ασσόδυο σε περιβάλλον θέρους

33486756

Με κοιτάζουν πάρα πολύ επίμονα. Mπορεί και απορημένα, πλέον. Δυο αξιοθαύμαστοι, ακούραστοι αυχένες στριμμένοι προς τα μένα τόσα χρόνια. Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένουν να δουν. Αυτές μείναν τριάντα (ούτε καν κλεισμένα) στην φωτογραφία. Εγώ που δεν κατόρθωσα να μπω στο κάδρο, φορτώθηκα εικοσιτόσα καλοκαίρια πριν καν προλάβω να πατήσω το κλικ. Φώναξα «ελάτε, σας κοιτάζει το πουλάκι», θυμάμαι ότι απάντησε «δεν κάνει και τίποτε άλλο όλη μέρα»,  αμαρτία να πεις πως είχε κι άδικο.

I’m too sexy, o θεός και η παναγία, πώς καταλήξαμε εμείς οι ρόκερς σε τέτοιο πηγάδι;

Ωραία κορίτσια. Σαν τα δυο κουκλάκια της El Greco, την Ναταλί και την Νιόβη. Η μια καστανή, η άλλη ξανθιά στο φυσικό της, δεν θυμάμαι ποιά απ΄ τις δυό ήταν η brunette. Ωραία κορίτσια πάντως, έκαιγαν υπό σκιά. Και σήμερα καίνε, όταν η εμμηνόπαυση ή τα νεύρα χτυπάνε κόκκινα. Επιμένω να τις λέω ‘κορίτσια’ όταν βλέπω παλιές φωτογραφίες τους, σε γυναίκες μεταλλαχθήκαν αργότερα, όταν τις πλάκωσαν ασιδέρωτα σεντόνια και βρακιά, οι άπλυτες κατσαρόλες, οι κρέμες μέρας/νύχτας, τα ροχαλητά μας, τα πουκάμισα στις κρεμάστρες, τα λάστιχα απ΄τα εσώρουχα που τις «έκοβαν», το πρώτο τεστ-Παπ και η πρώτη μαστογραφία, το πρώτο ιοβόλο βλέμμα όταν μας έβλεπαν χωμένους και χαμένους και μουγκούς, σκεπασμένους με εφημερίδες ή περιοδικά σε κάποιον βουλιαγμένο καναπέ. Ώρες ώρες πιστεύω πως η δικιά μας μετάλλαξη ήταν η δική τους κόλαση, όχι το αντίστροφο.

 So you gotta let me know
Should I stay or should I go?

Ένα τάβλι δίπλα τους και από ένα μπουκάλι μπίρα ανάμεσα στα πόδια τους, το θυμάμαι. Beck’s ήταν, οι άλλες δεν είχαν προλάβει να κρυώσουν. Εγώ τις είχα φέρει τις μπίρες, απ΄ το ταβερνάκι στην άλλη γωνιά της παραλίας, δέκα λεπτά πηγαινέλα. Άμα κολλάς ένσημα έρωτος και καύλας δεν μετράς βήματα σε άμμο που λαμπαδιάζει. Απορώ πως άντεχε αυτό το μπουκάλι ήρωας και δεν λύσσαγε με τέτοια θέα, πώς συγκρατιόταν και δεν έσπερνε δεξιά κι αριστερά τους αφρούς του πριν καν το αγγίξει ανοιχτήρι.

 κάθε βράδι χορεύαμε I love to hate you, σιγά μη καταλαβαίναμε τα στιχάκια τότε

Μαύρα μαγιώ, έχω συγκρατήσει κάθε λεπτομέρεια. Πώς κούμπωναν, πώς ξεκούμπωναν, πού είχαν βασανιστεί ανεπανόρθωτα απ’ τον ήλιο. Στέγνωναν πάνω τους, δεν πολυνοιαζόντουσαν γι αυτά τα μαμαδίστικα τότε. Τα πάνω μισά λιαζόντουσαν κρεμασμένα στην ομπρέλα. Πολλές φορές έβγαζα τα γυαλιά, τα μαύρα, για να κοιτάζω καλύτερα τις ρώγες τους. Χωρίς παρεμβολές. Με κοιτάζαν κι αυτές, με θράσος. Μέχρι που αλλάζαν χρώμα, γινόντουσαν αγνώριστες αν φύσαγε λίγο παραπάνω, αν τα αφεντικά τους βάζαν κάτι στο μυαλό τους, αν έπεφτε καμιά αδέσποτη σταγόνα από κύμα πάνω τους. Κι όταν βγαίναν απ΄ τη θάλασσα. Ή μπαίναν κάτω απ’ το ντους, λίγα μέτρα παραπίσω. Τυχερό το νερό που έκανε βόλτες πάνω τους. Άτυχα τα αλάτια που δεν μακροημέρευαν.

Σε κάποια κασσέτα ήταν γραμμένο το  All together now, τόσο ωραίο, τόσο θερινά παράταιρο

Ήταν εποχές που δεν χρειαζόταν να πεις και πολλά. Λίγο αεράκι μπορούσε να κάνει το σώμα να τα ομολογήσει όλα, αυτό κι αν ήταν ορός της αλήθειας. Σήμερα ρίξαν μπούρκα πάνω τους. Πάλι τα μισά λιάζονται πάνω στην ομπρέλα αλλά τα καφτάνια της παραλίας αναλαμβάνουν να κρύψουν τα κάποτε εν δήμω. Τα εν οίκω μας καταπίνουν μπουκιά μπουκιά, κάποιες φορές ανόρεχτα, ευτυχώς κάποιες λαίμαργα, σχεδόν στο πόδι. Τζανκ φακ. Σπάνιο μα εμφανίζεται που και που. Καλύτερο, όσο να ΄ναι, από το καλοσιδερωμένο. Αφεθήκαμε βολεμένοι, μπουχτισμένοι, κουρασμένοι να μας μασουλάνε οι τσακίσεις αλφάδι, τα μέριτο της επανάληψης και τα κολλαρίσματα.

Tainted love σε ρεμίξ με Shamen. Ω Μαρκ, προφήτη των μικρών και των μετρίων  tainted lovers!

Ωραία κορίτσια. Τρελλά και αγαπησιάρικα. «Για σπίτι». Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει αυτή η χυδαιότητα αλλά εκ του αποτελέσματος κρίνονται όλοι. Αν αφήσεις το σπίτι να σε χώσει βαθιά μέσα στα μπετά του και γίνεις ένα με την καθαρή λίγδα που δεν ξεκολλάει απ’ τα ντουβάρια του όσο συχνά και να τα βάφεις, αποδεικνύεται οτι οι γέροι κάτι παραπάνω ξέραν από μας. Αντιστεκόμαστε, ναι. Αλλά αυτά τα αποφθεύγματα των γέρων είναι απέθαντα. Θα ζήλευε ο Ρομέρο, πάω στοίχημα.

 Ήταν η χρονιά που o  αληθινός scarface τραγούδαγε και τα ‘λεγε χύμα

Έκτοτε μεσολάβησαν διάφορα και στις δυο. Η ιστορία της ζωής όλων μας, με λίγα ή πολλά λόγια. Και χωρίς λόγια, παραπανίσια είναι, μη κοιτάς εμένα που καταγίνομαι ακόμη. Γιατροί, νοσοκομεία, κάμποσες ενδοσκοπήσεις, μερικές βιοψίες, μαγνητικές, υπέρηχοι, ράμματα, ευρήματα, πορίσματα, αγωνίες, ανακουφίσεις, γέννες, σχολειά, διαβάσματα, ιώσεις, εκδρομές, εξετάσεις, χαρές, απογοητεύσεις, ταξίδια, αιφνίδιες αναχωρήσεις, κιλά που φεύγαν και επέστρεφαν (πάντα βρίσκαν το δρόμο της επιστροφής, χειρότερα κι από πιστά σκυλιά), βαφτίσια, κηδείες, μνημόσυνα, γενέθλια, γιορτές, χαρές, καταβυθίσεις, χάπια, αλκοόλ, καφέδες, βιαστικά γραμμένα -και σβησμένα- sms, ζυγαριές, χαλασμένα φερμουάρ, συνεντεύξεις, απολύσεις, ταμεία ανεργίας, λογαριασμοί, ξενύχτια για καλό και για κακό, λαχτάρες, νεύρα, πολλά νεύρα, άσπρο, μαύρο, και γέλια, ναι γέλια, δεν έμαθα ποτέ -μπορεί να ‘ναι και για καλό- αν βρέθηκαν κι άλλοι δίπλα τους, μιαν ανάσα από το στήθος τους κι αν κάναν στενή κι αχώριστη παρέα οι βαριές ανάσες και οι ιδρώτες τους αλλά αυτά συμβαίνουν στη ζωή, όχι μόνο στο σινεμά και στα βιβλία, μερικά φιλμ καλό είναι να μη τα πολυσκαλίζεις, δεν ξέρεις τι θα δεις που δεν μπόρεσες να αντικρίσεις εικοσιτόσα χρόνια.

But we’re never gonna survive unless
We get a little crazy

Τώρα που το ξαναβλέπω, με ξαπλώστρες δεν είχαμε ανοίξει παρτίδες. Δυο ψάθες, μια πετσέτα ήταν η σουίτα μας. Οι γυναίκες της διπλανής πετσέτας. Κι αυτό το χάσαμε. Eξυπακούεται ότι ο πληθυντικός αφορά εμάς τους τέσσερις, που ήμασταν εκεί, μέσα και έξω απ΄το κάδρο. Εσύ μπορείς κάλλιστα να μην έχεις χάσει το παραμικρό. Δεν θα το μαρτυρήσω στον Ρομέρο, υπόσχομαι.

 Δεν την βρίσκω εκείνη την κασσέτα. Καλύτερα. Μπορεί να μύριζε  από το αντηλιακό τους και τα πράγματα να παίρναν απροσδόκητη τροπή.

