμος να αναλάβει μια τέτοια ογκώδη ευθύνη απέναντι στη χώρα και στην ανθρωπότητα.

….

sesame park

natural-sesameO κύριος Μπράουν αγόραζε κάθε δεύτερη μέρα ένα ζεστό πανκέικ με έξτρα σουσάμι από το σούπερ μάρκετ απέναντι από το Δημαρχείο. Λίγη ώρα μετά -για την ακρίβεια κάτι λιγότερο από εφτά λεπτά αν ψιχάλιζε ή το θερμόμετρο έδειχνε κάτω από 10 βαθμούς ή δέκα λεπτά αν απλά είχε μαύρα σύννεφα και κορίτσια χωρίς καλσόν στους δρόμους- καθόταν στο αγαπημένο του παγκάκι, στη γωνία του πάρκου που έβλεπε το λόφο με το κοιμητήριο. Οι σταυροί, οι μουχλιασμένες λίθινες πλάκες με τα χαραγμένα ονόματα και τους -κάποιες φορές- φοβιστικούς αριθμούς ήταν από την άλλη, την αθέατη πλευρά του μικρού λόφου, θαρρείς και κάποιος το ‘κανε σκόπιμα για να μην αποσπά την προσοχή των ανθρώπων από την αιώνια καθημερινότητά τους.

Ήταν πάντα λίγο μετά τις δέκα και μισή το πρωί (όχι κάθε πρωί όμως, αν οι κρουνοί στα σύννεφα ξεχνιόντουσαν ανοιχτοί με τις ώρες ή και με τις μέρες) όταν ο κύριος Μπράουν καθάριζε προσεκτικά το παγκάκι από την υγρασία και τα περιττά περιεχόμενα του γαστρεντερικού σωλήνα των σπουργιτιών, των περιστεριών και κάποιων ελάχιστων κοτσυφιών.

Έξυνε σχεδόν ευλαβικά το σουσάμι από την επιφάνεια με έναν μικρό σουγιά, κληροδότημα της μητέρας του. Με το ίδιο μικρό μαχαιράκι που εκείνη τρυπούσε σε τρία σημεία (ούτε σε ένα, ούτε σε δυο μα ούτε και σε τέσσερα) την παρασκευιάτικη μηλόπιτα, για να σιγουρευτεί αν ήταν έτοιμη να βγει από τη μήτρα του φούρνου.

Μετά έτρωγε το κουλούρι κοιτάζοντας τα δέντρα -μια συστάδα από καρυδιές και μουριές- στο βάθος του πάρκου. Τίποτε άλλο δεν αποσπούσε την προσοχή του, ούτε μαμάδες με καρότσια, ούτε φανατικοί τζόγκερς με πολύχρωμες φιτ στολές και φανταχτερά παπούτσια, ούτε καν τα καμπουριασμένα – από τα βάρη της ζωής άραγε; – δεκαοχτάχρονα που σέρναν πίσω τους μια στρατιά από fuck, cunt, deez και tosser αντί για τον σεξπηρικό, τον -έστω- Wordsworthιανό πλούτο της μητρικής τους γλώσσας. Κοιτούσε τα δέντρα σαν να κρυβόταν κάτι μέσα τους, πάνω τους, πίσω τους. Τίποτε δεν κρυβόταν. Μόνο μερικές άθλιες διώροφες τούβλινες αποθήκες, κάποτε δερματάδικα, μετά σκουπιδότοπος για σύριγγες, τώρα real estate λάφυρα.

Το ξεγυμνωμένο από σουσάμι κέικ γινόταν ακριβώς έντεκα μπουκιές. Ποτέ δέκα, ποτέ δώδεκα.

Τα πουλιά τον ευγνωμονούσαν για το θεσπέσιο και δυναμωτικό αυτό γεύμα. Δεν είχε καμιά σημασία αν η βαριά αλλεργία του στο σουσάμι ήταν ο λόγος που τα κοτσύφια και οι κοκκινολαίμηδες αξιωνόντουσαν συχνά πυκνά τέτοια βασιλική περιποίηση. Τα πουλιά δεν είναι υποχρεωμένα να γνωρίζουν τους λόγους και τα αίτια πίσω από την υστερόβουλη καλοσύνη των ανθρώπων.

