μικρές προσωρινές ιστορίες

seagulls_flying_on_the_beach-t2

 

 

Είναι πρώτη φορά που βγαίνει ο Μάιος και το μπαλκόνι είναι ακόμη ορφανό από τραπέζια, πολυθρόνες, δέντρα, φώτα και λουλούδια. Και ανθρώπους. Θα μου κρατάει μούτρα σίγουρα, ως τα μισά του άλλου μήνα, γιατί το άφησα γυμνό και μονάχο του. Στο τέλος όμως θα αγαπηθούμε ξανά και θα μου τραγουδάει το Into my arms. Eυτυχώς το ακούω μόνο εγώ.

 

Ως και η Λήμνος είναι απλησίαστη, της είπα. Ψέμα. Δεν έχω ξαναπάει εκεί και δεν θέλω να πάω, βγαίνω από τη βολή μου ανακαλύπτοντας καινούριους τόπους με τους οποίους δεν ξέρω αν θα ταιριάξουν τα χνώτα μας. Και με τους ανθρώπους το ίδιο παθαίνω αλλά δεν σκοπεύω φέτος να ταξιδέψω σε κανέναν. Μπορεί να κολλήσω και να μείνω εκεί, με το μυαλό μου. Το σώμα βρίσκω κουτσά στραβά τρόπο να το κουμαντάρω.

 

Προχτές με τον κατακλυσμό η μάνα της, που εδώ και χρόνια δεν βγαίνει παρά μόνο ως το μπαλκόνι χωρίς να καταφέρει καν να ποτίσει την τελευταία γλάστρα στη γωνία, κατέβηκε τέσσερις δρόμους παρακάτω για να πάει να ανάψει ένα κερί στην φίλη της  -τέσσερα χρόνια νεότερη- που την εγκατέλειψε. Δεν πήρε ομπρέλα μαζί, “αφού δεν έβρεχε παιδί μου” και ο εγγονός της την γύρισε πίσω σαν ναυαγό, έφτυσε αίμα για να την πείσει να βάλει στεγνά, “αφού δεν βράχηκα παιδί μου”. Την φίλη της την είχαν σηκώσει δυο ώρες και τρεις μέρες πριν αλλά αυτό δεν έχει πλέον καμία σημασία. The time, the time. Χειρότερο κι απ΄ το the horror, του Kurtz.

 

Κατέβασα από το ρετιρέ της ντουλάπας την τσάντα της θάλασσας. Δεν ξέρω γιατί, μερικές φορές είναι σα να σκαλίζεις παλιές φωτογραφίες ή κουτιά με καλώδια, ελπίζοντας να πέσεις πάνω σε κάτι ξεχασμένο και χρήσιμο. Οι μπλε πετσέτες ξεθώριασαν, πρέπει να τις πετάξουμε φέτος. Η άσπρη είναι απέθαντη. Την ρώτησα πώς βρέθηκε κάτω κάτω, μέσα στη δική μας τσάντα, μαγιώ της μικρής. Ένα τοσοδά μαύρο που χωρούσε σε μια παλάμη. Δεν ήταν της μικρής, το κράτησε για να θυμάμαι. Είπε. Ήταν ασήκωτη η τσάντα όταν την ξανανέβαζα.

 

Τι ωραίο τραγούδι το Here it is. Πασχίζει ο Λέοναρντ να ακουστεί σαν Μπάρι Γουάιτ και Τομ Γουέιτς αλλά δεν με ξεγελάει, ο ίδιος είναι. Κατά βάθος κι εγώ έτσι ήθελα να ακούγομαι όταν γράφω, δίνει άλλη βαρύτητα στις λέξεις. Σταυρώνει τα πόδια της μισή σπιθαμή από τα χέρια μου. Γυαλίζουν τα γόνατά της, καίνε οι αστράγαλοι. Δεν σκύβω αλλά είμαι σίγουρος ότι μυρίζουν όπως πρέπει να μυρίζουν τα πόδια των γυναικών των ‘άλλων’. Λυσσάω να τους ψιθυρίσω με τα δάχτυλα δυο τρία λόγια, όπως ο Λέοναρντ. Είναι παλιομοδίτικο, το ξέρω. Αλλά αυτό είναι το κλειδί για ν’ ανοίξουν και να δω το φως εκεί που δεν φτάνει φως. Τι ωραία μυρίζει το Here it is της κι ας ματώνει από τα παραπανίσια της κιλά.

