screw you and your deep blue sea *

Η ώρα ήταν εφτά. Μαξιλάρι, σεντόνι, ως και το μέσα μου είχαν γίνει μουσκίδια. Απ’ έξω ακουγόταν ένα πάρα πολύ θλιβερό «σ’ αγαπώ γιατί ‘σαι ωραία» παρέα με ένα λιγοθυμισμένο πνευστό, έβαζα στοίχημα ένα εκατομμύριο κλιματιστικά ότι η φωνή έβγαινε από ένα γυναικείο κεφάλι με τραγική χρωμοβαφή και ντύσιμο απ’ τους κινέζους. Σύρθηκα ως το μπαλκόνι για να δω, άλλωστε δεν μπορείς να κυλιέσαι με τις ώρες πάνω σε πλημμυρισμένο στρώμα. Τους είδα και τους δυο, αυτός τρία βήματα μπροστά, αυτή πίσω, περιμένοντας το μάνα απ’ τα μπαλκόνια, πάνω στην άσφαλτο που έλιωνε. Κέρδισα. Αλλά με γάμησαν οι κακές σκέψεις μετά.

Είναι ανακουφιστικό να μη γράφεις λέξη για όσα βλέπεις, για τα πεθαμένα καλοκαίρια κάποιων που κάνουν παρέλαση στο δρόμο από κάτω σου. Να μη βρίσκεις ούτε μισή λέξη, καλύτερο κι από δέκα εκατομμύρια κλιματιστικά κι ανεμιστήρες μαζί. ‘Ηρθε ο καιρός για λίγη πολύτιμη σιωπή λοιπόν..

* Chris Rea

ασέληνος

Αν με πίστευες λιγάκι, θα σου ‘λεγα πως προτιμώ να βλέπω μια πίσσα σκοτάδι θάλασσα απέναντι ακούγοντας την Ορνέλα Βανόνι να τραγουδάει περπατώντας πάνω στα κύματα «senza fine». Ή να κάνω ντουέτο με τον Billy McKenzie στο «Μοοn on ice» με τα πόδια μας κρεμασμένα στη χαράδρα στο Mονοδέντρι.  Ή να χαζεύω τα φώτα της πόλης από ψηλά να κάνουν παιδιάστικες κόντρες με το φως που πέφτει από πάνω και τους Μarconi Union στο cd του αυτοκίνητου. Ή να είμαι πάνω σε ένα καράβι, μόνος ανάμεσα σε άγνωστους, με το φεγγάρι να κάνει τα νερά αλουμινόχαρτο και να του τραγουδάω εντελώς μα εντελώς φάλτσα το «my ever changinmoods». Aπό μέσα μου. Για να μη φοβηθεί η πανσέληνος και βάλει τα κλάματα που απ’ όλους τους γνωστικούς της γης βρέθηκε να  την αγαπήσει ένα βλαμμένο…

(παλιό. όσο και η πανσέληνος)

η διαδρομή

Καίει. Πολύ. Όσο όμως τα πόδια σου νιώθουν αυτό το κάψιμο κι όσο βρίσκεις ακόμη το δρόμο για τη θάλασσα, να περπατάς πάνω της ξυπόλητος. Ένα δισεκατομμύριο μικρά σατανάκια θα σε λογχίζουν κρυμμένα κάτω από την άμμο σα να σου λένε «βάλε κάτι ανάμεσά μας, αλλιώς δεν θα ΄χεις καλό τέλος» κι εσύ θα αδιαφορείς, τόσους και τόσους μάρτυρες έχει στη λίστα της η εκκλησία, ας κάνει χώρο και για έναν ανώνυμο χωρίς σαγιονάρες. Η ηδονή την ώρα που φτάνεις στο νερό είναι μεγαλύτερη κι από εκατό αμαρτίες μαζί. Γι αυτή την ανατριχίλα το κάνεις. Δέκα, είκοσι, τριάντα βήματα πόνου για μια ατέλειωτη στιγμή εφήμερης καύλας.

Και μετά ξανά πίσω, στην πετσέτα. Με πόδια βρεγμένα, με κεφάλι άδειο, με μάτια γεμάτα. Μπλε πίσω, μπλε πάνω, άσπρο μπρος, φως ολόγυρα, σαν σε ανάκριση. Λίγος Ιούλιος ακόμη και θα τα ομολογήσεις όλα. Όσα έκανες κι όσα δεν πρόλαβες, θα μιλήσεις, ίσως γράψεις κιόλας, ακόμη και για κείνα τα αρχαία ζεστά βράδια που -όπως λέει κι ο Hannon-  the socialists taxed away from you.

Μη σκουπιστείς. Καλύτερα ν’αφήσεις μια μια τις σταγόνες να ξεψυχήσουν πάνω σου. Μέχρι να μπεις πάλι μέσα για να παραλάβεις τις επόμενες. Όλη τη μέρα θα παλεύεις να αδειάσεις τη θάλασσα, σταγόνα σταγόνα, από το κύμα στην απλωμένη πετσέτα και πάλι πίσω. Με μόνο διάλειμμα για ένα βρεγμένο τσιγάρο, με πόδια που καίνε αλλά με βήμα σταθερό, προς τα κει που ξέρεις πως όλες σου οι παλιές αγαπημένες αμαρτίες καθαρίζονται. Για να μπορέσεις -επιτέλους- να φορτωθείς τις άλλες που περιμένουν τόσα καλοκαίρια υπομονετικά τη σειρά τους.

the insiders

Σε ένα σημείο του The Trip, δεν θυμάμαι ποιό ακριβώς, είναι μαζοχιστική η εκούσια έκθεση σε 107 βασανιστικά επαναλαμβανόμενα λεπτά, ο Steve Coogan δηλώνει εμφατικά στον Rob Brydon «δεν υπάρχει τίποτε που δεν ειπώθηκε και δεν γράφτηκε, συμβιβάσου λοιπόν με την ιδέα του να πεις και να γράψεις απλώς τα ίδια διαφορετικά. Τα ίδια διαφορετικά».

