Is this the blues I’m singing?

2015-04-18 19.18.23

 

Νομίζω το ΄χω ξαναγράψει, τι πειράζει μια φορά -και δυο και τρεις- ακόμη; Χωρίς επαναλήψεις και ψευτομερεμέτια δεν συντηρούνται τα μπλογκς, πέφτουν και σε πλακώνουν.

Eπιστροφή από διακοπές στο Χορευτό με τσίμα τσίμα λεφτά για ρεφενέ βενζίνες, διόδια, ένα σάντουιτς και ναύλα για το λεωφορείο μετά. Bλέπω -την ώρα της αναχώρησης και του ανεφοδιασμού σε τυρόπιτες- το Crocodiles στη βιτρίνα κάποιου βολιώτικου δισκάδικου χωμένου ανάμεσα σε άσχημα μπετόν και ακόμη πιο άσχημη ζέστη. Όλα είναι άσχημα όταν επιστρέφεις. Tότε, σήμερα άλλαξαν οι επιστροφές, η όψη τους μαλάκωσε μια στάλα, πιάσαν τόπο τα μπότοξ. Χωρίς να πολυσκεφτώ, κάνω ένα γρήγορο υπολογισμό του περιεχόμενου της τσέπης. Δεν βγαίνει ο λογαριασμός, αν οι άλλοι θελήσουν ένα στοπ για τσιμπολόγημα στη διαδρομή. Ή αν σου πει να μείνετε μια νύχτα στη Θεσσαλονίκη -πριν ξαναπάει ο καθένας σπίτι του- και παίρνετε μετά το πρωινό ΚΤΕΛ. Μα ο σατανάς έχει μπει μέσα μου,  μπαίνω κι εγώ βγαίνοντας με το λάφυρο και τσέπη αφυδατωμένη κατά 300 -μπας και ήταν 400; – δραχμές. Οι άλλοι τρεις -ειδικά τα υπέροχα μαυρισμένα, υγρά (πού διάολο χάθηκαν αυτά τα λιπγκλος τους) κορίτσια- με κοιτάζουν με απελπισία, απορία, μπορεί και θυμό. Αυτό που ήθελα το έκανα, δεν θα με πτοούσαν οι απαξιωτικές ματιές τους. Ούτε το ότι θα έπρεπε να την παρακαλέσω να μου δανείσει για το εισιτήριο της επιστροφής ή να με αφήσει να φάω ένα μικρό, μια μπουκίτσα πράμα, κομμάτι από το τοστ της, να πιω μια γουλιά από τη μπίρα της, να ικετεύσω -εν τέλει- για συγχώρεση. Όλα τα άντεχα αφού αυτό που ήθελα το πήρα. Ικέτης; Ικέτης, γονατιστός, δεν ήταν άσχημη η θέα από κει χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της.

Στο εξώφυλλο ήταν όλοι χοντρά ντυμένοι μέσα σ’ ένα χρωματιστό δάσος. Εμείς στην άσφαλτο, με τα ελάχιστα απαραίτητα (τι ωραίοι, τραγανιστοί ώμοι φιλοξενούσαν τα τιραντάκια τους), έβραζε ο τόπος κι ας ήταν δέκα το πρωί. Κλιματισμοί και ανάλογα πολυτελή κομφόρ δεν υπήρχαν στα Φιατάκια τότε. Πολλές φορές μου πέρασε απ΄το μυαλό η σκέψη πως μέχρι να φτάσω σπίτι ούτε ο Ian, ούτε ο Will, ούτε το βινύλιο θα τα καταφέρουν. Θα λιώσουν σαν τα κεράκια στην εθνική οδό, ανάμεσα Τέμπη-Μάλγαρα και Έσο Πάπας. Βάλε και το ΚΤΕΛ την άλλη μέρα το πρωί, αρμαγεδώνας.

Τελικά έλιωσα εγώ. Κι όταν ξαναστερεοποιήθηκα -χρόνια μετά- τίποτε δεν ήταν ίδιο. Κωλοκαρκίνοι, τι τα θες, παρορμητικοί μα κι ανασφαλείς, επίμονοι αλλά ανυπόμονοι, ευαίσθητοι και κυκλοθυμικοί. Σκάρτο πράμα αγοράζεις αν μας σπιτώσεις.

Το δισκάκι, κωλοκαρκινάκι κι αυτό, ζει ακόμη μαζί μου. Χιλιοταλαιπωρημένο στο εξώφυλλο, πονάει η ψυχή σου σαν το βλέπεις, δεν του φέρθηκα  πάντα καλά, συμβαίνουν αυτά με όσους αγαπάς, δυστυχώς. Αλλά ατσαλάκωτο μέσα. Ούτε χρατς, ούτε χριτς. We lost some time after things that never matter, τραγουδάει. Some, του λέω με νόημα, some. Κάτι ρέστα έχουμε ακόμη Ian, κοίτα να τα ξοδέψουμε όπως τους αρμόζουν.

….

μπλε

 

34479024 (1)

 

Ήταν η πρώτη φορά -μετά από πάρα πολλά χρόνια- που ξανοίχτηκα στα σκούρα βαθιά. Mόνο δυο σημαδούρες και μια βάρκα, δέκα μέτρα παραπέρα, ανάμεσα σε μένα και τα βράχια.

Σημαδούρες, βάρκα, βράχια, μπλε. Καρτ ποστάλ χιλιοειδωμένη, πάντα βάλσαμο.

Γαλήνη. Με όποιο τρόπο και να τη γράψεις, όποια λέξη και να εφεύρεις.

Έκανα μιαν απελπισμένη απόπειρα να βουτήξω, προσπαθώντας να φτάσω στο βυθό. Δεν είχα το κουράγιο, μπορεί και να φοβήθηκα πως δεν θα τα καταφέρω, στα μισά παραιτήθηκα. Θα ‘ταν τέσσερα, τεσσεράμισι μέτρα, μια διαδρομή βατή κάποτε, τώρα βουνό. Στη θάλασσα.

Το νερό διαυγές, γυαλί, πιο καθαρό κι απ΄την ψυχή ενός νεογέννητου. Αυτά με τα προπατορικά που σέρνουμε στην πλάτη μας από την πρώτη μέρα δεν τα πιστεύω, έχω πολλούς άλλους λόγους, ρεπερτόριο ολόκληρο, για να τρομάζω.