Εν μέρει είχαν δίκιο να τρέμουν το φακό οι Κομάντσι. Ακόμη κι αν στεκόντουσαν πίσω του.

 

…..

ένα κι ένα δυό

33440784.last2

Μετράω μια μια τις βδομάδες, τις μέρες, μέχρι να ξανασυναντηθώ με τις γυναίκες της διπλανής ξαπλώστρας. Όλοι μας ένα χειμώνα μεγαλύτεροι. Mπορεί και σοφότεροι.

Θα ‘χουν κάμποσες ιστορίες να διηγηθούν τα ξεσαλωμένα μυαλά μας. Τα σώματα έχουν πάψει από καιρό να φλυαρούν. Όση σάρκα προσθέτουν πάνω τους, τόσες παραπανίσιες, αχρείαστες κουβέντες αφήνουν πίσω. Ένα κι ένα δυό. Καθαρά πράματα.

 

….

δυο μελιτζάνες τον Αύγουστο

33012990

Στις μιάμιση το πρωί πετάχτηκε αλαφιασμένη από το κρεβάτι. Θες τα σεντόνια που ήταν μουσκίδια, θες η σαφρακιασμένη φασαρία (ένα σακατλίδικο τσακίρ κέφι δηλαδή)  απ΄τους κάτω -τα άπαντα του Μάλαμα που δεν είχαν τελειωμό στα ηχεία-, θες η μεσημεριανή σιέστα που την χόρτασε ξεκούραση, θες μια ξινίλα όταν είδε ένα ανεπιθύμητο πρόσωπο στον λειψό της ύπνο, ήρθαν όλα, μπήκαν στη συνταγή και βγάλαν ξυπνητήρι δίχως ήχο.

Μιάμιση.

Σε μια πόλη που βολόδερνε δίχως ήλιο, χωρίς φως, με υγρασία και άπνοια που θα τις ζήλευε ως και κατακόμβη. Έβραζε η καργιόλα η φτωχομάνα στο βορεινό ζουμί της, παλιά αυγουστιάτικη  συνήθεια για όσους ξέρουν τα χούγια της.

Λιγούρα.

Με μια σαλάτα απ’ τις δώδεκα το μεσημέρι ήτανε. Μια ντομάτα, τρεις μπουκιές κριθαροκούλουρο, δυο καπαρόφυλλα και τέσσερις σταγόνες λάδι για να γλιστράει στον οισοφάγο. Με τρία ποτήρια νερό για να ξεπλύνει την αηδία, πέντε μέρες τα ίδια και τα ίδια, μη τυχόν και ανέβει γραμμάριο η ζυγαριά, μη τυχόν και πετάξει σάρκα στο πλάι του μαγιώ πάνω απ΄τα λάστιχα, μη τυχόν και διαμαρτυρηθεί το παντελόνι που βρήκε αντίσταση στο ανέβασμα.

Βγήκε με το εσώρουχο στο μπαλκόνι. Μετά τα μεσάνυχτα όλα αμβλύνονται. Και οι αντιστάσεις και τα αδιάκριτα βλέμματα από τριγύρω και οι ατέλειες. Κοίταξε χαμηλά, λοξά, ως τη θάλασσα. Μισό χιλιόμετρο μακριά και μύριζε άσχημα ως εδώ, ψηλά μέχρι τον πέμπτο.

Εκείνη ωραία μύριζε όμως. Ιδρώτα πλυμένο -απ’ τις εντεκάμιση το βράδυ- και Ultraviolet. Κι ας ήξερε οτι δεν θα βγει απόψε.

Πείναγε. Τι να σου κάνουν πέντε μπουκιές και τρεις σουρωτές ολημερίς.

Έβγαλε δυο μελιτζάνες απ΄το ψυγείο. Μπαμπατζάνικες, μελανιασμένες, απ’ αυτές για ψήσιμο, δεν είχε απ’ τις άλλες, τις ριγέ αλλά άμα πεινάς όλα σετάρουν. Έβαλε λάδι στο τηγάνι να κάψει. Έψαξε για σκόρδο, είχε. Και μισό κουτί ντομάτα στον τρίφτη, στο ψυγείο.

Σε πέντε λεπτά το σπίτι είχε ντουμανιάσει απ΄την λαδίλα, την καπνίλα, την σκορδίλα, που ήρθαν και τακίμιασαν με την υγρασία και κολλήσαν στα ντουβάρια, στις κουρτίνες, στις καρέκλες, όπου βρήκαν, αφού τρυπώσαν πρώτα σε κάθε πόρο της, ούτε Ultraviolet επέζησε ούτε ωραία ιδρωτίλα, no prisoners, όλα πεθαμένα, μόνο καπνός, καμένο λάδι πιτσιλισμένο δεξιά κι αριστερά, σκόρδο και πείνα. Ο καπνός ήταν τόσος που αυτή που σεκλέτιαζε από κάτω με την πριγκηπέσα νωρίτερα, σκέφτηκε σκιαγμένη να καλέσει το 199. Ευτυχώς δεν το ‘κανε γιατί χώθηκε μέσα στο -ας πούμε- ρεφρενάκι από την Βασίλισσα καρδιά κι έμεινε για πάντα εκεί, ερωτοχτυπημένη, με σημάδια στο παράθυρο και καπνό στα μάτια.

Έριξε την ντομάτα. Ξέχασε να βάλει καπάκι, ως και το πάτωμα βάφτηκε κόκκινο.

Δε γαμιέστε όλα, είπε. Και οι ντομάτες και τα κριθαροκούλουρα και τα σταγονόμετρα και τα νερά και τα μαρούλια και τα τοσοδούλικα μαγιώ και ο κοπανιστός αέρας και τα πατώματα και τα πλακάκια. Και η άδεια πόλη, αυγουστιάτικα. Κάθε χρόνο, Αύγουστο. Δε γαμιέστε όλα, όλοι.

Πήρε σα μωρό στα χέρια το πιάτο με τις μελιτζάνες και βγήκε στο μπαλκόνι. Μισόγυμνη, όπως πριν. Aνέβασε τα πόδια στα κάγκελα, βολεύτηκε.

Στην πρώτη μπουκιά (με κουτάλι, για να μη χαθεί στάλα απ’ τη σάλτσα) ρίγησε το είναι της σύγκορμα. Παπούδιασε απ΄τα νύχια ως την τελευταία τρίχα στο κεφάλι της. Στην δεύτερη έμεινε ολόγυμνη. Ανυπεράσπιστη. Ελεύθερη. Περασμένες δυο, πρωί, Παλαιών Πατρών Γερμανού και Παύλου Μελά γωνία.

 

….

(μια αληθινή ιστορία)

postcards from italic

31760885

Τα μέρη που περπάτησες, σημαδεμένα με italic. Εκεί που ήπιες λίγες εικόνες παραπάνω, μαρκαρισμένα και με bold.

Αποφασίζεις να μη γράψεις τίποτε, κλείνεις το word. Ανοίγεις το Aperol.

Από αύριο μια προς μια οι πέτρες που όλο το χρόνο σε πλακώνουν -μισός τόνος, και βάλε, η καθεμιά- αφού μπήκαν για λίγα εικοστετράωρα (δίχως έγνοιες, χρονοδιαγράμματα και ξυπνητήρια) παράμερα, θα ξαναστοιβιαστούν στη θέση τους, πάνω σου, για να μείνει το θέρος σου μέσα. Προστατευμένο από μάτια αδιάκριτα και κάθε λογής επιδρομείς, που κάθε φορά -όμως- εύχεσαι να συναντήσεις.

Στις ανασκαφές που θα γίνουν πέντε, δέκα χρόνια αργότερα -αν δεν θαφτεί ενδιάμεσα το βλογ κάτω από όγκους λήθης και βαρεμάρας- κάποιος θα ανακαλύψει μιαν ακέφαλη πρόταση. Συλημένη απ’ το χρόνο. Ίσως ακατανόητη και ασύντακτη.

Αφήνεις πίσω καρτ ποστάλ με κενό το όνομα του παραλήπτη. Ο,τι καταφέρεις και προλάβεις να στριμώξεις σε μιαν άσπρη, άγραφη πλευρά μέχρι να τελειώσει το ταξιδάκι. Αυτό είν’ όλο.

 

….

αλάτια

 

31366429

 

 

Κυριακή πρωί, νωρίς, στο μπαλκόνι. Στα στασίδια τους -αυτά που έχουν κλείσει με διαρκείας- οι γριές, στη γωνιά μου εγώ, κάτω απ’ τον φύκο που αρνείται πεισματικά να πεθάνει εδώ και εικοσιτέσσερα καλοκαίρια. Δεν του δίνω την πρέπουσα σημασία, το ομολογώ. Ώρες ώρες νομίζω ότι είναι αυτονόητο πως μπορεί να ζήσει αιώνια, καλά, όχι αιώνια, έστω μια μέρα μετά την δική μου αναχώρηση με βάση το προσδόκιμο. Μόνο νερό του δίνω, μια στις τόσες, ούτε χώμα, ούτε λίπασμα, ούτε καινούρια γλάστρα εξόν απ’ αυτήν που του ‘κανα δώρο όταν έκλεισε τα δεκαπέντε του. Σπουδαίο δώρο. Αλλά αυτός επιμένει να με συμπονάει, αντέχει τους χειμώνες μονάχος του στο διάδρομο, αγόγγυστα, μέχρι να ξανάρθει Μάιος και να πάρει τη θέση του στην ίδια γωνιά όπου ενηλικιώθηκε. Έχω μια φωτογραφία του από τότε που τα παιδιά ήταν τριών, τεσσάρων χρόνων, τα παιδιά κάθονται αριστερά του. Αυτός ψήλωσε, θέριεψε περισσότερο. Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε πως η πολλή φροντίδα ευνουχίζει.