Η ταινία του Γουιντερμπότομ (συμπυκνωμένα 6 επεισόδια, παραγγελία του BBC2) είναι ο ορισμός της σύγχυσης του μεσήλικα σε εμμηνόπαυση. Αυτή δεν είναι road movie, δεν είναι buddy movie, δεν είναι καν νόθο του Γούντι, που ανήκει -βέβαια- ψυχή και σώματι σε άλλη υπαρξιακή κόλαση. Οι πρωταγωνιστές είναι γεννημένοι το 1965, ο σκηνοθέτης το 1961, το ιδανικό mix & match για ένα μπλοκμπάστερ καταστροφής χωρίς ίχνος οπτικού ή ηχητικού εφέ. Ισορροπημένη κυνικότητα, ασφαλής αυτοσαρκασμός, λιγοθυμισμένη αυτοεκτίμηση, ανάπηρο θάρρος, θράσος που κλέβει στο ζύγι, φιλοσοφικές κυβιστήσεις, με και χωρίς οικογένεια, με και δίχως  αύριο, με και δίχως χτες, μια ανεμόμυλοι και μια δονκιχώτες ενώ στο βάθος του μυαλού τους παραμονεύει ο Σάντσο Πάντσα, δεμένος μαζί τους με χειροπέδες και χαμένο κλειδί. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται μερικές ηδονές του γαστήρα και της ανατομικής ζώνης κάτω από αυτόν, όπως συμβαίνει σε κάθε αρσενικό που σέβεται την καταγωγή του, τη λίμπιντό του και τα αενάως ανεξόφλητα χρέη του προς το άλλο φύλο.

Τη ράτσα μας, τη γενιά μας την ξέρω γι αυτό και δεν δικαιούμαι δια να ομιλώ για λογαριασμό της. Είναι ενοχλητική φτήνια να είσαι insider, λέγοντας γι αυτήν στους απ’ έξω ότι επιδιώκει με λύσσα την χρωματιστή, έστω ασπρόμαυρη επιβεβαίωση γιατί αρνείται να δεχθεί το όμορφο ξεθώριασμα. Οτι κυκλοφορεί οπλοφορώντας πάνω σε μουλάρια και Ροσινάντες με red alert στύση -κάθε λογής- γιατί στο παλιό Britannica λεξικό της δεν υπάρχει σελίδα με το λήμμα fail. Οτι συζεί με το άγχος της απόσυρσης και τρέφεται με τους τόκους της αγωνίας του όχι.  Ότι αν της αφαιρέσεις τα όποια ξέφτια εξουσίας έχει ριγμένα πάνω της, ως και ο γυμνός βασιλιάς θα έμοιαζε αρματωμένος μπροστά της.

Λοιπόν δεν έχω κακό λόγο για τους συν πλην πενήντα, τους σιχαίνομαι τους insiders, περισσότερο κι απ’ τους informers. Eκτός κι αν είναι ρουφιάνοι που καρφώνουν τη γενιά τους με την επαγγελματική συνέπεια των παραδοσιακών γενίτσαρων αλλά -όπως είπε κι ο Coogan- διαφορετικά. Πιο αγαπησιάρικα, πιο τρυφερά, πιο στρογγυλεμένα, πιο συμπονετικά. Με γλυκόπικρο σεβασμό, όχι με γλυκόξινη απαξίωση. Δεν θα βγάλουμε μόνοι τα πολύτιμα μάτια μας, πρόθυμα ξένα πληκτρολόγια, φλύαρες Δουλτσινέες  και μερικοί κουρασμένοι Γουιντερμπότομ πάντα θα υπάρχουν.

what if we live to be fifty *

Αυτό που θα πω στο τέλος είναι χλιαρή παραίνεση σε μένα, δεν αφορά τρίτους. Να μη προσβληθείς. Ας μη μυγιαστείς. Όσοι θέλουν όμως ας μυγιαστούν, οι μύγες είναι φτηνές τον Ιούλιο, τον άλλο μήνα που θα είναι υπέρβαρες θα ακριβύνουν. Είναι και λυσσασμένες φέτος. Μια ρίχνεις κάτω με τη σκοτώστρα, δέκα έρχονται για να πάρουν εκδίκηση. Πας να φας μια μπουκιά γεμιστά και το μυγαριό που σε κοιτάζει προκλητικά απ’ το πιάτο είναι περισσότερο κι απ’ το ρύζι. Πιπέρια και ντομάτες γεμιστά με μύγες δε λέει, ούτε στο Σουδάν την καταδέχονται τέτοια γκουρμεδιά. Πας να πιεις την τελευταία γουλιά της μπίρας και τη βλέπεις να μπανιαρίζεται μέσα όπως η Κλεοπάτρα, περιμένοντας -καυλωμένη και σίγουρη για τις ορμόνες της- τον Αντώνιο. Μερικές είναι καμικάζι, καπνίζεις και κόβουν βόλτες πάνω στο τσιγάρο, φτάνουν ως την κάφτρα και ξανά πίσω, στην άκρη απ’ τα χείλια σου. Νικοτίνη με μυγοχέσματα μαζί. Φτηνό drug αλλά τέτοιες εποχές όλα τα ρουφάς. Δεν ξέρω πώς ξεχωρίζεις μια αρσενική μύγα από μια θηλυκιά αν δεν τις αιχμαλωτίσεις αλλά μ’ αυτές το πρότζεκτ είναι take no prisoners. Πεθαίνουν άφυλες. Καλή μύγα είναι μόνο η πεθαμένη μύγα.

Μου έλεγα λοιπόν ότι από μια ηλικία και μετά -ίσως και πριν, απλά αν δεν χρωστάς παλιούς λογαριασμούς δεν μπορείς να ξεπληρώσεις γραμμάτια στον καιρό τους- το να κάνω μεταπτυχιακό στα fb , στα τουίτερ και τα βλογς είναι σα να κυνηγάω μύγες. Μια να σκοτώσεις, εκατό θα γεννηθούν. Aν χάσεις το μέτρο θα σε καταπιούν ζωντανό τα σοσιαλμίντια κι ας ορκίζεσαι οτι δεκάρα δε δίνεις γι αυτά. Ο φίλος μου ο Καρτέσιος (ξανα)είχε δίκιο : μακριά και αγαπημένοι. Ούτε καν το αγαπημένοι είναι ζητούμενο. Το μακριά είναι. Αυτό το παιδί έπρεπε να είναι ο πνευματικός μου, αν δεν φοβόμουν -για λογαριασμό του- ότι στο τέλος θα κατέληγα η μύγα του.