….

love, sex, death

Αντί να αραδιάζεις λέξεις για εικόνες που με τον έναν ή άλλον τρόπο σε σημάδεψαν εμφατικά και ευδιάκριτα (εικόνες δανεικές, όχι την ζωή αυτοπροσώπως), προτιμότερο είναι να τις αφήνεις να μιλήσουν όπως οι ίδιες επιλέγουν. Με λίγη βοήθεια, εν είδει υποβολέα για να μην αρχίσουν να φλυαρούν ερήμην σου.

deathΟ Μπρίγκελ, πρώτη επαφή με τα σκοτάδια, να ΄μουν δέκα, έντεκα το πολύ. «Ο θρίαμβος του θανάτου». Δεν φτάνει που σε κερδίζει, πρέπει να βγει και θριαμβευτής απ’ το παιχνίδι. Έμαθα (κι ακόμη θυμάμαι) απ΄έξω και ανακατωτά κάθε χιλιοστό της εικόνας, ψάχνοντας τρόπο να δείξω σε κάποιο υποψήφιο νεκρό πώς να ξεφύγει από την πανούκλα, από το κάδρο. Ποτέ δεν βρήκα. Όλοι οι δρόμοι σωτηρίας κλειστοί. Ψέματα έλεγε από κάτω πως ήταν ένα εξήντα επί ένα είκοσι, δεν χωράει τόσος πολύς Θάνατος σε δυο τετραγωνικά, μεγάλος σαν το σπίτι μου ήταν. Και πιο μεγάλος ακόμη. Τόσο τεράστιος που ζεις μέσα του. Το εμπέδωσα τώρα.

Jean_Auguste_Dominique_Ingres_-_The_Spring_-_Google_Art_Project_2

Στον ίδιο τόμο, στα «Μεγάλα Μουσεία» λίγο πιο μακριά απ΄ τον Θάνατο πόζαρε η «Πηγή», ας με συγχωρέσει ο καλλιτέχνης αλλά ποτέ δεν συγκράτησα το πολύπλοκο όνομά του. Στεκόμουν πρώτη φορά απέναντι σε γυμνό σώμα, αυτά της θάλασσας με μαγιώ δεν μέτραγαν. Μέτρο σύγκρισης δεν είχα μα αυτή η γύμνια μου φαινόταν ανήλικη σαν και μένα, άρα ατελής. Πολύ «καθαρή» για να ‘ναι απαγορευμένη. Έπρεπε να ψάξω κι άλλο.

la-maya-desnuda-the-naked-maja-by-goya

Τρεις σελίδες πιο μπροστά ζούσαν οι δυο Μάγιες του Goya. Η ντυμένη (η χλιαρή, η αδιάφορη) και η γυμνή. Για χάρη της εγκατέλειψα την ‘Πηγή”, ξέχασα και την κόλαση του Μπρίγκελ. Ήταν το όλο υποσχέσεις βλέμμα, ήταν και το μη βουκολικό της πόζας αλλά κυρίως ήταν εκείνη η μικρή λεπτομέρεια, χαμηλά κάτω από τον αφαλό (εκεί που η «Πηγή» μου έχασκε κενή, καθαρή και εν τέλει  άγουρη), που έκανε τα πράγματα συναρπαστικά. Λαβυρινθώδη. Και μάλλον ζεστά. Τότε δεν ήξερα, ακόμη, πως η κατάσταση ήταν σαφώς πολυπλοκότερη. Με τα χρόνια βέβαια σκαλώνεις σε αδικαιολόγητες ατέλειες: ξέρεις πλέον ότι η βαρύτητα δεν αφήνει τα στήθη να ποζάρουν έτσι όπως τα έστησε ο Ισπανός, μόνον η σιλικόνη μπορεί να βιάσει την Φυσική. Αλλά στα δέκα δεν σε πολυνοιάζουν οι επιστήμες, παρά μόνον ένα παράξενο πρωτόγνωρο μούδιασμα κάτω απ’ το παντελόνι.