 

Τα γλαράκια πάνω στο άσπρο κοντομάνικο πουκάμισο εξαφανίστηκαν. Ταράχτηκα αλλά δεν ξέρω τι άλλο έπρεπε να περιμένω αφήνοντάς τα οκτώ μήνες στα σκοτάδια της ντουλάπας. Πιστεύω πως αν πάω το πουκάμισο δυο τρεις φορές ως τη θάλασσα, σιγά σιγά, ένα ένα θα ξανάρθουν. Και μετά μπορεί να αρχίσει το καλοκαίρι.

….

Advertisements

nothing in the dark

outerspace1

 

 

 

Πριν δέκα μέρες χτύπησε την πόρτα στο διαμέρισμα της διπλανής. Φοβισμένη. “Λείπει η πράσινη ρόμπα από την κρεμάστρα, κάποιος μπήκε στο σπίτι και μου την πήρε’’. Η γειτόνισσα προθυμοποιήθηκε να πάνε μαζί, να κοιτάξουν, χάρηκε, “ναι, να πάμε αλλά θα καθίσεις μαζί μου γιατί σκοτείνιασε και φοβάμαι’’. Πήγε, κάθισε πάνω από μισή ώρα, ‘‘πρέπει να γυρίσω σπίτι τώρα” είπε η γειτόνισσα, ‘‘άφησα τα εγγόνια μόνα τους, να ετοιμάσω κάτι να φάνε”. Την άφησε να φύγει με χίλια ζόρια, κι ας ήταν εκεί η πράσινη ρόμπα κι ας μάλλιασε το στόμα της να λέει ότι κανείς δεν μπήκε στο σπίτι για να την πάρει, ‘‘μα τι να την κάνει μια ρόμπα;”, ‘‘ξέρει αυτός”.

Τα νέα κυκλοφόρησαν την επόμενη μέρα το πρωί. Οικοδομή επαρχίας, χειρότερα κι από μικρό χωριό, όλα μαθαίνονται.

Την περασμένη βδομάδα έλειπε το καλό της το παλτό απ’ τη ντουλάπα. ‘Κάποιος μπήκε και το πήρε’. Δεν βρήκε τη γειτόνισσα, αυτή τη φορά ήταν η σειρά μου να πάω ως το σπίτι της και να ψάξω -με τις ευλογίες της- τα πράγματά της και ν’ ακούσω ‘‘να καθίσεις και λίγο μαζί μου γιατί σκοτείνιασε και φοβάμαι”. ‘‘Εδώ είναι το μαύρο το παλτό, εκτός κι αν έχετε κι άλλο”. Έδειξε έκπληκτη. “Μπα! Θα το ξανάφερε πίσω φαίνεται”, ‘‘ναι, όπως και την ρόμπα”  απάντησα, ο εξυπνάκιας.

“Πού το ξέρεις για τη ρόμπα; Δεν είπα σε σένα για τη ρόμπα”  άστραψαν τρομαγμένα τα μάτια της.

Της είπα πως το ’μαθα από την διπλανή μας, “πότε είπα εγώ σε κείνην ότι μου λείπει η ρόμπα; έχω να την δω μήνες, σάμπως βγαίνω από το σπίτι;’’.  Άσχημο μπλέξιμο.

“Να δεις που εκείνη θα πήρε τη ρόμπα και την ξανάβαλε στη θέση της όταν πήγαμε μαζί στο σπίτι’’, πήγα να βάλω κι εγώ τα πράγματα στη θέση τους με τη λογική, είπα, είπα, είπα, στο τέλος απόειδα και αγανάκτησα «μα και να ’μπαινε σπίτι σας, που δεν μπήκε, γιατί να μην πάρει κάτι άλλο αξίας; γιατί να μην πάρει λεφτά ξερωγω; τι να την κάνει τη ρόμπα;» για να πάρω απάντηση χαμηλόφωνη (μη τυχόν και μας ακούσει η διπλανή μέσα από πέντε τοίχους που μεσολαβούσαν ως την πόρτα της) «ξέρει αυτή». Κατάφερα να φύγω μετά από ένα τέταρτο, αφού έκανα πως δεν άκουσα εκείνο το “και η μαύρη η ζακέτα μου λείπει, τώρα το θυμήθηκα, περίμενε να ψάξουμε”.