Ο τίτλος είναι περίπου άσχετος με το θέμα. Ευκαιρίας δοθείσης όμως, being fifty be wise. Not a flie. Εκτός κι αν θες να γίνεις ο Lord τους.-

 

* Tom Robinson, ήδη sixty

 

 

το μαγιώ γράφεται πάντα με ω

Η ώρα είναι έντεκα και δέκα, κανείς στο σπίτι εκτός από μένα, τον Ιan Curtis κι ένα κουνούπι που παίζει με την τύχη του. Ο μακαρίτης εμφανίστηκε από το ραδιοφωνικό υπερπέραν, κάποιος παραφρόνησε εκεί μέσα και μετά από DJ Krush -τίτλο δεν ξέρω, σαμπλάρει Μάιλς Ντέιβις όμως και το κάνει πιο καλά από όλα τα Verve remixed του γαλαξία μαζί- και Thievery Corporation, ξαμόλησε πίσω από το σβέρκο μου ένα she’s lost control  και τίναξε το σύμπαν των ασύντακτων σκέψεών μου στον αέρα.

Υπερπέραν, γαλαξίας, σύμπαν….ίσως πρέπει να φύγω. Σύντομα. Πού δεν ξέρω, ούτε πότε. Βρίσκω συνέχεια αφορμές για να αναβάλω τη συζήτηση, ακόμη κι αν δεν βρω αφορμή φτιάχνω μια πρόχειρη, εντάξει, δεν χάθηκαν οι μέρες, όλο το καλοκαίρι μπροστά μας είναι, θα το συζητήσουμε αύριο, μεθαύριο, ούτε οι δρόμοι θα φύγουν απ’ τον τόπο τους, ούτε τα αεροδρόμια, ούτε οι θάλασσες, ούτε τα νοικιασμένα σεντόνια.

Οι πλατείες; αυτές θα φύγουν; μη με πληγώνεις τώρα που μπήκε ο Ιούλιος, δεν είμαι για πολλά, δεν είμαι για να σκέφτομαι, ένας απλός άνθρωπος είμαι, προχτές τρεις σειρές μπροστά μου καθόταν δυο από τα εκατονπενηνταπέντε «ναι», πίσω τους βρισκόμασταν άλλοι εκατονπενηνταπέντε στοιχισμένοι σε ωραίες εξάδες και κανείς μας δεν μίλησε, δεν φώναξε, δεν είπε «γαμιέστε ρε», ένα αιρμπάς γεμάτο καθωσπρέπει ηττημένους. Καινούριο μοντέλο. A-320 mute.

Σε ένα μήνυμα σήμερα διάβασα «σ’ αφήνω τώρα, πάω να βγάλω άμμο και φύκια απ’ το μαγιώ».

Να, σκέφτηκα. Να ένα μέρος που δεν μπορώ, δεν μπορούμε εγώ κι εσύ να πάμε πια. Μέσα σε ένα μαγιώ, να γίνουμε ένα με την άμμο, τα φύκια, το αλάτι, τον ιδρώτα, τις ιστορίες που έχει να διηγηθεί όταν βγαίνει, όταν φοριέται, όταν υποδέχεται αχόρταγα χέρια μέσα του. Δεν είναι άβατο αυτό το μικρό κομμάτι lycra, ίσα ίσα…το πιο φιλόξενο χωλ του κόσμου είναι. Ήταν. Δεν ξέρω. Με τους χρόνους είμαι μαλωμένος εδώ και καιρό.

Burning down the house. Γλυκόξινη εϊτίλα. Ο Βyrne άσπρισε, χειρότερα από μένα. Μου ρίχνει βέβαια οκτώ χρόνια. Και πέντε χιλιάδες τρίχες περισσότερες. Κουνούπι γαμιέσαι.

τα στρατόπεδα

Τimes are a-changin’ , they don’t.

Η μνήμη και η εξουσία ανήκουν σε εσαεί αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Θα βρίσκεσαι είτε από εδώ είτε από εκεί. Ποτέ δεν θα κατορθώσεις να πείσεις την μια ή την άλλη ότι ακόμη κι αν άλλαξες στολή είσαι δικός τους. Μπορεί να είναι λέξεις, μπορεί να είναι έννοιες, συγκεκριμένες, αφηρημένες, δεν έχει σημασία, αφελείς πάντως δεν είναι. Ή τη μια θα υπηρετείς ή την άλλη, το ξέρουν, το ξέρεις.

Γι αυτό -όσες ενστάσεις κι αντιρρήσεις καθένας μπορεί να έχει- οι περισσότεροι από μας, από αυτό που αποκαλείται ευσχήμως «κυρίαρχος λαός», ποτέ δεν θα είμαστε πραγματική εξουσία. Γιατί καλώς ή κακώς επιλέξαμε η μνήμη μας να είναι πιο δυνατή, πιο ενοχλητική, πιο ηχηρή, πιο καθαρή από την δική τους. Γιατί μεγαλώσαμε μαθαίνοντας να τη ντρεπόμαστε και να τη σεβόμαστε. Πρώτα αυτήν, μετά τους άλλους.

η Απίστευτη Ιστορία του Ληγμένου Βαγγέλη Βενιζέλου

Κανείς και τίποτε δεν μπορεί να εκφράσει με σαφήνεια αυτό που με τρώει εδώ και καιρό. Είτε προφορικά, είτε γραπτά, είτε ψιθυριστά, είτε φωναχτά. Κανείς και τίποτε. Ευτυχώς. Αυτό δα έλειπε να βρεθεί ένας άγνωστος, γνωστός, ένας τυχαίος, πρόεδρος, αντιπρόεδρος, α’, β’, δεν έχει σημασία, και να με μεταφράσει λέγοντας “σε καταλαβαίνω, σε νιώθω”.  Αμετάφραστος θέλω να μείνω, να σκέφτομαι σε μια γλώσσα ακατάληπτη, πρωτόγονη, άγνωστη, κάθε στιγμή καινούρια, στριφνή, ανάποδη. Δικιά μου, σπάνια, άρα ακριβή, έτσι μ’ αρέσει να κοροϊδεύομαι. Να βρίσκω το ακριβό εκεί που δεν υπάρχει. Πριν μήνες τραγούδαγα κάθε πρωί -από μέσα μου, δεν είμαι δα τόσο Ροβεσπιέρος- «burn motherfuckers, burn!», τώρα ακόμη κι αυτό μου φαίνεται στρουμφοτράγουδο. Φτηνό. Εγώ σκέφτομαι ακριβά. Όχι σα λιμπερτίνος. Σαν ιακωβίνος.