Ο ήλιος ευλογία, καύσιμο για την ψυχή. Δεν έμεινε γωνιά της αφώτιστη. Οι μαύρες σκέψεις -αυτά τα βαμπίρ που την βασανίζουν κάθε μέρα- λούφαξαν στην αρχή, μετά τρόμαξαν, στο τέλος την άφησαν επιτέλους μόνη.

Ξάπλωσα στο νερό σαν τον άνθρωπο του Βιτρούβιου, με πόδια και χέρια ανοιχτά όσο άντεχαν τα κουρασμένα, σκουριασμένα άκρα μου.

Αλάφρυνα. Θα ‘μουν δεν θα ΄μουν δυο, τρία κιλά. Έδωσα ρεπό στη σάρκα να φύγει, να απαλλαχτώ από την παρουσία της, να ηρεμήσει κι αυτή απ’ τις προσταγές του μυαλού τύραννου.

Άδειασα από κάθε Κακό.

Γλάροι πέρναγαν μισό μέτρο, ούτε καν μισό,  πάνω απ΄ το κεφάλι μου. Πρώτη φορά, κι αυτό.

Χαμογελούσα τρισδιάστατα (αυτό εγγράφεται στο βιβλίο των ευτυχισμένων στιγμών, στις μπροστά μπροστά σελίδες) με κλειστά μάτια όταν τους άκουγα να ξαναπερνάνε, όσο ένιωθα τον αέρα από τα φτερά τους πάνω μου. Βρήκαν παιχνίδι; Bρήκα κάθαρση.

Χρόνος δεν υφίσταται εκεί μέσα, δεν έχω ιδέα πόσο έμεινα. Μισόν αιώνα, ίσως.

Το τσιγάρο που άναψα μετά, εγώ ο άκαπνος, είχε γεύση που όμοιά της δεν θυμάμαι εδώ και πολύ καιρό. Πόσο πολύ; Άλλον μισό αιώνα, ίσως.

Ουδείς γνωρίζει το αύριο, ούτε καν το πέντε λεπτά μετά. Μα εκεί νιώθεις απέθαντος. Μπορεί και να ΄ναι η πηγή της ζωής που ψάχναν, μάταια, οι κονκισταδόρες.

 

 

…..

38 special

vlcsnap-2013-11-02-21h25m14s81

 

Εξήμιση. Βράζει η πλάση, κοχλάζει. Με εμάς μέσα της, σιγά το ζουμί, oύτε μισό κονσομέ της προκοπής φτιάχνεις.

Ντους, ξανά. Για πέντε λεπτά ανακούφιση. Πέντε ευλογημένα λεπτά, μετά αφυδατώνεται και το μέσα σου εκτός απ΄το έξω. Δεν σκουπίζεσαι, μπας και παρατείνεις για λίγες στιγμές τη δροσιά. To τρίτο, μετά τις 12μιση το βράδυ και τις τέσσερις το πρωί. Tέτοιο grande πότισμα ούτε οι κήποι στις Βερσαλλίες αξιώθηκαν.

Τολμάω να ξαναπέσω στο κρεβάτι, είναι νωρίς ακόμη.

Αποκοτιά. Πέφτω πάνω στο ρεπερτόριο.

Γύρνα απ΄ την άλλη. Μη κολλάς και μη ξεφυσάς πάνω μου. Έκοψες και τον αέρα απ’ τη μπαλκονόπορτα, τοίχος ολόκληρος έγινες. Και στο ‘πα χίλιες φορές να σκουπίζεσαι καλά, χτες άλλαξα σεντόνια…

Κουβέντες που πριν τριάντα χρόνια, ακόμη και είκοσι, ήταν inconcessus. Πιο απαγορευμένες κι από το «love»  σε στιχάκια της Diamanda Galas. Δεν πληγώνομαι πλέον, έχεις δει τοίχο ευαίσθητο;

Ο ανεμιστήρας στο ταβάνι πολεμάει φιλότιμα, όλη τη νύχτα, ως τώρα. Το ‘χω δει αυτό το θέαμα σε πολλές ταινίες, φιλμαρισμένο από ζόρικες γωνίες, ένας ξαπλωμένος άντρας και οι φτερωτές από πάνω του, ιδρώτας, σκιές, τα σεντόνια γουμίδια. Κανείς δεν σηκωνόταν όμως μετά να πάει να πιάσει δουλειά, τέτοιο σενάριο δεν αξιώθηκα.

Εφτά. Τι φοράς σήμερα που θα χτυπήσει 38ρια; Τραγωδία να μην είσαι σε δουλειά που το dress code είναι βερμούδα-φανελάκι. Η στολή των συνταξιούχων. Με κάλτσα μπεζ και σκαρπίνι. Τέτοιο στυλ ούτε ο Γκωτιέ, ούτε τα δίδυμα Dean & Dan, ούτε καν ο Γκαλιάνο ονειρεύτηκαν. Στολή κλιματιστικό. Την φοράνε και κυκλοφορούν έξω ακόμη και με θερμοκρασίες που λυγίζουν γκαμήλα. Απορώ πώς δεν την πατένταραν ακόμη κάτι Daikin, Mιτσουμπίσι, Φουτζίτσου, τραγικό και άθλιο μάρκετινγκ έχουν εν τέλει.

Μπαίνω μέσα στις πρώτες ανοησίες που βρίσκω μπροστά μου, παντελόνι, πουκάμισο, ανοίγω την πόρτα, λέω φεύγω. Παλιά συνήθεια, από τότε που τα φεύγω έπαιρναν απάντηση. Και -ενίοτε- συνοδευόταν με χορταστικό πρωινό σεξ, διπλή μερίδα, ρε γαμώτο θ’ αργήσω, εγώ καθόλου. Ray Davies είσαι βασιλιάς αγόρι μου, άρχοντας, wont you tell me?

Της το ΄χα πει κάποια στιγμή, με μια δόση παράπονου, παλιά, πολύ παλιά, στις μεγάλες ζέστες έμοιαζες της Κάθλιν Τέρνερ στο Body Heat. Και τώρα της μοιάζω, απάντησε, μη σου πω ότι είμαι απείρως καλύτερη. Ανέκαθεν είχε απαντήσεις Ray, ανέκαθεν, για όλα.