Tην μεθεπόμενη μέρα έμαθα πως εκμυστηρεύθηκε στην παραδιπλανή μας (της χτύπησε κι εκεινής την πόρτα για να της πει ότι κάποιος πήρε όλες τις κάλτσες της από το συρτάρι και να πάνε να ψάξουν μαζί αλλά να καθίσει και λίγο παρέα της γιατί σκοτείνιασε και φοβάται) ότι ήταν σίγουρη πως εγώ είχα πάρει το το καλό της το παλτό και βρήκα τρόπο να το ξαναβάλω στη θέση του όταν πήγαμε μαζί στο σπίτι να το γυρέψουμε.

Ένα ρούχο της εξαφανίζεται κάθε δυο μέρες, πλέον. Κάθε μια. Χτυπάει τα κουδούνια στον όροφο με τη σειρά, κι όποιος ανοίξει. Σκοτεινιάζει ακόμη κι όταν έχει έναν λαμπερό ήλιο έξω. Και φοβάται. Γιατί ξέρει ότι τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος είναι ήδη μέσα.

___

η μικρή ιστορία ενός ανθρώπου

20882_1434884323474820_6221492328981233343_n

 

Ήταν, σε γενικές γραμμές, ένας ήσυχος άνθρωπος. Και χλιαρό θα τον έλεγες. Αν έβαζες στη ζυγαριά τα στραβά και τα καλά του, τα στραβά μάλλον θα μέναν με το παράπονο.

Τις φορές που ένιωθε πως οι τοίχοι και το ταβάνι λαχταρούσαν να συναντηθούν, το μόνο που έκανε τους σφυγμούς του να πέφτουν ήταν η σκέψη πως κάποτε θα βρισκόταν για λίγες μέρες σε έναν τόπο όχι πολύ μακρινό. Συχνά έγραφε γι αυτόν κι ας μην είχαν συναντηθεί ποτέ. Δέκα μέτρα από τη θάλασσα, μακριά απ’ τον πολύ κόσμο. Ένα χαμόσπιτο, μια κληματαριά, ένα τραπέζι με δυο καφέδες πάνω -οι μονάχοι καφέδες πάντα τον τρόμαζαν πιο πολύ κι από τα ερωτευμένα ντουβάρια- , γυμνά πόδια, τζιτζίκια το μεσημέρι, το κύμα τις νύχτες, ίσα να αδειάζει το μέσα του πριν ξαναγεμίσει με ομίχλες στα δωμάτια ακορντεόν που τον περίμεναν -με ακονισμένες γωνίες- να επιστρέψει.

Αυτά. Κι ένα τηλεφώνημα -που και που- από τα παιδιά του, «όλα καλά». Για να καθαρίζει ο ορίζοντας, η θάλασσα, ο ουρανός.

Δεν ζήταγε πολλά. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερε.

 

—-

the swimmers

WOMEN SWIMMERS

Είναι εκεί -αυτές κι ο ήλιος, κόντρα- κοντά δυό ώρες.

Κουνώντας χέρια, πόδια, μιλώντας ασταμάτητα.

Είχα πολλά να κάνω μα έμεινα (μη με ρωτάς γιατί) να τις χαζεύω.

Μαντεύοντας ηλικίες. Και χηρείες.

Εξηνταπέντε, εβδομήντα, εβδομηνταπέντε, ογδόντα και βγαίνω!

Τραγουδώντας.

Here comes the replay of an old dream
They were dreaming when they were small girls
Τurn around
They are the swimmers in their old house
The water slowly fills the room

Ποτέ δεν βγήκαν από το σπίτι κι ας πλημμύριζε.

Μπορεί να πέρασαν καλά στη ζωή τους, δε λέω.

Να αγαπήσαν, να αγαπήθηκαν, ήσυχα, ψιθυριστά, καθωσπρέπει, με τον τρόπο τους.

Μα μερικά σπίτια γίνονται μια στρόγγυλη γυάλα.

Και σε κρατάνε για πάντα (με νερό που αλλάζει τακτικά, με τροφή κάθε μέρα, με κάποιον να σε φροντίζει) μουλιασμένη εντός τους.

…..

(αλλότριες λέξεις & μαρκίζα: Henk Hofstede)

Some Köln Concert *

34860109

γραμμένο-παραγγελιά δεν θυμάμαι για πού, έμεινε στο ράφι

 

Το 1981 τα κινητά δεν είχαν βγει απ’ τη μήτρα ακόμη. Σταθερό τηλέφωνο σε φοιτητόσπιτα ήταν πιο σπάνιο κι από κουλούρι Θεσσαλονίκης δίχως τρύπα. Οπότε ή βασιζόσουν στην -συνήθως θολωμένη από μπίρες και σανγκριές- συνεννόηση της προηγούμενης βραδιάς ή στα πόδια σου για επιστροφή, αν χτύπαγες κουδούνι μάταια γιατί ο άλλος άλλαξε γνώμη και τράβηξε στην Κάρμεν για καρμπονάρα ή στο Αθήναιον για κανέναν Κάρπεντερ, Ντε Πάλμα, άειντε Μπενέξ το πολύ..