Κάποιος από τους πέριξ μερακλώνει εννιάμιση ώρα το πρωί με ποντιακά. Ένας άλλος του κάνει κόγξες με θρακιώτικα. Καρκίνος οι ανοιχτές μπαλκονόπορτες, καρκίνος για τ’ αυτιά. Τόσο έθνικ δεν αντέχεται, ακόμη και με τον καλύτερο καφέ του γαλαξία παρέα. Ευτυχώς δεν έχουμε μερακλήδες -ίσως και κουφούς- κρητικούς κοντά. Ούτε ηπειρώτες. Κάθε πράγμα στην ώρα του και στον τόπο του, τα πρωινά της Κυριακής οφείλουν να είναι δίχως πατρίδα, ορφανά από καταγωγή και μουγκά. Να μπορείς να πεις μια κουβέντα μαζί τους δίχως παρεμβολές.

Εντεκάμιση ξεκινάμε για τη θάλασσα. Περασμένες δώδεκα παρκάρουμε, αφού μετρήσαμε ίσα με χίλιες βουλγάρικες πινακίδες (υπερβάλλω, κανείς δεν έχει κουράγιο να μετράει ως το χίλια με 34ºC έξω, στο εκατονπενήντα μπούχτισε κι ο καταμετρητής στο πίσω κάθισμα λέγοντας «ζαλίστηκα, να σταματήσω;») μέχρι να φτάσουμε όσο πιο μακριά από κόσμο μπορούμε. Πόνεσα όταν έβαζα είκοσι ευρώ αμόλυβδη, ετούτοι δεν έχουν πρόβλημα να βάλουν πενήντα και εξήντα για ένα μπάνιο. Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε πως πεθάναμε σ’ αυτή τη χώρα και δεν το καταλάβαμε. Το μόνο που μένει, για να βγάλουμε και τα κόλλυβα, είναι να δούμε και πινακίδες απ’ τη Μολδαβία, αυτή είναι δίπλα μας, έτσι; Μια ώρα πτήση, δέκα ώρες οδήγημα, δεν μπορεί, ακόμη και αυτούς όλο και κάτι θα τους περισσεύει από τα εβδομήντα ευρώ μηνιάτικο για να φτάσουν ως εδώ.

Βουτάω και ξαναβουτάω χωρίς να γυρίζω το βλέμμα μου προς τα πίσω, στις ομπρέλες, την άμμο, τα βουνά στο βάθος, κοιτάζω μόνο τον ορίζοντα που με τυφλώνει, ευθεία Λήμνος, Τήνος, Πάρος, Σίκινος και βγαίνεις Κρήτη. Θέα πολυτελείας, πεντάστερη, all inclusive, κι ας μη βλέπεις τίποτε, μια χαρά μπορείς να φαντάζεσαι. Tαΐζεις την ψυχή σου όσο θες και κανείς δεν σου ζητά ευρώ παραπάνω, το εικοσάρικο της αμόλυβδης ως εδώ φτάνει και περισσεύει για να πιεις όσο γαλάζιο και φως μπορείς ν’ αντέξεις. Χωρίς να κοιτάς πίσω. Το πολύ πίσω δαγκώνει. Βγαίνω -σχεδόν- με την πλάτη, σαν τις θείες που ξαπλώνουν στα ρηχά (εκεί που το νερό είναι ζεστό σαν κάτουρο)  για να απαλύνουν τους πόνους των χρόνων που βαραίνουν πάνω τους. Λίγο πριν γίνω πιο γραφικός κι απ΄τον Bean ή τον Monsieur Hulot σηκώνομαι και αντικρίζω την πραγματικότητα. Κι ένα παιδάκι που πετάει νερά, ανακατεμένα με άμμο, πάνω μου. Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε πως ο Ηρώδης δεν μπορεί να ήταν τόσο κακός.

Στην επιστροφή, το δέρμα έχει τσιτώσει απ’ το αλάτι. Κανείς μας δεν το ξέπλυνε όμως. Το πληρώσαμε πανάκριβα, ας μείνει μισή, μια ώρα ακόμη πάνω μας πριν πάρει το δρόμο για το σιφόνι της μπανιέρας. Εκεί που καταλήγουν, κάπως άδοξα, τα περισσότερα από τα καλοκαίρια μας. Παρέα με αφρόλουτρα που μοσχοβολάνε, για να χρυσωθεί το χάπι του αποχωρισμού.

Λίγο πριν παρκάρουμε στην πυλωτή, παίρνω παγωτά. Μπαίνω στο σπίτι ξυπόλητος κι ας γκρινιάζει για τα πατώματα. Μερικά μεσημέρια Κυριακής μπορείς να επαναστατείς, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις.

 

μωρά στη φωτιά

 

toronto-bans-plastic-bags-537x368 (1)

 

 

 

-Έχεις καραβίδες;

Έγνεψε ναι, άφηνε τα δυο τσιράκια να κάνουν τη βρώμικη δουλειά με το μπίρι μπίρι στους πελάτες, σπάνια του ‘παιρνες λέξη. Τόσα χρόνια πούλαγε ψάρια, πήρε τα χούγια τους στο τέλος.

Μου ΄δωσε ένα κιλό, τι ειν’ η καραβίδα, τι το ζουμί της και το κιλό της, μα δεν είμαστε για χυδαίες γαλαντομίες τέτοιες εποχές. Αίμα φτύσαμε να ξεκολλήσουμε από γαύρο, σαρδέλα και τσιπούρες κολεγίου. Είπαμε ένα Σάββατο να τον ρίξουμε μια στάλα έξω τον προϋπολογισμό, με τέτοιες πύρρειες νίκες κοροϊδευόμαστε αφού το εμπεδώσαμε πως στο τέλος του μήνα -ποιο τέλος, λίγο μετά τα μισά δηλαδή- πάλι θα φτύσουμε αίμα γονατιστοί και ικετεύοντας τα γαμημένα άλυτα μαθηματικά να μας κάνουν τη χάρη.

Ξεκίνησα να φύγω, θυμήθηκα -ένεκα των ημερών- ότι οι καλές ήττες θέλουν και καλό θέαμα. Με 1-0 κανείς δεν διασκεδάζει, ούτε καν η απελπισία σου. Μερικοί χαιρέκακοι μοναχά, που τους αρκεί να σε δουν με σκυμμένο κεφάλι. Κι ας μην έχουν βάλει στο στόμα τους ψίχουλο από νίκη κι αυτοί, εδώ και δέκα αιώνες. Τα γνωστά..

-Το περασμένο Σάββατο είπες ότι έχεις και τοννάκια. Έχεις σήμερα;

Δεν ξέρω τι ράτσας παρόρμηση μ’ έκανε να ζητήσω το στεγνόψαρο. Ίσως μια περιέργεια να δω τι είδους γεύση θα ΄χει το μέσα μας, αν καταδεχτεί να μας δαγκώσει βαθιά κάποιος τολμηρός. Πήρα άλλο ένα γνέψιμο, πήρα και το λάφυρο. Ενάμιση κιλό βγήκε. «Ωραίο μωρό» είπε. Πήγα να τον ρωτήσω αν θα το κόψω φέτες κάθετα, έτσι είδα να το σφαγιάζουν στην τηλεόραση και να το πασαλείβουν με διάφορα περίεργα πριν το βάλουν στη φωτιά, κατάλαβε τι σκεφτόμουν. Μερικές φορές με τρόμαζε αυτός ο άνθρωπος. Ειδικά όταν μίλαγε κιόλας.

-Μη το κόψεις εσύ, άσε να στο φιλετάρω εγώ.

Θεός. Όπως στο λέω, με Θ μπερεκετλίδικο. Τον καλύτερο πλαστικό να έφερνες εκεί, πλάι του, στον μαρμάρινο πάγκο, θα ντρεπόταν για την αγαρμποσύνη του. Δεν ξέρω τι τους μαθαίνουν εκεί στις ιατρικές, αυτός εδώ πάντως δεν είχε χέρια, λέιζερ είχε. Είχα δει ένα φιλμάκι με έναν υπέργηρο σούσι μάστερ, ευτυχώς ποτές δεν θα μάθαινε ο γιαπωνέζος για τον δικό μου γιατί θα έφευγε απ΄ τον μάταιο τούτο κόσμο με μιαν αβάσταχτη πίκρα. Μια περηφάνια -εντελώς άκαιρη και άκυρη- για τις δεξιότητες του ψαρά μου μπήκε απ’ τον δεξιό μου δείκτη και βγήκε απ’ τον παράμεσο του αριστερού χεριού, σε δευτερόλεπτα, σαν κλέφτης. Χώρο για να φιλοξενώ παραπανίσιες περηφάνιες δεν έχω, εδώ καλά καλά δεν μπορώ να στεγάσω τις λιπόσαρκες κι αμφιλεγόμενες δικές μου.

Μπήκα στο αυτοκίνητο, με τις μπλε σακκούλες. Πεπεισμένος πως και η Αργεντινή κάπως έτσι ξεκίνησε το δρόμο για την οικονομική καταστροφή. Μόνο που εκεί δεν φταίγαν τα ψάρια, μόνο με steaks και βαριές κόκκινες σάρκες καταγινόταν. Ακούγοντας Gardell στα σφαγεία και τα χασάπικα, όχι Οικονομόπουλο όπως στο ψαράδικο. Όλεθρος με όλεθρο έχει διαφορά. Ούτε αυτό μπορούμε να κάνουμε με στυλ, μόνο γράφουμε και ομφαλοσκοπούμε και κάνουμε voodoo σε ξένες κατσίκες και μιρμιριάζουμε και φτου κι απ’ την αρχή, σε random play. Για το σασπένς της επανάληψης. Χίτσκοκ σε μιούζικαλ. Ούτε καν. Σε οπερέτα, λόου μπάτζετ όλα, ακόμη και οι καταστροφές.

