σταφιδόψωμα

32647732

Κάθε Κυριακή πρωί μετά την λειτουργία, ο κύριος Μπράουν περπατά -όταν δεν βρέχει- ως το πάρκο που βρίσκεται εφτάμιση τετράγωνα μακριά από το σπίτι του. Το χειμώνα ντύνεται καλά, κασκόλ όμορφα περασμένο γύρω απ΄ τον φρεσκοξυρισμένο του λαιμό, ένα καμηλό παλτό αγορασμένο στις εκπτώσεις, παπούτσια με λαστιχένια σόλα (γυαλισμένα από το βράδυ του Σαββάτου), γάντια που μοσχοβολάνε ωριμασμένη δερματίλα.

Τα γάντια τα βγάζει μόνον όταν πετάει σταφιδόψωμο στις πάπιες.

Του αρέσουν οι πάπιες του κυρίου Μπράουν. Τις ταΐζεις και δεν σε ζαλίζουν με ευχαριστίες. Ούτε σε πληγώνουν αν προτιμήσουν τα μπισκότα του διπλανού. Δεν θυμώνουν αν πετάξεις ένα κομμάτι, ή και δυο, στις χήνες. Δεν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν θέλουν υποσχέσεις, δεν δίνουν υποσχέσεις. Φεύγεις, φεύγουν.

Ποτέ δεν θα σου πουν οι πάπιες «I love you, will you pay my rent?». Ποτέ δεν θα σου ζητήσουν τα ρέστα, όσο κι αν τις εξευτελίσεις.

 

….

you’ve got me on my knees

32590025

O κύριος Μπράουν αγάπησε πρώτη φορά, παράφορα, βασανιστικά σχεδόν, στα τριανταοκτώ  του. Την λέγαν Layla. Roxanne. Peggy Sue. Gloria. Suzanne. Angie. Glendora. Eileen. Τις Παρασκευές τριγυρνάει στα bar, μέχρι την ώρα που θα ακουστεί το «last call» και διηγείται στον καθρέφτη ή στα μπουκάλια απέναντι (σκουπίζοντας με την ανάποδη της παλάμης του τον αφρό της Ο’hara’s) δυο-τρία στιχάκια απ’ την ιστορία της πρώτης και μοναδικής του αγάπης. Που την λέγαν Layla. Roxanne. Peggy Sue. Gloria. Suzanne. Angie. Glendora. Eileen.

a very flat tie

32442975

O κύριος Μπράουν κοίταξε απογοητευμένος το ξεφούσκωτο μπρος αριστερό λάστιχο του αυτοκινήτου του. Επί οκτακόσιες εικοσιμία ημέρες το αντίκριζε στην ίδια θλιβερή κατάσταση. Για οκτακοσιοστή εικοστή πρώτη ημέρα δεν θα πήγαινε στο σταθμό για να πάρει το τραίνο των εννέα και μισή. Σε λίγο θα στέρευε από δικαιολογίες.

Λεωφορεία στην μικρή τους βορινή πόλη δεν υπήρχαν και ο κύριος Μπράουν είχε να μπει σε ταξί δυο χρόνια. Συγκεκριμένα δυο χρόνια και τρεις μήνες ακριβώς, από εκείνο το πρωινό που η λατρεμένη του σύζυγος μπήκε σε ένα ταξί -με προορισμό τον σιδηροδρομικό σταθμό, για να επιβιβαστεί  στο τραίνο των εννέα και μισή- λέγοντάς του «θα τηλεφωνήσω το βράδυ αγάπη μου» και έκτοτε δεν είχε νέα της. Μετά από οκτώ μήνες, ανήμερα των γενεθλίων της, το πήρε απόφαση πως δεν θα του τηλεφωνούσε. Και μίσησε τα χωρίς αέρα λάστιχα, τα ταξί και τα τρένα. Μ’ αυτήν ακριβώς τη σειρά.

Ίσως, κατά βάθος, γι αυτό απέφευγε να βρει οποιοδήποτε άλλο μέσο -ακόμη και τα πόδια του, τι ήταν άλλωστε έξη χιλιόμετρα δρόμος- για να φτάσει ως την πλατφόρμα νούμερο 1 (η νούμερο 2 ήταν τρία βήματα πιο πέρα, μα πήγαινε σε λάθος κατεύθυνση). Γιατί ενδεχομένως  το τρένο θα τον πήγαινε εκεί που πήγε κι εκείνη και τότε θα ήταν υποχρεωμένος να την ψάξει, να την βρει και να την ρωτήσει για ποιο λόγο δεν του τηλεφώνησε πριν από οκτακόσια είκοσι βράδια.

ο τελευταίος Μεγάλος Τελικός *

 

31199300

 

 

Στον τελευταίο πραγματικά συναρπαστικό τελικό που έχω ευλαβικά φυλαγμένο στο σκληρό μου δίσκο και σε τριπλό backup κλειδωμένο σε θυρίδα, είχα κατέβει στο γήπεδο με τα πόδια πουά απ’ τα κουνούπια και τα χέρια γεμάτα με κρύους κεφτέδες πάνω σε μια φέτα αληθινό ψωμί. Όχι σαν τα σημερινά ξερατά.

Κόντευε έξη. Βαθύς Ιούλιος.

«Δεν πιστεύω να θες να παίξεις έτσι», μουρμούρισε ο εκλέκτορας της γειτονιάς και αρχηγός της ομάδας, που ΄χε κλείσει τα δεκατέσσερα ανήμερα πρωτομαγιά.

-«Η μάνα μου είπε πως αν δεν φάω τρεις κεφτέδες θα με κρατήσει κλειδωμένο μέσα όλο το καλοκαίρι», γκρίνιαξα.

