drowning by numbers

Απέναντι απ’ τη θάλασσα, μετρώντας ρουφηξιές απ’ τα τσιγάρα, γουλιές απ’ τις μπίρες, μπουκιές από ένα κουλούρι με λίγο κασέρι στα σωθικά του, τις μικρές γραμμές από τις ευρυαγγείες στην πλάτη της. Από παραδίπλα πού και πού ακούς αχνές μουσικές σε τρία τέταρτα, ελεκτροτάνγκο με φόντο ένα δισεκατομμύριο αποχρώσεις του Pantone 2995C, πάνω, κάτω, απέναντι, μέσα. Ρίχνεις μιαν αφηρημένη ματιά στο μαγιώ σου. Μετράς τις μπλε και άσπρες ρίγες πάνω του, ζαλίζεσαι, τα παρατάς. Μετά υπολογίζεις ως πού θα απλώσεις τα πόδια σου για να μη βγουν απ’ τη σκιά, σκέφτεσαι σε πατημασιές -νούμερο σαραντατρία μισό- την απόσταση που σε χωρίζει από το νερό, κάνεις μια γρήγορη άσκηση περίθλασης με το ενσωματωμένο σου λέιζερ για να ξέρεις πόσες απλωτές θα χρειαστούν μέχρι να βρεις τον ορίζοντα. Απελπίζεσαι. Αρχίζεις να μετράς κύματα. Στα ογδονταέξη σταματάς.

Το νούμερο ογδονταεφτά σου αναβοσβήνει τα φώτα, έτσι όπως πέφτει ο ήλιος πάνω του. Μετράς ένα, δυο, τρία, τέσσερα, εφτά, οκτώ, καίγεσαι, πας να το συναντήσεις σαν αδέξιος αναστενάρης. Ξεψυχάει μπρος στα πόδια σου, το χάνεις, άργησες. Σηκώνεις τα μάτια, τυφλώνεσαι, σε μισό λεπτό έρχεται το ογδονταοκτώ. Θα πάρεις αυτό, κι όπου σε βγάλει. Aφήνοντας τους αριθμούς -που δεν βγαίνουν πια- πίσω.

————-

στο πηγαινέλα, στο σιντί έπαιζε αυτό . κι ο αέρας το ίδιο έπαιζε

αρχαίες γυναίκες

Ξεκίνησα να διαβάζω την «Ώρα του Λύκου» στo τέλειωμα της σελίδας υπ’ αριθμόν 125 αλλά με το που πήγα να προχωρήσω στην 126 τα δάχτυλά μου αρνήθηκαν, θυμήθηκα κάτι, σταμάτησα και ξαναπήγα πίσω στα βινύλια, όχι στην πλατεία Αβησσυνίας αλλά στο νησί εδώ απέναντι, παραμονή Αγίου Πνεύματος, πριν εικοσιπέντε, ίσως και παραπάνω, χρόνια. Προσπαθώ να τα στρογγυλέψω, μπορεί να ήταν και εικοσιεφτά, μπορεί εικοσιτρία. Πολλά πάντως.

Τόσα πολλά για να μη θυμάμαι πώς βρεθήκαμε σε ένα μπαρ χωμένο πίσω στη Χώρα, μπρος σε μια πλατεία τσιμεντωμένη και άδεια, τρία πουρνάρια και μια προτομή είχε όλη κι όλη που ήταν μουσκίδι, έσταζε η μύτη του, αύριο θα ήταν πουντιασμένος ο ήρωας. Ψέματα, είχε και δυο πράσινα παγκάκια δεξιά κι αριστερά της για να φυλάνε σκοπιά τα λόκαλ γερόντια, σαν δεν έβρεχε. Πιο προβλέψιμοι κι απ’ τα σαλιγκάρια. Άσχημο μέρος, άσχημη μέρα.