Τακτοποίησα τις σακούλες στο ψυγείο, κατέβασα απ’ τη ντουλάπα την τσάντα με τα μαγιώ, αφού μια ζέστη την έβγαλε έξω και φουρφούρισε το μέσα μου και περίσσευαν στο ντεπόζιτο δεκαπέντε ευρώ αμόλυβδης. Μου ξέφυγε μια τρυφερή βρισιά, γιατί πρόλαβε και την ξανασήκωσε, μετά το πρώτο -πρώιμο για μας τους βόρειους- μπάνιο της σαιζόν. Την σήκωσε για να μη παίρνουμε θάρρος, κι εμείς και τα μάτια μας, βλέποντας χρωματιστά μαγιώ και πετσέτες. Ξαναπήρα τη βρισιά πίσω, την αδίκησα, σοφή γυναίκα. Γλιτώνουμε πολλά λεφτά από ψυχοφάρμακα με τις αλχημείες της.

Πήρα τηλέφωνο να την ρωτήσω αν θα πάμε θάλασσα και αν θα βάλω τις καραβίδες στην κατάψυξη. Έδωσε οδηγίες, άκουσα γέλια, κάπου έπινε ακόμη καφέδες (δεν νομίζω τσίπουρα, τα αντιπαθούν, καμιά μπίρα ίσως) με άλλες όμοιές της. Καλά κάνουν τα κορίτσια, άμα τρέχεις σε μανάβικα, ψαράδες και μπακάληδες σαββατιάτικα, μυρίζει πλαστικές σακκούλες το μέσα σου και δεν είναι ωραίο να αφήνεις να μυρίζει το μέσα τους αφού μ’ αυτές τις, έστω λειψές, ευωδιές τους παρηγοριόμαστε ακόμη. Ένα γέλιο που ξεχώρισα στο τηλέφωνο είχε ωραία μυρωδιά, γνώριμη. Σαν καταφύγιο. Ξένο, εντάξει, αλλά γι αυτό υπάρχουν τα καταφύγια, δεν είναι σπίτια, για μια-δυο μέρες, νύχτες, ώρες σε βάζουν μέσα τους για να σε προστατέψουν απ’ τη μονοχρωμία έξω. Μου ξέφυγε ένα χαμόγελο, το ξανάβαλα γρήγορα στη θέση του. Με τα αδέσποτα χαμόγελα μπορείς να καείς, άμα είσαι απρόσεκτος, πριν καν πεις τσαφ. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ χαμογελάς επειδή σκέφτεσαι αλλότρια χρωματιστά;

Η ώρα ήταν περασμένες δυο. Ξετύλιξα το ωραίο μωρό. Τα κάρβουνα έξω σχεδόν έτοιμα. Οι τρεις μας τώρα. Εγώ, το μωρό, η φωτιά. Πριν τις δυόμισι, είπε, θα είναι σπίτι. Τρώμε και φεύγουμε στη θάλασσα το απόγευμα, να κόψει λίγο ο αέρας….

Όχι ρε, να μη κόψει, να φύγουμε, να πάμε να ανεμοδαρθούμε, να πιούμε τις μπίρες μας, να ανάψουμε με χίλια ζόρια τσιγάρο, να φάμε την άμμο στα μούτρα και αφρούς απ΄τα κύματα, να ξεχαστούμε μια στάλα, να βγούμε δυο, τρεις ώρες απ’ τις σακούλες μας. Απ’ αυτές τις μεγάλες, με τα φερμουάρ, που βλέπω να μας γλυκοκοιτάζουν τις νύχτες στο CSI.

 

 

 

βαμπίρ

 

 

30980759

 

 

Τις αλλαγές στο σώμα σου τις βλέπεις σιγά σιγά, έρχονται τόσο διακριτικά -πες το και ύπουλα- που δεν παίρνεις χαμπάρι για πότε στρογγυλοκάθονται και δεν το κουνάνε ρούπι ακόμη κι όταν το πάρτι με τα ξενύχτια, τα μαρτίνι και τα ανέστια φιλιά σχολάσει. Έρχονται χωρίς δώρα, ούτε ένα μπουκάλι, ένα κουτί κεράσματα, ένα βιβλίο, ένα δισκάκι, τίποτε, με άδεια χέρια εμφανίζονται, με άδεια κάθονται σε μια γωνιά και σε κοιτάζουν λίγο περιπαιχτικά, λίγο ειρωνικά, απ’ την κορφή ως τα νύχια. Τα μόνα, φυσικά, που αργούν να υποταχθούν στην τραγική γοητεία αυτής της ματιάς. Τα μόνα που συνεχίζουν να μεγαλώνουν πάνω σου, ακόμη κι όταν όλα τ’ άλλα ζαρώνουν, συρρικνώνονται και αποδημούν, σε πείσμα της φθοράς.

 

Τα καλοκαίρια είναι πιο σκληρά μαζί σου, κομμένες οι πολλές τρυφερότητες και τα foreplay. Οι μέρες αρχίζουν νωρίς και νωρίς τελειώνουν, είσαι πια πολύ μαλθακός για να μπεις βαθιά μέσα τους. “Οι νύχτες είναι αγνώριστες”, έτσι λες κι ανακουφίζεσαι μια στάλα. Μα αν βγεις κάποια στιγμή μαζί τους, τι κι αν τις  κοιτάς στα μάτια απορημένος σα να λες «αποκλείεται να είσαι συ», αυτές είναι κι ας πονάει, οι ίδιες κι απαράλλαχτες όπως πάντα, εσύ δεν είσαι. Οι νύχτες δεν αλλάζουν. Τα ‘χουν πει και αληθινοί ποιητές, όχι αυτοί του πληκτρολόγιου και των καλοδουλεμένων λέξεων, τα ΄χουν πει και βάρδοι και πουτάνες και τραγουδιάρες και βαμπίρια, ξέρουν καλύτερα αυτοί. Εκεί μέσα μεγαλώνουν αυτές οι ράτσες, απ’ αυτή την ατέλειωτη σάρκα τρώνε, εκεί επιστρέφουν αν τύχει και λοξοδρομήσουν στο χλιαρό ημίφως.

 

Από μια μέρα και μετά τα αγαπάς τα βράδια γιατί κρύβουν, συνωμοτικά θαρρείς, τη φθορά στο σώμα. Τα αγαπάς κι ας λύσατε συναινετικά τη συμβίωση λόγω ανικανοποίητου αμφοτέρων των πλευρών. Που και που, όλο και πιο αραιά, βγαίνεις και τα ποτίζεις αλκοόλ και βλέμματα. Ένα, δυο, σπάνια τρία. Όλα με ρέγουλα. Δεν σου δώσαν την επιμέλεια απ’ τις νύχτες σου, όσο κι αν το πάλεψες δεν έπεισες κανέναν ένορκο ή δικαστή. Αλλά στέκεσαι κάθε Παρασκευή, κάθε δεύτερο Σάββατο στην εξώπορτά τους, φρεσκοπλυμένος και ντυμένος ζωντανός, περιμένοντας να πέσει το φως μπας και συναντηθείτε. Κι αποφασισμένος πως αν δεν βγουν οι νύχτες μαζί σου θα βγεις μόνος. Ακόμη κι αν δεν σε βλέπει κανείς, ποτέ, πουθενά. Θα βγεις όμως. Το μυαλό παλεύει, ακόμη.

 

Από γινάτι.

 

 

 

στο σταυροδρόμι

1

 

Ακούω σαρανταπεντάρια κυλικείου ΣΕΚ. Κάτω απ΄το πλατάνι, πέντε μέτρα μακριά απ’ τον σταθμάρχη. Πριν δυο λεπτά έδιωξε την υπερταχεία των οκτώ. Δεν νύχτωσε ακόμη. Αλλά μέτραγα ήδη νυσταγμένα κεφάλια πίσω απ΄τα τζάμια, γερμένα πάνω στις καφέ κουρτίνες, τις ποτισμένες Παλλάς και Έθνος φίλτρο κασσετίνα. Θα πιάσει Θεσσαλονίκη περασμένες μια, ο καθιστός ύπνος τους θα διακόπτεται από βόλτες για άδειασμα στην τουαλέτα και σταθμούς με λιγδιάρικα φώτα και παράξενα ονόματα, Παρανέστι, Ροδόπολη, Δοϊράνη.

Παραγγέλνουμε φιξ κι άλλες φιξ και μετά ακόμη λίγες. Ανάμεσα στα άδεια μπουκάλια τσιμπολογάμε κεφτεδάκια, πατάτες και κρεμμύδια απ’ τη σαλάτα. Αυτή τα κάνει στην άκρη, εξεπίτηδες. Για να μη μ’ αφήσει να τη φιλήσω μετά. Ψευτοναζιάρικο «μυρίζεις», σεταρισμένο με τάχα μου τσαχπίνικο σμπρώξιμο. «Γαμιέσαι». Υπόκωφα, από μέσα μου. Έπρεπε να πιω δυο φιξ ακόμη και να αφήσω αυτές να μιλήσουν μαζί της στα ίσα, τι είχανε τι χάσανε.

Jukebox is on fire. Πάτησα Α3, μετά G10, D1, G2, τέλειωσαν τα κέρματα, γιατί δεν ήρθες τότε, την ώρα που πονούσα, πονάει η κύστη μου απ’ τις μπίρες. Δεν είμαι γω αυτός, ασπρόμαυρη ταινία βλέπω, γιατί λοιπόν μ’ αφήνεις, γιατί, γιατί μ΄εγκαταλείπεις. Δεν έπρεπε να φάω τόσο κρεμμύδι. Άμα μπλέκεις την ανάσα σου με λαϊκά κορίτσια που μυρίζουν σαπούνι, με μαλλί σαν της Ρίας, χάνεις το μπούσουλα και τον ειρμό απ΄τις σκοτεινές σκέψεις σου. Αγγίζω το γόνατό της, δεν έφαγα με τα χέρια το κρεμμύδι κι όμως το πιάνει πριν σκαρφαλώσει βορειότερα και το επιστρέφει στη θέση του. Αυτό το τιμάρεμα θα την φάει στο τέλος την καργιόλα, όλα στη θέση τους. Όλα εκτός από ένα. Με το νου μου μπαϊράμι κάνω. Ι’m on fire.