-«Πες τότε της μάνας σου να ’ρθει να μαρκάρει το Ντεμέλο, φτου σου ρε τσογλανάκι, είσαι εντελώς μαμάκιας, απορώ γιατί σε βάζω μέσα».

Απορούσα κι εγώ, μέχρι που τα χαρτάκια του αδερφού μου με το Γονιό, τον Κεφαλίδη και τον Παμπουλή από εκατό γίναν πενήντα, τριάντα, είκοσι. Στοίχιζε ακριβά μια θέση στην ομάδα της Κοραή & Αγίας Λαύρας αλλά χαλάλι. Η μούρη μου είχε υψηλή αξία μεταπώλησης. Αντίθετα η υπόληψή μου ως αδερφού είχε προ πολλού πιάσει πάτο.

Ντεμέλο!

To όνομα θρύλος της Δυτικής Ξάνθης. Στην ανατολική, την παλιά πόλη, είχε μόνο Αχμέτ και Ερόλ και Ερντίλ, τότε τουρκάκια, μετά μουσουλμανάκια, σήμερα ξανά τουρκάκια αλλά πάντα Αχμέτ, Ερόλ και Ερντίλ όπως και να τα βαφτίζουμε εμείς οι άλλοι. Ο «δικός μας» ήταν ένας ξανθομπάμπουρας γύρω στα δώδεκα με μπόι που δεν θα το ζήλευε ούτε ντενεκές με τελεμέ αλλά μάτι που γυάλιζε σαν σπασμένο τζάμι καταμεσής στην έρημο, αριστερό πόδι που κάρφωνε πρόκες ξυπόλητο και στόμα που όταν -σπάνια- άνοιγε έκανε τις μανάδες μας να σταυροκοπιούνται και να φτύνουν μέσα απ’ τις ανοιχτές ρόμπες τον ιδρωμένο κόρφο τους : «μακριά από αυτόν γιατί θα σου κόψω τα πόδια, κατάλαβες κακομοίρη μου;»

Όσο πιο μακριά του μας έδιωχναν, τόσο πιο πολύ θέλαμε να του μοιάσουμε. Εκτός από μπόι όλα τα άλλα τα είχε το τσογλάνι. Διακόσα κιλά μπάλα ήξερε, παπούτσια ζίτα ελλάς με τάπες φόραγε, ωραία μακριά ξανθά μαλλιά είχε ενώ εμείς προβάραμε το κούρεμα του κυρίου -Θεός σχωρεσ’ τον- Γεωργίου I. Μπούρα : σβέρκος και πλαϊνά νεκρή γη, τρεις πόντοι ζωντανοί μπρος ίσα για να μην αυτοκτονήσει η χτένα -και που να ‘ξερε τι την περίμενε χρόνια μετά-.

Το σκατό ερχόταν πάντα με πεντέξι αυλικούς του που μας πρόγκαγαν κάθε φορά που τρώγαμε χύμα μέχρι που έκλεινε στο τέλος ο λαιμός τους. Γιατί ο σκοπός του δεν ήταν να κερδίσει μόνο.Όχι! Ήταν να μας κάνει να πέσουμε στο χώμα εκλιπαρώντας τον να φύγει, να τσακιστεί να γυρίσει τρεις δρόμους παρακάτω στη γειτονιά του, να ντριπλάρει εκεί μπαϊλντισμένες από τη ζέστη γιαγιάδες, φρεσκοβρεμένες σκάλες, πατημένα μούρα, φρικαρισμένες γάτες, ντενεκέδες με καρπουζόφλουδες και κασόνια με γκαζόζες Εσπέρια μέχρι να πέσει λιπόθυμος, να τον μαζέψει ο Γιάννος ο Ντελής ή ο φριχτός Γαλόπουλος, να τον χώσουν μέσα σ’ ένα τσουβάλι και να μην ξανακούσουμε ποτέ ξανά γι αυτόν.

Χρόνια μετά μάθαμε πως αυτό που μας έκανε να υπομένουμε τα μαρτύρια και τον εξευτελισμό ήταν από τότε κατοχυρωμένο ως μαζοχισμός. Στα δεκατρία μας όμως, η μόνη γνωστή λέξη ήταν «εκδίκηση». Περιμέναμε καρτερικά τη μια και μόνη φορά που θα έφευγε με το κεφάλι κάτω, τα γόνατα να στάζουν αίμα, το ξανθό μαλλί γεμάτο ιδρώτα και χώμα, και γέλια, πολλά γέλια, μαχαίρι σκέτο πίσω απ την πλάτη του. Την περιμέναμε αυτή τη μέρα αλλά ποτέ δεν ήρθε.

Τη μέρα του μεγάλου τελικού, αυτός που έπρεπε να πιει το πικρό ποτήρι ήμουν εγώ. Ο Σωτηράκης, που συνήθως ήταν το θύμα του Ντεμέλο, το πετ του Μινώταυρου, είχε πάει εκείνο το απόγευμα να δει τη μάνα του στο νοσοκομείο, στη ρίζα του βουνού πάνω απ΄ την πόλη.

-«Ζήτησε να με δει ρε σεις», μας είπε σχεδόν ένοχα. «Δέκα μέρες είναι μέσα και δεν ήθελα να πάω αλλά τώρα με ζήτησε, δεν γίνεται να το αρχινήσουμε  μιαν ώρα αργότερα;»

Δεν γινόταν. Πριν νυχτώσει, ο χοντρός θα πήγαινε να δει Ξανθόπουλο στο Όσκαρ κι ο Ανεστάκος στις οκτώ θα έπρεπε να βοηθήσει τον μπαμπά του να φτιάξει πάγο για αύριο.