Το δρομολόγιο ήταν μονόδρομος όταν ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά. Πρώτα μια στάση στη σκιά του Πύργου -πάνω στη Σινώπης-, έξω απ’ τη βιτρίνα που ‘γραφε φαρδύπλατα «Κέφαλος-Κορωναίος» για να χαζέψω τα πράσινα Converse (που με αιματηρές θυσίες κατόρθωσα αμέσως μετά την καλοκαιρινή εξεταστική να αποκτήσω), μετά έπαιρνα από παραδίπλα ένα τοστ «διπλό κασέρι-ψημένο μπέικον-πράσινη πιπεριά» που γινόταν αόρατο σε πέντε μπουκιές, άναβα ΚΕΝΤ -τότε άντεχα να περπατάω και να καπνίζω ταυτόχρονα, μεγάλες εποχές-  κι ανηφόριζα, λίγα βήματα πριν την Παπαδιαμαντοπούλου έμπαινα διαγώνια στα χωρικά ύδατα του Αγίου Θωμά, έστριβα στην Ολόρου, χτύπαγα κουδούνι και μια στις τρεις στεκόμουν τυχερός. Εκεί, στο ισόγειο, θα ‘βλεπες συχνά πυκνά στοιβαγμένα στα πατώματα πέντε-έξη εικοσάχρονα (καναπέδες δεν είχε, μοναχά μια πολυθρόνα αν θυμάμαι καλά, και ήταν γαϊδουρινή αγένεια να κυλιέσαι πάνω στο κρεβάτι του οικοδεσπότη) μεγαλωμένα με τον παραδοσιακό τρόπο της ελληνικής επαρχίας, λίγο από hard-rock και ολίγη από art-rock δηλαδή, από τη μια πλευρά Black Sabbath και Purple και Rory και Thin Lizzy κι από την άλλη Genesis και Yes, με μπαλαντέρ τους Floyd χωρίς Syd, όλα καλά και Πετρίδικα δηλαδή.

«τι θα πιεις;»

 «o,τι έχεις»

Πάντα κάτι υπήρχε. Μέχρι Mateus και Calliga, απ’ αυτά που σαν στέρευαν τέλειωναν το βίο τους ως κηροπήγια, αμφιβάλλω αν υπήρχε φοιτητόσπιτο τότε που δεν έκρυβε τέτοιο αποτρόπαιο θέαμα στα σωθικά του. Τόσα ξέραμε, τόσα είχαμε, τέτοιο design βγάζαμε από μέσα μας ελλείψει ΙΚΕΑ. Δυο-τρία ποτήρια μετά, κι αφού ξοφλούσαμε λογαριασμούς με gimme shelter και blister in the sun, το Köln Concert έβγαινε επιτέλους απ’ τη διπλή θήκη του, το περιμέναμε σαβουρντισμένοι στο πάτωμα σαν Υεμενίτες με μάγουλα γεμάτα Qat, η βελόνα τρύπωνε στο πρώτο αυλάκι, όπως μπαίνει στη φλέβα το αναισθητικό. Μετά απ’ τα ηχεία ξεχυνόταν -χωρίς τσιγκουνιά- ζέστη, γαλήνη και χάσιμο.

Όταν ο Jarrett τέλειωνε την Αλ-Ίσα και ξυπνούσαμε όλοι εξαγνισμένοι, χωνόμουν πάλι μέσα στην πλατεία, μόνος ανάμεσα σε παγκάκια, ξέμπαρκους, περιστέρια, νερά, τέντες, άδειες καρέκλες, κάποιες φορές λοξοδρομούσα για τη Φειδιππίδου. Στο σπίτι του Γιάννη. Eίχα το ελεύθερο κι από την κυρία Γιόλα, «ότι ώρα να ΄ναι, χτύπα». Αν τον έβρισκα εκεί ακολουθούσε ανάνηψη με Lou Reed, «μόνο Captain Morgan έχει, θες;», θέλω, vicious, λιώμα, οι πειρατές των Αμπελόκηπων, oh Captain you’re so vicious. Δυο, τρεις, τέσσερις το πρωί, κουτσά στραβά το δρόμο για την Τσόχα τον έβρισκα. Με μια στάση στο περίπτερο έξω απ΄τον Κωστάρα για ΙΟΝ αμυγδάλου. Tις διαβάσεις στην Κηφισίας και την Αλεξάνδρας, πάντως, τις έβλεπα να ‘χουν πάντα πενηνταδυό λευκές γραμμές. Ούτε μια λιγότερη. Ευτυχώς ποτέ δεν γονάτισα με τη μύτη κολλημένη πάνω στην άσφαλτο, να ΄χουμε κι άλλα δράματα. Άλλωστε ήμουν άβγαλτο, δεν ήξερα απ΄ αυτά μέχρι που είδα τον «Σημαδεμένο» το ’83 (τότε θαρρώ) στο Νιρβάνα.