 

Στο σταυροδρόμι, στο σταυροδρόμι
εκεί που ‘πες «θα μπω»
εκεί άλλαξες γνώμη

 

Κακώς άφησα να φύγει χωρίς εμένα εκείνο το τρένο. Στις μιάμιση, βαριά δυο θα έκοβα βόλτες στη Μοναστηρίου. Εκεί δεν τις νοιάζει για τις γλώσσες που δεν έχουν γεύση κολγκέιτ με γκαρντόλ.

 

καλοκαίρια προσφοράς

 

02 - aglio olio e peperoncino

 

 

 

Έριξε τα μακαρόνια στην κατσαρόλα. Ήπιε  μια γουλιά απ’ το κρασί δίπλα, έκανε έναν μορφασμό, πρόλαβε και «άρπαξε» τρεις μέρες ανοιχτό. Δεν ήταν κι απ΄τα ακριβά των οκτώ και των δέκα ευρώ, κομμάτια να γίνει. Άνοιξε το ψυγείο, ήταν ξαπλωμένη μια Σαντορίνη στο υπόγειο, τη λυπήθηκε μονάχη, το σκέφτηκε, λαχτάρησε, τον ρώτησε

-Να ανοίξω ένα κρασί; θα πιεις κι εσύ;

Χωμένος στο τάμπλετ, χαμένος στα e-tickets και στα e-bookings και στα e-summers.

Tι είπες;

-Κρασί λέω, θα πιεις;

-Mπα, εσύ θα πιεις;

-Έτσι λέω

Έπαιξε τη σκηνή στο reverse, τον ρώτησε, το λαχτάρησε, το ξανασκέφτηκε, το λυπήθηκε, έμεινε κλειστή η Σαντορίνη. Άστο για αύριο που θα ‘ρθει και η κουμπάρα, σκέφτηκε, μόνη δεν πίνω. Ξανάβαλε δυο γουλιές απ΄ το αρπαγμένο.

-Θέλεις κόκκινη σάλτσα ή να τα κάνω με τσίλι και σκόρδο;

………

Της απάντησε σε πέντε λεπτά, όταν εκείνη ήδη είχε ψιλοκόψει τα κόκκινα πιπεράκια και το σκόρδο.

-Σου είπαν τα παιδιά πού θα πάνε φέτος;

-Όχι. Είπαν σε σένα;

-Κάπου θα πάνε, φαντάζομαι

-Καλά φαντάζεσαι

Εκείνος ξαναβούτηξε στα e- . Eκείνη ετοίμασε το λάδι. Αν μπορούσε να το ζεματίσει και να τον λούσει μ’ αυτό, θα το ‘κανε με ανακούφιση. Αλλά θα γινόταν χάλια πατώματα, καναπέδες και χαλιά, προτίμησε λοιπόν να το στείλει στα μακαρόνια. Μοσχοβόλησε το σπίτι.

-Τι φτιάχνεις;

Mην ενοχλείσαι, θα στρώσω σε δέκα λεπτά

-Καλά. Θες βοήθεια;

Eντάξει είμαι, κάνε δουλειά σου

Έστρωσε στο μπαλκόνι. Ήσυχη νύχτα. Όχι γιατί ήταν άδεια τα μπαλκόνια τριγύρω, ίσα ίσα, ζήτημα να αδειάζαν για πέντε, έξη βραδιές όλο το καλοκαίρι. Αλλά γιατί οι άνθρωποι μιλούσαν όλο και πιο χαμηλόφωνα. Όσο τους έσφιγγαν τα ζόρια, τόσο ρίχναν τα ντεσιμπέλ της φωνής τους. Θαρρείς και ήταν ένοχοι που ζούσαν ακόμη μέσα σε σπίτια, πάνω σε μπαλκόνια, που βγάζαν τρία πιάτα και δυο ποτήρια πάνω στα τραπέζια. Χυδαίο δείγμα ευζωίας τα καθαρά τραπεζομάντηλα. Η ζωή τους η ίδια, μια πρόκληση. Και το cd που έβαλε να παίζει, ένα του Wes Montgomery που βρήκε πρώτο, πρόκληση κι αυτό.

Το πιάτο μπροστά του έμεινε ανέγγιχτο, ώρα πολλή. Σκάλιζε με το πηρούνι τα κόκκινα και τα έβγαζε στην άκρη, μετά τα ξανάβαζε μέσα, μετά φτου κι απ΄την αρχή, μια πηρουνιά κατόρθωσε να φτάσει στο στόμα του, σπουδαίο κατόρθωμα.

-Δεν τρως, δεν μιλάς, μου πήρες ήδη τρία τσιγάρα, σε πιάσαν ξανά τα ψυχολογικά σου

-Γιατί, μ’ άφησαν ποτέ; Δεν θυμάσαι πέρυσι το καλοκαίρι τις δυο νύχτες που καταφέραμε να φύγουμε; και τις τρεις πρόπερσι; να μου το θυμηθείς, όπου και να φύγουμε φέτος, αν φύγουμε, μια νύχτα, δυο, τρεις, πρώτα πρώτα θα τρέξουν να παλουκωθούν στη βαλίτσα, μη χάσουν τα μαλακισμένα.

-Κάνε κάτι, τα σέρνεις μαζί και υποφέρω κι εγώ, υποφέρεις κι εσύ. Δεν πάει άλλο.

-Μια φορά τα κλείδωσα πίσω φεύγοντας, το ξεχνάς; εκείνη τη χρονιά στη Σύρο. Δέκα μέρες, πόσες ήταν, δεν θυμάμαι. Κι όταν γυρίσαμε και ξεκλειδώσαμε, ρημαδιό όλα τα βρήκα. Τρεις μήνες έκανα να βρω τι είναι πού μέσα στο σπίτι. Ακόμη κι εσύ χαμένη ήσουν, αγνώριστη, άλλη στο νησί, μια ξένη εδώ, μια άγνωστη.

-Ανάποδα τα είπες, εδώ μέσα ποτέ δεν είμαι μια ξένη, συγγενής κατάντησα, τι ξένη μου τσαμπουνάς, μακάρι να ήμουν ξένη κι άγνωστη, μια ματιά θα την έριχνες πάνω μου

Δεν είναι σίγουρο πως την άκουσε. Γιατί δεν είναι σίγουρο ότι κι εκείνη μίλησε. Από κάπου παραδίπλα ξεχύθηκε μια άσχημη τηγανίλα, σαν να ρίξαν σε βρωμόλαδο σαφρίδια δυο ημερών, φτηνά αφρόψαρα προσφοράς. Το μυαλό του βολόδερνε, ξάφνου θυμήθηκε ότι παλιά πουλάγαν ντομάτες για σαλάτα, πουλάγαν και τις ζουληγμένες -εκείνες που χύναν στους πάγκους τα ζουμιά τους- για φαγητό, τίποτε δεν πήγαινε χαμένο. Ξανά τα ίδια σήμερα. Μόνο που τώρα ζουλάνε ανθρώπους, κι ο,τι ζουμί βγάλουν, για όσο βγάλουν. Μόνο που τότε είχε τεφτέρια, σήμερα δεν έχει βερεσέδες. Ελεημοσύνες έχει μόνο κι ας τις βαφτίζουν καλάθια με «προσφορές για τους συνανθρώπους μας» στα μεγαλομπακάλικα, ελεημοσύνες είναι δίχως απλωμένα χέρια απέναντί σου. Για να μη νιώθουν άβολα και τα χέρια κι εσύ. Για μια στιγμή σκέφτηκε οτι τους χτυπάνε την πόρτα, ανοίγουν και βρίσκουν δυο σακούλες με αλεύρια, κριθαράκι, πελτέ, καρολίνες, ζάχαρη, πτι μπερ, μια κομπόστα ροδάκινο κι ένα βάζο ελιές, πάνω στο πατάκι στην είσοδο. Για να ξεγελάσουν τα άδεια ντουλάπια και το ερημωμένο ψυγείο τους. Ανατρίχιασε..

-Θα πιούμε κάτι; τη ρώτησε, νομίζω έβαλα ένα λευκό μέσα προχτές

Σηκώθηκε και πήγε να το φέρει. Ευτυχώς δεν ήταν εκεί να δει τα μάτια της. Ευτυχώς δεν ήταν πλάι του να δει το βλέμμα του. Ψέμμα, μεγάλο ψέμμα. Χαζά κλισέ, στα μάτια έτσι κι αλλιώς δεν κοιταζόντουσαν από καιρό, λόγω φόβου. Όσο να ‘ναι μιαν αλήθεια θα τη δεις κάποια στιγμή εκεί μέσα.