«Να πας», είπε εμφατικά ο εκλέκτορας. «Αν προλάβεις και γυρίσεις θα μπεις κι εσύ να βοηθήσεις αυτόν, αν στο μεταξύ δεν τον φωνάξει σπίτι η μάνα του».

Πληγώθηκα με το «αυτόν» αλλά έμεινα σιωπηλός. Με τέσσερα χαρτάκια ακόμη, Μπέλλη, Συμιγδαλά, Κεραμιδά και Βερόν, θα εξασφάλιζα πως δεν θα με ξαναξεφτέλιζε δημόσια.

Ο Σωτηράκης έφυγε.

Δεν είχε τελειώσει ο τρίτος κεφτές ακόμη όταν έφαγα την πρώτη τρίπλα. Ξαναγύρισε και μου ’ριξε και δεύτερη. Ο Θωμάς ο χοντρός άφρισε : «βλέπε τη μπάλα ρε, δώσε τον κεφτέ να τον κρατάω εγώ, πέντε γκολ θα φάμε μέχρι να τον τελειώσεις».

Κεφτέ ο χοντρός δεν θα βλεπε από μένα. Μου το ‘χε πει η μάνα μου : «και κοίτα μη τους κάνεις διανομή τους κεφτέδες, τα χάλια σου δες, κώλος δεν υπάρχει μέσα στο παντελόνι».

Σε ένα τέταρτο τρώγαμε πέντε. Δε λέω, θυμάμαι ακόμη και σήμερα πως στα τρία έφταιγα εγώ που έχασα ως και τη σκιά του Ντεμέλο αλλά το ψωμί μου το τέλειωσα μέχρι το τελευταίο ψίχουλο.

Εφτά η ώρα και τα κεφάλια βάραιναν. Για κάθε ένα που βάζαμε τρώγαμε τρία. Το ξανθό μαλλί εκεί, αγέρωχο στη θέση του, μετά από χρόνια είδα το ίδιο στην τηλεόραση να το φοράει κι ο Μπατιστούτα αλλά -το ορκίζομαι- θαρρώ πως Ντεμέλο δεν είδα άλλον, όσα χρόνια και να πέρασαν από τότε. Ίσως να φταίει το ότι τα πράγματα είναι αλλιώς στο γυαλί, ίσως ότι άλλη γεύση έχουν οι κεφτέδες μέσα στο γήπεδο, μπορεί να είναι και το ότι εκεί -στη χαράδρα που περνάγαμε για να φτάσουμε στην αλάνα που τσακίζαμε γόνατα και ανοίγαμε μύτες- πέσαν μπάζα και σηκώθηκε εδώ και χρόνια το σχολείο που φιλοξένησε στα σπλάχνα του τα παιδιά μου.

Ίσως όμως να ναι και η εικόνα του Σωτηράκη, που κατέβαινε απ΄ το νοσοκομείο σκασμένος στο κλάμα την ώρα που τα μαζεύαμε για επιστροφή στα σπίτια μας, στις αυλές μας, στη γειτονιά μας.

-«Τι έγινε ρε;» μας πρόλαβε ο εκλέκτορας, «τι κάνει η κυρία Μαίρη;»

-«Πάει η μαμά μου ρε σεις, πάει…»

Πέσαμε όλοι δέκα χιλιόμετρα βαθιά στη χαράδρα. Στην άβυσσο του ντερέ. Νιώθω πως μέχρι και σήμερα, σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε, πάτο δεν βρήκαμε.

Τι πάει να πει «πάει»;

Πού «πάει»;

Πώς «πάνε» δηλαδή οι μανάδες όταν είσαι δεκατρία;

Το χώμα από κάτω μας έγινε μέσα σε μια στιγμή αφιλόξενο, άγριο κι ανεπιθύμητο. Κουβέντα δεν ακούστηκε, ήθελα να πάω σε μια γωνιά να βγάλω από μέσα μου τους κιμάδες, ο Ανεστάκος ζωγράφιζε με το δάχτυλο κυκλάκια στο χώμα κι άφησε τον πάγο στο σπίτι να λιώνει, ο χοντρός κυνηγούσε με θολωμένο βλέμμα φανταστικά κουνούπια, ο Τάσος -ο εκλέκτορας- πήγε να μαζέψει τη μπάλα με βήματα που φαινόταν ατέλειωτα κι ο Ντεμέλο βρισκόταν ήδη τρεις γειτονιές πιο κάτω. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν, ποτέ δεν θα γινόταν ένας από «μας».

Αλλά κανείς μας δε μίλησε.

Κανείς.

Εκτός απ το Σωτηράκη την ώρα που σκούπιζε τα μάτια του.