Από την ώρα που βγήκαμε απ’ το καράβι έβρεχε, σταματούσε, ξανάβρεχε, λίγη βροχή ακόμη και θα πήγαινε στράφι το αυριανό -πρώτο- μπάνιο, τσάμπα οι ξυρισμένες γάμπες και  τα όνειρα για ούζα στις αλυκές, εκείνη τη νύχτα άστρα από πάνω δεν είδαμε, πίναμε, καπνίζαμε και ακούγαμε, μετά το τρίτο four roses βαρέθηκα στο τραπέζι μας, πήγα στη μπάρα κι άρχισα να  παίζω κόντρες ποτά με έναν ξιπασμένο ντιτζέι που τον ανέβασαν -λέει- απ’ την Αθήνα, έχασε πέντε, στο έκτο είπε «όλα ή τίποτε, πάει;», αν το ‘βρισκα μας κερνούσε όλους, αν έχανα πλήρωνα και το δικό του, «βαλ’το»

το ‘βαλε

I’ve gone down the river of sadness..

τον είδα να χαμογελάει, ήδη σήκωνε το πόδι του για το βάθρο, απ’ αυτά που έχουν μόνο νούμερο 1

..and I’m tired of leaving and leaving, I can’t come back no more

 

..φωνή χάλια είχα από τότε, πολλά διόρθωσα, πολλά στράβωσαν, αλλά ούτε τα φάλτσα, ούτε τον Jeffrey Lee πρόδωσα. Η αλήθεια είναι  οτι κοιτούσα τη βροχή έξω απ’ το παράθυρο όταν τραγούδαγα τα στιχάκια, οι ματιές μας δεν διασταυρώθηκαν, δεν το ‘θελα, λίγο το βαρύ κεφάλι, λίγο επειδή ντρεπόμουν, ένιωθα σαν τους μαλάκες στο σχολείο που κορδωνόντουσαν λέγοντας το παρακάτω μάθημα, τα έξη κερασμένα όμως μια χαρά την ξεπλέναν τη ντροπή.

Κατέβασε το πόδι, χάθηκε το βάθρο, άρχισε να σκαλίζει δισκάκια, δεν ακούγαμε πια τραγούδια, Κολοσσαίο το κάναμε το μπαρ, «ασ’ το» του είπα, «στο τέλος θα με βάλουν στο πρώτο πρωινό και θα με ξαποστείλουν πίσω γιατί πέρασα όλη τη βραδιά μαζί σου»,  πήγα να τον λυπηθώ γιατί δεν θα έπαιρνε μεροκάματο αλλά μάλλον εμάς έπρεπε να λυπηθώ γιατί σίγουρα θα μας πότιζε με κερασμένες μπόμπες, του ‘γνεψα «ευχαριστώ», κούνησε το κεφάλι του σα να ‘λεγε «γάμησέ μας κι εσύ νυχτιάτικα», πήγα στο τραπέζι, μάλλον είχαν μούτρα, πού να θυμάμαι σήμερα, αλλά τα κερασμένα κερασμένα, αυτά όλοι τα θυμούνται μέχρι σήμερα.

Θυμάμαι κι άλλα.

Όπως το ότι κάποια στιγμή βγήκαμε στη βροχή, σκεπάσαμε τις πλάτες και τα κεφάλια των κοριτσιών με τα φτηνά φουτεράκια μας, τρέξαμε μέχρι το ξενοδοχείο με το γυναικείο όνομα, βίλα τάδε, νικολέτα, κατερίνα, αλεξάνδρα, κάτι τέτοιας ράτσας, ξεκλειδώσαμε τα δωμάτια με τα σουηδικά έπιπλα, πετάξαμε τα βρεγμένα στην μια και μοναδική καρέκλα και πηδηχτήκαμε πάνω σε σεντόνια κρύα, που μύριζαν ΟΜΟ, ντουλαπίλα και υγρασία. Εδώ στο βορά η σαιζόν αργεί να χτυπήσει κάρτα.

