the ocean (not)

IMG_0754

 

 

 

Όχι πολύ παλιά, η βουτιά στη θάλασσα -από την πρώτη ως την τελευταία, λίγο πριν πλυθούν και σηκωθούν στη ντουλάπα οι πετσέτες- ήταν Κάθαρση. Τα πάντα άδειαζαν, τα ζόρια και τα ’ναι μεν αλλά’ έμεναν πίσω, μη σου πω ότι ούτε στο φέρι κατόρθωναν να τρυπώσουν λάθρα. Τρεις νύχτες, πέντε, έξη (κατάφερνα και διψήφιες, απίστευτο) η έγνοια ήταν η πρωινή ανατριχίλα στην πρώτη γουλιά του καφέ, ποιο μπλε θα συναντήσω και πόσο κρύες θα ’ναι οι μπύρες. Όσα κι αν -δεν- είχε μέσα το πορτοφόλι.

Eδώ και κάμποσα χρόνια κάθε προσπάθεια είναι όλο και πιο επίπονη. Τσιμέντο έγινε η θάλασσα. Δεν τρυπιέται, παλεύω να βουτήξω και μένω ψιλοτσακισμένος έξω. Σαν να νιώθει ότι δεν την θέλω όπως παλιά κι ας λυσσάω ολόκληρο χειμώνα κι άνοιξη να ’ρθει η ώρα να την ξαναβρώ. Να πεις ότι άλλαξε αυτή, ή ότι δεν φτιάχνουν πια τις βουτιές όπως παλιά, προστυχιά κι αχαριστία θα είναι.

Advertisements

λόγια του άμβωνα

worn-natural-sheer-work-tights

 

 

 

Οι γυναίκες που κατηφορίζουν για τις δουλειές τους το πρωί δεν έχουν πια γυμνούς ώμους, ούτε γυμνά πόδια. Το δέρμα τους ανατριχιάζει για λάθος λόγους. Βγαίνουν από το μπάνιο χωρίς να ’χουν αφήσει ούτε μια σταγόνα νερό ζωντανή επάνω τους. Kρύβουν τα γόνατά τους από τα μάτια μας, θαρρείς και είμαστε ληστές. Δεν μπορούμε πια να αγγίξουμε τυχαία τα μπράτσα τους. Το πριν λίγες μέρες καθαρά χαραγμένο μονοπάτι ανάμεσα στα στήθη τους χρειάζεται, πλέον, ιχνηλάτη. Το σημάδι απ’ το μαγιώ δεν τις απασχολεί, ούτε τις τρώει το άγχος για τις δυο τρίχες που ξεφύτρωσαν στα σύνορα. Σε λίγες βδομάδες τα χείλια τους θα υποταχθούν στα λιποζάν. Η κρέμα που απλώνεται στο σώμα τους πασχίζει, αλλά η ντουλάπα με τα χειμωνιάτικα είχε καλύτερο Γκρενουίγ και η μυρωδιά της φοριέται κατάσαρκα, ως το μεδούλι.

 

Κάθε Οκτώβριο οι άντρες χάνουμε το φως μας, μα ξέρουμε τον δρόμο.

 

Εἴη τὸ ὄνομα Αυτών εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.

Τοῦ σαρκίου δεηθῶμεν.

 

σεντιμένταλιστ

IMG_0956

 

Είμαστε φτωχοί. Αυτή είναι η πληγή που πολεμάμε να σφραγίσουμε με μπεταντίν, πούλβο και γάζες δυο νούμερα μικρότερες, όχι το ημερολόγιο.

Δεν ξέρω τι ράτσας φτωχοί. Καθένας ξέρει να μετράει αλλιώς τις απώλειές του, καμιά φτώχια δεν μπαίνει σε πλάστιγγα. Σε μερικούς γίναν και συνήθεια, κατά πως λέει κι ο ποιητής. Αληθινές ή ανύπαρκτες, κατά φαντασίαν. Να χάσεις κάτι που δεν σου ανήκει δεν κατάλαβα πώς το μετράς στο ζύγι για να παραπονεθείς μετά πως κάποιος σε ξεγέλασε.