Αλλιώς σκέφτομαι το πρωί την ώρα που πέφτει το ακριβό νερό πάνω μου, αλλιώς στο δρόμο για τη δουλειά καίγοντας ακριβή αμόλυβδη, αλλιώς στο γραφείο τσαλακώνοντας ακριβές ώρες, αλλιώς αργά το μεσημέρι απαντώντας στα τηλέφωνα με ακριβή κούραση, αλλιώς επιστρέφοντας στο σπίτι ρίχνοντας ακριβές ματιές στην άσφαλτο που τσιτσιρίζει, αλλιώς ανοίγοντας την πόρτα χωρίς να με υποδέχεται ούτε ένα ακριβό «θα φας;», αλλιώς ξαναρίχνοντας κι άλλο ακριβό νερό πάνω μου, αλλιώς απλώνοντας το ακριβά ιδρωμένο  πουκάμισο για να στεγνώσει, αλλιώς τσιμπολογώντας άκεφα λίγο ακριβό ρύζι, αλλιώς ανακαλύπτοντας ότι δεν υπάρχει ούτε μια ακριβή κρύα μπίρα, αλλιώς όταν απαντώ «τα ίδια» στην ακριβή ερώτηση «τι έγινε σήμερα;», αλλιώς όταν ξαναμετράω τα λεφτά που δεν υπάρχουν για τις πανάκριβες υποχρεώσεις της επόμενης μέρας. Κάθε στιγμή και άλλη γλώσσα. Άλλος κλείνω το ξυπνητήρι το πρωί και άλλος το ξαναρυθμίζω το ίδιο βράδι. Αυτό που γίνεται ενδιάμεσα, αυτά που σκέφτομαι ενδιάμεσα, ούτε ο Τζέκιλ, ούτε ο Χάιντ, ούτε ο Οβίδιος , ούτε καν ο Μπέντζαμιν Μπάτον θα τολμούσαν ποτέ να τα ονειρευτούν. Φτηνοί ερασιτέχνες.

Τώρα θέλω να ξεκινήσω για το φαρμακείο, τρεις γωνιές παρακάτω. Να πάω κοντά σ’ αυτόν με τα άσπρα, να σκύψω πάνω απ’ τον ώμο του συνωμοτικά -για να μη μας ακούει η μπαϊλντισμένη γριά που της μετράνε την πίεση στην καρέκλα παραδίπλα- και να του πω «κύριε Γρηγόρη, τελείωσε το φάρμακο, δώστε ένα, δυο, τρία.. φτηνά, ακριβά, καινούρια, ληγμένα, με συνταγογράφηση, δίχως, δε με νοιάζει, φάρμακα να ΄ναι κι ο,τι να ΄ναι». Χωρίς φάρμακα όχι στους τελικούς, αλλά ούτε ως το επόμενο πρωί φτάνουμε μ’ αυτούς τους φτηνούς που μπλέξαμε. Κατάλαβες αγορίνα μου;

summer into winter

Περασμένες οκτώ, τέλος βάρδιας ήλιου, οδηγώ ανάμεσα στο βουνό και το ποτάμι ακούγοντας Κριστόφ. Αν με ρωτάς γιατί τόση φτηνή απελπισία, θα σου πω δεν ξέρω. Λίγες μέρες πριν έκανα την ίδια διαδρομή με συνοδηγό Αλ Μπάνο. Ούτε και τότε ήξερα. Είχα χάσει τη διασταύρωση, ένας βούλγαρος με πόρσε που ερχόταν από πίσω με μούτζωσε σλάβικα γιατί έστριψα χωρίς να βγάλω ελληνικό φλας, σάμπως και θα μπορούσε να το μεταφράσει ο απόγονος του Κρούμου αν έβγαζα έγκαιρα..

Με την πλατεία μας ξεμπέρδεψα. Μάλλον. Μια, δυο, τρεις, μετά άρχισαν να έρχονται τα κουτιά με τις πίτσες, τις κρέπες, τα εξάμπιρα, τα simeco, δεν είχαμε και κανέναν να φασκελώσουμε τριγύρω, κάτι έρημα και σκοτεινά γραφεία του ΠΑΣΟΚ μονάχα αλλά είναι σα να κλέβεις παγκάρι, αυτοί μουτζώνονται και μόνοι τους, ένα βράδι πέταξα το τελευταίο κουτάκι της άμστελ στον κάδο της ανακύκλωσης και χάθηκα. Με ελαφριές τύψεις αλλά χάθηκα. Περπάτησα ως το σπίτι, μπήκα στο αυτοκίνητο, άνοιξα τα παράθυρα και ξαναπήγα στο βουνό, χρειαζόμουν άλλοθι, χρειαζόμουν αέρα, χρειαζόμουν όμως και αμόλυβδη, ή το βουνό θα έπρεπε να έρθει πιο κοντά ή θα μάθαινα να αναπνέω -ξανά- και στο μπαλκόνι για να μη καταστραφώ οικονομικά.

Εκεί, στο μπαλκόνι, βάλαμε ξανά κάτω τους αριθμούς για να δούμε τι αποτέλεσμα βγάζει το φετινό καλοκαίρι. Ακέραιο δεν βγαίνει, οπότε είπαμε να πορευτούμε με τα δεκαδικά κι ο,τι προκύψει. 1,20 αντηλιακή, 7,44 βουτιές, 2,2 πετονιές, 5,08 δύσεις ηλίου, 3,14 ανατολές, λίγη λαθραία άμμος στα σεντόνια, ενοχλητικό αλάτι ανάμεσα στα δάχτυλα, μερικές ατελείς αλλά έντιμες στύσεις, μετρημένες στο ένα χέρι τζούφιες ανατριχίλες, μάλλον απ’ την βραδινή υγρασία παρά από φιλότιμες ορμόνες. Και ούτε μια εφημερίδα. Ούτε καν βιβλίο. Μη σου πω ούτε καν κουβέντες. Μπούχτισα κι από κουβέντες.