Κάποια στιγμή χτύπησε την πόρτα η Τ., είχε τελειώσει το αγροτικό της στο διπλανό δωμάτιο, είμαι σίγουρος ότι την άκουσα όταν έχυνε αλλά ήμουν πολύ νυσταγμένος για να εντυπωσιασθώ, σύρθηκα κι άνοιξα, «μη μου πεις ότι κοιμάστε ρε» ψιθύρισε,  «κοιμάται, εσύ βρυκολάκιασες βλέπω», «κι ο άλλος ροχαλίζει, θα’ ρθεις στον κήπο για ένα τσιγάρο;», πήγα πίσω της κλείνοντας όσο μπορούσα πιο αθόρυβα την πόρτα, είχε γυμνά πόδια, τσόκαρα scholl κι ένα πουκάμισο -του αλλουνού- από πάνω, κάναμε μισό πακέτο μάρλμπορο, η βροχή είχε σταματήσει αλλά άστρο ούτε για δείγμα, δεν θυμάμαι τι λέγαμε, μόνο ότι κρύωνε και κάποια στιγμή είπε «πάγωσα ρε χαμένε, πιάσε με» και όταν την αγκάλιασα -προσεκτικά, σχεδόν προστατευτικά- ο λαιμός της μύριζε το ίδιο αφρόλουτρο που μύριζα κι εγώ και τα ξανθά μαλλιά της μύριζαν ωραία κι αυτά. Νομίζω πως οι άκρες απ’ τα δάχτυλά μου αγγίξαν τα πόδια της, ψηλά, μια σπιθαμή απ’ το εσώρουχο, και έμειναν εκεί πολλήν ώρα, νομίζω. Όχι, δεν νομίζω, σίγουρος είμαι. Το μυαλό μου μπορεί να μη θυμάται πια, το δέρμα, τα δάχτυλα αποκλείεται να λαθεύουν.

play it again August !

Λοιπόν έφυγε. Πολύ ήσυχα φέτος. Σαν κλέφτης, σχεδόν. Να έφυγε πικραμένο νομίζοντας πως δεν του ‘δωσα σημασία δεν θέλω να το πιστέψω, στ’ ορκίζομαι πως ήθελα και τα δυο μου χέρια και τα δυο μου πόδια και το μυαλό μου το ίδιο να του δώσω. Αν μπορούσα. Τα είχα όμως δώσει ενέχυρο αλλού, τρόπο να τα πάρω έγκαιρα πίσω δεν βρήκα.

Δώσαμε, εκατέρωθεν, τις καθιερωμένες υποσχέσεις στα πεταχτά, καταλήξαμε σε ένα -όλο κι πιο αμήχανο όσο μεγαλώνω- να βρεθούμε του χρόνου, στην εξώπορτα του είπα μη χάνεσαι, τέτοια νεορεαλιστικά…αυτό θα ‘ρθει, εγώ δεν έκανα συμβόλαιο να είμαι εδώ, πού να βρεις πρόθυμο Μεφιστοφελή σήμερα. Εκτός κι αν έρθει η συντέλεια του κόσμου και φύγουμε όλοι μαζί, άνθρωποι και καλοκαίρια. Μετά σκασίλα μου.

Τώρα πίσω στο κρεβάτι του φτηνόπωρου. Μέχρι πέρυσι αγχωτικά οικείο, σα να μυρίζεις πατάτες με κρέας στο φούρνο μια Κυριακή με βροχή, σα να τελειώνεις για χιλιοστή φορά μέσα στο ίδιο σώμα, φέτος προκρούστειο. Ο,τι δικό σου περισσεύει, κουβέντες, ανάσες, ώρες, γέλια, νύχτες, σαββατοκύριακα, βόλτες, λίγο παραπανίσιο αλκοόλ, ένα τσιγάρο, ακόμη κι ανθρώπους που αγαπάς, θα στα κόβει. Στα δυο, στα τρία, στα τέσσερα, δεν ξέρω να σου πω. Πρώτη φορά θα ξαπλώσω σε τέτοιο κρεβάτι.