Δεν υπάρχει κανένα Gloomy Sunday. Ο άλλος ποιητής, το love to hate you ποζέρι, αποφάνθηκε ότι κάθε μέρα είναι Κυριακή. Τον φαντάστηκα, παλιά, κάμποσες φορές να γράφει στιχάκια και να τραγουδάει πάνω στο ’Όταν έρχονται τα σύννεφα’. Κληρονόμησα πολλά κουσούρια από τους ευαίσθητους, ήμουν ευάλωτος και ευκολόπιστος ως νέος. Τώρα οι τρύπες που ανοίγουν εντός μου είναι αληθινές και μερικές έχουν περίεργα, λίγο φοβιστικά, ονόματα. Το πιο τρομαχτικό είναι ότι τα καλοκαίρια δεν έχουν πια original soundtrack.

Την πρώτη βροχή που θα πέσει αφού μαζέψουμε τα μπανιερά και τις πετσέτες, τη φοβόμαστε κατά βάθος γιατί ξέρουμε ότι θα ξεβάψουμε. Ανεξίτηλες μπογιές το καλοκαίρι δεν υπάρχουν, αντί να το χωνέψουμε τα βάζουμε με τους μπογιατζήδες και μ’ όσους μας τις πουλάνε.

Το θέμα, αυτά μαθαίνονται με τον καιρό, είναι να σε περιμένει τρένο στην πλατφόρμα νούμερο 9. Όχι να κατέβεις στην 8 και να περιμένεις το επόμενο, σκαρώνοντας γκρι ποιηματάκια, χαζεύοντας προορισμούς, ώρες και δρομολόγια.

Και τα τρένα που φύγαν, αλίμονο. Χωρίς κλισέ και λίγο σεντιμένταλ δεν περνάει ο χρόνος.

Οι παλιοί και έμπειροι σε τέτοιας λογής αποχαιρετισμούς, ξέρουμε ότι το θέρος αποδημεί όταν το τελευταίο καρπούζι βγει από τη γούρνα με το παγωμένο νερό. Κι όταν τα ΄χύνω’ επιστρέψουν για να κουρνιάσουν σε οικόσιτα σεντόνια.

O εφιάλτης του κυρίου Ιλό (μια ώρα στην ξαπλώστρα σε μιαν ακτή όχι πολύ μακρινή από δω)

17850202

 

 

Kαταλαβαίνεις ποιοι παραδίπλα σου λιώνουν ως το μεδούλι από πάθος και καύλα -άσε τον έρωτα, άσε τις αγάπες, αυτά είναι complicated issues, δεν καταπιάνεσαι μαζί τους όταν φοράς μπανιερά-.

Καταλαβαίνεις ποιοι έρχονται για τελευταία φορά μαζί. Για τους μπροστά και δεξιά μου, σήμερα είναι H Τελευταία.

Καταλαβαίνεις ποιοι θα ξανάρθουν μεν μαζί αλλά το  mind the gap  όταν περνάς ανάμεσα από τις ξαπλώστρες τους για να βουτήξεις, ακούγεται τόσο καθαρά και με τέτοιο αξάν που κάνει το λονδρέζικο ξαδερφάκι του να νιώθει μπασκλασαρία.

Επανασυνειδητοποιείς πόσο προβλέψιμοι, αστείοι και σαφλαμάδες είμαστε τα αρσενικά. Ο,τι αλλότριο κινείται τριγύρω, μας σέρνει. Πανεύκολο, δεν είμαστε δα και πλεούμενα περιωπής.

Τόσες μέρες, τόσες ώρες, δεν είδα ούτε μια γυναίκα μα ούτε μια -ακόμη και δεκαοκτάχρονα, ειδικά αυτά- χωρίς εμφανείς ατέλειες. Γι αυτό και επιστρέφω σ’ αυτή την ακτή, οι Photoshop beaches δεν με συναρπάζουν.

Υπάρχουν παιδιά που κοιτάζονται στα μάτια -κι ας φοράνε μαύρα γυαλιά, τους βλέπω- και πηδιούνται εκεί δίπλα μας κι ας μη μιλάνε, ας μη βογκάνε, ας μην αγγίζονται. Αγόρι με κορίτσι, αγόρι και αγόρι, δυο κορίτσια. Η τέλεια ομορφιά, παπάρα Σορεντίνο.

Τα μαγιώ σλιπ -και ο,τι άλλο φοριέται σαν δεύτερο δέρμα- είναι για σώματα Φελπς, Μπιόντι, Σπιτς. Ή για το σπίτι, σε βρακί. Δίπλα στο κύμα ματώνουν τα μάτια.

Χαίρομαι σαν βλέπω παντρεμένες γυναίκες να ανάβουν το τσιγάρο, να παίρνουν μια τζούρα χορταστική και μετά να το δίνουν σ’ αυτόν που είναι μαζί τους. Υπάρχει ακόμη ελπίδα.