2a3uC6h

Η Μαλίτσια ήρθε την λάθος εποχή. Οριακά μεγάλος για «κατάλληλο από 13», τραγικά ανεπαρκής για «κατάλληλο από 17». Μα όλα πάνω στην Λάουρα ήταν σωστά, όλα. Και πιο σωστή η σινεματζού στο Όσκαρ που με ρώτησε την ώρα που εμφανίστηκα πελαγωμένος αλλά τολμηρός ενώπιόν της «είσαι δεκαεφτά αγόρι μου, δεν είσαι;» και απάντησα αναψοκοκκινισμένος «φυσικά και είμαι» χαζεύοντας (ως άλλο «Προσεχώς») τα στήθη της που σπρώχναν δυο κουμπιά προς την αυτοκτονία. Της Μαλίτσια αποδείχθηκαν (μετά από δέκα λεπτά) μικρότερα μα απείρως πιο φιλόξενα. Νομίζω πως κάπου κει μέσα ζούμε, πολλοί, ακόμη.

Malicious 23

Ομολογώ, την Αντονέλι την λάτρεψα, την πόθησα (αν και δεν είχα ακριβή αίσθηση της λέξης), την ήθελα δική μου. Την διεκδίκησα με πείσμα σε όνειρα, σε πρωινά ξυπνήματα,  σε αυστηρά ιδιωτικές στιγμές, άφησα πίσω την Μάγια και τις υπαινικτικές πινελιές πάνω της για χάρη του προφανούς. Με λίγα λόγια ενηλικιώθηκα, άλλος ένας στα τόσα εκατομμύρια, μαζί της.

 

«Ενηλικιώθηκα»….

 

stanza7

Ποτέ δεν ενηλικιώνεσαι αν δεν μπεις μέσα στο Stanza del figlio. Nα το δεις να κοιμάται, να το σκεπάσεις, να δώσεις ένα κλεφτό φιλί, ακόμη κι όταν λείπει. Ποτέ.

Και πάνω που σκεφτόμουν πού στην ευχή είναι κρυμμένο το love.

…..

 

nevermore

hung

 

Ναι μωρό μου, τα θυμάμαι τα λόγια των γενναίων παλιών. Να πολεμήσουμε την αρρώστια που μας αγκαλιάζει σαν γλίτσα, να την παλέψουμε σε χωράφια, σε λόφους, σε στενά δρομάκια, σε λεωφόρους, στις ακτές. Να πάμε ως το τέλος πριν προλάβει να έρθει το τέλος πρώτο σε μας. Ωραία λόγια.

Πάνω σε περίεργα χρόνια περπατάμε καλή μου. Μπορεί ποτέ να μην ήμασταν σε πρώτης διαλογής τελάρα αλλά δες την κατάντια μας. Μεταλλαχτήκαμε άσχημα, ύπουλα και επώδυνα. Ο γόρδιος δεσμός ήταν μια κλωστή, μια τόση δα τρίχα μπρος στο μέσα μας. Το Invasion φτυστό η Mary Poppins. O Poe θα προτιμούσε να κόψει με πριόνι τα χέρια του παρά να μας κάνει ποίημα, διήγημα, μια παράγραφό του έστω.

Χώνεψέ το, δεν είμαστε βρώσιμοι πια. Δεν έχουμε μυρωδιά. Μας αγγίζουν και η σάρκα μας υποχωρεί άτακτα. Ένα παράξενο σχαμερό πράμα γίναμε. Ξεχρωμιάσαμε απ’ έξω, μελανιάσαμε εντός. Κανείς δεν καταδέχεται να μας πιάσει -πόσο μάλλον να μας βάλει- στο στόμα του παρά μόνο για να μας ξαναφτύσει στο χώμα με αηδία.