Χτες βράδι στο μπαλκόνι -εκείνο που δεν σάλπαρε ποτέ γιατί τελικά δεν είχε σταγόνα καύσιμο μέσα του, υποθηκευμένo κι αυτό- άκουγα μια γνώριμη φωνή να λέει σ’ ένα τραγουδάκι, ανάμεσα στ’ άλλα, «I cant read my own note. I made a note and I can’t read it». Και σκέφτηκα τι διάολο, σε λίγο καιρό που θα αποκαλυφθούμε όλοι και κανείς δεν θα κρύβεται πίσω από δανεικά ονόματα, θα τα αποκηρύξω όλα, και ποστ και φέισμπουκ και τραγούδια και λέξεις και όλα, μα όλα. Θα ξαναγίνω ένας κανονικός άνθρωπος. Μπας και βιώσω καμιάν απώλεια βουβός. Χωρίς να κόβω κομματάκια της μοιράζοντας τα σαν αντίδωρα δεξιά κι αριστερά για να την κάνω -τάχα μου- σπουδαία. Καμιά τέτοια απώλεια δεν είναι σπουδαία. Τον χρόνο που ξόδεψα άσκοπα ψευτοπενθώ, πετώντας μαύρα σκουπιδάκια σε μια άσπρη οθόνη. Όχι αυτό που έφυγε.

Άντε Robin, ριχ΄ το. Ο,τι προλάβουμε, πριν ξεθωριάσουν όλα…

 

 

http://www.youtube.com/watch?v=qngc–zwGxY

 

 

28 τοίχους μετά

Άνοιξε την οθόνη, όλο λαχτάρα. Τρία λεπτά δεν πέρασαν από την ώρα που η λαχτάρα ξεψυχούσε μπρος στα πόδια της, αβοήθητη. Ούτε μισό κόκκινο σημαδάκι ψηλά. Ο τοίχος άδειος. Τα like άφαντα. Οι 267 φίλοι το ίδιο. Λίγα στιχάκια της Δημουλά και ένα γιουτιούμπ του Vassilikos που είχε ρίξει για ευαίσθητο δόλωμα, μείναν αφάγωτα να σαπίζουν μόνα τους, 3 ώρες πριν, 8 ώρες πριν, 21 ώρες πριν, χθες στις 07:58 π.μ.

Ξεπάρκαρε από το στενό της, μπήκε στην κεντρική λεωφόρο, πήρε τη διασταύρωση «πιο πρόσφατες». Είδε λίγα φώτα, μακριά. Έκανε όσο πιο βιαστικά μπορούσε λάικ σε δυο από αυτά, τυχαία, φτάνοντας κοντά διάβασε τις πινακίδες τους «18 ώρες πριν», «Πέμπτη στις 5:06 μ.μ», οι οδηγοί άφαντοι, σε ένα που νόμισε πως είχε αναμμένα αλάρμ «7 ώρες πριν» άφησε ένα ορφανό σχόλιο, τρεις ώρες αργότερα τα αλάρμ συνέχισαν να ανάβουν, η θέση του οδηγού παγωμένη. Zombie walls.  Είδε κάποιους να αλλάζουν δυο-τρεις συνωμοτικές κουβέντες σε έναν τοίχο που της φάνηκε ύποπτος, σκέφτηκε «για να ‘ναι αυτοί μαζεμένοι εκεί τέτοια μέρα ποιος ξέρει τι ετοιμάζουν», πέρασε από δίπλα όσο πιο αθόρυβα μπορούσε με δυο γκαζιές κλικ, γλίτωσε.

Κι αυτή δεν θυμάται πόσες ώρες οδηγούσε νηστική ανάμεσα σε κουφάρια αφήνοντας like και σχόλια. Μετά από δέκα ώρες, τρεις καφέδες και μισό μπουκάλι samos doux, που έγινε σαν κάτουρο διαβητικού έξω απ’ το ψυγείο, ξαναπάρκαρε στον τοίχο της, πάτησε το off και χύθηκε στον καναπέ. Να πάτε να γαμηθείτε όλοι.

Το κενό, απορημένο και απελπισμένο -εν τέλει- βλέμμα του Cillian Murphy δεν μπορεί να συγκριθεί με το δικό της. Αγώνας άνισος, καταδικασμένος από τη μέρα της γέννας του.