Κάποτε -μαζί με τα βιβλία που διάλεγα για να μπουν στον σάκκο- έγραφα κασέτες για τις διακοπές. Πολλές. Η μουσική δεν σταματούσε στιγμή, όλα τα καλοκαίρια μου, τα καλοκαίρια μας, είχαν σάουντρακ ζηλευτό, side 1, side 2, εξηντάρες, ενενηντάρες, χρώμια, dolby, στη μέση εμείς. Νομίζω πως από τη μέρα που γεννήθηκαν τα cds, τα καλοκαίρια ξέφτισαν λιγάκι. Όταν ήρθαν τα mp3 ξεθώριασαν, όταν τα τραγούδια κρύφτηκαν μέσα σε κινητά οι ζέστες ξεψύχησαν κι ας έδειχνε 34 C υπό σκιά έξω. Δυο τέτοια ξεφτισμένα ομοναμούρ και ιοντινότε άκουγα τις προάλλες, ξεφτισμένα και ξεφτιλισμένα. Όμοιος ομοίω. Έπαψα από καιρό όμως να ντρέπομαι  για την κατάντια μου όταν οδηγάω μόνος κάνοντας ταυτόχρονα σαχλές βουτιές προς τα πίσω, χωρίς κανένα φόβο μη σπάσει ο σβέρκος μου ή βγω απ΄το δρόμο. Ούτε ο Φέτελ μπορεί να τα κάνει αυτά. Ούτε ο Σένα θα τολμούσε.

Μια κασέτα βρήκα πριν λίγες μέρες, μέσα σε ένα κουτί από παπούτσια που κάποτε φιλοξενούσε κάτι πάνινα superga, στη ντουλάπα με τα κοστούμια. Eίχε κι άλλες αλλά σ’ αυτήν έπεσε πρώτα το μάτι μου, είχε και χειροποίητο τίτλο, marine girls &  lazy boys. Πρώτος στην πρώτη πλευρά, Ben Watt, some things dont matter. Πρώτo στη δεύτερη πλευρά, plain sailing, Tracey Thorn, 1984 ήταν. Αν καλοσκεφτείς ότι κοντά τρεις δεκαετίες αργότερα, μιαν ολόκληρη γενιά δηλαδή, εκείνη συνεχίζει να τραγουδάει χωρίς αδιέξοδες πικρίες Oh, the divorces κι αυτός τα κατάφερε να γκριζάρει μια χαρά με κοτζάμ Σύνδρομο Churg–Strauss στους ώμους, συνειδητοποιείς ότι η μόνη ψήφος εμπιστοσύνης που μετράει, το μόνο δημοψήφισμα που θέλει με λύσσα «ναι» για απάντηση, είναι αν έχεις το κουράγιο, τα κότσια να μείνεις ακόμη ζωντανός μέσα σε τόσο θυμό, τόση αβεβαιότητα, τόσο γκροτέσκ, τέτοια παράνοια. Όσα συνταγογραφημένα χημικά κι αν ποτίζεσαι πρωί, μεσημέρι, βράδυ για να στέκεις όρθιος. Όσα αδέσποτα δακρυγόνα κι αν σταματάς λίγα χιλιοστά από τα μάτια σου κάθε μέρα γιατί fuckin’ boys don’t fuckin’ cry. Όσες ασπίδες κι αν βλέπεις ορθωμένες απέναντι να σου φράζουν το δρόμο για ένα βράδι στη θάλασσα με μόνη παρέα μια πετσέτα, μια μπίρα και ένα χαμόγελο. Ούτε καν μαγιώ, ρολόι, λεφτά, κινητό. Πριν ξαναγυρίσεις στα χημικά, τα δακρυγόνα, τα συντάξιμα, τα μεσοπρόθεσμα και τα εκπρόθεσμα. Για να προλάβεις έστω και μια λυτρωτική βουτιά προτού ξαναμπεί ο χειμώνας και η θάλασσα τα κάνει όλα λίμπα μέσα στο σπίτι, οργισμένη μαζί σου που την άφησες μόνη της φέτος…

————————–

Art : Ana Teresa Fernandez

buzz me bitch !

Μου είπες τις προάλλες «νομίζω πως υπάρχει κόσμος που γράφει με θρησκευτική ευλάβεια έχοντας στόχο -ή κρυφό καημό, εν πάση περιπτώσει- να μπει πρωτοσέλιδος στο buzz και στα σχόλια απο κάτω να γίνει ο Όλεθρος». Σου είπα ότι όσο η επιδοκιμασία των άλλων δεν είναι εμμονικός αυτοσκοπός και δεν τρέφεσαι μ’ αυτήν, δεν με πειράζει. Και να είναι όμως, πάλι μπορώ να ζήσω με την-ενίοτε όχι εσφαλμένη- ιδέα που έχει καθένας για τις λέξεις του, τις σκέψεις του και την προσφορά του στη διάδοση ρηξικέλευθων ιδεολογιών, διατύπωση καινοφανών θεωριών και διαμόρφωση του γραπτού λόγου στον εικοστό πρώτο αιώνα. Κι ο Ναπολέοντας ψηλός νόμιζε πως ήταν πάνω στο άλογο.

Μα η ιστορία έγινε, ειδικά τώρα με το γεμάτο Σύνταγμα,  Σκέφτομαι και Γράφω. Και περιμένω όσους τσιμπήσουν. Και μετά ένας μπάζος, δυο μπάζοι, δέκα μπάζοι, πέντε εκατομμύρια μπάζοι. Κι από κάτω ένα αμφιθέατρο πολιτίκ σχόλια, δυο αμφιθέατρα φατσούλες και χεράκια, τρία τοποθετήσου επί της διαδικασίας απολιτίκ συνάδελφε, τέσσερα διαφοροποιείσαι προπαγανδιστικά σύντροφε, πέντε μικροαστικά πουλάκια κάθονταν και παρακολουθούσαν αμήχανα τις πολύχρωμες  εμπριμέ μονόχρωμες επιχειρηματολογίες. Δε λέω, ωραίος και γόνιμος και δημιουργικός και -ενίοτε- ιλαρός  ο e-διάλογος αλλά αν δεν τον βαρεθείς στην ώρα του ή αν δεν βάλεις φρένο, κινδυνεύεις να τον φοράς μέχρι να ξεφτίσει ή να μη χωράς μέσα του. Ο φίλος μου ο Καρτέσιος είχε μια πιο ριζοσπαστική άποψη για το θέμα : e-διαλόγους δεν αντέχω πια, κόλλησα χιλιάδες ένσημα, πολλές φορές νιώθω ότι αντί απλώς να φεύγω όταν βλέπω λεξιλάγνους ή στρατευμένους να μονομαχούν, είναι καλύτερο να έχω ένα πιστόλι πρόχειρο για να κλείνει γρήγορα και αποτελεσματικά η συζήτηση. Τραβηγμένο, πού να τρέχεις να βρεις πιστόλι σήμερα…

