famous blue Sundays

35038020.blue

 

Στην αρχή ήταν κασέτες, χειροτεχνημένες στο ξαπλωτό Sanyo και κατόπιν στο όρθιο Sharp, στο Teac μετά, στο Nakamichi λίγο πριν το Τέλος της Μουσικής (μετά ήρθε κάτι άλλο, μα ήταν αυτό ακριβώς: άλλο). Συνήθως εξηντάρες, σπάνια ενενηντάρες που θέλαν μεγάλο σχεδιασμό, στριμωγμένες καλλιγραφίες πάνω σε στενά χαρτονάκια, αγκαλιές από βινύλια, αμέτρητα pause και record. Xρόνος υπήρχε, υπομονή όχι.

Κοπτοραπτική. Johnny the Fox meets Aqualung  και On the border don’t fear the reaper. Αυτό το τελευταίο ακούγεται στοιχειωμένο σήμερα. Τότε δεν ήταν παρά ένα ιπτάμενο χαλί για τις βόλτες με το άσπρο Ρενώ με τις τέσσερις (λίγο πριν αποβιώσει έγιναν τρεις) ταχύτητες. Ακόμη και το Symptom of the Universe να ακουγόταν απ’ τα ηχειάκια (νομίζω κάτι φτηνά Roadstar χαμηλά στις πόρτες), δεν με αποπροσανατόλιζε από τον στόχο ανάμεσα στα πόδια της. Έστω κι αν την έβλεπα να ΄ρχεται με παντελόνι και μια θλίψη -ανάκατη με θυμό- γέμιζε το χώρο ανάμεσά μας. Που πάντα, αν η μνήμη μου δεν παίζει άσχημα παιχνίδια μαζί μου, βρίσκαμε τρόπο (τρόπους, ποτέ δεν ήμασταν τσιγκούνηδες σ΄αυτά) να γεμίζουμε.

Μεσημέρια προς απόγευμα Κυριακής, χιλιόμετρα σε πανάθλιους επαρχιακούς δρόμους, προς τη θάλασσα, προς τα βουνά, πάνω σε άσφαλτο που δεν είχε ακούσει ποτέ για ισιάδα (δεν αλλάξαν πολλά έκτοτε), καφέδες σε φτηνούς καναπέδες και ακόμη πιο φτηνά τραπεζάκια, σε μέρη βαφτισμένα από εγκεφαλικά νεκρούς ανάδοχους: Αργώ, Μικρό Καφέ, Rose, Tάνγκο, κανείς δεν έδινε σημασία.

Μετά ήρθαν τα cd. Nομίζω μαζί με το παιδί. Με καρεκλάκι πίσω δεν απλώνεις χέρι στα πόδια της γυναίκας σου. Αν φύγει -έτσι άγαρμπος που είσαι- πόντος απ’ το καλσόν, οι οιωνοί προμηνύουν βαρυχειμωνιά κι ας είναι βαθύ φθινόπωρο, ακόμη. Οδηγάς, διπλώνεις και ξεδιπλώνεις καρότσια, ψάχνεις τρύπες, πάλι βαφτισμένες άθλια, χωρίς πολλά πολλά τσιγάρα εντός τους -το παιδί, το παιδί-, ανακατεύεις αφηρημένος το φλιτζάνι, γλαρώνεις απ΄τη ζέστη, περιμένεις να γυρίσετε σπίτι, αν εκείνη έχει κέφια, αν εκείνο μας κάνει τη χάρη και κοιμηθεί, αν δεν χτυπήσουν το θυροτηλέφωνο φίλοι, ίσως, ίσως, ίσως. Κάποιες φορές αγγίζεις αθόρυβα τη γυμνή σάρκα της ξημερώματα, όσο κοιμάστε και οι δυο. It’s four in the morning, the end of December. Ούτε καν. Nοέμβριος, αρχή, άσε τους ποιητές, ιδέα δεν έχουν από πεζότητα.

Πολλά τα χιλιόμετρα, μακρύς ο δρόμος, κάποτε φτάνεις στα USB στικάκια και στα κινητά, που κουμπώνουν όμορφα στο ταμπλώ και τραγουδάνε ακόμη ομορφότερα And you may find yourself behind the wheel of a large automobile. Επιστρέφεις όμως σπίτι, αν βγεις, και δεν θυμάσαι καν την ώρα που παρκάρεις αν φόραγε φούστα, παντελόνι, φόρμες, φόρεμα, κάτι. Δεν θυμάσαι καν -η σιωπή, η σιωπή- αν ήταν στο κάθισμα δίπλα σου. Έτσι, κάπως έτσι, είναι τα αληθινά στιχάκια απ΄τα magnificent fifties.

Ring! Ring! It’s 7:00 A.M.! Μια σταλιά οι γαμημένες οι Κυριακές, όσο πάνε και συρρικνώνονται.

 

—-

κουρελάκια

freelabelbig2015

 

 

Παράξενο, κουραστικό και κάποιες φορές στενόχωρο να πακετάρεις παλιά μπουφάν και παντελόνια -στα οποία ούτε διαμελισμένος χωράς, πλέον- σκαλίζοντας για τελευταία φορά τις τσέπες πριν τα αποχωριστείς. Χωρίς να ξέρεις τι και γιατί το ψάχνεις, αφού έχουν πλυθεί και ξανακαθαριστεί αμέτρητες φορές, ούτε χνουδάκι, ούτε καν μισή κλωστή θα μπορούσε να επιβιώσει εντός τους.

Και ξάφνου σε ένα τζιν που μοιάζει διαμελισμένο, με ξέφτια να ζουν σε κάθε γωνιά του, με τόσα σκισίματα ολόγυρα -δουλειά του χρόνου, ποτέ δεν φόρεσα τρύπιο παντελόνι μα ποτέ δεν είναι αργά όπως πάνε τα πράγματα- ανακαλύπτεις οτι ζει ένα τόσο δα χαρτάκι λίγο πιο μεγάλο από ένα γραμματόσημο,  ‘Νο 586, Δραχμές 40′  και μετά ξανά σιωπή, μάλλον -σίγουρα- εκεί ήταν τυπωμένο άλλο ένα μηδενικό. Ίσως δυο.

Πότε, πού, τι, με ποιόν, όλα άγνωστα. Δεν θυμόμουν καν πως είχα τέτοιο ρούχο. Εισιτήριο, για πού; Για Nits; Για το Fight Club; Σινεμά ο Παράδεισος; ή Dr Feelgood; Μάταιο να ψάχνεις, μάταιο να αραδιάζεις συνενόχους, μάταιο να στήνεις -τάχα μου- σκηνικά memorabilia, μάταιο και καθόλου ανακουφιστικό.

Δεν το πέταξα τελικά το κουρέλι. Το δίπλωσα -χαζοευλαβικά, αν είναι δυνατόν!- ρολό, στριμώχθηκε πίσω πίσω στο πατάρι της ντουλάπας, εκεί που μόνον εγώ έχω το θλιβερό προνόμιο να ανεβάζω και να κατεβάζω. Έβαλα πάρα πολύ προσεκτικά το αναπάντεχο εύρημα σε έναν φάκελο μαζί με άλλα άχρηστα (τόσο αδιάφορα που ως κι ο πιο παθιασμένος ρακοσυλλέκτης θα αρνιόταν να τους ρίξει έστω μισή ματιά ενώ εγώ τα προορίζω για την Μεγάλη μου ρεπροσπεκτίβα που κανέναν δεν θα αφορά)  και έτσι σφράγισα μιαν ακόμη αμφιλεγόμενη νίκη απέναντι στον χρόνο και την φθορά. Ένα (ακόμη) κομμάτι μου επέζησε, σε πείσμα της αδύναμης -κι απρόθυμης να συνεργαστεί- μνήμης.

Κάποια μέρα, σε μια στιγμή αδυναμίας, θα ανοίξω αυτό το φάκελο -με ενόρκους ή χωρίς- και θα μου αποδείξω ότι ήμουν κι εγώ εκεί.

…..