Χαμογελάω κάτω από τα μαύρα μου γυαλιά όταν βλέπω κάποιους της κλάσης μου να μη παραδίδονται στον χρόνο. Ένα χτυπηματάκι στον κώλο της όταν ξεκινάνε να βουτήξουν παρέα, ένα φιλί -πεταχτό, έστω- στη βρεμένη γραμμή ανάμεσα στα στήθια της, είμαστε αλμπάνηδες οι αρχαίοι παντρεμένοι αλλά κάπου κάπου ξαναθυμόμαστε την παλιά μας τέχνη. Εν δήμω, έχει άλλη χάρη αυτό. Τα εν οίκω χλόμιασαν και θέλουν ξεπόρτισμα για να τα δει ο ήλιος, που και που.

Άντρες με ανοιχτά ποδάρια και μαγιώ ρεμάλι Reiser. Aυτή η Μάστιγα, η ενδέκατη πληγή του Φαραώ.

Δεν θα πω το Ψέμα, η πολλή -και περισσότερη από πολλή- παραπανίσια σάρκα πάνω στο σώμα δεν το κάνει ελκυστικότερο. Ειδικά σαν το αντικρίζεις σχεδόν γυμνό, ή τυλιγμένο σε άσχημα πανιά. Δεν παύει όμως να είναι μια σάρκα που πάλλεται και ζητάει να την ανατριχιάσεις, με τον ίδιον ακριβώς τρόπο που ανατρίχιαζε δεκαπέντε και είκοσι κιλά πριν.

‘Σκόνη κι αλάτι: ψόφα καλοκαίρι’ γράφει ο άλλος. Περιττή προτροπή. Αυτό πρόλαβε να αυτοκτονήσει με τον πρώτο ορυμαγδό που ξεχύθηκε   από τα ηχεία που ατενίζουν ξεδιάντροπα τη θάλασσα. Έκτοτε περιφέρεται απέθαντο ανάμεσα στον ιδρώτα και στη γύμνια μας.

Όσοι κι όσες έρχονται ως εδώ μόνο για να ποζάρουν (σελφιτζήδες και σελφιτζούδες πριν καν εφευρεθούν τα σμαρτφόουνς), έχουν την απεριόριστη σιχαμάρα μου. Χωρίς ελαφρυντικά.

Για τα παιδάκια που χώνονται ολόκληρα μέσα στις τζαμποσακούλες για να βγάλουν μπάλες, νερομπίστολα, καραβάκια, κουβαδάκια, παπάκια, απόχες, μπρατσάκια, σωσίβια, τζουγκράνες, φουσκωτούς χαρχαρίες και την ψυχή της μάνας τους, δεν έχω λέξη. Συμπόνια για τους τζαμποκουβαλητές μόνο.

Καταραμένες πωλήτριες μαγιώ. Πόσον κόσμο πήρατε στον  “μια χαρά στρώνει πάνω σας”  λαιμό σας για να ξεμπερδεύετε μιαν ώρα αρχύτερα. Καταραμένες.

η τελευταία φορά

 

 

13453654_1615417585439326_1608921754_n(2)

 

Παλιές φωτογραφίες δεν κατεβάζουμε από το πατάρι, δεν βγάζουμε απ’ τα κουτιά τους, ούτε σκαλίζουμε. Δεν τις αντικρίζουμε κατάματα, αυτό κυρίως.

Τέτοιες αποκοτιές έκανε η Πανδώρα (κι ας το ξέρουμε όλοι πως δεν ψαχούλευε για φωτογραφίες) και τα ’δαμε τα χαΐρια μας εξ’ αιτίας της.

Αν δεν σε φοβίζει η Πανδώρα, θυμήσου τη γυναίκα του Λωτ.

Έχω και μια μικρή ιστοριούλα πιο πρόσφατη, αν δεν σε συγκινούν οι παλιοκαιρίσιες μεταχειρισμένες.

 

……

 

‘Αυτή δεν είμαι γω‘, του είπε.

Ήταν καθισμένη με το μπουρνούζι στον καναπέ, είχε βαμβάκια ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών, μύριζε βρεμένη πετσέτα, σαπούνι και νωπό -ακόμη- μανό. Δεν του άρεσε καθόλου το χρώμα, του φάνηκε υπερβολικό μα ήταν λάθος στιγμή για να εκφράσει άποψη. Σε γυναίκα περιτριγυρισμένη από φωτογραφίες δεν αντιμιλάς, διαλέγεις προσεκτικά τις λέξεις και προσεύχεσαι βουβά.