Την ώρα που εκείνη άναβε το έβδομο τσιγάρο, κάπου τριγύρω άλλο ένα κοπάδι από μπαγιάτικα ασπροσάφριδα βούταγε μέσα σε χτεσινά λάδια…

 

 

άνοιξη μισή

30583375

 

Σήμερα λίγο πριν τις δώδεκα το μεσημέρι αντάμωσα δυο  γυναίκες της διπλανής ξαπλώστρας, απ’ αυτές που ήταν κρυμμένες όλο το χειμώνα κάτω από χοντρά ρούχα, χωμένες μέσα σε άσχημες μπότες και μουντά, στενόχωρα καλσόν. Τώρα περιποιημένες, βαμμένες, υπερυψωμένες. Μαλλί φτιαγμένο, μαύρα γυαλιά στερεωμένα στο κεφάλι ψηλά, ωραία σώματα, απ’ αυτά που γεμίζουν παντελόνια και μπλούζες που θαρρείς ραφτήκαν αλφάδι, πατρόν πάνω τους. Στα τριάντα, λίγο πριν, λίγο μετά, μάλλον πολύ λίγο μετά. Ωραία κορίτσια, θέλει λίγο παίδεμα ακόμη το μέσα τους για να τις πεις γυναίκες. Διαλέγαν μαγιώ, από κείνα που μπορείς και να τα αγοράσεις μισά, σήμερα ήταν η μέρα για το πάνω μισό. Η μια πήρε δυο τέτοια μονόχρωμα, η άλλη αρκέστηκε σε ένα αλλά ανθισμένο. Χαμογελούσα κρυφά την ώρα που πέρασαν από μπροστά μου, στο δρόμο για τα δοκιμαστήρια. Μισά. Για να μη με καταλάβουν.

Στεκόμουν ακόμη εκεί, κάπου παραδίπλα, την ώρα που βάλαν σε χάρτινες σακούλες τα μισά χρωματιστά εισιτήριά τους για το φετινό θέρος, κατεβάσαν τα γυαλιά και βγήκαν στο φως. Έξω είχε συννεφιά και μια χλιαρή ψύχρα αλλά αυτές μπορεί να ακούγαν ως και τον ήλιο να καίει τα τσιμέντα κάτω από τα τακούνια τους, μπορεί και κύματα κι ας ήμασταν μισή ώρα μακριά απ΄τη θάλασσα. Εκείνες ήδη τρέχαν δυο, τρεις μήνες μπροστά.

Θα γυρίσουν σπίτι, μετά τον καφέ (ίσως και τα μεσημεριανά ούζα στον μισό ήλιο, όλο τσιγκουνιές αυτός ο φετινός απριλιάτικος) και θα προβάρουν -ξανά- τα μισά τους. Μισόγυμνες (μέχρι να βρουν το περυσινό κάτω που ταιριάζει) μπροστά στο άλλο τους μισό. Ή μόνες, απέναντι απ’ τον -πεινασμένο, μετά από ένα χειμώνα θαμμένο κάτω από στοίβες ρούχα – καθρέφτη. Σκέφτομαι κρυφά. Μισά. Για να μη τρομάξουν και ντυθούν..

 

ζουμερές μέρες

30374577

Δεν θυμάμαι ποιο καλοκαίρι ήταν όταν επιστρέφοντας απ’ τη δουλειά -αργά το απόγευμα- σταμάτησα στο μανάβικο να πάρω λίγα ροδάκινα. Αυτά ορέχτηκα εκείνη την ώρα, αυτά πήρα.

Πλήρωσα κι έφευγα όταν η μύτη μου ψυχοπιάστηκε, πλάι στην πόρτα. Ένα καφάσι γεμάτο πιπέρια πράσινα, με τρεις όλες κι όλες ντομάτες στην κορυφή. Που μοιάζαν αληθινές ντομάτες, όχι σκέτο ζουμί και σπόρια σκεπασμένα με κόκκινη φλούδα. Τις έπιασα μια μια, φοβήθηκα ότι ήταν τέτοιας λογής το άγγιγμα που αν μ’ έβλεπε κανείς θα κουνούσε το κεφάλι του υποτιμητικά, για την κατάντια κάποιων αρσενικών που χαϊδεύονται ξεδιάντροπα με ντομάτες αδιαφορώντας για τα βλέμματα τριγύρω.

Αδιαφορούσα όντως. Τις μύρισα και κάτι φουρφούρισε μέσα μου. Έπιασα την πρώτη χαρτοσακούλα που βρήκα πρόχειρη, τις έχωσα γρήγορα μέσα μη τυχόν και μου τις αρπάξει κανείς. Ποιος να τις αρπάξει; Ψυχή στο μαγαζί, μόνο εγώ, η μανάβισσα και η πραμάτεια της τριγύρω μας.

«Από πού είναι; χρόνια έχω να αντικρίσω τέτοιες»

«Τις άφησε σήμερα το πρωί μια γριά, δεν την είχα ξαναδεί. Είπε αν θέλουμε κι άλλες να της το πούμε όταν θα ξαναπεράσει αύριο και θα κρατήσει και για μας ένα τελάρο. Κι εγώ ξεχασμένες τις είχα πάνω στα πιπέρια, δεν έδωσα σημασία, ντράπηκα να της πω ότι δεν τις θέλω, πήγα να της δώσω λεφτά, είπε όχι, περισσευούμενες είναι»

Πήγα να τις πληρώσω, η μανάβισσα έγνεψε όχι, «δεν τις πλήρωσα, δεν θα τις πληρωθώ κιόλας», την ευχαρίστησα, μπήκα στο αυτοκίνητο, τράβηξα για το σπίτι, να βγάλω επιτέλους παντελόνι, παπούτσια, πουκάμισο, να πάρει μια στάλα ανάσα το δέρμα μου.

Στη διαδρομή λοξοδρόμησα, μικρές παρακάμψεις σε μικρές πόλεις, τίποτε δεν μπορεί να σε βγάλει πάνω από πέντε λεπτά μακριά απ΄τον προορισμό σου. Είχαν έρθει για μια μέρα σπίτι τους ο πατέρας κι η μάνα μου, για το σέρβις τους, τα εθιμικά πλέον αιματολογικά. Το πρωί τα πήραν, συγύρισε εκείνη λίγο το κλειστό σπίτι, σε μια ώρα ξανά πίσω στη θάλασσα, μέχρι να πιάσουν οι ψύχρες και να μαζευτούν για τα καλά. Αλλά αργούσε ακόμη αυτή η ώρα.

Τα ‘παμε δυο λεπτά, όλα καλά; όλα καλά, της μάνας σου τα αιματολογικά καλύτερα από κοριτσάκι, τα δικά μου τα συνηθισμένα, να μη σκάω είπε ο γιατρός, ξανατράβα στο ψάρεμα και τα λέμε με το καλό τον Οκτώβρη. Δεν ξέρω γιατί πήρα μαζί ανεβαίνοντας και τις τρεις ντομάτες, ντροπής πράματα, ούτε μια σαλάτα της προκοπής δεν βγάζαν αλλά πώς βρέθηκα με τη σακούλα στα χέρια στο σπίτι τους δεν το θυμάμαι.

«Πάρε», του ‘δωσα τη σακούλα, «μου φάνηκαν καλές, μυρίζουν ντοματίλα, δεν ξέρω τι γίνεται μέσα τους αλλά αυτές είχε όλες κι όλες, ίσα για τη γεύση»

Τις πήρε, «το βραδάκι στο μπαλκόνι, θα βλέπω τις τράτες να βγαίνουν και θα τις τιμήσω μια χαρά», φιληθήκαμε, ίσως τα πούμε την άλλη Κυριακή αν βολέψει είπα, κάντο να βολέψει, θα ‘χω ψαριά για τηγάνι είπε, έφυγα.

Μπήκα στο μπάνιο και ποτίστηκα. Τόσο νερό πάνω μου και πάλι δεν χρειάστηκε, σχεδόν, να σκουπιστώ μετά.

Το βράδυ με πήρε η μάνα μου τηλέφωνο. Ψιθύριζε.

«Από πού τις πήρες; πήρε την πρώτη, την έκοψε στα δυο, την έφαγε σκέτη, μετά τις άλλες δυο και τον είδα να βουρκώνει, φοβήθηκα ότι πνιγόταν, καλά είμαι μου είπε, καλά είμαι, θυμήθηκα τη μάνα μου και τις ντομάτες στο ταψί, στο παράθυρο της κουζίνας, και δώστου να βουρκώνει, παράγινε ευσυγκίνητος ο πατέρας σου»

«Καλά είναι τώρα;»

«Μια χαρά είναι, μια χαρά, άμα βρεις κι άλλες τέτοιες πάρε, καλύτερες κι απ’ τα χάπια της πίεσής του θα είναι, βάλ’τες σ’ ένα κουτάκι στο ΚΤΕΛ και θα πάμε να τις πάρουμε»

Πήγα την άλλη μέρα. Και την παράλλη. Και ξανά, κάθε μέρα. Μάταια.

Η γριά δεν ξαναπέρασε από κει. Δεν την ξανάδαν.

Ώρες ώρες δεν ξέρω τι να σκεφτώ, ακόμη κι ως σήμερα. Θα με βόλευε -άμα έχεις υπέρβαρη φαντασία αυτά παθαίνεις- η γριά να ‘ταν η μάνα του, που βρήκε τρόπο να του στείλει μήνυμα ότι δεν τον ξεχνάει. Αλλά αυτά δεν γίνονται. Η μανάβισσα μου είπε -ναι, την ρώτησα- ότι η γριά ήταν δεν ήταν πενήντα κιλά όταν η σχωρεμένη η γιαγιά μου είχε κοντά τα διπλάσια. Δεν ήταν εκείνη.

Τέλος πάντων, δεν θυμάμαι πόσα καλοκαίρια πέρασαν. Γεροί να ‘ναι, ακόμη έρχονται απ΄τη θάλασσα, μετράνε τις χοληστερίνες και τα sgot τους και τους αιματοκρίτες τους και ξαναφεύγουν πίσω. Μπορεί η μάνα του να τον περιμένει εκεί -όπου- πέρα, με το ταψί γεμάτο, ωραίες, ζουμερές, ντοματένιες ντομάτες. Αλλά εμείς τον κρατάμε (βολική ψευδαίσθηση ανύπαρκτης δύναμης) εδώ. Για γεμάτες, ωραίες, ζουμερές μέρες. Καλύτερη γεύση έχει η ζωή, είμαι σίγουρος.