 

reservoir dogs

 

34822531 (1).old

Mr Orange 

Σκέφτομαι πως η φωτογραφία αυτή μού αρέσει επειδή έχει μια υλικότητα και μια πλαστικότητα και μια αλήθεια που ξεπερνάει την προφανή αλήθεια της εικόνας. Σκέφτομαι πως η φωτογραφία θα μου άρεσε ούτως ή άλλως, ακόμα και αν δεν ζούσε εντός της ένας τυχαίος, ανώνυμος σκύλος. Σκέφτομαι πως έχει αποτυπώσει την παραγνωρισμένη και δυσφημισμένη αστική ομορφιά, την ομορφιά των ρυπαρών στενών της πόλης. Την ομορφιά που έχουν όταν τα φωτίζει ο ήλιος με αυτό το συγκεκριμένο φως ή την ομορφιά που έχουν όταν τα φωτίζει η ζωή των άλλων που γράφουν πράγματα με την δική μας υπογραφή ερήμην μας. Αυτή όμως -σκέφτομαι κάπως ταραγμένος- μπορεί και να ΄ναι  η ομορφιά της καθημερινότητας της γραφής. Και εν τέλει ανακουφίζομαι, καθώς αυτούς που δεν γράφουν ποτέ, αδυνατώ να τους καταλάβω, όπως και τους άλλους που μιλάνε πολύ, αντίθετα με τους άλλους που δεν μιλάνε πολύ μα ούτε και γράφουν σαν τους άλλους, τους άλλους, αυτή τη μάστιγα.

<>

34822531 (1),sra

Mr White

Ήμουν έτοιμος να γράψω κάτι μεγάλο, βαθύ και δύσκολο.

Θα λεγόταν “Ηθικός πανικός: από την πορνογραφία των πλακόστρωτων μέχρι το Black dog” (των Zeppelin ασφαλώς, προγονόπληκτε). Η πορεία θα διαγραφόταν μέσω της υγρής Σχισμής μιας τυχαίας ακολουθίας μεγαπίξελ και μιας μελαμψής (σαν δέρμα μιγάδας ξαναμμένης) ρωγμής του χρόνου, στην πίστα μιας northern town. Aπ΄ αυτές τις πόλεις πόκετ που δεν χώνεψα και δεν εμπέδωσα ποτέ, ούτε καν σε φαντασιακό επίπεδο.

Όμως νυστάζω. Πάω στο κρεβάτι να διαβάσω Yourcenar και όλα τ’ άλλα. Ίσως κάποια άλλη στιγμή.

Μέχρι να ΄ρθει αυτή η ‘άλλη στιγμή’ μπορεί κάποιος εικαστικός ειδήμονας ή έστω σχετικός με γλωσσικά και τέτοια να μου εξηγήσει τι σκατά υποτίθεται πως λέει η εικόνα από πάνω;

<>

 

34822531 (1). thas

Mr Blonde

Τα ανακάτεψα όλα ξαπλωμένος στον καναπέ-πλοίο (την φωτογραφία, τις λέξεις των άλλων που δεν ήταν δικές τους, όχι ολότελα δικές τους δηλαδή) σε μια αδιέξοδη μουγκαμάρα απ’ την οποία δεν παραγόταν δράση. Γιατί μένοντας ώρα σιωπηλός δεν γίνεσαι σοφότερος. Πήζουν οι σκέψεις μαζί με το συναίσθημα ώσπου στο τέλος πλακώνεσαι από το ίδιο σου το βάρος.

Και κοίτα τι έπαθα. Ό,τι μου κόλλησε σαν καλοκαιρινή ασυναρτησία βρήκε ιδανική συνέχεια στην τραγωδία. Το καπάκι του λάπτοπ έκλεισε. Κι από το σύμπαν των εικόνων και το ποτάμι λέξεων που χάθηκαν από μπροστά μου, καθάρισε επιτέλους η εικόνα. Μα -σκέφτομαι- αφού ξέρουμε και καταλαβαίνουμε πώς παίζεται το παιχνίδι, γιατί δεν παράγεται επιτέλους νόημα;

Όποιοι παρακολουθούν τα μοναχικά μαύρα σκυλιά στους δρόμους, ξέρουν. Εγώ τι να προσθέσω; Ίσως μόνο το τραγούδι που θα ΄πρεπε τώρα να ακούγεται- μια κόντρα διάθεση που με συνοδεύει. Αν ξαναβρώ το χιούμορ μου -και τη μούζικα- θα επιστρέψω.

Σεπτέμβριος.  Καλό Χινόπωρο, χειμαζόμενοι αδερφοί μου.

<>

34822531 (1).pet

Mr Pink

Ανέβηκε στο άιφον σταις ένδεκα

και τέταρτο. Δεν μετακίνησε

το βλέμμα προς τον φωτογράφο.

Αν ήτο ράτσας, εγώ γεννήθηκα

στις όχθες του Ιαξάρτη

πράγμα που δεν συνέβη.

Η σκυλομούρη του έβλεπε βορρά,

άρα το κομβίο πατήθηκε από νοτιοδυτικά.

Δεκαέξη χρειάστηκε δευτερόλεπτα

(από γωνίας εις εξαφάνισιν)

και ήλθε

να μείνει μες στην ποίησιν αυτήν.

Το σκλιμάβρο.

<>

……………………

random casting: Πετεφρής, Ολντμπόι, Σραόσα, Thas Kas

sesame park

natural-sesameO κύριος Μπράουν αγόραζε κάθε δεύτερη μέρα ένα ζεστό πανκέικ με έξτρα σουσάμι από το σούπερ μάρκετ απέναντι από το Δημαρχείο. Λίγη ώρα μετά -για την ακρίβεια κάτι λιγότερο από εφτά λεπτά αν ψιχάλιζε ή το θερμόμετρο έδειχνε κάτω από 10 βαθμούς ή δέκα λεπτά αν απλά είχε μαύρα σύννεφα και κορίτσια χωρίς καλσόν στους δρόμους- καθόταν στο αγαπημένο του παγκάκι, στη γωνία του πάρκου που έβλεπε το λόφο με το κοιμητήριο. Οι σταυροί, οι μουχλιασμένες λίθινες πλάκες με τα χαραγμένα ονόματα και τους -κάποιες φορές- φοβιστικούς αριθμούς ήταν από την άλλη, την αθέατη πλευρά του μικρού λόφου, θαρρείς και κάποιος το ‘κανε σκόπιμα για να μην αποσπά την προσοχή των ανθρώπων από την αιώνια καθημερινότητά τους.

Ήταν πάντα λίγο μετά τις δέκα και μισή το πρωί (όχι κάθε πρωί όμως, αν οι κρουνοί στα σύννεφα ξεχνιόντουσαν ανοιχτοί με τις ώρες ή και με τις μέρες) όταν ο κύριος Μπράουν καθάριζε προσεκτικά το παγκάκι από την υγρασία και τα περιττά περιεχόμενα του γαστρεντερικού σωλήνα των σπουργιτιών, των περιστεριών και κάποιων ελάχιστων κοτσυφιών.

Έξυνε σχεδόν ευλαβικά το σουσάμι από την επιφάνεια με έναν μικρό σουγιά, κληροδότημα της μητέρας του. Με το ίδιο μικρό μαχαιράκι που εκείνη τρυπούσε σε τρία σημεία (ούτε σε ένα, ούτε σε δυο μα ούτε και σε τέσσερα) την παρασκευιάτικη μηλόπιτα, για να σιγουρευτεί αν ήταν έτοιμη να βγει από τη μήτρα του φούρνου.

Μετά έτρωγε το κουλούρι κοιτάζοντας τα δέντρα -μια συστάδα από καρυδιές και μουριές- στο βάθος του πάρκου. Τίποτε άλλο δεν αποσπούσε την προσοχή του, ούτε μαμάδες με καρότσια, ούτε φανατικοί τζόγκερς με πολύχρωμες φιτ στολές και φανταχτερά παπούτσια, ούτε καν τα καμπουριασμένα – από τα βάρη της ζωής άραγε; – δεκαοχτάχρονα που σέρναν πίσω τους μια στρατιά από fuck, cunt, deez και tosser αντί για τον σεξπηρικό, τον -έστω- Wordsworthιανό πλούτο της μητρικής τους γλώσσας. Κοιτούσε τα δέντρα σαν να κρυβόταν κάτι μέσα τους, πάνω τους, πίσω τους. Τίποτε δεν κρυβόταν. Μόνο μερικές άθλιες διώροφες τούβλινες αποθήκες, κάποτε δερματάδικα, μετά σκουπιδότοπος για σύριγγες, τώρα real estate λάφυρα.

Το ξεγυμνωμένο από σουσάμι κέικ γινόταν ακριβώς έντεκα μπουκιές. Ποτέ δέκα, ποτέ δώδεκα.