Πρώτη κίνηση κατεβάζω παράθυρα, δεύτερη κλιματισμός, τρίτη όπισθεν. Με κλειστά μάτια. Ούτε τα σκυλιά του Pavlov τόσο εκπαιδευμένα.

Καθ΄ οδόν διασταυρώνομαι με το αγαπημένο μου ATM. Εφτά και είκοσι, ήδη τρεις συνταξιούχοι -οι δυο με τη στολή κλιματιστικό, ο τρίτος με τζιν, ριγέ μπλε/κόκκινο/άσπρο πόλο, σακούλα φαρμακείου υπό μάλης- περιμένουν. Σα να μη τους έφτανε ο φόβος της αρρώστιας και του θανάτου, προστέθηκε και το άγχος του άδειου ΑΤΜ. Aυτά δεν είναι capital controls, ξεπάστρεμα είναι.

Ανοίγω ραδιόφωνο. «Πετάει το γάντι ο Τσίπρας». Όποιος θέλει ας το σηκώσει, με 31 βαθμούς -ήδη- ούτε ασχολούμαι, ας μείνει χάμω να πεθάνει ασήκωτο. Άμα θέλει το σηκώνει ο Νταβανέλος. Γάντια, καλοκαιριάτικα, με καύσωνα. Δεν παν καλά οι άνθρωποι.

Αλλάζω σταθμό. Θαλασσινός. Μετά Μάλαμας. Δεν φτάνει που είναι γαμημένα τα μεσημέρια μας με τους 38 και τους 39, μακελεύουν και τα πρωινά μας.

Τα καζάνια της Κόλασης. Με σάουντρακ τα μεταξωτά. Και τη φουφού του καστανά. Χωρίς να φυσάει. Ας μας λυπηθεί κάποιος. Ας είναι και ο διάολος αυτοπροσώπως, λιγότερο άσπλαχνος θα είναι απ’ αυτόν που διαλέγει κατατονίες, εφτάμιση το πρωί, μιας μέρας που ο Σάκης Αρναούτογλου είπε -φορώντας σακάκι- ότι θα καίγεται όλη η χώρα από άκρη σ’ άκρη.

 

(μούζικα ρε μπάσταρδοι, μούζικα)

….

 

οι αλχημιστές

34426377

Πρώτο σίξτις/σέβεντις μπάνιο χτες.

Δέκα, δεκαπέντε άνθρωποι, σε μια παραλία που φαινόταν τόσο ατέλειωτη όσο και η ζέστη. Η κάψα θόλωνε τις άκρες του κάδρου. Κάπου σταματούσαν όλα, ξηρά και νερό, μα δεν διέκρινες πού. Μερικές φορές αυτό είναι καλό, δεν είναι φρόνιμο να ξέρεις πάντα τις συντεταγμένες του τέλους.

Ομπρέλα ιδιωτική, δυο πετσέτες, κρύο νερό στο ισοθερμικό τσαντάκι. Και τέσσερα τσιγάρα, ένα πριν, τρία μετά. Μας έμεινε κουσούρι, το «μετά».

Ησυχία, επιτέλους. Μόνο κάποιες κουβέντες την ραγίζουν, που και που.

Πέντε γυναίκες -όλες στα σύνορα της εμμηνόπαυσης, άλλες περιμένοντας τη σφραγίδα στο διαβατήριο, άλλες έχοντας ήδη διαβεί με βαριά βήματα τη μπάρα- συζητούν μέσα στο νερό για συμβάντα αδιάφορα που συγκλονίζουν τις μέρες τους. Για βιβλία που δεν διάβασαν, για τα γεμιστά που άρπαξαν στο φούρνο χτες, για το μαλλί που θέλει κούρεμα, για την Βίκυ που χάνει την Ιατρική για μια χούφτα μόρια, για μόρια που δεν τις καταδέχονται πια, για μαγιώ νούμερο 16. Πέρυσι 14, φέτος προαγωγή. Bitter sixteen.

Τις ακούω, κάθε λέξη τους, σχεδόν κάθε ανάσα τους, μη σου πω και κάθε σκέψη τους. Οι άνθρωποι ξεχνούν πως ο,τι λες μέσα στη θάλασσα τρέχει και τρυπώνει στα αυτιά παρείσακτων. Είμαι ένας απ’ αυτούς. Ένας voyeur με σφαλιστά μάτια.

Μπαίνουμε; ρωτάει.

Βήμα πρώτο, πάνω απ’ τα γόνατα.

Βήμα δεύτερο, στον αφαλό.

Τρίτο βήμα δεν είχε. Κάθαρση μόνο, νερά γυαλί, τέσσερα μέτρα μακριά από την ομπρέλα, δυόμιση μέτρα βάθος. Σε οργιές θα ήταν πιο λόγιο αλλά δεν ξέρω να μετατρέπω.

Μιάμιση ώρα μέσα στο νερό. Σε ένα βιβλίο θα διάβαζες «γίναν θάλασσα μέσα στη θάλασσα κι αυτοί». Ανακουφίζομαι που δεν το έγραψα. Ευγνωμωνώ το σύμπαν μου που είναι τυφλό, κουφό, ανάπηρο και δεν έχει ιδέα τι θα πει συνωμοσία.

Οι πέντε γυναίκες γίναν τρεις, μετά δυο, μετά ένα κενό στον ορίζοντα, κενό με φως που ματώνει τα μάτια. Ο μόνος πόνος που κάθε συνάντηση μαζί του είναι ευλογία.

Βγαίνουμε και μετράμε πετραδάκια κολημμένα στα γυμνά μας πόδια, ανάμεσα στα δάχτυλα, στα μαλλιά. Τα δικά μας νταμάρια, τα δικά μας παράσημα. Καλή και η άμμος αλλά σ’ αφήνει δίχως γαλόνια.

Κανείς μας δεν σκουπίζεται, αφήνουμε το νερό να ξεψυχήσει ήρεμα πάνω μας. Τέτοιο τέλος όλοι το ονειρεύονται, λίγοι το αξιώνονται, της λέω. Δεν καταλαβαίνει για ποιο τέλος μιλάω, συνήθισε πια τις μετέωρες, περιπλανόμενες διαπιστώσεις μου, δεν δίνει σημασία.

Ησυχία. Επιτέλους ησυχία. Κανένα κάπιταλ κοντρόλ δεν σε ανακαλύπτει εδώ. Για μια, δυο, τρεις ώρες. Μόλις νιώθεις το κακό να ‘ρχεται, βουτάς και το πνίγεις. Το Κακό δεν ξέρει κολύμπι.