Κάθε μέρα ξυπνάω και ψάχνω μια δόση ομορφιάς, για να αντέξω. Μια, μισή, παλεύω σαν τζάνκι, κάτι βρίσκω. Μα το μουσείο της Ντροπής μας δεν έχει τελειωμό μωρό μου. Ο ιός είναι πάντα εδώ, ανθεκτικότερος απ’ όσο φοβόμασταν.

….

στους τρίτους ορόφους

FIRSTHOME.

 

Σκέψεις ως συνήθως χαοτικές, ερήμην ειρμού.

Οκτώ παρά τέταρτο το πρωί, φορτηγό ξεφορτώνει φοιτητική πραμάτεια στην απέναντι οικοδομή. Μπαμπάς, μάνα, γιός, κόρη, μάλλον, σίγουρα. Ένας απ’ τους δυο πέρασε, το αγόρι είναι εμφανώς νεότερο και με ακόμη πιο εμφανή ακμή, άρα αυτό, θεέ μου, πόσο παιδιά είναι ακόμη τα δεκαοχτάχρονα. Ίσως, βέβαια, περάσαν όλοι. Ελληνική πατέντα.

«Πέρασε». Περίεργη, ύπουλη λέξη.

Ο μπαμπάς μοιάζει μεγαλύτερός μου. Μπορεί και να σφάλλω αλλά το αποψιλωμένο κρανίο πάντα είναι κακός σύμβουλος. Κουρασμένος δείχνει, ούτε οι χρονιές που πέρασαν ήταν εύκολες, ούτε τώρα το ψάξιμο, τα νερά, το ρεύμα, τα τρέχα, τα ανεβοκατέβα σε ταμεία, γκισέ και άδεια ή μισοάδεια σπίτια. Η μαμά ανάμεσα σαρανταπέντε και πενηνταμείον. Φαίνεται ωραία, ακούγεται τσαούσα, αυτή καθοδηγεί την εκφόρτωση, «αλλιώς σε παρακαλώ τον καναπέ, δεν σε παίρνει έτσι». Θα ήταν πρώτη φίρμα σε ρωμαϊκή γαλέρα. Τα μαλλιά της πιασμένα πίσω (έστω κι από δω που βλέπω, φαίνεται πως έχει λαχταριστό λαιμό και ακόμη πιο ωραίους ώμους), φοράει μαύρα γυαλιά, στενή γαλάζια φόρμα και άσπρο μπλουζάκι με τιράντες. Η δουλειά δουλειά αλλά εκτός από φοιτητομάνες είμαστε και γυναίκες. Εύγε.

Πέντε χρόνια, βάλε και άλλο ένα αν είναι μετρίως διαβαστερός, έχει μέλλον το πηγαινέλα τους στην πόλη. Δεν ξέρω από πού έρχονται και δεν με νοιάζει, νοιάζει όμως αυτούς. Η χαρά χαρά, οι αριθμοί όμως δεν χαμπαριάζουν από τέτοια. Τώρα όμως χαρά, επιμένω. Τους αριθμούς βρίσκουμε τρόπο και τους βολεύουμε προς το παρόν -πόσο μακριά πάει αυτό το ‘παρόν’ άραγε; – κάποιοι τυχεροί.

Καλό μέρος διαλέξατε, τους λέω από μέσα μου. Φαρμακείο στη γωνία, μπακάλικο στα πενήντα μέτρα, τσιγαράδικο/γαλατάδικο που διανυκτερεύει στα εκατό, φρούτα στην πάνω γωνία, η σχολή δέκα λεπτά με τα πόδια, ούτε καν δέκα. Καφέδες και μπίρες παντού. Μικροί τόποι, pocket sized. Καλό, κακό, αυτό είναι.

Κάτι φουρφουρίζει μέσα μου, σκέφτομαι τα -παλιά- δικά μου, σκέφτομαι των παιδιών μου, ωραίο και παράξενο συναίσθημα να μπαίνουν στο πρώτο «δικό τους» σπίτι. Τα ΄παμε αυτά, τα γράψαμε, τα ζήσαμε, ας τα ξαναγράψει και κανένας άλλος.