Κανείς -σκέφτηκε αποκαμωμένη- δεν μπορεί να πάει κόντρα στον Δεκαπενταύγουστο, ούτε με smartphones, ούτε με ευρυζωνικές, ούτε με G G G. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τα αληθινά τζιτζίκια. Aκόμη κι αν κάνει τάμα στον αι-πι , στον αι-φον και στον αι-γαμήσου μαζί…

(ποστ genderless, επιλέξτε φύλο και παίξτε, bye)

la vita e 24 Mbps

πήρε πέντε μέρες άδεια για τη βδομάδα μετά της Παναγίας. είχε κάνει κράτηση πριν καιρό στο facebook. ανάποδα πράγματα, όταν άδειαζε αυτό γέμιζε ο τόπος έξω. ανέκαθεν τον βόλευε η σιγουριά όμως. αν βαριόταν εκεί, θα πεταγόταν για καμιά μπίρα στο βλογ, για καμιά βουτιά στο tweeter, μπορεί και να ξενυχτούσε πίνοντας με κάποιο υποσχόμενο mail ή να ‘βαζε κανένα παγάκι στο τσίπουρο την ώρα που έριχνε τον μπάζο του. στην ανάγκη θα ‘παιρνε το smartphone στο WC. πού να τρέχεις να ψάχνεις δωμάτιο αυγουστιάτικα…

(niemandsrose, διαρκής πηγή έμπνευσης, μας έχει τσακίσει το ηθικό, να το κλείσει λίγο μπας και ξεκουραστούν τα δαχτυλάκια μας)

σφαίρες απ’ την ιβοζίμα

 

 

Χρειάστηκαν εφτά ανέβα-κατέβα με το ασανσέρ για να μην αφήσει τίποτε πίσω. Μετά από μισή ώρα όλα είχαν τακτοποιηθεί στο αυτοκίνητο. Δυο καρεκλάκια για τη θάλασσα, μια ομπρέλα δώρο από βενζινάδικο, μια ψάθα αληθινή και όχι απ’ τις πλαστικούρες των κινέζων, ένα χαμηλό τραπεζάκι για να αφήνει τον καφέ, ψυγείο γεμάτο με τις παγοκύστες του, τις μόνες κύστες -μαζί με την ουροδόχο- που πάντα είναι χρηστικές, βατραχοπέδιλα, μάσκα, αναπνευστήρας, ένα σακίδιο ώμου με τα μαγιώ, τις πετσέτες, μέσα έβαλε μια μικρή θήκη με τα αντηλιακά και την αμμωνία για τις τσούχτρες, τους αχινούς και τις ανθρωποφάγες σφήκες, ένας σάκος λίγο μεγαλύτερος με τα ρούχα του, καναδυό βερμούδες και παντελόνια δηλαδή, μερικά χρωματιστά μπλουζάκια, δυο πουκάμισα γουμίδια αλλά καθαρά, έξη αλλαξιές εσώρουχα, παπούτσια, κάτι πέδιλα αγορασμένα τέσσερα ευρώ στο παζάρι και σαγιονάρες τα ‘κλεισε σε μια σακούλα του μαρινόπουλου και τα στρίμωξε όπως-όπως στην πλαϊνή θήκη του σάκου, εκεί έβαλε κι άλλες δυο άδειες σακκούλες -του βερόπουλου νομίζω αλλά δεν έχει και καμιά σημασία- για τα βρώμικα βρακιά, ας βρίσκονται, τελευταία στιγμή θυμήθηκε το θερμός οπότε οι διαδρομές προς το σπίτι έγιναν οκτώ, φορτιστή πήρε, κασέτες πήρε, τον παναμά τον πήρε, τα γυαλιά για τον ήλιο τα φορούσε, της μυωπίας τα είχε στην τσέπη, ξυριστικά δεν πήρε γιατί ως και ο τομ χανκς χρειάστηκε μια ώρα στο μοντάζ για να γίνει σαν μητροπολίτης κι αυτός δεν σκόπευε να ναυαγήσει μέσα στο καλοκαίρι, τον ζίπο δώρο της σχωρεμένης της αδερφής του τον είχε πάντα κατάκαρδα, έτσι είχε δει σε μια ταινία για την ιβοζίμα, ως και σφαίρα σταμάτησε εκείνος, να φανταστείς έκανε αγώνα ολόκληρο να βρίσκει πού πουλάνε τι-σερτ και πόλο με τσεπάκι στη θέση της καρδιάς, όχι ότι εκείνος κινδύνευε από καμιά αδέσποτη γιαπωνέζικη σφαίρα δηλαδή αλλά καλό είναι την καρδιά σου να μη την αφήνεις εντελώς απροστάτευτη όταν επί τριανταέξη χρόνια κάνεις ακριβώς το ίδιο ανέβα-κατέβα γεμίζοντας τα σωθικά ενός ξεθωριασμένου πράσινου -κάποτε- ford taunus και ξεκινάς μετά για το πολύ μακρύ ταξίδι  μέσα σε έναν Αύγουστο που τα ‘χει όλα εκτός από γεμάτο καρεκλάκι δίπλα και δεύτερο ποτήρι με καφέ στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά…