Αν βρεις εσύ, μη πυροβολείς αδιακρίτως. Δεν είναι το buzz το θέμα, ούτε το πρόβλημά σου. Εκεί, άλλωστε, διάβασα (κι εσύ το ίδιο φαντάζομαι) και διαβάζω πράγματα που μου άνοιξαν τα μάτια ή με έστειλαν ισοπεδωμένο στον καναπέ με εγκεφαλική παράλυση. Όμως μη ξεχνάς πως κάθε καλλιτέχνης έχει την ευθύνη για το έργο του, κάθε επισκέπτης για τις αντιδράσεις του,  don’t blame the museum.

τέσσερις και μια νύχτες

Τέσσερα βράδια φέτος, το πέμπτο θα κοιμηθούμε σπίτι.

Της είπε.

Είχε βάλει κάτω βενζίνες, διόδια, δωμάτιο, ταβέρνες, ένα κομάτι πίτσα στο χέρι, ένα ποτό το βράδυ, μάλλον μπίρα, σίγουρα μπίρα, ούτε οι βάρκες ούτε τα πανιά βγήκαν ίσα αλλά για να μη πονέσει κι άλλο το στομάχι του αποφάσισε πως το ναυπηγείο έφταιγε, αυτοί θα ξεκινούσαν κι αν ο γιαλός έβγαινε στραβός θα γύριζαν μια μέρα νωρίτερα. Για όλα υπάρχει λύση εφόσον υπάρχει δρόμος. Σε καράβι δεν θα ‘μπαιναν γιατί τα βαπόρια και τα λιμάνια είναι φυγόπονα, η άσφαλτος δεν σταματάει λεπτό τα δρομολόγια.

Τι θα προλάβουμε να κάνουμε τέσσερις μέρες; ώσπου να βγάλω ρούχα και πετσέτες απ’ τη βαλίτσα θα πρέπει να τα ξαναπακετάρω.

Δεν το είπε με παράπονο. Με κούραση το είπε. Και μόνο στη σκέψη του βάλε-βγάλε-βάλε ο ιδρώτας στο μέτωπο και στη γραμμή ανάμεσα στα στήθη της αυθαδίαζε. Ούτε δυο  ώρες δεν έχω που βγήκα απ’ το μπάνιο, σκέφτηκε, ξανά μανά αφρόλουτρα, ενυδατικές και νερά. Δεν τον μπορούσε τον ιδρώτα όμως, ούτε τον δικό της, ούτε -ακόμη χειρότερα- τον δικό του. Μετά από δεκαεφτά χρόνια καλύτερα να της έλεγες να αγγίξει βάτραχο παρά το ιδρωμένο δέρμα του. Τα ίδια σκεφτόταν κι αυτός, μόνο που αντί για βάτραχο όταν την έβλεπε ιδρωμένη σκεφτόταν σαλίγκαρο. Ιδρώτες δηλητήριο…

Τι θέλεις να σου κάνω εγώ; απάντησε. Και το πεντακοσάρικο που θα ξοδέψουμε πολυτέλεια είναι, η άλλη ξεκινάει φροντιστήρια τον Αύγουστο. Μακάρι να είχαμε θάλασσα στα πόδια μας να σε πηγαίνω μέρα παρά μέρα, να μη βάζεις και βγάζεις ρούχα και πετσέτες στην τσάντα αφού σ’ ενοχλεί τόσο.

Τα είπε αυτά σκαλίζοντας αφηρημένα το πορτοφόλι του, τι έψαχνε άγνωστο, το περιεχόμενο γνωστό, μερικές αποδείξεις, λίγα κέρματα, ένα εικοσάρικο, δυο πιστωτικές, ταυτότητα, μια εικόνα της Παναγίας της Σαλαμιώτισσας. Και δυο κάρτες από γιατρούς, απ’ αυτές που κάνεις συλλογή όταν περνάς τα σαρανταπέντε.

Άκου με, δεν είναι το ίδιο και το ξέρεις. Να φύγω θέλω, να μη βλέπω αυτά τα ντουβάρια, αυτό το μπαλκόνι, αυτές τις γλάστρες, αυτά τα κάδρα, αυτό το κρεβάτι, αυτούς τους καναπέδες, αυτές τις κουρτίνες. Να φύγω και να ξημερωθώ όπου να ‘ναι, αρκεί να μη ξαναγυρίζω εδώ τα βράδια, κοιμάμαι και το ταβάνι είναι μια σπιθαμή από τη μύτη μου, ανάσα δεν μπορώ να πάρω, το σπίτι μίκρυνε, οι τοίχοι του κουνιούνται, πλησιάζουν ο ένας στον άλλον, στο τέλος θα γίνουν ένα, δεν θέλω να είμαι μέσα εκείνη την ώρα, δεν το καταλαβαίνεις εσύ αυτό;

Το καταλάβαινε. Κινούμενους τοίχους όμως δεν μπορείς να σταματήσεις με ένα μισθό, κι αυτόν ανάπηρο. Τι να βάλεις ανάμεσά τους για να μη σε λιώσουν; εδώ μέσα ούτε γνωστοί και φίλοι ερχόντουσαν πια, να βάλουν κόντρα με τις πλάτες τους, με τα γέλια τους, με τις κουβέντες τους, να αργήσει λίγο το τέλος. Έχουν κι αυτοί να παλέψουν με τα δικά τους ντουβάρια, με τα δικά τους ταβάνια, με τα δικά τους πεντακοσάρικα που δεν βγαίνουν πέντε νύχτες όποια αριθμητική πράξη και να κάνεις. Τέτοια μαθηματικά με νύχτες ποτέ δεν μας διδάξαν στο σχολείο. Με ύλη που δεν διδάχτηκε, τα καλοκαίρια από δω και πέρα θα παραμείνουν άλυτα. Με ιδρώτα που μυρίζει  σπιτίλα και ξεθυμασμένη φτηνή μπίρα…

————————– 

art : Αlyssa Monks

Έθνος Υπέρβαρον

Θέλω όσο ποτέ άλλοτε να διαψευσθώ αλλά νομίζω  πως η απόσταση από το θυμωμένος κι από το οργισμένος μέχρι το απελπισμένος δεν περπατιέται πολύ εύκολα. Είναι στρωμένη με πάρα πολλές αμφιβολίες, πολλά «ναι μεν αλλά», μια στρατιά «και μετά τι;», ενδεχομένως και αρκετές ενοχές για την παρατεταμένη, τη μακρόχρονη βολική σιωπή. Και «μου» και «μας».