 

-«Τι έγινε ρε σεις; τι κάναμε σήμερα;»

 

 

 

 

 

* μια 101% πραγματική & αντρική ιστορία , με όλη μου την αγάπη στους αιώνιους κυπελλούχους Σωτηράκη, Χοντρό, Τάσο, Ανεστάκο, Τσικολή, Σπίθα, στον μικρό μου αδερφό που έμαθε -τόσα χρόνια αργότερα- πού επενδύθηκαν τα χαρτάκια του. Στον Δημήτρη τον «γρανίτη» που πρόλαβε και μας την έκανε ο μπαγάσας νωρίς και στον άλλον τον Δημήτρη που βιάστηκε κι αυτός να του κάνει παρέα λίγους μήνες μετά…

 

(παλιό, ξεσκονισμένο ένεκα των footballdays σήμερα)

 

βαμπίρ

 

 

30980759

 

 

Τις αλλαγές στο σώμα σου τις βλέπεις σιγά σιγά, έρχονται τόσο διακριτικά -πες το και ύπουλα- που δεν παίρνεις χαμπάρι για πότε στρογγυλοκάθονται και δεν το κουνάνε ρούπι ακόμη κι όταν το πάρτι με τα ξενύχτια, τα μαρτίνι και τα ανέστια φιλιά σχολάσει. Έρχονται χωρίς δώρα, ούτε ένα μπουκάλι, ένα κουτί κεράσματα, ένα βιβλίο, ένα δισκάκι, τίποτε, με άδεια χέρια εμφανίζονται, με άδεια κάθονται σε μια γωνιά και σε κοιτάζουν λίγο περιπαιχτικά, λίγο ειρωνικά, απ’ την κορφή ως τα νύχια. Τα μόνα, φυσικά, που αργούν να υποταχθούν στην τραγική γοητεία αυτής της ματιάς. Τα μόνα που συνεχίζουν να μεγαλώνουν πάνω σου, ακόμη κι όταν όλα τ’ άλλα ζαρώνουν, συρρικνώνονται και αποδημούν, σε πείσμα της φθοράς.

 

Τα καλοκαίρια είναι πιο σκληρά μαζί σου, κομμένες οι πολλές τρυφερότητες και τα foreplay. Οι μέρες αρχίζουν νωρίς και νωρίς τελειώνουν, είσαι πια πολύ μαλθακός για να μπεις βαθιά μέσα τους. “Οι νύχτες είναι αγνώριστες”, έτσι λες κι ανακουφίζεσαι μια στάλα. Μα αν βγεις κάποια στιγμή μαζί τους, τι κι αν τις  κοιτάς στα μάτια απορημένος σα να λες «αποκλείεται να είσαι συ», αυτές είναι κι ας πονάει, οι ίδιες κι απαράλλαχτες όπως πάντα, εσύ δεν είσαι. Οι νύχτες δεν αλλάζουν. Τα ‘χουν πει και αληθινοί ποιητές, όχι αυτοί του πληκτρολόγιου και των καλοδουλεμένων λέξεων, τα ΄χουν πει και βάρδοι και πουτάνες και τραγουδιάρες και βαμπίρια, ξέρουν καλύτερα αυτοί. Εκεί μέσα μεγαλώνουν αυτές οι ράτσες, απ’ αυτή την ατέλειωτη σάρκα τρώνε, εκεί επιστρέφουν αν τύχει και λοξοδρομήσουν στο χλιαρό ημίφως.

 

Από μια μέρα και μετά τα αγαπάς τα βράδια γιατί κρύβουν, συνωμοτικά θαρρείς, τη φθορά στο σώμα. Τα αγαπάς κι ας λύσατε συναινετικά τη συμβίωση λόγω ανικανοποίητου αμφοτέρων των πλευρών. Που και που, όλο και πιο αραιά, βγαίνεις και τα ποτίζεις αλκοόλ και βλέμματα. Ένα, δυο, σπάνια τρία. Όλα με ρέγουλα. Δεν σου δώσαν την επιμέλεια απ’ τις νύχτες σου, όσο κι αν το πάλεψες δεν έπεισες κανέναν ένορκο ή δικαστή. Αλλά στέκεσαι κάθε Παρασκευή, κάθε δεύτερο Σάββατο στην εξώπορτά τους, φρεσκοπλυμένος και ντυμένος ζωντανός, περιμένοντας να πέσει το φως μπας και συναντηθείτε. Κι αποφασισμένος πως αν δεν βγουν οι νύχτες μαζί σου θα βγεις μόνος. Ακόμη κι αν δεν σε βλέπει κανείς, ποτέ, πουθενά. Θα βγεις όμως. Το μυαλό παλεύει, ακόμη.

 

Από γινάτι.

 

 

 

δυο εισιτήρια

 

polaroids_1c

 

 

Μια που την είδε, μπαίνοντας μάλλον τυχαία στο θάλαμο προχτές, μου είπε πως μόνο ένα ζευγάρι μάτια έχει απομείνει. Δυο μάτια απιθωμένα σ’ ένα μαξιλάρι, ξαπλωμένα πάνω στο στρώμα, κάτω απ΄ τα φθαρμένα σεντόνια, σε ένα δημόσιο δίκλινο. Κι ένα μυαλό που τους βλέπει όλους γύρω της μα ξεκίνησε ήδη για αλλού, χαζά δεν είναι τα μυαλά των ανθρώπων όταν νιώθουν πως κάποιος αόρατος τους έβαλε το εισιτήριο στο κοκαλιασμένο χέρι. Το άλλο της το κρατάνε, με τη σειρά. Και τρίβουν με τους αντίχειρές τους το χάρτινο δέρμα της. Που όλο και κρυώνει, όπως η άμμος στην έρημο τα βράδια. Μέχρι να μην ξημερώσει κάποια στιγμή, που μπορεί και να ‘ναι μέρα μεσημέρι, όταν ο κόσμος έξω βράζει από ζωή και γέλια και σχέδια και φιλιά και απογοητεύσεις και αναποδιές και ακυρώσεις κι απ΄ όλα. Όρθιος όμως, στο δρόμο.