άπνοια

Μπαλκόνι, δυόμιση, ξημερώματα, Τρίτη. Υπάρχουν κάποιοι που διατείνονται πως «ξημερώματα» πριν τις τέσσερις, άντε πέντε το πρωί, δεν υπάρχουν. Προφανώς τα ξημερώματά μας δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ. Ίσως -σκέφτομαι- σε κανένα δωμάτιο ή προθάλαμο νοσοκομείου αλλά εκεί δεν έχει ώρες, όλα είναι ένα. Η μέρα είναι νύχτα και ανάποδα.

Παράτησα το βιβλίο που διάβαζα, το βαρέθηκα πριν καν αποφασίσω να ψάξω σελιδοδείκτη, ακουμπάω στο κάγκελο το χέρι μου, σε λίγο γέρνω και το κεφάλι, κοιτάζω στην ευθεία του κάγκελου, μέχρι εκεί που πάει το μάτι μου και προσπαθώ να χαθώ. Δεν είναι δύσκολο, η μυωπία είναι ενισχυτική του άγνωστου, μόνο γκρίζους και μαύρους όγκους βλέπω μέσα στο σκοτάδι. Οι τέντες είναι ανεβασμένες, ένα αεράκι κουνάει ο,τι απέμεινε πάνω στο κεφάλι μου, σε λίγο γίνεται πιο δυνατό, κοροϊδεύομαι ότι το μπαλκόνι σήκωσε άγκυρα και ξεκίνησε, ευτυχώς δεν ζω -όχι ακόμη- δίπλα σε καμιά χωματερή, να ακούσω και πεντέξι γλάρους να πετάνε παραδίπλα και να τρέχω μετά για Xanax.

Αν -μια στο δισεκατομμύριο- είναι καράβι, το υπόλοιπο πλήρωμα κοιμάται. Πρέπει να μείνω ξύπνιος λοιπόν και να το βγάλω στα ανοιχτά μόνος μου, αφού πρώτα ειδοποιήσω αυτόν με το αναμμένο φως στην απέναντι πλευρά του δρόμου να περιμένει λίγο, αν ξεκινήσουν ταυτόχρονα δυο τρίτοι όροφοι μπορεί να έχουμε δράματα, αν σαλπάρει και ο δεύτερος διαγώνια -βλέπω την κάφτρα του ύπαρχου να κουνιέται εκεί χαμηλά- τότε κανείς δεν θα διηγείται την ανιαρή ιστορία του Τιτανικού σε λίγα χρόνια. Κακώς οι μηχανικοί δεν σκέφτηκαν να βάλουν κόρνα στα μπαλκόνια, δε λέω για τις παλιές μπρούτζινες ναυτικές, μια φτηνή κινέζικη θα αρκούσε. Ποιος προέβλεπε τότε, θα μου πεις, ότι θα καταλήγαμε να περιφερόμαστε καλοκαιριάτικα σ’ αυτό το κατάστρωμα, πέρα δώθε, να το πλένουμε κάθε μέρα -σαν τους μούτσους του Bounty- και να αγναντεύουμε από μια γωνιά του τον ίδιο σταθερό ορίζοντα που ούτε κοντά μας έρχεται ούτε στην αγκαλιά του πάμε. Σαράντα, πενήντα, εξήντα μπαλκόνια, άλλα με μηχανές, άλλα με πανιά, ακινητοποιημένα καταμεσής δυο δρόμων. Σα να μας τέλειωσαν ξαφνικά τα καύσιμα ή να έκλεισε κάποιος τον διακόπτη του αέρα και της ανάσας μας.