η ενιαία τιμή μιας σταγόνας

30283380.l

Συνήθιζα -κάποτε- να διαβάζω πλάι στη θάλασσα, ανάμεσα σε βουτιές, τσιγάρα, γέλια και μπίρες. Γι αυτό όλες οι σελίδες μυρίζαν αντηλιακά, στάχτες, ζέστη και ξεθυμασμένο αφρό. Για σελιδοδείκτες είχαν άμμο. Σπάνια βότσαλα, γινόταν ασήκωτο το βιβλίο μετά και έπρεπε να το αφήσω πίσω..

Μια μέρα κόπηκε μαχαίρι αυτή η συνήθεια. Έμεινα ώρα πολλή στην ίδια σελίδα, κοιτάζοντας λοξά δίπλα μου μια σταγόνα αλμυρό νερό που κατέβαινε σιγά σιγά από τον αφαλό της προς την άκρη του μαγιώ, όσην ώρα οι πόροι από το δέρμα της ανοίγαν και κλείναν με τέτοια πείνα -έτσι με βόλευε να πιστεύω- που όμοιά της μόνο στους μεγάλους λιμούς της Ιστορίας θα ‘βρισκες. Μπορεί να ήταν και πάνω από μισή ώρα, ποιος ξέρει, δεν κάθεσαι να χρονομετράς τέτοιες μεγάλες στιγμές. Κάποια στιγμή γύρισε και με κοίταξε, μέσα απ΄τα γυαλιά. Δεν πρόλαβα να στείλω τη ματιά μου αλλού, έμεινε εκεί, να χαζεύει το μακρύ δρομολόγιο της σταγόνας. Ας με έβλεπε, δεκάρα δεν έδινα για το τι θα σκεφτόταν.

Το βιβλίο δεν το άφησα να πέσει δίπλα, το κρατούσα θαρρείς και νοιαζόμουν να κρυφτώ από τη θάλασσα κι όχι απ’ το βλέμμα εκείνης. Μετά από έναν αιώνα, η σταγόνα κατάφερε να φτάσει ως το ύφασμα. Αφού πρώτα μου ΄βγαλε την ψυχή. Ήταν μισή τρίχα μακριά από κει που επιτρεπόταν να πάνε τα μάτια, μετά αναλάμβανε το μυαλό και τρύπωνε παραπέρα και παραπέρα και δρόμο για επιστροφή δεν έβρισκε. Δε ρίχνεις ψιχουλάκια εκεί, δε ρισκάρεις να σου πουν μια μέρα «ξέρεις το δρόμο, γύρνα πίσω».

Σήκωσε τα μάτια απ’ το βιβλιαράκι που ξεφύλλιζε, με είδε, σήκωσε μια στάλα την άκρη απ΄το μαγιώ και άφησε τη σταγόνα να μπει μέσα. Το ‘κανε επίτηδες, το ξέρω. Μπήκα κι εγώ μαζί και δεν νομίζω ότι βγήκα από τότε. Δεν πήρα τίποτε φεύγοντας, ούτε πετσέτες, ούτε γυαλιά, ούτε ένα κουτάκι μπίρα, ούτε λόγος για βιβλίο. Άμα βρεις το μονοπάτι (με το μυαλό έστω), ολόκληρη η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας θα ‘μοιαζε κιόσκι μπροστά στο τι θα συναντήσεις κει μέσα.

Που και που πάμε μαζί στη θάλασσα, ως και σήμερα. Όταν οι άλλοι παραδίπλα με ρωτάνε «πώς και δεν πήρες τίποτε να ξεφυλλίσεις;», εκείνη χαμογελάει μυστικά, χωρίς να πει κουβέντα. Ανασηκώνει μια στάλα την άκρη απ’ το μαγιώ και μ΄αφήνει να διαβάσω..

(από το “Μικρές ιστορίες ενιαίας τιμής”)

Ian Anderson said

30074021

 

Ο απογευματινός καφές της χειμωνιάτικης Κυριακής δεν έχει ταίρι. Ακόμη κι αυτός που βάζουν μπροστά σου μετά τις κηδείες, πιο εύκολα καταπίνεται. Τριάντα ζάχαρες να βάλεις, σκέτος θα βγει. Μέτριος, στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Βροχή έξω, με το ζόρι. Σφίγγεται ο ουρανός για να ρίξει λίγο πράμα προς τα κάτω. Κουφώματα δεν αλλάξαμε, με τα εργολαβικά συζούμε ακόμη κι έτσι ο ήχος των λάστιχων πάνω στην άσφαλτο μπαίνει στο σπίτι μαζί με την ψύχρα που χτυπάει κάρτα μόλις λήξει η βάρδια του βαριεστημένου ήλιου. Αλλά τα καλοριφέρ καίνε, ένας μήνας έμεινε, συμφωνήσαμε όλοι -ειδικά εκείνοι που έχουν μήνες να πληρώσουν- να πληρώσουμε κι ένα κατοστάρικο παραπάνω.

Κι αυτές οι δυο δεν έχουν ταίρι. Οι ίδιες κουβέντες, θεέ μου πώς βαρέθηκα αυτές τις ίδιες κουβέντες τους. Παιδιά, δουλειά, σπίτια, κιλά, δίαιτες, μαγειρέματα, ταινίες, θάνατοι, λεφτά, λογαριασμοί, τσίπρας, μίπρας, ανεργίες, σπανίως γάμοι ή βαφτίσια. Είμαστε εκτός τάργκετ γκρουπ αλλεγκρίας σε εκκλησίες ή δημαρχεία. Δηλαδή ο μπαγάσας ο Anderson την είχε ψυλλιαστεί από παλιά τη δουλειά, βολοδέρνουμε στη νεκρή ζώνη ανάμεσα σε πρόωρα φευγιά και στους ερχομούς, too young to die. Χωρίς να ποντάρεις και πολλά πολλά σ’ αυτό βέβαια, την Πέμπτη το βράδυ ο άλλος έφυγε στα σαρανταοκτώ. Δεν έχει «γιατί;» κι «από τι;». Γιατί έτσι.

Βάζω ραδιόφωνο. Κανείς δεν ακούει. Σαν το βουητό απ’ το ψυγείο είναι, με λίγες περισσότερες νότες. Nα έχει τουλάχιστον σάουντρακ αυτό το πλαδαρό απόγευμα.

«Αποφασίζουμε» να μη πάμε πουθενά την καθαροδευτέρα. Προφάσεις ένα σωρό, βενζίνες, κούραση, ξεκούραση, ταμείο μείον, γεμάτα μαγαζιά, βρωμόλαδα στα τηγάνια, κατεψυγμένα όλα, φασαρία, μια να διαλέξεις και καθάρισες. Γι αυτό τη λένε και Καθαρή. Άλμα στην πρωτομαγιά, «τι πέφτει;», «Πέμπτη», «ωραία, μια μέρα άδεια και βγήκε τετραήμερο», «για σας, εγώ δουλεύω Σάββατο», σχεδόν ξεφυσάμε ανακουφισμένοι, «κρίμα», «δεν πειράζει, δε θα χαθούν τα τετραήμερα», έχουμε τελειοποιήσει την τέχνη της αυτοεξαπάτησης.

Το ραδιόφωνο βογκάει. Κανείς, καμιά δεν δίνει σημασία. Νομίζω πέρασε από δίπλα μου το ρεφρενάκι απ’ το sweet dreams, υπάρχουν ακόμη playlists με Lennox, το λες και συγκινητικό. Γκώσαμε στους Μαραβέγιες, στις Μποφίλιου, στις Σακίρες και στα μπάσταρδα του Φοίβου. Κι ο καφές όλο και πιο χλιαρός κι άνοστος, όπως τα τραγούδια.

Αφού ξαγκιστρώσαμε πρωτομαγιά, φτάσαμε καλοκαίρι. Με τα χίλια ζόρια. Πάει ο Ιούνιος, πάει ο Ιούλιος, δεν τσίμπησε κανείς μας. Τα κλασσικά, προηγούνται τα παιδιά, ασυντόνιστες άδειες (τυχεροί, άλλοι δεν μπορούν να συντονίσουν τις ανεργίες τους), σπίτια που θέλουν μερεμέτια, αυτοκίνητα που θέλουν λάστιχα, δυο έστω, σκισμένες τέντες, μια δραχμή στην άκρη για τον επόμενο χειμώνα (δραχμή, ποτέ ευρώ, η μιζέρια κι ο φόβος του αύριο μόνο σε δραχμές έχουν αντίκρισμα), πού να τρέχουμε που δεν ξαναπήγαμε, εγώ στα εξωτερικά δεν βγαίνω καλοκαίρι, άμα μου βρεις έρημη παραλία για να ξαπλώσω την κυτταρίτιδά μου εντάξει,  όπου και να πας με κάτω από έξη-εφτά κατοστάρικα δεν γλιτώνεις, για καναδυό σαββατοκύριακα θα δούμε,  ρωτάω αν θέλουν να πιουν κάτι αληθινό, γνέφουν ναι,  βγάζω την εντελώς ρώσικη βότκα απ’ την κατάψυξη, γεμίζω τα ποτήρια τους με παγάκια, δεν τσιγκουνεύομαι τις μερίδες, «με λιμοντσέλο ή με χυμό;», and the winner is limoncello, ζέστη έχει ή εγώ φούντωσα;, το θερμόμετρο λέει 24, μια, δυο, τρεις γουλιές, λέει 28, λέει 30, «βάλε ακόμη ένα», βάζω, λέει 32, καύσωνας. Τα  πρώην χλωμά πρόσωπα ροδοψήνονται όσο οι ώρες γλιστράνε προς τη Δευτέρα.