Τα πουλιά τον ευγνωμονούσαν για το θεσπέσιο και δυναμωτικό αυτό γεύμα. Δεν είχε καμιά σημασία αν η βαριά αλλεργία του στο σουσάμι ήταν ο λόγος που τα κοτσύφια και οι κοκκινολαίμηδες αξιωνόντουσαν συχνά πυκνά τέτοια βασιλική περιποίηση. Τα πουλιά δεν είναι υποχρεωμένα να γνωρίζουν τους λόγους και τα αίτια πίσω από την υστερόβουλη καλοσύνη των ανθρώπων.

….

τα φουρφουράκια

34531630.flat jarret

 

Μια πάσχουσα σαμπρέλα τον Αύγουστο. Ανίκανη -πλέον- να σηκώσει το φορτίο ενός λάστιχου κι ενός εντεκάχρονου που έβγαλε το φουρφουράκι του (προσεκτικά στερεωμένο με σύρμα και ξύλινο μανταλάκι) ανάμεσα από τις ακτίνες και ξεκίνησε να εξερευνήσει τα όρια του κόσμου, πέντε γειτονιές τριγύρω. Τότε δρόμος και γειτονιά, απλή αριθμητική, ακόμη πιο απλή ανθρωπογεωγραφία, τι να μας πει και η γκουγκλ στριτ βιού..

Αλλά στην πρώτη γωνία, εκεί, ανυπομονησίας και λαχτάρας, τον βρήκε το φουίτ. Και βάλθηκε ο πιτσιρικάς να ψάχνει ποδηλατά (όλοι τριγύρω απ’ την πλατεία, στην άλλη άκρη της πόλης, τριάντα δρόμους μακρύτερα) για να αναστήσει ένα ημιθανές ποδήλατο, μπλε με άσπρες και μαύρες ρόδες. Χωρίς δραχμή στην τσέπη, μόνο με ένα «θα περάσει μετά ο μπαμπάς μου». Τα καλά των μικρών πόλεων. Πάντα ήσουν «κάποιου», η ερώτηση «τίνος είσαι συ;» είχε αντίκρισμα και απάντηση εξαργυρώσιμη.

Πολλές φορές οι πίκρες ερχόντουσαν μαζεμένες. Σπάνια ήσουν τόσο τυχερός ώστε να εισπράξεις ένα «περίμενε ένα τέταρτο και θα στο ‘χω έτοιμο». Η πιο συνηθισμένη απάντηση στο «σε πόση ώρα θα το πάρω;» ήταν «το απόγευμα» ή «αύριο πρωί». Και ο κόσμος; Ο κόσμος κύριε; Μπορούσε να περιμένει ο κόσμος εμένα να πάω να τον ανακαλύψω δίτροχος; Ή θα με προλάβαινε κάποιος άλλος;

«Δεν μπορείτε τώρα κύριε; να, θα πάω ως το μαγαζί του παππού μου και θα ξανάρθω σε μισή ώρα, να μη μπλέκομαι στα πόδια σας».

«Πολύ βιαστικός είσαι μικρέ. Οι δουλειές θέλουν το χρόνο τους, έχω άλλα πέντε στη σειρά και πρέπει να τα έχω έτοιμα μέχρι το μεσημέρι, έλα μετά τις έξη το απόγευμα και βλέπουμε»

Άλλα πέντε. Κι ένα το δικό μου έξι.

Δεν μπορεί να ήταν τυχαίο.

Κάποιος εκεί έξω είχε βαλθεί να ξεπαστρέψει τα μεγάλα μου σχέδια. Θα έπρεπε να κατακτήσω τον κόσμο περπατώντας. Και να μην αξιωθώ ούτε μισό βλέμμα από κορίτσια καθισμένα στις σκάλες και στα πεζοδρόμια. Κάπως έτσι αρχίζουν να ξετυλίγονται οι μικρές τραγωδίες που δεν βρίσκουν δρόμο για βιβλία, για κερκίδες και για θεατές μα δεν παύουν να είναι τραγωδίες. Αφού σήμερα, της είχα υποσχεθεί, θα περνούσα με το ποδήλατο από τη γειτονιά της και είπε «θα το πω και στις φίλες μου, να σε δουν, γυρίσαν απ’ την κατασκήνωση». Και να με εγκρίνουν, μάλλον.

«Αλλά να βγάλεις το φουρφουράκι, δεν μ΄αρέσουν αυτοί που βάζουν φουρφουράκια στις ρόδες τους»

Φυσικά δεν πήγα. Άλλο να περιμένεις τον πρίγκιπα πάνω στο άσπρο άλογο (μπλε, έστω), άλλο να εμφανίζεται μπροστά σου ο ιπποκόμος του με ένα φουρφουράκι στην τσέπη και βλέμμα ηττημένο, «συγγνώμη, κάτι του ‘τυχε, φουίτ μάλλον». Γυναίκες, τι τα ψάχνεις…

Δεν αλλάξαν και πολλά, άμα το καλοσκεφτείς. Άδειες σαμπρέλες, με μια τρύπα σε μια κρυφή γωνιά τους απ’ όπου ξεγλιστράει ο αέρας, σιγά σιγά, ύπουλα, αθόρυβα. Δεν ξέρω τι λένε τα εγχειρίδια, οι γιατροί και τα «δέκα σημάδια που πρέπει να προσέξεις», ξέρω ότι εδώ και πάρα πολύ καιρό ξεφούσκωσα. Όπως εκείνη η σαμπρέλα μου.

Ή μάλλον αλλάξαν, κάμποσα. Δεν έχει πια σαμπρέλες. Δεν έχει πια «θα περάσει μετά ο μπαμπάς μου». Πάνε αυτά, τελειώσαν. Εσύ είσαι πλέον αυτός, ο κανονικός ο,τι ήταν να πληρώσει το πλήρωσε, με το παραπάνω. Νέα διανομή, πήρες το ρόλο. Σειρά σου να βρεις αέρα μονάχος σου, να πας λίγο παραπέρα και μετά ξανά. Διαπιστωμένο, όσο γερά και να τα φτιάχνουν τα λάστιχα πάντα θα έχει τριβόλια στη διαδρομή και τα τριβόλια γεννήθηκαν για να τρέφονται με τον αέρα των άλλων και κόφτο εδώ γιατί μόνο ο Κοέλιο έγραφε χασμουρητικές κοινοτυπίες και χρυσώθηκε απ’ αυτές .

Τότε μπαλώματα και κόλλα. Σήμερα, κάποιες φορές, αρκεί να αφήσεις τον Τζάρετ να βάλει το χεράκι του για να πας λίγο μακρύτερα. Κι όποτε τον ξαναχρειαστείς εκεί είναι, μέρα, νύχτα, αργίες, Κυριακές, ξημερώματα, μεσάνυχτα, δεν έχει «έλα το απόγευμα, έλα αύριο, έχω δουλειά». Εκεί να δεις φουρφούρισμα το μέσα μου. Τέτοιον ποδηλατά, φιλάω σταυρό, δεν θυμάμαι. Beat that Paulo.

…..

 

 

Is this the blues I’m singing?

2015-04-18 19.18.23

 

Νομίζω το ΄χω ξαναγράψει, τι πειράζει μια φορά -και δυο και τρεις- ακόμη; Χωρίς επαναλήψεις και ψευτομερεμέτια δεν συντηρούνται τα μπλογκς, πέφτουν και σε πλακώνουν.

Eπιστροφή από διακοπές στο Χορευτό με τσίμα τσίμα λεφτά για ρεφενέ βενζίνες, διόδια, ένα σάντουιτς και ναύλα για το λεωφορείο μετά. Bλέπω -την ώρα της αναχώρησης και του ανεφοδιασμού σε τυρόπιτες- το Crocodiles στη βιτρίνα κάποιου βολιώτικου δισκάδικου χωμένου ανάμεσα σε άσχημα μπετόν και ακόμη πιο άσχημη ζέστη. Όλα είναι άσχημα όταν επιστρέφεις. Tότε, σήμερα άλλαξαν οι επιστροφές, η όψη τους μαλάκωσε μια στάλα, πιάσαν τόπο τα μπότοξ. Χωρίς να πολυσκεφτώ, κάνω ένα γρήγορο υπολογισμό του περιεχόμενου της τσέπης. Δεν βγαίνει ο λογαριασμός, αν οι άλλοι θελήσουν ένα στοπ για τσιμπολόγημα στη διαδρομή. Ή αν σου πει να μείνετε μια νύχτα στη Θεσσαλονίκη -πριν ξαναπάει ο καθένας σπίτι του- και παίρνετε μετά το πρωινό ΚΤΕΛ. Μα ο σατανάς έχει μπει μέσα μου,  μπαίνω κι εγώ βγαίνοντας με το λάφυρο και τσέπη αφυδατωμένη κατά 300 -μπας και ήταν 400; – δραχμές. Οι άλλοι τρεις -ειδικά τα υπέροχα μαυρισμένα, υγρά (πού διάολο χάθηκαν αυτά τα λιπγκλος τους) κορίτσια- με κοιτάζουν με απελπισία, απορία, μπορεί και θυμό. Αυτό που ήθελα το έκανα, δεν θα με πτοούσαν οι απαξιωτικές ματιές τους. Ούτε το ότι θα έπρεπε να την παρακαλέσω να μου δανείσει για το εισιτήριο της επιστροφής ή να με αφήσει να φάω ένα μικρό, μια μπουκίτσα πράμα, κομμάτι από το τοστ της, να πιω μια γουλιά από τη μπίρα της, να ικετεύσω -εν τέλει- για συγχώρεση. Όλα τα άντεχα αφού αυτό που ήθελα το πήρα. Ικέτης; Ικέτης, γονατιστός, δεν ήταν άσχημη η θέα από κει χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της.