Άπλωσε το χέρι της κρατώντας ένα τόσο δα κομμάτι από τυπωμένο χαρτί, ‘για δες‘.

Είδε. Αυτή δεν ήταν εκείνη. Της την έδωσε πίσω, καμώθηκε τον αδιάφορο.

‘Λοιπόν;‘

‘Λοιπόν τι; σίγουρα δεν είσαι εσύ; αν δεν είσαι, πώς βρέθηκε μέσα στις δικές μας;‘

Aυτό ρωτάω κι εγώ. Πώς βρέθηκε ανάμεσά μας;‘. Άφησε τη φωτογραφία ανάμεσα στα πόδια της και έβαψε -με χέρι τόσο σταθερό που τον τρόμαξε- το τελευταίο νύχι.

And you, you can be mean.“Aνάμεσά μας”. Όχι ανάμεσά “τους”, όχι “μέσα στο κουτί με τις υπόλοιπες”, όχι “εκεί”. A ναι, έχουν το χάρισμα να κάνουν τη γλώσσα τους νυστέρι, λέιζερ, να σε σκίζουν σιγά σιγά χωρίς να χυθεί αίμα στο πάτωμα με τη μια. Και κυρίως χωρίς να χρειαστεί να σε κοιτάξουν. Μυρίζουν το ψέμα σου, τους σφυγμούς σου ή την σακατλίδικη αλήθεια σου κι αυτό τους αρκεί.

 ‘Δεν ξέρω, κάπως θα βρέθηκε’. Mικρή παύση για να βρει λίγο σάλιο. ‘Δεν είναι δικιά μου, αυτό το ανακριτικό σου το υφάκι  δεν το καταλαβαίνω κι ευτυχώς που δεν είναι σπίτι τα παιδιά‘.

Ένα βουνό από ψόφια ’δεν’, τόσο σαθρό που ήταν έτοιμο με την πρώτη ψιχάλα, με την πρώτη σωστή της λέξη (το ’νιωθε πως ερχόταν) να τον θάψει ζωντανό από κάτω.

‘Το υφάκι μου είναι το θέμα σου; Την ημερομηνία την είδες;‘

Ακολούθησε μια ακόμη παύση και κατόπιν τo βουνό κουνήθηκε λίγο, μια στάλα προς το μέρος του μ’ έναν υπόκωφο θόρυβο που θαρρείς βγήκε από τα σπλάχνα του στομαχιού του. Ποιαν ημερομηνία; Γιατί να έχει πάνω ημερομηνία; Γιατί να είναι μέσα στο κουτί; Τι της ήρθε να κατεβάσει φωτογραφίες με στοίβα τα ασιδέρωτα να περιμένουν παραδίπλα; Πρώτα κατέβασε τις φωτογραφίες και μετά μπήκε για μπάνιο; Τα νύχια άρχισε να τα βάφει αφού πρώτα είδε την φωτογραφία; Γιατί να είναι μέσα στο σκατόκουτο; Γιατί να βάφει τώρα νύχια; Γιατί τέτοιο άθλιο χρώμα;

‘Πες μου μόνο ότι δεν έβγαλες εσύ την φωτογραφία. Ούτε ποια είναι θέλω να ξέρω ούτε πόσο πριν και μετά τράβηξε, πες μου μόνο ότι εκείνη τη γαμημένη μέρα δεν ήσουν εσύ αυτός που πάτησε το κουμπί‘.

To βουνό άρχισε να καταρρέει με μια βουή που ταίρι δεν είχε. Όχι πως είχε ξεχάσει κάθε στιγμή και κάθε δευτερόλεπτο με εκείνη που δεν ήταν αυτή αλλά δε λένε πως λίγο πριν πεθάνεις όλη σου η ζωή περνάει καρέ καρέ, κι ας είναι άτεχνο το μοντάζ, μπρος στα μάτια σου; Κι εκείνος δεν είχε καν ζωή ολόκληρη να δει τώρα, μια μέρα μονάχα. Για να ακριβολογούμε: ένα απόγευμα, μια νύχτα και μισή μέρα. Απομεινάρια δηλαδή.

 

…..

 

’Λοιπόν;‘, του είπε ανάβοντας το πρώτο τσιγάρο από το τρίτο πακέτο.