Μια γουλιά νερό. Και τσιγάρο, που μουσκεύει απ΄ τα βρεμένα δάχτυλα. Αλάτι, ιώδιο και καπνός. Η χημική ένωση που ανέκαθεν έφτιαχνε το θέρος. Κάποτε το μάθαμε, οι κατά φαντασίαν Σαντιάγκο.

Ωραία ημερολόγια, της λέω.

Να ζήσουμε να τα θυμόμαστε, απαντά, ανάβοντας το τέταρτο.

….

into my arms

interstellar

 

Tίποτε δεν ελέγχουμε, τίποτε δεν ασφαλίζουμε, τα «ίσως» για το αύριο μας εξουσιάζουν. Έρμαια της στιγμής είμαστε, όχι ρυθμιστές του χρόνου. Είμαστε η σκιά του ήλιου, όχι ο ήλιος ο ίδιος.

Τα εμπέδωσα αυτά από καιρό αλλά σας το ‘χω πει εκατό φορές μπαγασάκια πως δυο πράγματα ζητάω μόνο. Χωρίς και με αφορμές. Σήμερα μου ΄ρθε άλλη μια, κατακέφαλα.

Θα φύγουμε πρώτοι εμείς. Πάντα εμείς πρέπει να φεύγουμε πρώτοι.

Τα δυο σας να μη χαθείτε, ποτέ. Να βρίσκεστε. Όσο μακριά το ένα απ’ το άλλο και να ΄στε.

Αν το ξεχνάτε, που και που θα ερχόμαστε να σας παίρνουμε για μια βόλτα. Όπου και να ζείτε. Μ’ όποιους και να μοιράζεστε τη ζωή σας. Θα ερχόμαστε, θα κορνάρουμε βουβά για να κατεβείτε. Θα βάζετε τις ζώνες σας στο πίσω κάθισμα και θα δίνετε παραγγελιά, θα ξεκινάμε για όπου πείτε σεις.

Θα ακούμε -όσο δυνατά θέλετε- τα τραγούδια που εσείς θα διαλέγετε, θα σας αφήνουμε να βγάζετε τα κεφάλια και τα χέρια σας έξω απ’ τα παράθυρα, θα σας αφήνουμε να βρίζετε, να λέτε «μαλακιζμένο», να πετάτε τυρογαριδάκια, να μπουγελώνεστε και να μαλώνετε για χαζές αφορμές μπροστά μας. Δεν θα θυμώνουμε, θα χαμογελάμε μόνο. Κρυφά, να μη πολυπαίρνετε θάρρος.

Μετά, πριν έρθει για τα καλά η νύχτα, θα σας αφήνουμε στα σπίτια σας, στους αγαπημένους σας, θα βλέπουμε να μπαίνετε μέσα, να κλείνει η πόρτα πίσω σας και τότε μόνο θα ξαναφεύγουμε.

Αφού πρώτα αφεθούμε για λίγο σε μια λυτρωτική αγκαλιά, της καληνύχτας, του «να ΄στε καλά μωρά μας».

Γιατί εσείς θα είστε ακόμη δεκαπέντε και δώδεκα. Πάντα.

Κι εγώ, κι εκείνη, θα είμαστε εκεί, μαζί. Αόρατοι αλλά μαζί, χωρίς εισαγωγικά. Για πάντα.

 

—-

weird fishes

34189992

Στο νησί απέναντι, σαράντα -και βάλε – χρόνια πριν.

O πατέρας μου -δεινός ψαροφάγος- διάλεγε πάντα το ψάρι που θα τρώγαμε. Μια-δυο φορές τις δέκα μέρες που κρατούσαν οι διακοπές μας, η ίδια ιεροτελεστία. Αν τύχαινε να βρεθεί συναγρίδα ήταν ευτυχισμένος, δεν είχαμε καλές σχέσεις με ψαροκόκαλα και αυτή η άσπρη σάρκα ήταν λαχείο. Τότε τις κόβαν και φέτες, χωρίς πολλές πολλές γκρίνιες. Πήγαινε στην κουζίνα, τις επιθεωρούσε στο ψυγείο, έδειχνε «αυτήν», έμενε πλάι στη ζυγαριά για να αποφύγει τα απρόοπτα και δεν επέστρεφε στο τραπέζι παρά μόνο τη στιγμή που οι μερίδες μας ακουμπούσαν πάνω στη σχάρα και δίπλα τους περίμενε η πιατέλα με το χαρτάκι που ΄χε πάνω σημειωμένο το ζύγι. Εκείνος έτρωγε πάντα κάτι άλλο, μπορεί ένα γιουβέτσι, μια μακαρονάδα, γεμιστά πιπέρια, μπριάμ. Ο προϋπολογισμός των διακοπών άρχιζε και τέλειωνε στα παιδιά του και στη γυναίκα του. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς διάλεγε. Μάλλον να είναι ο μπαμπάς μας. Τότε δεν καταλάβαινα τι μπορεί να σημαίνει αυτό, τώρα πια -που μπήκα κι εγώ στο πετσί του ρόλου- ξέρω καλά.

Μετά τα δεκαεφτά, τα καλοκαίρια μας δεν ξανασυναντήθηκαν σε τραπέζια παρά μόνο μετρημένες φορές, εθιμικά, γρήγορα και συνήθως με το βλέμμα στο ρολόι. Έτσι γίνεται, καθένας στη ζωή του. Birds fly.

Όταν όμως τις λιγοστές και σπάνιες πια μέρες των διακοπών μας βγαίνουμε έξω, μόνοι ή με παρέες (χωρίς τα παιδιά πλέον, ήρθε αναπόφευκτα η σειρά μας), όπου κι αν καθίσω και πριν καν προλάβω να παραγγείλω, τον βλέπω σαραντάρη να μπαίνει φουριόζος στην κουζίνα για να προλάβει να διαλέξει τα καλύτερα κομμάτια για μας. Κρέας να παραγγείλουμε, συναγρίδα διαλέγει. Παράξενα πράγματα, αυτονόητα για τους μπαμπάδες.