Εκεί έμαθα τα νέα, στο δρόμο. Όταν γύρισα σπίτι άνοιξα το ρημάδι και έκλεισα επιτέλους εκείνα τα δυο εισιτήρια. Που τα ανέβαλα κάθε χρόνο, με δικαιολογίες φτηνές, εμπόδια ανύπαρκτα, οχυρωμένος πίσω από αλλά, από δεν, από όμως. Ποτέ δεν θα περισσέψουνε λεφτά, μα ούτε και χρόνο μπορούμε να αφήσουμε καβάντζα. Φεύγουμε, τώρα που έχουμε και τα δυο χέρια ελεύθερα, ατρύπητα, σάρκινα, ζεστά. Αυτά τα σαχλά carpe diem δηλαδή που γεννήθηκαν για να σέρνονται ξοπίσω σου -όσο εσύ δεν τρέχεις στο κατόπι τους- και να σου βγάζουν περιπαιχτικά γλώσσα αφού δεν τους δίνεις σημασία, δεν καταδέχεσαι να χαρίζεις μια ματιά στα “δεδομένα”, στα καθημερινά μικρά.

Δύσκολα τα φευγιά, τα οριστικά αντίο. Σ’ αυτό τον τόπο, και παντού, οι αποχαιρετισμοί είναι που κυβερνάνε. Τα «για πάντα μαζί» δεν κυβέρνησαν κι ούτε θα τα καταφέρουν. Ποτέ. Εσύ έχεις δίκιο μωρό μου, όχι εγώ. Φεύγουμε.

 

 

 

το γούντστοκ των πτωχών

 

10153157_700732119948024_633631648_n

 

 

 

1979, 1980, εκεί. Στο προτελευταίο ρετιρέ της Νάξου. Κάθε φορά που ‘μπαινα ή έφευγα απ΄ την οικοδομή πλησίαζα με συγκρατημένη λαχτάρα το -άδειο, πάλι- γραμματοκιβώτιο μέχρι που το πήρα απόφαση, με τρόμαζε ο 815 που απειλούσε να με στείλει μια ώρα αρχύτερα στο σπίτι μου απ’ όπου έφτυσα αίμα και κατάπια χιλιάδες σελίδες για να φύγω, ξεχνιόμουν με τσιγάρο και φραπέ στην πλαγιά του Λιλιμπάγια, ποτιζόμουν σανγκριές στον Ιπποπόταμο ώσπου να γίνω ένα με το πάτωμα (άσπρο-μαύρο πλακάκι, αν θυμάμαι καλά με τόσες απόπειρες αυτοκτονίας του συκωτιού μου που προηγήθηκαν), αγόραζα Πετρόπουλους -απ’ την Πρωτοπορία θαρρώ- με ένα βλακώδες ρίγος ανάλογο των κρυφοχριστιανών στη Ρώμη, διάβαζα σαν τζάνκι Κολούμπρα (όλη η συλλογή χαμένη σήμερα), θυσίασα χιλιάρικα, αίμα και ιδρώτα σε Happening, Music Corner και το «Δισκάδικο», αποκοιμιόμουν ακούγοντας Eloy σε κάποιο ραδιόφωνο που κατασκήνωσε στα – έρημα, τότε- FM, μελετούσα με προσήλωση Ζήλο, Βιάν και λίγο Στατιστική ΙΙ, στο τέλος της εξεταστικής ακολουθούσε η μαλαματίνεια ιεροτελεστία (το αγίασμα κατέβαινε με το ΚΤΕΛ, ειδική παραγγελία) με κοτόπουλα γειτονιάς, κρύες τηγανητές πατάτες και μπουκάλια σπασμένα σε χίλια κομμάτια στο πάτωμα, στο μπαλκόνι, μέσα στα βρακιά μας, παντού, αντί για πατώματα είχαμε μια βροχή από γυαλιά και μετά μου κάναν αξιοθέατο τους αναστενάρηδες, οι άτεχνοι..

 

Για μερικά είμαι σίγουρος, κάποια είναι πιο αχνά στη μνήμη (ακόμη κι όσα είχαν άρωμα γυναίκας, κοριτσιών δηλαδή, για να ακριβολογούμε), εκείνο που δεν ξεχνάω είναι η παραμονή της μέρας που ήρθε το τρίκυκλο για να μεταφέρω τα λιμά υπάρχοντά μου στην Τσόχα. Άφηνα την Κυψέλη νιώθοντας πως εγκαταλείπω ένα κουκούλι που μέσα του ασφυκτιούσα αλλά και ένιωθα ασφαλής. Ο Ηρακλής έλειπε απ’ το σπίτι, τα είπαμε και αποχαιρετιστήκαμε από νωρίς, θα ΄φευγε κι εκείνος από Σεπτέμβρη για το σπίτι της Ελένης, «για λίγο» είπε «μέχρι να βρω ένα μικρό», μόνιμα ήταν τελικά. Νύχτωσε στο μπαλκόνι, τα πακέταρα όλα -τι όλα δηλαδή, οι πρόσφυγες σήμερα περισσότερα κουβαλάνε μαζί τους- καπνίζοντας ατέλειωτα ΚΕΝΤ, ήπια τόσες άμστελ που κάποια στιγμή παραδομένος άρχισα να κατουράω -παίρνοντας κάποιες στοιχειώδεις προφυλάξεις- στη γλάστρα παραδίπλα γιατί βαριόμουν το πηγαινέλα στην τουαλέτα, κουράγιο να σηκωθώ απ΄το πάτωμα δεν είχα (στο πάτωμα πεταμένα ένα κιλίμι και τρεις μαξιλάρες, όπως Μπάροουζ και Τανγκέρη, άμα είσαι ντίρλα μεγαλοπιάνεσαι ακόμη και με κουρελούδες), άνοιξα το ραδιόφωνο γιατί η τελευταία νύχτα εκεί άρχισε να με πλακώνει. Δεν κατάλαβα πότε με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα ακούγοντας I came upon a child of god, he was walking along the road, με πήγε ως το ρεφρενάκι κι ας μην ήταν η Τζόνι, ωραίο ήταν, γαλήνεψα, «σπίτι είναι ρε, όχι ψυχή, θα συνηθίσεις», έτσι είναι οι σαχλαμάρες οι καρκίνοι, sentimental όντα, ξανάκλεισα τα μάτια. Στις οκτώμισι ο τρικυκλάς ήταν εγγλέζος στο ραντεβού και πατούσε το κουδούνι με υποδειγματικά εκνευριστικό τρόπο. Εκεί δεν ξαναγύρισα έκτοτε. Ποτέ.