Ελπίζω αύριο, μεθαύριο, να αποφασίσω να βουτήξω. Λάντζα δεν έρχεται, λιμάνι δεν πιάνουμε, ανεμόσκαλα δεν έχουμε, αν δεν έρθει το καλοκαίρι προς τα δω λέω να πάω εγώ να το βρω πριν χαθεί οριστικά το στίγμα του από το ραντάρ..

δυο καφέδες τον Αύγουστο

Ο πρώτος διπλός ελληνικός του μήνα, η τέχνη του να ξυπνάς πάντα μισοξεκούραστος ενώ απ’ το Σεπτέμβρη και μετά σηκώνεσαι μισοκουρασμένος, η τραβηγμένη κουρτίνα την ώρα που μπαίνεις κάτω απ’ το νερό, εκεί ξεπλένονται όλα εκτός από τις σκέψεις… λογαριασμοί, προσθέσεις και αφαιρέσεις με ρυθμό μετρονόμου, το χτεσινό φορεμένο πουκάμισο πάνω στην καρέκλα, ένα αυθάδες κουμπί στο παντελόνι, βρεγμένη πετσέτα πάνω στο καλοριφέρ, σκουπίδια που περιμένουν χαιρέκακα το αφεντικό τους στο μπαλκόνι, σακατεμένα λουλούδια κι ας ταΐστηκαν χτες, ξεψυχισμένο κινητό, χαμένα γυαλιά, κρυμμένα κλειδιά, δεν βαριούνται να παίζουν κρυφτό μαζί μου κάθε πρωί, μια καλημέρα από τη Νέα Υόρκη που επιστρέφεται ως καληνύχτα, γυμνές πλάτες και στα τρία δωμάτια, σεντόνια διπλωμένα ανάμεσα στα πόδια τους, δεν πήγε ακόμη οκτώ, έξω τριγυρίζει μια ακαθόριστης ποιότητας ζέστη, η μέση μου έχει τσακίσει στα δυο, το καλοκαίρι επίσης. Ένας καφές ακόμη με ένα ποτήρι κρύο νερό στο πλάι του. Οπουδήποτε μακριά απ’ τα τσιμέντα και τα μπαλκόνια. Sailing in August…

29/7/2011

Ο τρόπος που ξεψυχάει ο Ιούλιος μου φαινόταν ανέκαθεν ανατριχιαστικός. Χτες, για παράδειγμα. Με τριανταέξη βαθμούς έξω, όπου κι αν έσταζε ο ιδρώτας, σε ρούχο, σε μάρμαρα, σε μπαλκόνια, σε ξαπλώστρες, στο στήθος της , σε χαρτί, στην πάνω πλευρά της παλάμης σου, τον άκουγες να εξατμίζεται σε δευτερόλεπτα, τον άκουγες, σαν ρόγχο. Όχι τελευταίο όμως, γιατί δεν τελειώνει εύκολα ο ιδρώτας. Ούτε κι ο Ιούλιος. Ώσπου να βγει η ψυχή του θέλει να πάρει και τη δική μας μαζί. Το σώμα δεν του φτάνει.

Είναι ωραίος ο Ιούλιος. Χρόνια έχουμε να πάμε κάπου μαζί εγώ κι αυτός αλλά την τελευταία φορά δεν την ξέχασα, έστω κι αν ξεθώριασε λιγάκι ακόμη. Σαν ρολερκόστερ είναι, ανεβαίνεις, ανεβαίνεις, ανεβαίνεις κρατώντας σφιχτά το χέρι του και ξέρεις πως όταν το στομάχι σου ανέβει στον οισοφάγο και το πάρεις στα χέρια για να το παρηγορήσεις και να του πεις να μη φοβάται, θα βουτάς με φόρα προς τον Αύγουστο. Όπισθεν δεν έχει.

Το πήρα απόφαση φέτος, ακόμη κι αν με γαμήσει ωραία ο Αύγουστος, θα του πω την αλήθεια. «Εγώ ψυχή και σώμα τα παράδωσα στον προηγούμενο, για σένα μόνο λεφτά περίσσεψαν, βολέψου μ΄ αυτά».