Το βράδυ ποτίζω βασιλικούς, μέντες και κέντιες. Τους βλέπω και τους τέσσερις απέναντί μου, στον τρίτο. Κουρτίνες δεν μπήκαν ακόμη, στόρια δεν κλείνουν με τέτοια ζέστη, είναι ανυπεράσπιστοι μπρος στα αδιάκριτα βλέμματα. Κάναν, ήδη, τα πρώτα σχέδια. Είπαν ο ένας στον άλλον τα ίδια πράγματα που άλλοι χιλιάδες έχουν πει πριν απ’ αυτούς, αλλά πάντα είναι μοναδικά, σπάνια και πρωτότυπα. Είμαι σίγουρος πως φτάσαν κιόλας στην διπλωματική και σχεδιάζουν το μεταπτυχιακό, «έξω αν τα πράγματα στρώσουν, αλλιώς βλέποντας και κάνοντας». Μετά, ικανοποιημένοι που μπήκε μια τάξη στο εντός τους και εκτός χάος, χαλαρώνουν. Στον καναπέ-κρεβάτι μάνα και κόρη, στην τσίλικη μαύρη (γιατί ρε αγόρι μου δεν αντιστάθηκες; ) καρέκλα του γραφείου ο γιος, ο μπαμπάς φοράει μόνο μια φαρδιά βερμούδα, βιδώνει μια λάμπα στο πίσω δωμάτιο. Φως! Well done lad! Η μάνα έχει ρίξει το κεφάλι πίσω και καπνίζει, η κόρη -με κάμποσα κιλάκια παραπάνω απ’ τη μάνα- έχει πάρει αγκαλιά το σμάρτφον. Πάω στοίχημα ότι κάποια στιγμή θα γίνει και το αντίθετο, μόλις απομακρυνθούν από αδιάκριτα μάτια. Της οικογένειάς τους, όχι τα ξένα. Ένα στριφτό η μικρή, ένα sms η μεγάλη. Σενάρια φτιάχνω αλλά οι άντρες είμαστε πολύ χαφίφηδες, πολύ σαψάληδες εν τέλει.

Tους αφήνω στην ησυχία τους. Μη μας πουν και αδιάκριτους, τους ντόπιους.

Βγαίνω απ το μπάνιο, θέλουν και οι άνθρωποι πότισμα, όχι μόνο τα γιασεμιά. Στη γωνιά μου – κάτω απ΄τον τρίμετρο πλέον φύκο- ανοίγω την οθόνη. Τριγυρνάω άσκοπα, πέφτω πάνω σ’ αυτό, η ζωή δέκα και βάλε χρόνια μετά:

Suddenly very much missing your family and your home, suddenly very much feeling like this ain’t the city for you, because you’re just playing at being a grown up, aren’t you? You’re just a child, lost and alone and sitting in the dark in a locks-from-the-inside shed, and you think you’re independent but you’re not, and your job didn’t turn out as good as you thought it would be, did it, and nothing really worked out how you envisioned it, and the nights are drawing in – close and dark and cold – and it’s just you, in your Sonic pyjamas, trying not to alert your housemates to the fact that you’re trying to escape the doom with a cheeky shed-wank, trying not to move the mattress around too much as you try to manipulate your genitals because the mattress makes a sort of creaking sound against the side of your shed and they know, they know. Your parents were married by this age, had kids. They were eight years away from paying their mortgage off. They knew how to drive and both had a car. They had skills and read books. You’ve only just broken 100 followers on Twitter and 800 friends on Facebook. Life. Life. It’s shit.

To κλείνω έντρομος πριν αποδράσει και βρει καταφύγιο στα μάτια των απέναντι. Μόλις ήρθαν οι γείτονες, είμαστε φιλόξενη ράτσα οι ντόπιοι, δεν είναι πρέπον να τους γαμάμε τα όνειρα μπολιάζοντάς τα με τους εφιάλτες αλλωνών.

….