 

Σήμερα ανοίγω τα μέιλ χωρίς την παραμικρή λαχτάρα, με τρομάζουν όλοι αυτοί οι αλήτες που θέλουν να με βγάλουν μια ώρα γρηγορότερα κι απ’ το σπίτι μου κι απ΄τη χώρα, ο Χαρχούδας συνταξιοδοτήθηκε, το ίδιο και τα τσιγάρα και τα πιώματα, σε αληθινό δισκάδικο έχω να μπω από τότε που η Σινίντ Ο΄ Κονορ είχε πλεξούδες, με Ζήλο, Βιάν και Οικονομετρίες έκοψα παρτίδες, μελετώ Ξυδάκη και λίγους σεσημασμένους -μετρημένους σε δυο παλάμες- στα βλογς, βιβλία δανειζόμουν απ’ τον φίλο μου που έφυγε πια, τώρα αγοράζω μόνον όταν -πολύ σπάνια- περισσεύει κάτι αλλιώς πάλι στη ζητιανιά και στο δανειλίκι και στην καλοσύνη των φίλων, στο μπαλκόνι ζουν τα άπαντα του ΙΚΕΑ κι αν κάνω πως κάθομαι καταγής θα νομίσουν οι εντελώς καθωσπρέπει γειτόνοι πως λιποθύμησα και θα στείλουν κανένα 166 στα καλά του καθουμένου, ανοίγω μια μπίρα και όταν τελειώνει κοντεύει να γίνει ζεστή σα κάτουρο, αλλά αν μου ‘λεγες να ξαναπάω στην Νάξου ή στην Τσόχα θα σου ‘λεγα «ούτε για όλα τα καλά του κόσμου». Έφτυσα αίμα -ναι, και ιδρώτα και δάκρυα, πώς να το κρύψει κανείς; – για να φτάσω ως εδώ, κατάφερα ο,τι κατάφερα, απέτυχα σε ο,τι απέτυχα, κέρδισα και έχασα, είναι νωρίς ακόμη για τελεσίδικους απολογισμούς και -πάλι sentimental- ετυμηγορίες, μα πίσω δεν έχει κι ας λυσσάξαν να μας χώσουν ντε και καλά στο δικό τους στημένο monopoly. Γερός να είναι εκείνος ο ξαπλωμένος στα κιλίμια και στα μαξιλάρια, με τις μπίρες και τις μουσικές παραμάσχαλα. Αυτός εκεί, εγώ όμως εδώ, έτσι έλεγε και το τραγουδάκι της τελευταίας νύχτας στην Νάξου:  and I don’t know who I am, but life’s for learning.

 

 

 

οι αφορμές

summer_me

 

 

Ήταν ένας που κάθε χρόνο ονειρευόταν πότε θα ‘ρθει καλοκαίρι, να ‘βρει ένα δωμάτιο με τη θάλασσα πέντε μέτρα μακριά. Ας είναι και δέκα, όχι παραπάνω. Μετά τα τσιμέντα να πατήσω κατευθείαν άμμο ή βότσαλο. Να μετρήσω δέκα βήματα και να βρω νερό. Μπω δεν μπω. Με ήλιο ή με φεγγάρι. Να ακούω το κύμα. Να μ’ ακούει κι αυτό, τι σόι γείτονες είμαστε αν δεν μιλάμε ο ένας στον άλλον. Ανάμεσά μας τίποτε, δέκα ανεμπόδιστα βήματα μονάχα.

Αντί να βρει τέτοια γωνιά, έβρισκε αφορμές για να μείνει μακριά της, πολλές αφορμές, αν έχανε μια είχε πάντα δυο άλλες πρόχειρες. Ή αν τύχαινε –πολύ σπάνια- να μη βρει, δεν κρυβόταν καλά όταν τον ψάχναν εκείνες. Ένα σημάδι το άφηνε, για να ‘ναι σίγουρος πως θα τον ξετρυπώσουν. Και τα χρόνια πέρναγαν και μίλαγε με πάθος γι΄αυτό το «πέντε μέτρα μακριά» καλοκαίρι, σε όλους όσους τον ρώταγαν αλλά και σ’ αυτούς που δεκάρα τσακιστή δεν έδιναν για το τι ονειρεύεται και τι κάνει ή δεν κάνει για να το ζήσει. Τίποτε δεν έκανε. Τίποτε.

‘Αστο, δεν πειράζει, έχουν άλλα σειρά φέτος. Άλλοι. Του χρόνου, να ΄μαστε γεροί, θα το ψάξουμε πιο νωρίς, θα το ψάξουμε καλύτερα.

Ένα καλοκαίρι το ψάξαν άλλοι για λογαριασμό του. Το ΄χε πει ο γιατρός, «θα τον βοηθήσουν τα μπάνια, τουλάχιστον ψυχολογικά, αλλά να μη γίνετε κομμάτια κι εσείς. Βρείτε ένα μέρος με εύκολη πρόσβαση στο νερό, μια ισιάδα, δέκα βήματα, να τον βγάζετε απ’ το δωμάτιο και να μη τσακίζετε τη μέση σας κουβαλώντας τον, όσα κιλά και να ‘χασε πάλι δύσκολα κουμαντάρεις κάποιον ανήμπορο».