Kι ύστερα τον βλέπω να δείχνει με καμάρι στο σερβιτόρο το τραπέζι μας. Λέγοντάς του, λάμποντας, «εκεί, σ’ αυτούς». Μόνον εγώ τον βλέπω και με βλέπουν οι άλλοι να χαμογελώ και κανείς δεν τολμάει να ρωτήσει γιατί, είναι σπάνιο σήμερα να βλέπεις ανθρώπους να χαμογελούν έτσι, στα καλά του καθουμένου, γιατί το μυαλό τους ξαφνικά πλημμύρισε από ευτυχία.

Να ‘σαι καλά ρε μπαμπά, σ’ ευχαριστώ για όλα. Και για τα καλοκαίρια μαζί σου, που αντέχουν ακόμη.

….

πουμαρό μπλουζ

 

 

A wooden spoon dropped on the floor after stirring the tomato sauce.

 

Θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

θάνατος οι τέντες που χτυπιούνται απ’ το μπουρίνι,

θάνατος οι γυναίκες που δεν αγαπιούνται πια

καθώς στραγγίζουν την τελευταία σταγόνα απ’ το χαρτόνι

αφού έχουν ψιλοκόψει τα κρεμμύδια.

«Μυρίζω;»,  λέει,  κι ύστερα «ας μυρίζω».

………

άπνοια ΙΙ

ipad-150-18

 

 

Χίλιες τριακόσιες ογδόντα εφτά ημέρες μετά, το πήρα απόφαση πως τα τσιμέντα μουλάρωσαν και δεν κουνιούνται ρούπι. Ούτε κανάκεμα, ούτε ταξίματα, σπονδές, ευχέλαια, μήτε απειλές πιάνουν τόπο.

Kάποτε διάβασα τι γίνεται μέσα στην κοιλιά μιας αράχνης.

Τις νύχτες που οι τέντες ακούγονται να τρίζουν, σκέφτομαι ξανά και ξανά το Μπάουντι. Να γίνω Φλέτσερ ή να μείνω για πάντα Μπλάι;

 

—–

harsh politics

33892780us

Πολαρόιντ, εκεί στην ακτή των πολύ πρώιμων είκοσι. Ξαπλώνουμε στα μικρά βότσαλα, πέντε αγόρια, έξη κορίτσια – μπορεί κι εφτά, μη συνεργάσιμη μνήμη, πέρασε καιρός-. Γελάμε, μιλάμε, πίνουμε, ποθούμε, γελάμε κυρίως. Χωρίς μεζούρα. Ένας απ΄ όλους -ίσως ο πιο τολμηρός ή ο πιο απελπισμένος- αγγίζει με τα ακροδάχτυλα την πλάτη κάποιου κοριτσιού αργά, τελετουργικά σχεδόν, όχι αχόρταγα. Όπως αρμόζει σε δέρμα γυμνό. Το κορίτσι είναι ξαπλωμένο, μπρούμυτα. Δεν βλέπει ποιός, μόνο νιώθει. Το κορίτσι λέει λιγωμένα αλλά επιτακτικά “όποιος κι αν είσαι μη σταματάς”  και οι αίφνης παρείσακτοι τρέξαμε στη θάλασσα, μπας και καταφέρουμε να σβήσουμε ο,τι σβηνόταν.

 

and them

Ξυπνητήρι το κύμα και η δροσιά απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Μακριά απ’ το σπίτι. Είναι νωρίς, ούτε εφτάμιση και ο ήλιος ήδη πληγώνει άσχημα. Κάποιες φορές είναι βάσανο ο ήλιος, το λέει κι ο ποιητής. Εκείνη σηκώνει το σεντόνι, φεύγει απ΄ το κρεβάτι, ήχος από νερό στο μπάνιο, μετά ησυχία ξανά. Το φως απτόητο, ανελέητο, δεν έχει κουράγιο να σηκωθεί να τραβήξει κουρτίνες, θα της ζητήσει να το κάνει όταν βγει. Βγαίνει. Εκτυφλωτικά γυμνή, σα να μην έφτανε τόσο φως. Πέντε βήματα και είναι καθισμένη πάνω του, ψηλά, στο στόμα του. «Το πρωινό σας κύριε». Όλα τα πρωινά, όλα τα bed & breakfast του κόσμου μαζεμένα εκεί. No polaroids.

 Μούζικα

……

ψέματα με θέα

33879807

Τριάντα χρόνια πριν, μαλώναμε σε ποιο νησί θα πάμε πρώτα, γιατί μετά υπήρχε και δεύτερο και ενίοτε και τρίτο. Μετράγαμε νησιά όπως οι πιτσιρικάδες παγωτά ή μπάνια. Είκοσι χρόνια πριν, μαλώναμε σε τι ξενοδοχείο θα  καταλήξουμε, αφού προλάβαμε και κόψαμε τους δεσμούς με τα σκηνάκια (δεν ήταν δεσμός, σχέση λίγων μηνών ήταν, δεν αγαπηθήκαμε ποτέ με τα φερμουάρ και τους υπνόσακους στ΄αλήθεια) και τα ενοικιαζόμενα που βλέπαν ταράτσες ή άλλα μπαλκόνια (αλλά από θάλασσα τσιφούτικα) και αναβαθμιστήκαμε σε full sea view. Δέκα χρόνια πριν, η πισίνα κι ο μεγάλος κήπος ήταν προαπαιτούμενα, «αφού ευχαριστιούνται τα παιδιά» (εμείς με τις πισίνες επίσης δεν αγαπηθήκαμε, αφού ούτε με την Ρόμι ούτε με τον Αλαίν μοιάζαμε, πόσο μάλλον με την Τζέιν). Τότε σταματήσαμε να μαλώνουμε πριν και μαλώναμε μετά, αφού πρώτα βάζαμε τα αποκαμωμένα μικρούλια για ύπνο και μας έτρωγε τα σωθικά το μπαλκόνι ή η ιδρωμένη μουγκαμάρα, «σσς..σιγά, μη ξυπνήσουν». Μεγαλώσαν τα παιδιά, αρχίσαν δειλά δειλά τα αεροδρόμια, τα έξω, τα λιτά μεγαλοπιάσματα, όλοι μαζί. Παραμεγαλώσαν και ήρθε η ώρα των «να πάτε μόνοι σας», ούτε στον παράδεισο περνάς καλά «μόνοι σας». Αν το ταμείο δεν ήταν λεηλατημένο απ΄ τον χειμώνα, βρίσκαμε δυο φτηνά εισιτήρια για τόπους στους οποίους φτάνεις σε δυο, άντε τρεις ώρες το πολύ, φεύγαμε για τρία, τέσσερα βράδια, σε πέντε μέρες ξανά στο σπίτι γιατί όταν παραμεγαλώνουν πρέπει και να τα παραπληρώνεις, καταφέρναμε και φεύγαμε όμως. Μετά πήραμε διαζύγιο και με τα αεροδρόμια, ανεβαίναμε στο αυτοκίνητο για να βρούμε θάλασσες κοντινές, που δεν θέλαν καράβι να τις φτάσεις, «που να μπλέκεις με καράβια και κρατήσεις και κοίτα να δεις, πιο φτηνά τα αεροπλάνα, τους αλήτες, τους πειρατές, τους μονοπώληδες» ώσπου μια μέρα πήγαμε αναγκαστικά στο Καστελόριζο με μια μωβ γραβάτα σαν θηλιά με σταυρόκομπο και από κει και πέρα ορνιθοσκαλίζουμε για όσα θυμόμαστε.