Στο εξώφυλλο ήταν όλοι χοντρά ντυμένοι μέσα σ’ ένα χρωματιστό δάσος. Εμείς στην άσφαλτο, με τα ελάχιστα απαραίτητα (τι ωραίοι, τραγανιστοί ώμοι φιλοξενούσαν τα τιραντάκια τους), έβραζε ο τόπος κι ας ήταν δέκα το πρωί. Κλιματισμοί και ανάλογα πολυτελή κομφόρ δεν υπήρχαν στα Φιατάκια τότε. Πολλές φορές μου πέρασε απ΄το μυαλό η σκέψη πως μέχρι να φτάσω σπίτι ούτε ο Ian, ούτε ο Will, ούτε το βινύλιο θα τα καταφέρουν. Θα λιώσουν σαν τα κεράκια στην εθνική οδό, ανάμεσα Τέμπη-Μάλγαρα και Έσο Πάπας. Βάλε και το ΚΤΕΛ την άλλη μέρα το πρωί, αρμαγεδώνας.

Τελικά έλιωσα εγώ. Κι όταν ξαναστερεοποιήθηκα -χρόνια μετά- τίποτε δεν ήταν ίδιο. Κωλοκαρκίνοι, τι τα θες, παρορμητικοί μα κι ανασφαλείς, επίμονοι αλλά ανυπόμονοι, ευαίσθητοι και κυκλοθυμικοί. Σκάρτο πράμα αγοράζεις αν μας σπιτώσεις.

Το δισκάκι, κωλοκαρκινάκι κι αυτό, ζει ακόμη μαζί μου. Χιλιοταλαιπωρημένο στο εξώφυλλο, πονάει η ψυχή σου σαν το βλέπεις, δεν του φέρθηκα  πάντα καλά, συμβαίνουν αυτά με όσους αγαπάς, δυστυχώς. Αλλά ατσαλάκωτο μέσα. Ούτε χρατς, ούτε χριτς. We lost some time after things that never matter, τραγουδάει. Some, του λέω με νόημα, some. Κάτι ρέστα έχουμε ακόμη Ian, κοίτα να τα ξοδέψουμε όπως τους αρμόζουν.

….

Depeche Moon

34472042

Άλλοι γράφουν για τις περιπλανήσεις τους σε στενά, σε παγκάκια και πλατείες από μέρη άγνωστα και πρωτοειδωμένα, άλλοι βολοδέρνουν σε μπαλκόνια που το μόνο τους συναρπαστικό είναι οι γωνίες όπου τραγουδάει τις νύχτες ένα τριζόνι. Κάθε βράδι αλλάζει στέκι. Ακόμη κι αυτό βαριέται να βγαίνει στην ίδια σκηνή, για το ίδιο canzone, με τους ίδιους ακροατές.

Όταν βγαίνουν από το μπάνιο μερικές γυναίκες είναι σαν μια μπάλα παγωτό (καθένας έχει την αγαπημένη του γεύση αλλά όλα τα αγόρια λατρεύουν τα παγωτά) στην κορφή από ένα χωνάκι. Αν αργήσεις χάνεις το καλύτερο. Στην αρχή μπορείς να δαγκώσεις και να νιώσεις το τρίξιμο στα δόντια, μετά -ειδικά τον Αύγουστο- πασχίζεις να μη σου μείνει όλη στα χέρια. Φαντάζομαι θα φτιάχνουν ανάλογες ιστορίες και για μας, εκείνες, όταν δεν βαριούνται. Συνήθως βαριούνται.

Προχτές το φεγγάρι ήταν κόκκινο. Αντιπροχτές μπλε. Χτες pale. Τα πάντα κάνει, τα πάντα, για να τραβήξει την προσοχή μας. Μου διηγήθηκαν, κάποτε, την ιστορία ενός ανθρώπου που έκανε πέντε ολόκληρους μήνες πριν καταφέρει να του ρίξει έστω μισή ματιά. Δεν είχε παράθυρο στον θάλαμό του. Πόσο άθλιοι, πόσο σκληροί είναι οι χτίστες που  δεν αντιστέκονται στα άκαρδα σχέδια και στις αυστηρές οδηγίες των μηχανικών τους. Vows are spoken to be broken, ανόητοι.

Πριν λίγες ώρες. Πίσω μας στις ξαπλώστρες μαμά, μπαμπάς, τρία παιδιά, το μεγαλύτερο ίσα που τέλειωνε το δημοτικό. Παραδόξως -για ελληνική ράτσα- σιωπηλοί, και οι πέντε. Πιο ομιλητικές ήταν οι δυο σακούλες απ΄τα τζάμπο που φιλοξενούσαν όλη την κυριακάτικη πραμάτεια τους. Μπροστά μας, στην ξαπλώστρα πρώτης θέσης ένα αγόρι κι ένα κορίτσι -ωραία παιδιά- που θα ‘ταν δεν θα ‘ταν τριάντα. Δεν θα ΄ταν. Σιωπηλοί κι αυτοί, μιλιά δεν βγάλαν αλλά το χέρι του πάνω στην κοιλιά της φλυαρούσε. Από μια στιγμή και μετά σταμάτησα να τους ακούω, ναι, το ομολογώ ότι ζήλευα τα όσα έλεγε το χέρι αυτό γιατί τα δικά μας χάσαν από καιρό το χάρισμα της ομιλίας. Κι εμείς στη μέση όλου του κόσμου. Με πατημένο το κουμπί στο mute. Μου ανάβει τσιγάρο, της δίνω αντηλιακό, μου δίνει το νερό, της δίνω το -χλιαρό πλέον- τσάι, τέτοιον συντονισμό θα τον ζήλευαν και οι καλύτεροι τσιρκολάνοι, που κρέμονται απ΄τα σκοινιά έξη μέτρα πάνω απ΄τη γη. Τόσα χρόνια, κανείς μας δεν τσακίστηκε όμως. Μερικές φορές αρπαχτήκαμε στο τσαφ απ’ το μετέωρο χέρι, αλλά πιαστήκαμε. Ακόμη και την ώρα της αναχώρησης τα στόματά μας μένουν σφραγισμένα, κάποιος σηκώνεται πρώτος, μαζεύει την πετσέτα του, ακολουθεί ο άλλος. Words are very unnecessary, enjoy the silence.

Αργά το βράδυ διηγούμαι -σάματις συνεπαρμένος- την ιστορία με τις τρεις μουγκές ξαπλώστρες, θαρρείς και ήταν ο διάπλους της Ανταρκτικής. Έκαστος με τη ρότα του, τους χάρτες του, τους εξάντες του.

Όλοι μας τα ίδια, μη θαρρείς, λέει. Κι άλλη ατρόμητη θαλασσοπόρος μπαλκονιών. Έχει κολλήσει ένα κομματάκι από μέντα στο δόντι της, δεν το ‘χει πάρει μυρωδιά. Οι γνήσιοι θαλασσοδαρμένοι πίναν ρούμια, εμείς καταγινόμαστε να ανακατεύουμε με χρωματιστά καλαμάκια πρασινάδες που πλέουν σαν φύκια σε μια ζώνη άπνοιας καταμεσής μιας διαδρομής που κάπου πάει αλλά πήγαν κι άλλοι εκεί πρώτοι και ξέρουμε τον αστρολάβο, τις ξέρες, τις στάσεις, μόνο τον καιρό δεν ξέρουμε. Από μια μεριά ευτυχώς.