Ήθελε να τους πει, την ώρα που τον ξεφόρτωναν απ’ το καροτσάκι, «αφήστε με μέσα στο νερό και φυγέτε, να γλιτώσετε κι εσείς κι εγώ» αλλά και με τις λέξεις είχε πάρει διαζύγιο. Πήγε να το πει με τα μάτια αλλά κανείς πια δεν τον κοίταζε μέσα σ’ αυτά. Θες από οίκτο, θες από οργή, από κούραση, από πίκρα, όπως θες πες το.

Ήταν μερικά βράδια που τον αφήναν για λίγο έξω. Μόνον. Για να ξεκουραστούν κι αυτοί μια στάλα. Κάτι προσπαθούσε να του πει το κύμα, κάτι προσπαθούσε να ψελλίσει κι αυτός, στάθηκε αδύνατο να συνεννοηθούν. Θύμωσε. Μπούκωσε. Πήγαν να ξεμυτίσουν δάκρυα, έμειναν στεγνά τα μάγουλα, σκέφτηκε άστο, δεν πειράζει, του χρόνου, να ΄μαστε γεροί, θα δακρύσω καλύτερα.

 

το κουμπί που λείπει

The-Foreigner-21

Περιμένω στη σειρά, τρίτος, στον τσαγκάρη. Δεν τους λένε πια έτσι, εδώ και καιρό γράφουν στη βιτρίνα κάτι μεγαλοπιασμένα «επιδιορθώσεις», «επισκευές», «μετατροπές, μεταποιήσεις», παίζουν με τις λέξεις και απορώ πού βρίσκουν το χρόνο να φτιάχνουν σόλες, να κολλάνε πάτους και να περνάνε τακούνια.

Χτυπάει το τηλέφωνο, δεν το ακούω με την πρώτη, νιώθω τη δόνηση και σχεδόν συγκινούμαι που το πετσί μου είναι -ακόμη- ζωντανό και παίρνει μηνύματα ερήμην των αυτιών μου. Φεύγω απ΄ τη σειρά, βγαίνω έξω.

Την ακούω μετά από αρκετό καιρό. Μήνες. Χριστούγεννα δεν είπαμε τα τυπικά στο τηλέφωνο, δεν με βρήκε, δεν τη βρήκα, δεν θυμάμαι, συνήθως κανείς δεν νοιάζεται να ψάξει τον άλλον. Μάθαινα όμως νέα από την παλιά της φίλη, ήξερα πόσο στριμωγμένα είναι τα πράγματα, έξοδα, παιδιά, τρεχάματα, δουλειά, χωρίς δουλειά, οι αναπόφευκτες αρρώστιες, πολλά μείον, η κλασσική – άγαρμπα εικονογραφημένη πια, με λίγες πρόχειρες μπογιές- ιστορία της γενιάς μας.

Χαίρομαι αμήχανα που ακούω τη φωνή της. Φωνή που πάει να σπάσει αλλά στέκεται όρθια, «χαθήκαμε ρε συ, ναι, τα ‘πα με την δικιά σου, έρχεστε, ερχόμαστε, πέντε λεπτά για έναν καφέ στο σπίτι δεν βρήκαμε, δεν λέω για μια μπίρα και τρομάξεις, πέντε λεπτά τα χαραμίζουμε γι άλλα κι άλλα, για να βρεθούμε όχι, πες πως πάς εσύ, ν’ ακούσω τα δικά σου, τα άλλα τα ξέρω, τα μαθαίνω».

Λέω. Ο,τι λέγεται δηλαδή. Τα πιο πολλά ανείπωτα μένουν, δεν ξέρω και πόσο «δικά μου» είναι πλέον, τα ίδια βλέπω φορεμένα σε τόσους και τόσους, όλο και πιο στενά ρούχα, άβολα για να γελάς αβίαστα μέσα τους, μονόχρωμα μουντά, τι να πεις καινούριο που δεν το φοράει κι ο άλλος, ούτε παρηγοριά είναι, ούτε να αυτοσαρκαστείς -πια- μπορείς μ’ αυτά, λέω, λέει, χαθήκαμε, να βρεθούμε, ναι ρε, θα μας φάει το μέσα, θα μας φάει το μέσα μας, το άλλο σαββατοκύριακο ίσως, αυτά τα ίσως θα μας καταπιούν στο τέλος, κάτι λέει για το καλοκαίρι, αν ταιριάξουν τα προγράμματα, μακάρι, ψέματα λέω, μπορεί κι εκείνη, τα προγράμματα κάνουν αυτό που θα τους πεις, σα σκυλιά μαθημένα από καιρό, άσπρισες ρε;, άσπρισα, κι εγώ έβαλα κιλά, γελάω, μη γελάς ρε, δεν γελάω, άντε κανόνισε, θα κανονίσω, να ξεχαστούμε λίγο, ναι αυτό, φίλα την λέει, κι εσύ τον δικό σου, ανοίγω την πόρτα, ξαναμπαίνω στη σειρά, τελευταίος τώρα.