Ψέματα. Τρεις μέρες τις βρίσκουμε, ακόμη, είμαστε απ΄τους τυχερούς. Και ξανασυναντηθήκαμε με τα αεροδρόμια, αφού όλα πια (ακόμη και το καλοκαίρι, αυτός ο Βρούτος) σου ψιθυρίζουν «φύγε έξω». Αλλά σχέδια δεν κάνουμε. Ούτε να μαλώσουμε πριν τολμάμε, ούτε καν μετά. Σιωπηλοί πάμε, σιωπηλοί επιστρέφουμε, σαν να είναι η τελευταία μας φορά. Παλιά το cd player έκαιγε, δεν σταμάταγε στιγμή να μας τραγουδάει μέσα από με ευλάβεια φτιαγμένα home made δισκάκια, «για τη διαδρομή». Τώρα μόνο το ρούφηγμα απ το κατακάθι του αφρού στο πλαστικό ποτήρι ακούγεται. Και τα κινητά, «ναι, ναι, πολύ ωραία ήτανε, κρίμα που δεν βρήκατε κι εσείς δυο μέρες για να πάμε παρέα, ναι, πολύ ωραία όλα». Κι άλλα ψέματα. Και είμαστε απ’ τους απλά καψαλισμένους, όχι απ’ τους απανθρακωμένους, για φαντάσου.

Για φέτος δεν συζητήσαμε τίποτε. Δεν ψάξαμε προορισμούς, δεν μετρήσαμε λεφτά που έτσι κι αλλιώς δεν περισσεύουν, δεν τολμήσαμε να κοιταχτούμε. Ούτε home made δισκάκια θα φτιάξουμε για το δρόμο. Γεροί να ‘μαστε, όλο και κανένα ενοικιαζόμενο ψέμα θα βρούμε να βολευτούμε μέσα του. A cappella.

……

Summercard Gold

33831138

Όλες οι συναλλαγές πάνω από 70 ευρώ θα γίνονται με κάρτα στα νησιά, είπε.

Αλλά σε νησιά με πληθυσμό πάνω από 3.000 άτομα, συμπλήρωσε.

 

Και  πήγε η καρδιά των αγονογραμμητών στη θέση τους. Χωρίς τσαλακωμένα τάληρα και φραγκοδίευρα στο πορτοφολάκι (ντρέπομαι να πω κατοστάρικα και πεντακοσάρικα, μη τυχόν και δεν καταλάβει κανείς ότι μιλάω για δραχμές), όλη η «αφήγηση» καταρρέει. Eξαϋλώνεται η μαγεία -πικρή, δεν αντιλέγω- του αποχωρισμού με το νησί, να βλέπεις τα εικοσάρικα, τα δεκάρικα, τα κέρματα να λιγοστεύουν μετρώντας αντίστροφα μέρες ως τα τελευταία απρόθυμα βήματα στην προβλήτα, αυτό το βασανιστικό δικό μας green mile. Ενώ με το πλαστικό «πληρώνω», το θέρος -έστω και ως ψέμα, ως αυταπάτη- παρατείνεται. Χωρίς άδεια τσέπη, βασανιστικά αφαιμαγμένη, δεν έχει γεμάτο βιβλίο όμως.

Το ‘χω βάσανο κρυφό, εξομολογημένο τώρα πλέον, που δεν μπορώ να σκαρώσω ούτε μισήν ιστορία για λίγες νύχτες σε ένα νησί σαν αυτά τα ερημονήσια που όλοι ξέρουν να περιγράφουν, καλύτερα κι από το πετσί τους. Όχι σε μια σελίδα, σε εκατό, σε διακόσιες. Όλα τα χωράνε μέσα. Τις μέρες, τις νύχτες, τους λιγοστούς ανθρώπους του, τους φασαριόζους (με το άλλοθι των νιάτων τους) εισβολείς, την άμμο, τα βότσαλα, τα μεθύσια, τους έρωτες, τα σπέρματα πάνω σε ιδρωμένους υπνόσακους, τη γύμνια, τις ζήλειες, τους καφέδες με τσιμπλιασμένα μάτια, τα νοικιασμένα Hondaκια, τα σε δυο παλάμες μετρημένα -sold out, ήδη από το περασμένο θέρος- αλμυρίκια, τις καμένες πλάτες, τα φιλιά που δόθηκαν αλλά κι εκείνα που μείναν ανεπίδοτα μέσα σε σκηνάκια ή σε δωμάτια 3Χ3, το λιγοστό νερό, το άφθονο, σπάταλο μπλε, το ογκώδες φως.

Εντάξει, και τις εθιμικές φωτιές στις παραλίες. Tους μικρούς φάρους των δεκαοχτώ, είκοσι, άντε εικοσπέντε μας. Με τους ύμνους κάθε εποχής, από στόματα αγοριών που είχαν κρεμασμένα πάνω τους -στολίδια, λάφυρα- όλα τα ξέμπαρκα κορίτσια. The answer is blowing ξανά στο τίποτα στο γενικά εσύ.

Τα φέραμε από δω, τα φέραμε από κει μωρό μου, δεν κατηφορίσαμε ποτέ.

 

…..