Η θάλασσα κάτω από τα πόδια τους, το μελτέμι που αγρίευε, οι μπουρδουκλωμένες σκέψεις μέσα στο κεφάλι του, ο ήλιος που αποτρελάθηκε και κόλλησε στο max (αν δεν πιστεύεις ότι υπάρχει ήλιος που κάνει θόρυβο δεν έχεις δει τίποτε στη χλιαρή ζωή σου), ίσα που την άκουσε να του το φωνάζει. Δεν το φώναξε καν, πιο πολύ σα να μονολογούσε, σαν να απορούσε με τον εαυτό της ήταν.

Άπλωσε τα πόδια της στο πεζούλι μπροστά, καιγόταν και ανατρίχιαζε μαζί. Οι απέναντι θα απολάμβαναν θεσπέσια θέα αλλά μόνο το πέλαγος, κύματα, δελφίνια και γλάροι -και ίσως, ίσως ένα πολύ μακρινό καράβι άλλης γραμμής- την έβλεπαν. Το τσιγάρο είχε ήδη μείνει μισό πριν καν πάρει δυο ρουφηξιές, φύσαγε πολύ. Σε λιγότερες από τέσσερις ώρες θα ξαναμπαίναν στο πλοίο της επιστροφής. Αν τη ρώταγες δεν θα ’ταν σίγουρη για ποιο λόγο ήρθε, μπορεί κιόλας να το μετάνιωσε. Εκείνος όμως ήταν πεπεισμένος πως ήταν τα στιχάκια που έφταιγαν για όλα. Το είχε αυτό το κουσούρι, πάντα σερνόταν ξοπίσω τους, πήγαινε όπου εκείνα θέλαν να τον πάνε. We could steal time, just for one day.

‘Μπορείς να μου πεις πώς διάολο βρέθηκε αυτή ανάμεσά μας;‘. Tώρα πια μιλούσε η απώλεια του ουδέποτε αποκτηθέντος, όχι εκείνη.

Δεν τον κοίταζε καν όταν το είπε, μα και να ’θελε ο ήλιος θα την τύφλωνε κι ας ήταν κρυμμένη πίσω από μαύρα γυαλιά. Αυτός την είδε, για τελευταία φορά όπως αποδείχτηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων, μέσα απ’ τον φακό.

 

κλικ

 

Maybe we’re lying…then you better not stay

 

…..

 

‘Μαλάκα, πού κάηκες;‘ του ψιθύρισε ο κουμπάρος του το επόμενο απόγευμα, την ώρα που του έστρωνε το -ήδη μπαϊλντισμένο- γαμπριάτικο λουλούδι στη μπουτονιέρα. Τα μαρμάρινα σκαλιά από κάτω τους ζεματούσαν. Ένα σμήνος από φτηνές βεντάλιες made in China (προφανώς από κακοπληρωμένα China girls) πασχίζαν μάταια να δροσίσουν τον αέρα.

 

κτερίσματα

 

 

36310690

 

 

Ενός λεπτού σιγή για όλα τα “σε χύνω” που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Κι άλλο ένα λεπτό bonus για όσα ειπώθηκαν ερήμην του σωστού αποθέτη.

 

….

(δατς ολ φολκς)

memorabilia

26093845

 

Οι γυναίκες της διπλανής ξαπλώστρας θα είναι και φέτος εκεί.

Μετρώντας απώλειες, έχοντας συλλέξει -από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, ερήμην τους- αμφίβολης αξίας αναμνηστικά. Μια ύπουλη κύστη στο στήθος, μιαν ενδομητρίωση, μια εμμηνόπαυση που έστειλε sms ‘είμαι στο δρόμο‘, πέντε κιλά ανισομερώς κατανεμημένα, δυο καινούριες πανάδες, έναν μόνιμο αποχωρισμό, ένα πρώην παιδικό δωμάτιο συγυρισμένο (αλλά κενό), εφτά αποτυχημένες απόπειρες δίαιτας, τέσσερα ’ναι αλλά όχι’, δυο ’πού να μπλέκεις τώρα’, μια ημιτελή απόπειρα offshore οργασμού, πολλά δικά του ψέματα που δεν χωράνε πια στη ζυγαριά, μερικά δικά τους που δεν ξεστομίστηκαν ποτέ, μιαν απόλυση, έξη κατά φαντασία προσλήψεις, μερικές εκατοντάδες ’ουφ’, κάμποσες χιλιάδες εκπνοές μολυσμένου από κουρασμένα σώψυχα αέρα, δυο -μπορεί και εικοσιδυό- μηνύματα που δεν αξιώθηκαν ποτές το  ‘send’.

Και μια σειρά αλήθειες που γράφτηκαν στο φέισμπουκ συν άλλες τρεις που γράφτηκαν στο χιόνι.

 

….