Μετά από λίγα χρόνια -και το τελευταίο ακριβοθώρητο πεντάρι- μπήκα σ’ ένα βραδινό ΚΤΕΛ κι έφυγα για τα καλά.

 

Τη διαδρομή μέσα από την πλατεία του Αγίου Θωμά την έκανα ξανά έναν Γενάρη, ύστερα από τριάντα ακριβώς χρόνια για να φτάσω πιο γρήγορα -κρατώντας δυο κομμάτια μηλόπιτα, «μη ρε μπαμπά, μη τρέχεις νυχτιάτικα, δεν χρειάζεται»- σε ένα δωμάτιο του Παίδων όπου με περίμενε εκείνη με μάτια υγρά, ταλαιπωρημένα αλλά πεντακάθαρα. Όταν κοιμόντουσαν όλοι στο θάλαμο, ξανατραβούσα για ένα τσιγάρο -κι έναν θλιβερό καφέ σε πλαστικό- σε ένα παγκάκι με φάτσα το καμπαναριό. Η πλατεία με τραβούσε. Κάθε βράδυ, επί δεκαπέντε νύχτες. Όπως τρέχαν μαγεμένα τα παιδιά και τα ποντίκια πίσω από τον αυλητή του Χάμελιν, έτσι κι εγώ.

Οι ντόπιοι, όσοι ζουν τριγύρω και περνάνε κάθε μέρα από κει, μπροστά, πλάγια ή πίσω απ΄ την εκκλησία, δίχως να δίνουν σημασία, φορτωμένοι με κούραση, έγνοιες, λογαριασμούς ή απλά κουβαλώντας αφηρημένοι σακούλες με γάλατα, ψωμιά και μακαρόνια, δεν ξέρουν το φοβερό και τρομερό μυστικό της. Δεν υποψιάζονται ότι η πλατεία έχει ήχο. Είχε τότε, στα είκοσί μου, Οκτώβριο, Φεβρουάριο, Μάιο, αρχές καλοκαιριού, έχει και σήμερα, χωρίς να σταματά στιγμή. Όλη η πλατεία ένα τεράστιο Steinway και οι άνθρωποι μέσα και τριγύρω της τα πλήκτρα.

 

 

* στην ζου μου

 

η διαδρομή (reverse)

10857822_10204902618461094_5861902622331798959_n

 

Αρκετά στέγνωσες, αρκετά λιάστηκες, αρκετά έγραψες.

Ώρα για πίσω, ξανά. Κι ας ψυχραίνουν οι μέρες, κι ας φεύγει νωρίτερα το φως, κι ας ανατριχιάζει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο η θάλασσα. Ώρα για πίσω.

Bαθιά. Προς τα κει που ξέρεις πως όλες οι παλιές αγαπημένες σου αμαρτίες περιμένουν καυλωμένες. Για να μπορέσουν -επιτέλους- να ζευγαρώσουν με τις άλλες που κουβαλάς και προσμένουν με κρύο, με ζέστη, με ήλιο, με σκοτάδι, υπομονετικά τη σειρά τους.

Βαθιά στο μυαλό.

 

….

στον καταψύκτη της Mary και του Merrin

 

34638046

 

Μεγάλη πόρτα θα διαβείς, Σεπτέμβρη θα συναντήσεις. Στο κρεβάτι, ντυμένον καλοκαιρινά, να παριστάνει κάτι που δεν είναι. Έφαγε το θέρος  -αυτό που άργησες να πας να βρεις- και πάει να σε ξεγελάσει, με χαμόγελο που κάνει τις νύχτες να ανατριχιάζουν.

Γιατί Ιούλιε δεν έχεις πια τόσο μεγάλες μέρες;

 

….