καλά, εσύ ξεδιπλώθηκες νωρίς

il_fullxfull.372384156_6qgj

Βιάστηκες, νωρίς ξεδιπλώθηκες αλλά θα έρθω. Έτσι σκοπεύω, δηλαδή. Τις φοβάμαι αυτές τις σιγουράντζες υποσχέσεις που βγαίνουν απερίσκεπτα απ΄το μυαλό και δεν είναι στο χέρι μας.

Θα βογγήξει, θα φτύσει αίμα το πανί σου φέτος. Δεν είναι μόνο τα νεοσύλλεκτα κιλά μου. Βαρύς ήταν κι ο χειμώνας, τον σέρνω πάνω μου, κάθε μήνα, μέρα, ώρα του. Βάστα ν΄αντέξεις ακόμη ένα καλοκαίρι μαζί μου, σάμπως έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις;

Θα χαζεύουμε μαζί μεγάλα κορίτσια. Και τις λατρεμένες τους ατέλειες. Τη χαλάρωση στα γόνατα, τα σημάδια στο δέρμα, το κουρασμένο στήθος τους. Τα όλο και πιο δυσδιάκριτα λακκάκια εκεί χαμηλά, πίσω, ανάμεσα στη γύμνια και στο λάστιχο.

Θα ξαναχύσω μπίρα πάνω σου. Μπορεί και καφέ. Αυτά θα είναι τα δικά σου παράσημα για φέτος. Αυτά και τα αλάτια που θα σε γεμίζω, κάθε φορά που θα παλεύω να ξεπλύνω -με βουτιές τάχα μου καθαρτικές-  ρύπους και σκέψεις σκοτεινές που ακούσια φορτώθηκα τόσους μήνες.

Λένε ότι φέτος δεν θα ματώσουν τα αυτιά και το μέσα μας μ΄ αυτή την υπόκωφη δυσώδη βοή, που όπου και να κρυφτούμε μας μαστιγώνει χρόνια τώρα. Αν είμαστε τυχεροί θ’ ακούμε μόνο κύμα, ίσως κανένα τζιτζίκι, τον αέρα που θα παλεύει να απογειώσει την ομπρέλα και τις σκέψεις των κοριτσιών δίπλα μας. Που θα πιάνουν κουβέντα με τις δικές μας. Έστω ερήμην των σωμάτων. Τα “θέλω” μας δεν θα χρεοκοπήσουν ποτέ. Ούτε τον Μάιο, ούτε τον Ιούνιο, ούτε τον Αύγουστο, ούτε καν τη μέρα που θα ξαναδιπλωθείς για το πατάρι.

Όχι κι άσχημα, σχεδόν υπέροχα.

 

…….

H2O

33672275

Oι θερινές μνήμες (μου) είναι εύπλαστες. Ξεγελιέμαι εύκολα με το λίγο μπρος-λίγο πίσω. Άλλωστε δεν έχω βάλει κολαούζο στις δεκαετίες κανέναν διορθωτή  για να κινδυνεύω  να μου επιστρέψει το κειμενάκι ως χρονικά ανακριβές. Πρόσωπα θυμάμαι, έστω με κάποια μικρή δυσκολία. Να τα τοποθετήσω σωστά στο χρόνο ζορίζομαι.

Από τη μέρα που συνειδητοποίησα πως διάβαζαν κι άλλοι τα όσα σκέφτομαι, ξεκινούσα την πληκτρολόγηση έχοντας -πρώτα- βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει κανείς που θα μπορούσε να διαψεύσει τις μνήμες μου. Καλού κακού αποφεύγω τα ονόματα. Στον εφηβικό και πρώιμο ενήλικο βίο μου πρωταγωνιστούν η Κ, ο Γ, η Σ, ο Κ, η Α, η Π, o Σ, η Μ, η Λ, ο Φ, η άλλη Σ. Ο δικός μου Περιοδικός Πίνακας. Αμφιβάλλω αν ο Mendeleev θα μπορούσε να καυχηθεί πως σκάρωσε κάτι σπουδαιότερο απ΄αυτό.

Γιατί όλοι (οι περισσότεροι θες; αυτό να πω) γράφουμε για ανθρώπους με τα αρχικά τους; Γιατί ρίχνουμε καπνό πάνω σε όσα συνέβησαν –ή δεν συνέβησαν, καν- τριάντα και σαράντα χρόνια πριν; Από τι μας -τους- προστατεύουμε; Γιατί δεν εξομολογούμαστε ολογράφως και περιοριζόμαστε σε ακατάληπτα μορς; Γιατί είναι κακό να μάθουν (δεν θα μάθουν) έστω και τώρα, έστω μ΄ αυτόν τον λίγο χλιαρό, λίγο θλιβερό, λίγο άδικο γι αυτούς τρόπο, ότι έστω και ερήμην τους μας χάρισαν μεγαλειώδη ξενύχτια, θριαμβευτικές στύσεις και άδοξες εκσπερματώσεις;

Δεν κερδίζεις, μου λέω, τίποτε -εξόν από λίγες παραγράφους- προσπαθώντας να θυμηθείς την Σ να αλλάζει το πάνω του μαγιώ της μιαν ανάσα μακριά σου (αντίθετα με το όνομα, το στήθος της ξεδιπλωνόταν πάντα ολογράφως), την μυρωδιά -αυτή τη ζεστή, αποπνιχτική κλεισούρα- της πρώτης μου εργένικης σκηνής, τις κλεφτές ματιές στα σφιχτά, μπόλικα πόδια της άλλης Σ (και στο άσπρο μαγιώ της, που φέγγριζε, σκούραινε βασανιστικά και ανελέητα), είκοσι -φοιτήτρια- αυτή, δεκαπέντε -σπυριάρης- εγώ, το Φιατάκι του Γ που ανέθρεψε δυο μεγάλους έρωτες (και τους πήγε και τέσσερα διόδια μακριά). Άντε να βγάλεις μισή ιστορία λειψού πάθους. Κέρδος το λες αυτό, σήμερα;

Το λέω. Αφού στίβεις κι ακόμη, τριάντα, σαράντα χρόνια μετά, βγάζουν ζουμί.

Kαι τι να γράψω –ρωτάω τον Φ– που δεν το ξεκοκάλισε ήδη ο ΠΘ; Με το νι, με το σίγμα, με ονοματεπώνυμα (ας είναι και κάλπικα) και ΑΦΜ. Όλοι των κρεβατιών, των καναπέδων, των πατωμάτων είμαστε, λέει. Αλλά εντάξει, μη το παίρνεις κατάκαρδα. Μπορούμε πάντα να επικεντρωθούμε στα ψίχουλα. Στα Μ, στα Σ, στα Λ, στα Α, στα Γ μας.