Το φεγγάρι έχει ένα χρώμα άρρωστο. Σαν να μη το έχει δει ήλιος, σα να το ΄χαν πεταμένο σε μπουντρούμι για χρόνια ολόκληρα. Δεν γίνεται αυτό, όμως. Γίνεται;

Δεν μ’ αρέσει να χαζεύω γυμνά πόδια γυναικών που βρίσκονται τρεις σπιθαμές μακριά μου. Φλυαρούν. Και δεν είσαι πάντα σίγουρος ότι θες να ακούσεις όσα θέλει να διηγηθεί αυτή η μικρή απόσταση μέχρι εκεί που ξαναρχίζει το ύφασμα, λίγο πάνω απ’ το γόνατο. Words are meaningless.

Βιβλία είμαστε, λέει. Χιλιοδιαβασμένα. Όσες φορές κι αν μας γυρίσουν τα ίδια δάχτυλα, στις ίδιες σελίδες και στις ίδιες παραγράφους θα καταλήξουν, άντε να βρουν ένα ξεχασμένο σημείο στίξης, μια τελεία εκεί που δεν πρόσεξαν ότι υπήρχε αλλά δεν αλλάζει το νόημα, ήδη ξέρετε την αρχή, τη μέση και το τέλος μας, βγάζει τη μέντα, κρίμα, πάνω που έφτιαχνα μια ιστορία με σκορβούτο που της έτρωγε ένα ένα τα δόντια όσο δεν πιάναμε στεριά. Την ακούω αλλά δεν προσέχω. Την έχω ακούσει ένα εκατομμύριο φορές αυτή την αληθινή αλλά βαρετή ιστορία με το βιβλίο που το τρώει το παράπονο ενώ εκεί έξω υπάρχουν πρόθυμοι αναγνώστες. Έστω για ξεφύλλισμα, έστω για δέκα, είκοσι σελίδες, δεν είμαστε δα και για Μεγάλες Βιβλιοθήκες μα τι κακό έχουν τα βίπερ και τα μπελ;

Πήγε έντεκα παρά, μιλάνε για κάποιον, μάλλον γνωστό μας, που ανακάλυψε κάτι Κακό μέσα στο κεφάλι του. Αυτές τις ιστορίες δεν τις αντέχω. Ξέρω καλά τι τέλος έχουν, στεριά δεν πιάνεις. Πηγαίνω στη γωνία να μην ακούω, να βρω το τριζόνι, άργησε σήμερα. Ή τραγουδάει αλλού. Μα γιατί; Δεν ήμασταν καλή παρέα, κάθε νύχτα;  Σάμπως θα του ζητήσουν να υπογράψει συμβόλαιο εκεί που θα πάει; Kι εγώ θα του ζήταγα. Αύριο, μεθαύριο, μα το θεό θα το ‘κανα..

Το φως απ’ το φεγγάρι πέφτει πάνω στο γυμνό δέρμα, σκοτώνει κάθε ατέλεια, κάθε σημάδι, κάθε απρόσκλητη φλέβα, το κάνει να μυρίζει σαν το ωραιότερο παγωτό του σύμπαντος, βρες μου ένα φώτοσοπ που μπορεί να το καταφέρει αυτό, σε προκαλώ, δεν θα βρεις. Ήδη στο τρίτο ποτήρι, έχω μια παρόρμηση να του πω εκεί μπροστά σε όλους τους άλλους «θέλω να σε διαβάσω» και δεν δίνω δεκάρα για την απάντηση που δεν θα πάρω σ’ αυτό που δεν λέω αλλά έχω ήδη έτοιμη την δικιά μου:  Words are trivial. Pleasures remain.

Εμείς, τα πρώην αγόρια, που μεγαλώσαμε με κλασσική παιδεία, έχουμε τις απαντήσεις για όλες σας τις σιωπές.

 

…………..

 

38 special

vlcsnap-2013-11-02-21h25m14s81

 

Εξήμιση. Βράζει η πλάση, κοχλάζει. Με εμάς μέσα της, σιγά το ζουμί, oύτε μισό κονσομέ της προκοπής φτιάχνεις.

Ντους, ξανά. Για πέντε λεπτά ανακούφιση. Πέντε ευλογημένα λεπτά, μετά αφυδατώνεται και το μέσα σου εκτός απ΄το έξω. Δεν σκουπίζεσαι, μπας και παρατείνεις για λίγες στιγμές τη δροσιά. To τρίτο, μετά τις 12μιση το βράδυ και τις τέσσερις το πρωί. Tέτοιο grande πότισμα ούτε οι κήποι στις Βερσαλλίες αξιώθηκαν.

Τολμάω να ξαναπέσω στο κρεβάτι, είναι νωρίς ακόμη.

Αποκοτιά. Πέφτω πάνω στο ρεπερτόριο.

Γύρνα απ΄ την άλλη. Μη κολλάς και μη ξεφυσάς πάνω μου. Έκοψες και τον αέρα απ’ τη μπαλκονόπορτα, τοίχος ολόκληρος έγινες. Και στο ‘πα χίλιες φορές να σκουπίζεσαι καλά, χτες άλλαξα σεντόνια…

Κουβέντες που πριν τριάντα χρόνια, ακόμη και είκοσι, ήταν inconcessus. Πιο απαγορευμένες κι από το «love»  σε στιχάκια της Diamanda Galas. Δεν πληγώνομαι πλέον, έχεις δει τοίχο ευαίσθητο;

Ο ανεμιστήρας στο ταβάνι πολεμάει φιλότιμα, όλη τη νύχτα, ως τώρα. Το ‘χω δει αυτό το θέαμα σε πολλές ταινίες, φιλμαρισμένο από ζόρικες γωνίες, ένας ξαπλωμένος άντρας και οι φτερωτές από πάνω του, ιδρώτας, σκιές, τα σεντόνια γουμίδια. Κανείς δεν σηκωνόταν όμως μετά να πάει να πιάσει δουλειά, τέτοιο σενάριο δεν αξιώθηκα.

Εφτά. Τι φοράς σήμερα που θα χτυπήσει 38ρια; Τραγωδία να μην είσαι σε δουλειά που το dress code είναι βερμούδα-φανελάκι. Η στολή των συνταξιούχων. Με κάλτσα μπεζ και σκαρπίνι. Τέτοιο στυλ ούτε ο Γκωτιέ, ούτε τα δίδυμα Dean & Dan, ούτε καν ο Γκαλιάνο ονειρεύτηκαν. Στολή κλιματιστικό. Την φοράνε και κυκλοφορούν έξω ακόμη και με θερμοκρασίες που λυγίζουν γκαμήλα. Απορώ πώς δεν την πατένταραν ακόμη κάτι Daikin, Mιτσουμπίσι, Φουτζίτσου, τραγικό και άθλιο μάρκετινγκ έχουν εν τέλει.

Μπαίνω μέσα στις πρώτες ανοησίες που βρίσκω μπροστά μου, παντελόνι, πουκάμισο, ανοίγω την πόρτα, λέω φεύγω. Παλιά συνήθεια, από τότε που τα φεύγω έπαιρναν απάντηση. Και -ενίοτε- συνοδευόταν με χορταστικό πρωινό σεξ, διπλή μερίδα, ρε γαμώτο θ’ αργήσω, εγώ καθόλου. Ray Davies είσαι βασιλιάς αγόρι μου, άρχοντας, wont you tell me?

Της το ΄χα πει κάποια στιγμή, με μια δόση παράπονου, παλιά, πολύ παλιά, στις μεγάλες ζέστες έμοιαζες της Κάθλιν Τέρνερ στο Body Heat. Και τώρα της μοιάζω, απάντησε, μη σου πω ότι είμαι απείρως καλύτερη. Ανέκαθεν είχε απαντήσεις Ray, ανέκαθεν, για όλα.

Πρώτη κίνηση κατεβάζω παράθυρα, δεύτερη κλιματισμός, τρίτη όπισθεν. Με κλειστά μάτια. Ούτε τα σκυλιά του Pavlov τόσο εκπαιδευμένα.

Καθ΄ οδόν διασταυρώνομαι με το αγαπημένο μου ATM. Εφτά και είκοσι, ήδη τρεις συνταξιούχοι -οι δυο με τη στολή κλιματιστικό, ο τρίτος με τζιν, ριγέ μπλε/κόκκινο/άσπρο πόλο, σακούλα φαρμακείου υπό μάλης- περιμένουν. Σα να μη τους έφτανε ο φόβος της αρρώστιας και του θανάτου, προστέθηκε και το άγχος του άδειου ΑΤΜ. Aυτά δεν είναι capital controls, ξεπάστρεμα είναι.