Μάλλον υπάρχει λίπος ακόμη. Λίγο σε πολλούς, περισσότερο σε λίγους, αρκετό σε αρκετούς, ελάχιστο στους περισσότερους, δεν ξέρω. Όσοι νομίζουν πως έχουν, αυτοί ξέρουν. Κάποιος όμως που δεν έχει γραμμάριο να χάσει, από ένα οριακό σημείο και μετά σταματά να γαβγίζει και να δείχνει τα δόντια του μόνο. Τα μπήγει κιόλας. Κρέατα υπάρχουν. Κι ας είναι των παλιών αφεντικών, ακόμη και τα γέρικα σκυλιά τρελαίνονται όταν δεν μπορούν να μάθουν νέα κόλπα ή αν τ’ αφήσεις νηστικά.

Και όρεξη για κουβέντες υπάρχει, εκτός από λίπος και κρέας. Δεν πρόλαβε ο Βαρουφάκης να στείλει μήνυμα στον αγαπητό πρωθυπουργό Γιώργο, του απάντησε ο Αρίστος Δοξιάδης πριν καν κρυώσει το mouse. Για να επιβεβαιωθεί -ξανά- πως ακόμη κι αν αυτή η χώρα χαθεί από προσώπου γης, πάντα θα υπάρχουν δυο άξια τέκνα της που θα ρίχνουν με νεροπίστολα βιτριόλι ευφυούς ειρωνείας ο ένας στον άλλον πάνω απ’ το φρεσκοκλεισμένο φέρετρο, εν είδει επικήδειου. Αρκεί να έχει απομείνει έστω και ένας ακροατής, για χειροκρότημα, για μπιζάρισμα, για γιούχα ή μπαζάρισμα.

the great curve

Οι καθρέφτες είναι αμείλικτοι. Το ίδιο και τα περυσινά μαγιώ. Δεν ξέρεις ποιο από τα δυο να πρωτομισήσεις. Ο χειμώνας, βλέπεις, μου έπεσε βαρύς. Τρομοκρατήθηκα, ήπια, έφαγα, ξάπλωσα, κάπνισα, σαν να μην υπήρχε αύριο. Είχα σχεδόν πεισθεί μετά το Καστελόριζο πως άλλο καλοκαίρι δεν θα υπάρξει, πως εκείνο του 2010 ήταν το τελευταίο, τα χρόνια που θα ακολουθούσαν θα είχαμε μήνες που θα τους λέγαν Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και θα ‘ταν απλώς πιο ζεστοί από τους προηγούμενους και τους επόμενους. Ζεστοί και άδειοι.

Έσφαλα. Συνηθισμένο.

Τώρα ονειρεύομαι απογεύματα στη θάλασσα, την ώρα που εξαφανίζεται ο ήλιος. Πέντε λίτρα αμόλυβδη χρειάζομαι στο πηγαινέλα, μπορεί και τέσσερα, κανείς δεν με κυνηγάει. Ούτε οι γλάροι κάνουν αμάν για να με δουν, ούτε με περιμένει κανείς το βράδι στο σπίτι. Πέντε λίτρα αμόλυβδη, έξη κουτάκια μπίρα, τέσσερις ώρες, όταν η άμμος αρχίζει να κρυώνει. Απλά, μονοψήφια μαθηματικά.

Αρκούν. Χορταίνεις.

Το δέρμα τους είναι πιο ωραίο όταν δεν πέφτει ο ήλιος πάνω του. Όταν έρχεται λίγη ψύχρα από τη θάλασσα. Την ώρα που θα γλιστρήσει από τα χείλια τους μια σταγόνα μπίρα, θα κατηφορίσει προς το σαγόνι και θα πέσει στο στήθος τους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που αυτό θα σου πει «κρυώνω» με τον πιο εύγλωττο απ’ τους εύγλωττους τρόπους. Όσο βγάζουν τα ρούχα, στην έρημη πια παραλία, για μια μεγάλη βουτιά. Κι ούτε χαλάρωση, ούτε κυτταρίτιδα, ούτε ήρθε ξανά ώρα για αποτρίχωση γαμώτο βλέπεις μετά. Δεν έχει μετά.

Ώρα για μια μπίρα ακόμη. Πάρε κι εσύ μια..

Δεν χρειάζεται φέτος να πας μακριά. Το φευγιό στο μυαλό είναι, ούτε στα καράβια, ούτε στις προβλήτες, ούτε στα ενοικιαζόμενα, ούτε στις πισίνες, ούτε στις κρυμμένες κι απ το θεό παραλίες, ούτε στα λινά διάφανα, ούτε στα αντηλιακά με μυρωδιά ροδάκινο, φράουλα ή μάνγκο. Και προπαντός ούτε στις λέξεις.

The world  moves on a womans hips είπε ο άλλος. Eκεί ακριβώς να πας. Την ώρα που χάνεται ο ήλιος.

31/5/2011

Στα μέρη μου ο Μάιος φεύγει ακριβώς όπως ήρθε. Μαλωμένος με τον ήλιο. Υγρός, σκοτεινός, ψυχρός, ευτυχώς όχι ανάποδος, δεν θα το άντεχα να γυρίσω προς την πρωτομαγιά και μετά Απρίλη και ξανά μανά κοινόχρηστα.

Ουρανός δεν φαίνεται έξω. Σίγουρα θα υπάρχει κάπου από πάνω μας αλλά τώρα μόνο ένα σταχτί σεντόνι βλέπω, δέκα μέτρα απ΄την άσφαλτο. Όποιος βάζει στο πλυντήριο τον ουρανό και τον βγάζει μετά να τον απλώσει με τέτοιο χάλι, είναι πολύ λέτσος. Τον ουρανό τον πλένεις στο χέρι, δεν τον ταλαιπωρείς μέσα σε κάδους και σε στεγνωτήρια.