τόνικ (με λίγο τζιν)

pelion2

Tην παρακαλάω, μάλλον όχι πειστικά, να φύγουμε ένα-δυο βράδια τον Σεπτέμβρη. Οι δυο μας, βρήκα ένα ωραίο μέρος στο βουνό που βλέπει θάλασσα, αν έχει ζέστες κατηφορίζουμε και βουτάμε, τις νύχτες πάλι πίσω στη δροσιά. Με αποπαίρνει. Πολλά τα χιλιόμετρα, πολλά τα λεφτά, Οκτώβρης εν όψει, βουνό τα έξοδα. Αντιλέγω. Δεν ήταν καλοκαίρι αυτό το κολοβό, θέλει άδειασμα το μυαλό μας, δεν θα φτωχύνουμε με δυο κατοστάρικα λιγότερα στο συρτάρι. Επιμένει. Δεν αδειάζει το κεφάλι μας, τέτοια ράτσα είμαστε, ματαιοπονείς. Ματαιοπονώ, το ξέρω, με ξέρει.

Κάθε φορά που βλέπω τέτοιες εικόνες, λιμπίζομαι εμάς μέσα στο κάδρο. Καφέδες το πρωί με τη δροσιά, σουρτούκια μετά, καμιά μπίρα το μεσημέρι, έναν -ακόμη- καφέ το απόγευμα, βόλτες τριγύρω, ίσως δυο γουλιές τσίπουρο ή ρετσίνα (καλύτερα ρετσίνα που δεν πειράζει στο στομάχι) και τσιμπολόγημα -θα ΄χουν λιμπιστικά παïδάκια που αρπάξαν λίγο στο λιπάκι, δεν θα ΄χουν; – το βράδυ. Kι αν δεν μας κοιτάξουν πολύ λοξά ζητάμε κι ένα μαρτίνι για τη χώνεψη. Ενδιάμεσα ο,τι προκύψει, αν προκύψει, δεν μπαίνουν σε καλούπια και πρόγραμμα αυτά. Γιατί όντως υπάρχουν στιγμές που θυμάσαι ότι υπήρξες (και εξακολουθείς κατά, απαλλαγμένες από αιμοβόρους αριθμούς, περιόδους να είσαι) ζευγάρι αλλά όλο και συχνότερα η συγγένεια, αυτή η ρουφιάνα που μεταμφιέζεται σε αγάπη και νοιάξιμο και φροντίδα (ή αντίστροφα, δεν ξέρω), μας κατατροπώνει και μετά -όπως λέει ένας αγαπημένος άνθρωπος- τα τζιν τόνικ δεν έχουν ποτέ ξανά την ίδια γεύση.

Μόνοι όχι, λέει. Μόνο με παρέα. Να μοιραστεί, να ξεφορτώσει έστω για λίγα λεπτά όσα θα κουβαλάμε πάνω μας. Γιατί θα μιλήσουμε οι δυο μας, δεν μπορεί να σφραγίσουμε στόματα πενήντα, εξήντα ώρες. Μα και στόμα να σφραγίσεις, τις ακούς τις σκέψεις του άλλου να σου τρυπάνε τα μηνίγγια. Με ξέρει, την ξέρω. Τα παιδιά, οι δουλειές, οι γιατροί, τα λεφτά, το σπίτι, τα κοινόχρηστα, τα νερά, το ρεύμα, η αμόλυβδη, οι γέροντες, οι κάρτες, οι ασφάλειες, τα ένσημα, η σύνταξη, ποια σύνταξη, τα φάρμακα, τα παιδιά, οι δουλειές, τα λεφτά.

Βάλτα κι αυτά στο κάδρο. Θα τα δεις, αν και αόρατα, εδώ και καιρό πάνω σε μια άδεια -μα ασφυκτικά γεμάτη- καρέκλα ανάμεσα στις δικές μας. Πώς βρίσκουν πάντα τρόπο αυτά τα τριβόλια να πιάνουν την καλύτερη θέση με την καλύτερη θέα, όσο μακριά και να τολμήσουμε να σκεφτούμε ότι θα πάμε, όσες άδειες καρέκλες και να υπάρχουν τριγύρω, δεν είναι διόλου απορίας άξιο. Τα ξεκαθάρισε άπαξ δια παντός πριν τριαντατέσσερα χρόνια ο David.