Ανοίγω ραδιόφωνο. «Πετάει το γάντι ο Τσίπρας». Όποιος θέλει ας το σηκώσει, με 31 βαθμούς -ήδη- ούτε ασχολούμαι, ας μείνει χάμω να πεθάνει ασήκωτο. Άμα θέλει το σηκώνει ο Νταβανέλος. Γάντια, καλοκαιριάτικα, με καύσωνα. Δεν παν καλά οι άνθρωποι.

Αλλάζω σταθμό. Θαλασσινός. Μετά Μάλαμας. Δεν φτάνει που είναι γαμημένα τα μεσημέρια μας με τους 38 και τους 39, μακελεύουν και τα πρωινά μας.

Τα καζάνια της Κόλασης. Με σάουντρακ τα μεταξωτά. Και τη φουφού του καστανά. Χωρίς να φυσάει. Ας μας λυπηθεί κάποιος. Ας είναι και ο διάολος αυτοπροσώπως, λιγότερο άσπλαχνος θα είναι απ’ αυτόν που διαλέγει κατατονίες, εφτάμιση το πρωί, μιας μέρας που ο Σάκης Αρναούτογλου είπε -φορώντας σακάκι- ότι θα καίγεται όλη η χώρα από άκρη σ’ άκρη.

 

(μούζικα ρε μπάσταρδοι, μούζικα)

….

 

η 26η ώρα

10153157_700732119948024_633631648_n

 

 

 

Δεν θα καλλωπίσω κι ούτε θα στρογγυλέψω λέξεις, όποια μου ΄ρχεται πρώτη κέρδισε, θα μένει στο χαρτί. “Χαρτί”. Αστείο.

Χαοτικά σκέφτομαι, χαοτικά πληκτρολογώ. Τα είδαμε και τα χαΐρια μας με τα συγκροτημένα.

Η Ιστορία, οι θρύλοι, τα παραμύθια, οι Δαβίδ και οι Γολιάθ δεν συμβιώνουν δια βίου με το repeating. Πάνε στο κρεβάτι και με το rewriting. Πηδιούνται στα όρθια, σε στενά, σε ασανσέρ, σε γιαπιά, στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου και με το amendment. Όλα, μα όλα ξαναγράφονται και αλλιώς, απ’ την αρχή, ανόητε, καλόπιστε, ρομαντικέ εύπιστε.

Ο μονόλογος του Edward Norton στο «25th Hour» έχει ριζώσει μέσα μου και όπου να ΄ναι θα βγάλει παράξενα λουλούδια, αγκάθια, τριβόλια. Αποδέκτες των fuck, που τον λίπαιναν τόσα χρόνια, υπάρχουν. Δεν θα τον γράψω όμως, ούτε θα τον απαγγείλω. Αν με κοιτάξεις στα μάτια θα καταλάβεις ότι μπορεί να είσαι ένας απ’ αυτούς.

Δεν θα σκοτωθώ με όσους αγαπάω, με όσους τους νοιάζομαι και με νοιάζονται αληθινά άνευ όρων και υποσημειώσεων. Για τους υπόλοιπους δεν με ενδιαφέρει και να μη ξανασυναντηθούν ποτέ οι δρόμοι μας. Και δρόμοι υπάρχουν.

Δέκα μήνες παντρεμένοι, περπατάμε σαν τα χαμένα κάπου στο Σάλτσμπουργκ. Είναι καλοκαίρι, κόσμος ελάχιστος στους δρόμους, την έχω αγκαλιά, είμαστε με τα τελευταία σελίνια που δεν αγοράζουν ούτε ένα ποτήρι μπίρα αλλά είμαστε πάμπλουτοι κι ας μη το ξέρουμε, ακόμη. Από ένα ανοιχτό παράθυρο σε κάποιον χαμηλό πρώτο όροφο -μετά διαβάσαμε στη γυαλιστερή χάλκινη επιγραφή, πλάι στην είσοδο, το Konservatorium- βγαίνει προς τα έξω, μαζί με τις κουρτίνες, Σατί. Στην έδρα του Βόλφι και του Karajan. Καθόμαστε, χωρίς να ανταλλάξουμε ματιά ή κουβέντα, στο κεφαλόσκαλο και μένουμε εκεί για πάντα. Αυτή την στιγμή, εκείνη την ανατριχίλα, που δεν θυμάμαι πόσο κράτησε, θα την πάρουμε μαζί μας την ώρα της Μεγάλης Αναχώρησης.

Τον πιάνω τρέμοντας στα χέρια μου, πριν λίγα λεπτά βγήκε από μέσα της. Προσεκτικά, μη τον σπάσω, άμαθος όπως είμαι. Ήμουν σίγουρος ότι θα δακρύσω, έμεινα στεγνός. Έκλαψα αργότερα, πολλές φορές. Κι από χαρά κι από φόβο. «Σ’ αγαπάω ρε μαλάκα» του λέω συχνά πυκνά χωρίς καμιάν αφορμή (δεν θες αφορμές, ποτέ δεν θες αφορμές γι αυτό), σταματώντας στο «ρε». Σπάνια απαντάει, συνήθως με ένα «ναι καλά». Του χαϊδεύω τα μαλλιά -εικοστριών χρόνων μαντράχαλο- και θυμώνει όταν νιώθει τα δάχτυλά μου να αποσπούν την προσοχή του από μια οθόνη ή από ένα βιβλίο. Δεν καταλαβαίνει ότι παίζω Σατί.

Χρόνια την παρακαλάω να της στεγνώσω έστω μια φορά τα μαλλιά, όπως πριν οκτώ, δέκα, δώδεκα χρόνια. «Πας καλά;» απαντάει κάθε φορά. Δυσκολεύομαι στην διατύπωση της απάντησης. Άσε που δεν έχει και χρόνο να την ακούσει, ποτέ δεν έχουν χρόνο τα εικοσάχρονα για να ξαναγίνουν οκτώ, δέκα, δώδεκα για χάρη μας. Καλά κάνουν, πρέπει κάποια στιγμή να ενηλικιωθούμε. Να πετάξουμε δίχως τα φτερά τους.

Κρατάω στα χέρια το Here come the warm jets. Φθαρμένο, γκρατσουνισμένο, σκονισμένο, χλωμό -εκεί που το εξόρισα- αλλά ακόμη ζωντανό. To ακουμπάω στο στήθος μου. Οι ρόλοι σήμερα αντιστρέφονται. «Με ακούς;» το ρωτάω. «Ακούς το ντουπ ντουπ; Σε έφερα στον τόπο που ψάχναμε τα δυο μας, εσύ τριών, εγώ δεκαεφτά, τα καταφέραμε να φτάσουμε μαζί, δεν το λες και λίγο».

Αγάπα ρε, μου λέω κάθε μέρα. Αγάπα όσα και όσους αληθινά θα σου λείψουν αν χαθούν απ’ τη ζωή σου, αγάπα χωρίς terms & conditions, όσο είσαι ακόμη ικανός και γεμάτος. Είναι άχρηστα τα βιβλία με φτιασιδωμένα εξώφυλλα αλλά σκισμένες σελίδες. Είναι αξιοθρήνητα τα εγκαταλειμμένα καταμεσής στην ερημιά βενζινάδικα.

….

 

η μεγάλη ανατριχίλα

34158159

Άλματα η ιατρική επιστήμη, λέει.

Κολοκύθια.

Μια μέρα μπαίνει ένα πράμα σαν βρεμένη πατσαβούρα στο στομάχι σου και ούτε αξονική, ούτε μαγνητική, ούτε ακτίνες, ούτε γαστροσκόπηση το βρίσκουν. Με το που καταλαβαίνει η πατσαβούρα ότι έρχεται να την αναζητήσει άλλος εισβολέας  -τι θράσος, να σκέφτεται έτσι ο ένας εισβολέας για τον άλλον-  φεύγει απ΄ το στομάχι και τρέχει να τρυπώσει στο κεφάλι, στα πλευρά, στα πνευμόνια, στα γόνατα, στα μάτια, σε όποια κύστη βρει πρόχειρη. Δεν είναι παρείσακτος πλέον αλλά ένοικος. Αφεντικό. Έραψε το ενοικιοστάσιο στα μέτρα του. Σαράντα ειδικότητες να επιστρατεύσεις, σε εκατό μηχανήματα να μπεις, ανάθεμά με κι αν βγάλουν άκρη. Κρυφτό, κανονικό. Πώς να βρουν κάτι ανύπαρκτο; άυλο;

Κι έχεις και τους shrinks να αποφαίνονται «δεν είναι τίποτε, έχεις έναν άνθρωπο κολλημένο πάνω σου».