Oδηγώ πάνω σε ένα ποτάμι με βρώμικα νερά. Τα ίδια κόλπα έκανε κι ο Χριστός αλλά αυτός πεζός. Εγώ πόδια δεν βρέχω.

Εδώ πάνω τα ραδιόφωνα παίζουν τα ίδια και τα ίδια. Πρωινές φτήνιες. Μετά θα παίξουν μεσημεριανά ανύπαρκτα για να καταλήξουν στα νυχτερινά τίποτε. Θέλει πίστη σ’ αυτό που κάνεις για να είσαι τόσο χυδαία αδιάφορος.

Δεν θέλω να γράψω λέξη για τις πλατείες, τις παρουσίες, τις απουσίες, τις συναινέσεις, τις εκταμιεύσεις, τις πτωχεύσεις, τις αποταμιεύσεις, τους έλληνες, τους αλλοδαπούς, τους ευρωπαίους, τους καλούς, τους κακούς, τους θυμωμένους, τους αγανακτισμένους.  Διάβασα τόσες πολλές λέξεις αυτές τις μέρες που νομίζω πως έγινα κατά τι σοφότερος. Όχι πολύ, μόνο τόσο όσο να είμαι ακόμη μετέωρος ανάμεσα σ’ αυτό που κάνω και σ’ αυτό που δεν κάνω. Στο τέλος κερδίζει πάντα αυτό που δεν σκέφτηκα. Ετούτη είναι η ευλογία και η κατάρα ταυτόχρονα των μετρίων ανθρώπων που -όπως στο ‘χω ξαναπεί- έχουν το δικό τους θεό, κάποιον που υπήρξε στα νιάτα του αρκετά αδύναμος για να κατανοεί τη σημερινή μας σύγχυση αλλά και μεγαλόθυμα βαριεστημένος πλέον για να μπορεί εύκολα να μας συγχωρεί τα μπρος-πίσω, τα μαύρο-άσπρο, τα ογκώδη «ίσως».

Ένα, δυο χρόνια πριν όταν πλησίαζε το καλοκαίρι έγραφα για ο,τι μου ‘ρχόταν πρώτο στο μυαλό. Όσο περίεργος άνθρωπος κι αν είμαι, ανέκαθεν σεβόμουν τις προτεραιότητες. Χτύπησες πρώτο κουδούνι στο κεφάλι μου, πρώτο θα κατρακυλήσεις στα δάχτυλά μου και μετά στο πληκτρολόγιο. Αν κάτσω και σκεφτώ τώρα ότι εκείνες οι λέξεις μυρίζαν στην πλειοψηφία τους φρέσκον ιδρώτα, κραγιόν στις άκρες των τσιγάρων, πεινασμένα χείλια, χαραμάδες σε μισάνοιχτα πόδια, τσαλακωμένα σεντόνια, φλύαρες ματιές με κλειστά στόματα, πρόθυμα στήθη, διψασμένο αφαλό, υγρά εσώρουχα, άρωμα γυναίκας με λίγα λόγια, είναι προφανές πλέον ότι I’m not the man I used to be. Δεν ξέρω αν θες να το πεις καύλα αυτό που λείπει, δεν ξέρω αν θες να το βαφτίσεις αγάπη, μπορεί να είναι και τα δυο, μπορεί κανένα, ιδέα δεν έχω. Ξέρω μόνο ότι με όσα έπονται ακόμη και η καύλα, ακόμη και η αγάπη θα έχουν αυξημένο ΦΠΑ και μειωμένη ζήτηση…κι αυτήν την πτώχευση φοβάμαι πως θα τη συναντήσουμε πρώτη πρώτη στη διαδρομή -μέσα από ένα σακατεμένο καλοκαίρι- προς την επόμενη άνοιξη.

————–

painting : Alyssa Monks

το τρένο της ληγμένης βαφής

Όταν παίρνω διπλή δόση xozal αυτά παθαίνω, βλέπω Ιστορίες εκεί που δεν υπάρχουν, γράφω για χτένες ενώ ο κόσμος καίγεται. Ο αλλεργιολόγος μου το είχε ξεκαθαρίσει άλλωστε, ορθά κοφτά : «με το που ξεκινάς να τα παίρνεις κομμένο το αλκοόλ, η οδήγηση, το σεξ  και το βλόγιν».

Δεν ξέρουν απ’ αυτά οι γιατροί, όλα κόβονται, το σεξ όχι.

Έβλεπα τις προάλλες την αφίσα από τη συναυλία των ντιπέρπλ με τον Βασίλη. Λάθος έκανα. Με το κατάλληλο αντιαφροδισιακό και το σεξ κόβεται. To λέγαν και οι Virgin Prunes σαν ήμουν νέος, If I die, I die. Oύτε μετά θάνατον ζωή, ούτε δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, ούτε forever young, οι Dorian Gray πέθαναν μαζί  με τον Όσκαρ και την πρώτη εξέταση για PSA, όσα μαύρα τι-σερτ κι αν φορέσουν, όσο σφιχτοφρύδικα κι αν κοιτάξουν το άπειρο ή το φακό την ώρα που ο Basil Hallward τους κάνει το πορτρέτο.

Tέτοιες στριφνές και δύσκολες μέρες, strange days, sour times, όπως θέλεις βάφτισέ τες, όλα δικαιολογούνται όμως. Ακόμη και το να γράφεις εξυπνάδες για πεθαμένες ορμόνες. Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν  κάποιοι που βιώνουν εφηβικά ή προκλιμακτηριακά déjà vu με τα child in time και τους θερμαστές απ’ το τζιμπουτί, η γνώμη μου περισσεύει. Άλλωστε ο βασανισμένος και πνιγμένος έλληνας που ζητάει ένα σωσίβιο ρεφρέν αυτές τις σκληρές εποχές, ακόμη κι απ’ τα μαλλιά πιάνεται. Κι ας είναι αραιά, κι ας είναι ταλαιπωρημένα πιά κι αυτά απ’ την ανελέητη βαφή του χρόνου.

Τουλάχιστον, σκέφτομαι,  ο Ian συμβιβάστηκε με την ιδέα πως το τρένο πέρασε.  Στα εξηνταέξη σου υπάρχει ζωή -και χρώμα, έστω γκρι, έστω άσπρο-  κι έξω απ’ αυτό…