Κοιτάζω έξω απ το τζάμι τη βροχή και τα πλυμένα φώτα. Την ώρα που επιστρέφει η ματιά μου στο τραπέζι, πέφτει πάνω στο στήθος της. Χαμογελάω, αφηρημένα. Με κοιτάζει. «Τι;». «Tίποτε». Kαταλαβαίνει. Χωρίς σουτιέν accidents may happen. Τυχερό ύφασμα, σκέφτομαι. Χαμογελάει, από μέσα της. Η άνοιξη θέλει να βγει. Από μέσα της. Απ’ το δέρμα μας. Δεν πα’ να ακυρώνουμε φευγιά εμείς, καλά το είπε ο ποιητής. Too young to lie.

η Mathilde των πτωχών

41304044-jpeg_preview_large

Πληκτρολογεί γρήγορα κοιτάζοντας ταυτόχρονα με το ένα μάτι τους πελάτες που μπαίνουν. Τις έχουν εκπαιδεύσει καλά, όσο τετράωρες ή κακοπληρωμένες κι αν είναι. Ο φόβος είναι ο καλύτερος personal trainer, το καλύτερο σεμινάριο, το πιο βαρύ διδακτορικό, ασυζητητί.

Την κοιτάζω και με τα δυο. Δεν με απασχολεί κάτι άλλο αυτή τη στιγμή, ούτε καν η απάντηση που ψάχνει -εδώ και πέντε λεπτά- να μου δώσει.

-Δεν βρίσκω κάτι, δεν ξέρω γιατί σας είπαν ότι υπάρχει

Ούτε κι εγώ ξέρω, μα δε με νοιάζει. Αρκεί που σε ξαναβλέπω τώρα. Ήταν μια πολύ κουραστική μέρα, γεμάτη με αναβολές, ακυρώσεις, καθυστερήσεις και μια στρατιά νεύρα. Μα σχεδόν τέλειωσε, κάθομαι εδώ στην καρέκλα απέναντι και θυμήθηκα,  όσο εσύ χωνόσουν βαθύτερα μέσα στη μπλε οθόνη.

Στο καράβι για το διπλανό νησί καθόσουν πέντε μέτρα μακριά. Ένα ανοιχτό γαλάζιο πουκάμισο, κλειστό μέχρι εκεί που ήξερες καλά ότι άρχιζαν να το ξεκουμπώνουν τα βλέμματα των άλλων, ένα άσπρο σορτσάκι στενό, όχι πολύ κοντό, μέχρι εκεί που επιτρέπουν τα περασμένα τριανταπέντε, τριανταεφτά, εκεί τριγύρω. Στα πόδια -γεμάτα πόδια, με μικρές αναπόφευκτες ατέλειες αλλά πόδια για χαΐδεμα και μελάνιασμα μετά- σημάδια από το παγκάκι, μερικά παγκάκια είναι -αναμφίβολα- πολύ τυχερά. Μαλλιά καστανά, ξανοιγμένα απ’ τον ήλιο, πιασμένα πίσω, άβαφη, ωραία χείλια, ωραίο στόμα, μαύρο γυαλί απ’ τα καλάθια στο Hondos, ποιος νοιάζεται όμως για το γυαλί τέτοιαν ώρα. Ούτε για το δεκάχρονο που τριβόταν ανάμεσα στα πόδια σου μέχρι να πιάσουμε λιμάνι νοιάστηκα, απλά κάποια στιγμή το ζήλεψα. Ξέρω, είναι ανώριμο να ζηλεύεις δεκάχρονα μα είδαμε και με την ωριμότητα τι λογής CV φτιάξαμε. Τον άντρα τον είδα μέσα στο αυτοκίνητο, μετά, και κάγχασα. Πού πάτε και τους βρίσκετε. Τρεις φορές διασταυρώθηκαν οι τροχιές των γυαλιών μας, σίγουρα σκέφτηκες -στην καλύτερη περίπτωση- «κάπου σε ξέρω», τέσσερις φορές ήθελα να ρωτήσω «πού έχουμε βρεθεί;», δέσαμε, χαθήκαμε. Μικρό το νησί αλλά όχι τόσο ώστε να ελπίζω να δω -την άλλη κιόλας μέρα θα έφευγα- αυτά τα πόδια να τελειώνουν σε ένα μαύρο -έτσι το ‘θελα- μαγιώ.

Συνεχίζει να πληκτρολογεί, ξαφνικά κάτι λάμπει στο βλέμμα, αναθάρρησα, «με θυμήθηκε», «το βρήκα», μόνο στις ταινίες διάολε γίνονται όλα τα καλά, μόνο εκεί.

-Εντάξει, δίκιο είχε η συνάδελφος τελικά. Yπάρχει ένα κομάτι. Το θέλετε;

Γνέφω ναι. Φοβήθηκα να απαντήσω γιατί ήμουν σίγουρος πως εκείνο το «το θέλω» θα ακουγόταν ξεδιάντροπα απροκάλυπτο. Σαν στύση απρόσκλητη, εκτός τόπου και χρόνου. Κουνάω καταφατικά το κεφάλι μου κοιτάζοντας τη γραμμή από το στήθος της. Μικρό, αυθάδικο στήθος, από αυτά που ζουν και πεθαίνουν στην χώρα των Coup B. Μερικά καλοκαιρινά πουκάμισα λένε ωραία ψέμματα, με λίγη συμπαράσταση από ξελογιάστρες μπανέλες. Δεν μ’ ενοχλεί όμως, είναι τόσο ταιριαστό πάνω της όσο ένα πέτσινο παντελόνι πάνω στον Iggy.

Πληκτρολογεί ξανά, πιο γρήγορα τώρα. Κοιτάζω ασυναίσθητα πίσω μου, κανείς στην ουρά. Γιατί τόση βιασύνη;

To σταθερό τηλέφωνο που έχω στα στοιχεία σας ισχύει;

Nαι. Αλλά δεν πρόκειται να πάρεις.

-Ισχύει.

-Και το κινητό; το ίδιο;

Ναι. Ούτε και σ’ αυτό θα καλέσεις.

-Κι αυτό. Όλα τα ίδια. Προβλέψιμος, ε;

Δεν απαντά. Αλλά τα ωραία χείλια και το ωραίο στόμα (με κείνο το βαμμένο άβαφο που δαγκώνει) γεννάνε μια πιο ωραία χαμογελαστή μικρή ρυτίδα σε κάθε άκρη. Πηγαίνει την καρέκλα της λίγο πίσω, για να πάρει το χαρτί που μόλις εκτύπωσε. Φοράει τζιν. Κρίμα. Όσο και να πέσουν οι δουλειές, αποκλείεται να της ζητήσουν να έρχεται με σορτσάκι. Ποτέ δεν ξέρεις όμως, δύσκολοι καιροί για ωραία πόδια. Δύσκολοι καιροί για όλα.

-Τελείωσα

Θεέ μου, ευσπλαχνικέ θεέ των μετρίων ανθρώπων, πόσο φτηνά μπορεί να μεταφράζει κανείς την κάθε λέξη. Πόσα σενάρια να φτιάχνει μαζί της. Πόσες εύκολες απαντήσεις να θέλει να δώσει, πριν νιώσει εντελώς εισβολέας στην ταινία του άλλου.

-Ευτυχώς

Με τρόμαξα. Ποτέ δεν ήμουν πολύ καλός στα αυθόρμητα ψέμματα. Ήθελα να τα εκπαιδεύω πρώτα, πριν λύσω το λουρί τους και τα αμολήσω στον απέναντι. Αλλιώς πάντα επέστρεφαν και με δάγκωναν άσχημα. Μα πώς να πεις «κρίμα» έτσι σκέτο, χωρίς μια μυτιά ζάχαρη, ένα μπισκοτάκι στο πλάι, έστω.

Έβαλα μιαν υπογραφή, πήρα το κρίμα και τα χαρτιά μου, καληνύχτισα -δεν θυμάμαι πόσο τυπικά, πολύ πάντως- και βγήκα έξω. Ο Νοέμβρης ήταν ακόμη τρυφερός μαζί μας, το θερμόμετρο απέναντι στο φαρμακείο έδειχνε 18 βαθμούς, λίγο πριν τις εννιά το βράδι. Ήμουν ήδη τρία τετράγωνα μακριά όταν θυμήθηκα πως άφησα το αυτοκίνητο πίσω. Παρέα με το ανοιχτό γαλάζιο πουκάμισο και τα σημάδια απ’ το παγκάκι στα πόδια. Την ώρα που έβαζα μπρος, ήμουν -πια- βέβαιος πως ο Πατρίς Λεκόντ θα τα ‘χε καταφέρει μαζί της καλύτερα.

στα σικαλοχώραφα

summer_toes_Polaroid

 

Χτες βράδι στο μπαλκόνι -εκείνο που δεν σάλπαρε ποτέ γιατί τελικά δεν είχε σταγόνα καύσιμο μέσα του, υποθηκευμένο κι αυτό σ’ όλες τις τράπεζες του σύμπαντος μαζί- άκουγα μια γνώριμη κι απελπισμένη φωνή να λέει  «I cant read my own note. I made a note and I can’t read it».

Περπατάς σα χαμένος μέσα στο σικαλοχώραφο. Κι ούτε ανθρώπου φωνή, ούτε κοράκου κρώξιμο ακούγεται. Μοναχά ο ήλιος που καίει το χώμα.

Μπροστά βρίσκονται όλα. Το φευγιό στο μυαλό ζει. Αν δεν βγάλεις εισιτήριο απ’ το γκισέ του (χωρίς να αποθαρρυνθείς και φοβηθείς απ’ την ατέλειωτη ουρά των «ναι μεν αλλά» που πρόλαβαν και πιάσαν σειρά πριν από σένα), δεν κάνεις βήμα μακριά απ’ αυτό που ξέρεις ότι κατά βάθος είναι τα -κάθε λογής- μπαλκόνια :  το καταδικό σου  Άμχερστ.

Μετράς Έμιλι τριγύρω και χάνεις το λογαριασμό. Μια ώρα -μακριά- είναι μια θάλασσα. Και ξεκινάς.