Μιλώντας στην πατσαβούρα.

Αλμπάνηδες.

….

pet stories

463245213_5425a2712c

 

Τα πράγματα που δεν ήταν καλά, ολισθαίνουν προς το ακόμη λιγότερο καλά. Από πείσμα αγκαλιάζω την περιφραστικότητα και  δεν χρησιμοποιώ λέξεις όπως «άσχημα» ή «κακά». Από πείσμα και από συναίσθηση του τι γίνεται γύρω, αν εγώ είμαι άσχημα τότε τι είναι οι διωγμένοι, οι ισοπεδωμένοι, οι ακρωτηριασμένοι, οι δαρμένοι;

Χτες βράδυ στο μπαλκόνι, σ’ αυτή τη μαύρη τρύπα του σπιτιού, πέφτει ξώφαλτσα το μάτι μου στα πολεμικά ανακοινωθέντα. Ασυναίσθητα μου ξεφεύγει ένα αχνό «ωχ»,  χαμηλόφωνο, σχεδόν ουδέποτε ειπωθέν.  Ακούει και τις σιωπές μου όμως.  «Άσχημα;»,  με ρωτάει, μαζεύοντας τα λερωμένα ποτήρια του αργοπορημένου απογευματινού καφέ. «Μάλλον όχι καλά»,  απαντώ. Εκεί, γινάτι. Δεν έχεις καρκίνο, την κακιά αρρώστια έχεις. Κορόιδευα τους παλιούς, τα λουζόμαστε τώρα εμείς οι σπουδαγμένοι, οι ορθολογιστές. Ρίχνοντας στο μαυροζούμι κι ένα «μάλλον», για να κατεβαίνει ευκολότερα.

Βάζω  jazz radio για να αποκτήσει τεατράλε υπόσταση το σκηνικό, μετά καθόμαστε και κάνουμε υπολογισμούς στα μουγκά. Όχι με λάδι και ξύδι, με αμόλυβδες και διόδια. Με θέα άδεια, σκοτεινά μπαλκόνια ολόγυρα. Mα πού πήγαν όλοι;

Είχαμε, έχουμε ακόμη δηλαδή, πέντε ευρώ στην άκρη (ακόμη, ασυναίσθητα, πολλές φορές λέω «πέντε δραχμές», μη τυχόν και φανούν πολλά τα ευρώ και μας ματιάσει κανείς). Λίγα, ίσα για βενζίνες τριών ημερών και ένα δίκλινο για τρεις νύχτες. Τόσα αντέχουμε, με τόσα θα ποτιστούμε.

Άλλοι δεν έχουν δει σταγόνα πάνω τους εδώ και χρόνια. Μη μιλάς. Δεν μιλάω.

Σκεφτόμαστε, αν και δεν λέει κουβέντα ο ένας στον άλλον, να τα αφήσουμε κι αυτά τα πέντε ευρώ στην άκρη, να κάτσουμε στον κώλο μας. Απ’ το τραυματισμένο μυαλό μας (τι να πουν και τα πολτοποιημένα αλλωνών) περνάνε αναπάντεχοι λογαριασμοί, κάποιο φάρμακο που δεν το καλύπτει η συνταγογράφηση και τα πλαφόν, επίσκεψη σε ιατρεία που οι πινακίδες τους γράφουν εξωτικές ειδικότητες που τις αγνοεί το νοσοκομείο μας, κανένα μερεμέτι στο μπάνιο που άρχισε να μας κάνει νερά και θα βουλιάξουμε μαζί του στο τέλος, τέτοιες τρύπες, τέτοια βουλώματα.

Την ακούω, αν και λέξη δεν βγήκε απ’ το στόμα της, να λέει «ούτε τρεις μέρες ρε πούστη μου; ούτε τρεις μέρες το χρόνο; εδώ φτάσαμε;». Την διακόπτω, χωρίς να ακουστώ. «Ας μην είμαστε αχάριστοι, πέρυσι μπήκαμε και σε αεροπλάνο, τι να πουν κι άλλοι που δεν ξέρουν τι θα πει ενοικιαζόμενο, ξενοδοχείο, αντίσκηνο έστω».

Αυτοί οι «άλλοι». Η, ερήμην τους, κατάρα μας.

Φέρνω δυο κουτάκια μπίρα. Δεν θέλω, μου γνέφει.  Μην πιεις κι εσύ,  λέει, μετά παραπονιέσαι για την μπάκα σου. Δέκα λεπτά σιωπής και πάντα βρίσκει τρόπο να την σπάει υποδειγματικά, ρίχνοντας κι άλλο αλάτι στις πληγές, κι άλλο κάρβουνο στο καζάνι της ενοχικότητάς μου. Των ατέλειωτων «ναι, μεν, αλλά». Των «μήπως να». Του «άσε πρώτα να δούμε». Κάποτε ζούσε μαζί μας ένας αυθορμητισμός. Κομματάκια τον κάναμε, τον λιανίσαμε, τον φάγαμε σαν κανίβαλοι, ίχνος του δεν θα βρει το CSI ακόμη κι αν κάνουν φύλο φτερό το σπίτι. Ερασιτέχνες, σκιτζήδες, δεύτεροι.

Θα βρούνε κάποιον άλλο, όμως. Δεν αντέχουμε χωρίς pet σ΄ αυτό το σπίτι.

Τώρα συζούμε με έναν Μινώταυρο. Καμιά σχέση μ’ αυτόν του Μπόρχες. Ο δικός μας δεν τρέχει να μας αγκαλιάσει από λαχτάρα και χαρά μόλις μας βλέπει,  ξέρει καλά πόσο εύθραυστοι μπορούμε να γίνουμε αν μας σφίξει εκεί που ραγίσαμε. Μας θέλει ολόκληρους, θρύψαλλα του είμαστε άχρηστοι. Τρύπωσε στο τριάρι μετά από μας, ήρθε και μας βρήκε, δεν πήγαμε εμείς απρόσκλητοι στα λαγούμια του. Δεν μιλάει ποτέ. Δεν κάνει φασαρία, ούτε άνω κάτω το σπίτι, δεν έσπασε τίποτε μέχρι τώρα, δεν ρήμαξε καμιά γωνιά. Κάθεται μόνο αμίλητος μαζί μας στο τραπέζι, στους καναπέδες, στο μπαλκόνι,  χώνεται ανάμεσά μας στο κρεβάτι, έρχεται ακόμη και στο μπάνιο. Γι αυτό δεν ρημάζει τίποτε, μόνο με το μέσα μας ασχολείται. Εκεί βρήκε σκοτάδια, γωνιές, ερημιές, φόβο. Αυτόν μυρίζει, μ’ αυτόν τρέφεται.

Όταν λείπουμε απ’ το σπίτι, μας περιμένει υπομονετικά να γυρίσουμε, πάντα γυρνάμε, πάντα είναι εκεί. Κάθεται και μας κοιτάζει στα μάτια, όσο κι αν προσπαθούμε να μη διασταυρώνονται τα βλέμματά μας. Απ’ τα ρουθούνια του τρέχουν μύξες και βγαίνει μια πηχτή, βρώμικη ανάσα. Ποτίσαν οι τοίχοι με την βαρβατίλα, κουραστήκαμε να σφουγγαρίζουμε σάλια και μύξες απ΄ τα πατώματα. Κάποιες φορές τον είδαμε να χαμογελάει σαρκαστικά, δεν ξέρω αν είδες δόντια Μινώταυρου αλλά αν δεις ποτέ δεν θα κατορθώσεις να τα ξεριζώσεις απ’ το μυαλό σου.

Προχτές, την ώρα που εκείνη καθάριζε μπάμιες (φρέσκα φασολάκια καθαρίζουν μόνον στα ποιήματα), ακούστηκε η φωνή του για πρώτη φορά. Της είπε ότι φέτος θέλει να ‘ρθει μαζί μας, όπου κι αν πάμε, όσο λίγο κι αν λείψουμε. Για να μη μας αφήσει λεπτό μόνους. Κόντεψε να κοπεί αλλά του είπε ναι, δεν χρειάστηκε καν να με ρωτήσει. Δεν θα πάμε πουθενά αλλά έλα μαζί μας καργιόλη, χώσου κι άλλο στο μυαλό μας και έλα. Του είπε ναι, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Μη τυχόν και πάθουμε κάτι μακριά απ’ αυτόν και ξεμείνει πίσω, με τα παιδιά. Που δεν μπορούν, ευτυχώς, να τον δουν και να τον μυρίσουν. Ακόμη.