 

……

Side 3

33646780

Eδώ και πολύ καιρό οι μέρες μας είναι λιγόλογες, ράθυμες και φοβισμένες. Και οι νύχτες απρόθυμοι συμπαραστάτες τους. Αλλάζουν βάρδιες χωρίς ν’ αλλάζουν κουβέντα, σαν τους τσολιάδες στα γυαλισμένα μάρμαρα. Θαρρείς και φοβούνται το ποινολόγιο που καραδοκεί, αν αποπειραθεί να διηγηθεί η μια την ιστορία της στην άλλη. Δεν μιλιούνται αυτές, την πληρώνουμε εμείς. Θυμήσου από πότε έχεις να δεις στον ύπνο σου κάτι τόσο ωραίο που σε έκανε κομμάτια με το που ξύπνησες, γιατί ήταν ψεύτικο. Δεν θυμάσαι κι εσύ.

Είναι ψέμα πως η μουσική μέσα στις κασέτες αναπνέει ακόμη. Αυτές οι ψευτονοσταλγίες είναι εφευρήματα για να γεμίζουν τάχα μου πιασάρικα κειμενάκια που ζουν μια δυο μέρες σε οθόνες. Σαν αναμμένη λάμπα που μαζεύει τα μυγαράκια τριγύρω της, αυτά τα εφήμερα, σβήνει, φεύγουν, πεθαίνουν. Μια στις τόσες σκαλίζουμε τα κουτιά που είναι φυλαγμένες, θαυμάζουμε (με κάποιον ελαφρύ σαρκασμό) την καλλιγραφία -ως πρόθεση που προδόθηκε οικτρά από το αποτέλεσμα- πάνω τους, πασχίζουμε να θυμηθούμε ποιος μας τις χάρισε, σε ποιόν «ξεχάσαμε» να τις επιστρέψουμε ή για ποιόν ανομολόγητο έρωτα τις προορίζαμε (αυτά τα κρυφά νοήματα στην Side1 και οι υπαινιγμοί στις Side2, αυτά μας έφαγαν), τις πάμε μπρος-πίσω ψάχνοντας το τραγούδι της ζωής μας (κάθε βδομάδα, κάθε κασέτα και διαφορετικό, τι ωραίο να ξέρεις πως έζησες τόσες ζωές), τις ξανακολλάμε εκεί που ήταν μασημένες μπας και σώσουμε τι; Αλήθεια δεν ξέρω. Το TEAC, εξάλλου, έγινε αραχνοφωλιά. Μόνο ο Ziggy Stardust λείπει από κει μέσα, μα μεγαλοπιάστηκε κι έχει κόψει τις κουβέντες με τις αράχνες. Εμείς το πληρώνουμε, κι αυτό.

Η ώρα άλλαξε. Πάει εφτάμιση κι ακόμη το φως, όμορφο, χορταστικό, δεν βιάζεται να φύγει. Θυμήθηκα τις επισκέψεις στους παππούδες, στα τελευταία τους. Το ρολόι στο χέρι με βασάνιζε, να πω δυο κουβέντες τυπικές, να φύγω, να πάω να βρω εκείνην, να πάω έξω στους ζωντανούς. Ήμουν το φως τους και δεν το καταλάβαινα. Τώρα με τρώει.

Η ντουλάπα περιμένει αναδιάρθρωση χειμερινού χρέους. Να φύγουν τα φετινά XL, να έρθουν τα περυσινά L. Ποτέ αντίστροφα. Μικρές εαρινές τραγωδίες που επαναλαμβάνονται με το πέρας της Μεγάλης Βδομάδας, ίσως και λίγο αργότερα. Αυτό το «να φτιάξω ντουλάπες», «να σηκώσω τα χειμωνιάτικα» ενώ θα έπρεπε να λειτουργεί ως Κάθαρση, ως τονωτικό ψυχής εν όψει προσμονής γυμνού -επιτέλους- δέρματος, σε γεμίζει με ένα μη διαχειρίσιμο βάρος που πάνω του είναι θρονιασμένες οι τύψεις. Υπέρβαρα, plus size όλα. Μόνο τα αβίαστα γέλια βγαίνουν λειψά στο ζύγι.

Όμως το θέρος (όπως και να το βαφτίσεις, τα τζιτζίκια θα συνεχίσουν να φλυαρούν μη δίνοντας δεκάρα για τις δημιουργικές ασάφειες που γίναν περισσότερες κι απ΄τα μυρμήγκια πάνω στο παρατημένο, κομμένο καρπούζι· κι ο αέρας από τη θάλασσα θα κάνει φωλιές πάνω στα αρμυρίκια) πλησιάζει. Όχι πες μου, τo λέει η καρδιά σου να το υποδεχτείς φορώντας χειμωνιάτικα;

…..

after the rain

76131526

Το μυαλό μας θέλει άδειασμα. Αυτός ο ατέλειωτος, υγρός, δυστοπικός, πηχτός χειμώνας -όχι πως οι προηγούμενοι του φερθήκαν τρυφερότερα- ήταν βάσανο μεγάλο. Το μυαλό μας θέλει να στεγνώσει απ΄ τα βρωμόνερα που το πλημμυρίσαν, σταγόνα, σταγόνα και δεν θυμάμαι πώς γίνεται αυτό. Διαβάζω πως όταν ζέσταινε λίγο ο καιρός, βρίσκαμε τον τρόπο. Κάποτε το κάναμε, έτσι λένε οι παλιές ιστορίες, ακόμη και χωρίς μια στην τσέπη. Ξυπόλητοι, με ένα μπλουζάκι, μια κασέτα. Μετά χωθήκαμε στα θέλω  και στα πολύπλοκα, τα παραπανίσια, τα ψηφιακά. Έναν, δυο ανθρώπους που αγαπάς και μυρίζουν -ακόμη- όμορφα θες μαζί. Αρκεί όταν κι αυτοί αδειάζουν το μυαλό τους και το απλώνουν για στέγνωμα, τώρα που φεύγουν οι βροχές, να μη ξεχαστούν και πετάξουν και σένα μέσα από κει.

 

——

εικόνα: Αlexandros K