Τα παιδιά. Μεγαλώνουν, φεύγουν απ΄ το σπίτι, κι εμείς ακόμη ξυπνάμε τις νύχτες για να τα σκεπάσουμε, μη τυχόν και πουντιάσουν.

Εκείνο που με τρομάζει πολύ (δεν της είπα) δεν είναι ο φόβος μας που τον τρέφει. Είναι μη γίνουν τρεις οι μινώταυροι σ’ αυτό το σπίτι. Πρέπει να βρούμε τρόπο, μέρα θα ‘ναι, νύχτα θα ‘ναι, δεν ξέρω, να τον κάνουμε να πεθάνει από ασιτία.

 

…….

τα κάλπικα 0-0

George-Best

Προχτές, την ώρα του Νειμάρ τζούνιορ, η -για εκατομμυριοστή φορά- συζήτηση για το ίδιο θέμα κατέληξε ξανά (καμία έκπληξη) στο ίδιο συμπέρασμα. Η φύση του ανθρώπου, ειδικά του άντρα, δύσκολα αλλάζει. Και στριμωγμένος σε ένα μπαλκόνι να ‘σαι, λίγο αλκοόλ παραπάνω, λίγη αλλότρια γυμνή -άσπρη, ακόμη- σάρκα παραπάνω (βλέπεις μπάλα αλλά δεν παύεις να αναγνωρίζεις και αλλού το Ωραίο και επιθυμητό), λίγη ζέστη παραπάνω (και φεγγάρι που δεν σβήνει τον Ιούνιο παρά μόνο όταν ζεματάνε οι προβολείς στις δέκα παρά τέταρτο το βράδυ, πώς αντέχουν να ζουν οι βόρειοι με τόσες νύχτες κολλημένες τη μια δίπλα στην άλλη; ) μα κυρίως λίγη εκούσια ή ακούσια απομόνωση από την Κόλαση των άλλων (έτσι θες να νομίζεις) και όλα μοιάζουν αντιμετωπίσιμα, μαχητά, υποφερτά, έστω για πέντε-δέκα-σαρανταπέντε λεπτά. Καλύτερα από χρυσόψαρα, χειρότερα από ελέφαντα αλλά πάντοτε ελέφαντες σε γυάλα. Άγαρμποι, προβλέψιμοι, μονοκόμματοι (γιατί να είναι μεμπτό αυτό; ) κι ας βαυκαλιζόμαστε πως τα χρόνια μας κάνουν καλύτερους διαχειριστές στα πάθη, τις εμμονές και τις αδυναμίες μας.

Λέει ο άλλος, «μεγαλώνοντας γινόμαστε πιο αληθινοί, αυτό νομίζω». Μπορεί. Μπορεί να τελειοποιούμε τα ατομικά μας true lies. Ίσως. Δεν μπορώ ποτέ να τον μεταφράσω επαρκώς, πολλές φορές νομίζω πως μας περιπαίζει απολαμβάνοντάς το.

Αυθαιρετώ σκεπτόμενος πόσο ανακουφιστικό θα ήταν να μη διστάζαμε άλλο μπρος στο προφανές, ότι δηλαδή το πρώτο ημίχρονο τέλειωσε κουτσά στραβά με σκορ διαχειρίσιμο (αλλά μακριά από τις, ως και ανερμάτιστες, προσδοκίες μας όταν βγαίναμε στο γκαζόν) και ή επιτέλους παίζουμε μπάλα στο δεύτερο αδιαφορώντας για την -ως και ανύπαρκτη ή ελάχιστα φιλική- κερκίδα κι ας χάσουμε 7-0, κλείνουμε τα αυτιά στα by the book συστήματα του κόουτς-αφεντικού (πότε έβλαψε ο αυτοσχεδιασμός διάολε; πόση καύλα χάρισες στα μάτια σου ταΐζοντάς τα γερμανούς και ιταλούς να παίζουν μπάλα; ), ναι μεν δεν είναι σπριντ αλλά μαραθώνιος αλλά και πότε είχαν πλάκα οι μαραθώνιοι της υπομονής; σκέφτεσαι με τις ώρες, με τους μήνες, με τα χρόνια, δεν γίνεται να πολεμάς και με τις σκέψεις και με τους άλλους, δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από την σπάνια ράτσα των «στο τέλος νικητής»,  λασπωνόμαστε, ματώνουμε, τρώμε χόρτο, τρώμε χύμες, τρώμε γκολ αλλά τουλάχιστον βάζουμε καναδυό και μετά πάμε στα αποδυτήρια όχι για να ετοιμαστούμε για το επόμενο παιχνίδι (αργήσαμε μα το μάθαμε πως ήταν νοκ-άουτ το ματς, άσχετα αν οι παπάδες φαγώνονται επί αιώνες να μιλάνε για αέναη παράταση) αλλά για να πλυθούμε  και να φύγουμε όμορφοι με τον τρόπο μας, καθαροί και αρτιμελείς. Ας μας θυμάται κάποιος όχι ως Τζορτζ Μπεστ, σιγά. Ως Τζορτζ Σάμπαντι. Ένιμπάντι. Τζορτζ, σκέτο.

Τα (ας είναι και άδεια, ας είναι και με σβησμένους προβολείς) Ολντ Τράφορντ μας, θα μας ευγνωμονούν αν έστω μια φορά, έστω στις -αν είμαστε τυχεροί- καθυστερήσεις, μας δουν με μάτι που γυαλίζει. Ακόμη και με το σώβρακο πεσμένο ως τα γόνατα, τα κορδόνια μισολυμένα, χωρίς να υπάρχει, πλέον, μια τρίχα στο κεφάλι μας να ανεμίζει στις μνημειώδεις μας επελάσεις προς το «εκεί». Στημένοι -άθλιο, σιχαμερό κατενάτσιο- πίσω απ΄το «εδώ», ούτε μισή ιστορία επικού διασυρμού και άγριας, σχεδόν πρωτόγονης χαράς για το γκολ της τιμής θα έχουμε να διηγηθούμε. Ποιός δίνει έστω μια δεκάρα να ακούει ιστορίες για κάλπικα 0-0;

 

……………………

πουμαρό μπλουζ

 

 

A wooden spoon dropped on the floor after stirring the tomato sauce.

 

Θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

θάνατος οι τέντες που χτυπιούνται απ’ το μπουρίνι,

θάνατος οι γυναίκες που δεν αγαπιούνται πια

καθώς στραγγίζουν την τελευταία σταγόνα απ’ το χαρτόνι

αφού έχουν ψιλοκόψει τα κρεμμύδια.

«Μυρίζω;»,  λέει,  κι ύστερα «ας μυρίζω».

………

ο φύλακας στο δυόσμο

 

2015-05-17 10.04.47

Aκόμη δεν κατάλαβα πώς τόλμησα να κοροϊδέψω τόσους ανθρώπους που ζήσαν και ζουν στα κόκκινα, εγώ που ακόμη και στη θέα του χλιαρού ροζ λυγίζω, τραβώντας σκιαγμένος το πόδι απ’ το γκάζι. Δεν ξέρω ποια καλή τύχη με αξίωσε να καθίσω και να πιω παρέα τους,  μ’ αυτούς να διηγούνται -τόσο απλά, σαν να μιλάνε για τηγάνισμα αβγών, για σκάλισμα μύτης, για πότισμα γλάστρας- ιστορίες απ’ τη ζωή τους όσο εγώ σκάρωνα γι απάντηση ψέματα βγαλμένα από τρομαχτικά βιβλία που διάβασα και σκοτεινά τραγούδια άλλων. Δεν θυμάμαι πως γλίτωσα και δεν με κατάπιε η ντροπή σαν έβλεπα τις ουλές πάνω τους, όταν μ’ αφήναν να χαϊδεύω τα σημάδια τους ή να ανασηκώνω τις υγρές -κάποιες φορές- γάζες τους κι εγώ ο παρείσακτος έδειχνα, τόσο άγαρμπα, πλαστογραφημένα χαρτιά που γράφαν πάνω τους «ήμουν κι εγώ εκεί, νομίζω». Άλλοι σε χώματα και σε χαράδρες κι άλλοι σε παλιοκαιρίσια, χιλιοτραυματισμένα από παντόφλες, σαγιονάρες ή γυμνά πόδια μωσαϊκά.

Δανεικά όλα. Κάλπης. Μπαλκονίστας.

 

 

…..