Το κινητό στην τσέπη ξανά. Μουγκό κι ακίνητο. Είμαι σίγουρος πως η φωνή της λύγιζε κάπου κάπου και προσπαθούσε να την κρατάει ίσια, μη δείξει τη καμπούρα της μπροστά μου, το ΄χουν οι φωνές αυτό το κουσούρι, να τις βλέπεις και με κλειστά τα μάτια. Δεν ξέρω τι έκανε μετά που έκλεισε το τηλέφωνο, δεν ξέρω καν γιατί με πήρε, μέρα μεσημέρι, ανάμεσα σε οθόνες ή σε κατσαρόλες, ιδέα δεν έχω, δε ρώτησα κιόλας πού είναι και τι κάνει αλλά και τι σημασία θα είχε, δεν είχε, μπορεί και να είχε, μπορεί και να παραείχε, ποιος ξέρει.

Μπορεί και να μετάνιωσα που δεν είπα ένα «έρχομαι για έναν καφέ και τρία τσιγάρα». Μπορεί να μετάνιωσε που πήρε τηλέφωνο και δεν είπε «έλα για έναν καφέ και τρία τσιγάρα». Για μια στιγμή μου πέρασε απ’ το μυαλό να τη ρωτήσω -νομίζω, δεν είμαι και πολύ σίγουρος-  «εκείνη την άσπρη ζακέτα, την λεπτή, την δεν ξέρω πως τη λέτε, την έχεις ακόμη;». Περιμένοντας να ακούσω «ναι αλλά λείπει ένα κουμπί και δεν με χωράει πια και δεν ξέρω γιατί έχω κρατημένα τόσα άχρηστα στη ντουλάπα, γιατί ρωτάς;» για να πω «ωραία, φόρα την κι έρχομαι, πιάσε ένα τραπέζι να βλέπει θάλασσα, ρώτα αν θα μας αφήσουν να καπνίσουμε και είμαι στο δρόμο, θα πίνω καφέ και θα βλέπω το δέρμα σου κάτω απ’το  κουμπί που λείπει, αν δεν μας αφήσουν να καπνίσουμε πάμε σ’ ένα παγκάκι, τρία τσιγάρα, ένα τέταρτο παρέα, γελάμε, κλαίμε, από μέσα μας όλα, μετά καθείς το δρόμο του». Κι εμείς και τα κουμπιά μας. Ούτε είπε, ούτε είπα.

Δεν μίλησα γιατί ο,τι και να ‘λεγα θα ‘βγαιναν ξεκάθαρα τεράστιοι υπότιτλοι που θα ‘γραφαν  «ναι, με νοιάζει που σ’ ακούω έτσι αλλά δεν μπορώ να νοιαστώ». Γιατί θα πρέπει μετά να εξηγώ τις διαφορές ανάμεσα στο ένα και στο άλλο. Και τι να προλάβεις να εξηγήσεις ανάμεσα σε τρία τσιγάρα που δεν άναψες καν.

«Δύσκολο να αλλάξω ξανά σόλα, αν χρειαστεί. Μάλλον θα πρέπει να τα αποχωριστείτε την επόμενη φορά»

Βγαίνω. Κάνει κρύο. Ξέχασα το κασκόλ, ξέχασα τα γάντια. Αλλά θυμάμαι απ’ έξω τα στιχάκια.You’ll stumble in my footsteps if you try walking in my shoes…

πίσω απ΄το γυαλί

29622737

 

Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, όσο -δηλαδή- πιο ευδιάκριτη γίνεται η αρχαιΐλα του, τόσο το γκροτέσκο ζει μεγάλες στιγμές.

Νύχτα, στο δρόμο. Πίσω η μικρή, μπρος η μάνα της. «Να βάλω μουσική;». Η μικρή αδιαφορεί, «βάλε, ακουστικά φοράω, δε με πειράζει, μη κάνετε φασαρία μόνο». Η μεγάλη το σκέφτεται. «Σαν τι δηλαδή;». Βάζω. Laura Fygi, Julie London, Tony Bennett….  «μια χαρά, κοίτα μη γλαρώσεις μόνο», σε δέκα λεπτά ομίχλη παχιά σαν Lurpak, «βγαλ’το, βάλε κάτι να ξυπνήσεις μη μας έχουν στις ειδήσεις αύριο», ψαχουλεύει στα τυφλά, ανοίγει φωτάκι συνοδηγού, «lounge snakes λέει αυτό, lizards δεν έπρεπε να λέει;», γεμίζω περηφάνια και για κείνην και για τα χειροποίητα δισκάκια μου, μου δίνει, βάζω, Montefiori Cocktail, «βγαλ’ το, θα σκοτωθούμε, κάπου είχες U-2», «χάλασε το σιντί» , δεν τον αντέχω άλλο τον μύγα, θαμπά πρασινοκόκκινα φώτα, διόδια, δυο και σαράντα, χάλασε και η διάθεση, μπήκαμε στην μεγάλη πόλη μουγκοί. Η άλλη πίσω δεν ξέρω τι άκουγε αλλά πρέπει να ‘στειλε ίσα με πέντε χιλιάδες sms μέσα στα τελευταία εβδομήντα χιλιόμετρα. Για να πει τελικά «δεν θα βγούμε, βαριούνται όλοι, πάμε να πάρουμε μια πίτσα, τρώμε και φεύγετε».

«Τσένταρ, μανιτάρια, μπέικον, τραγανή ζύμη». Ο,τι πουν μάνα και κόρη. Παρκάρω διπλή σειρά, μπαίνω, παραγγέλνω, «σε δέκα λεπτά έτοιμη», «εντάξει, περιμένω στο αυτοκίνητο». Μπαίνω, η πίσω ρωτάει «ξέρεις κανέναν Γιάννη Παλαμίδα;», «ξέρω, πώς σου ΄ρθε;», «βρήκα στο γιουτιουμπ ένα κοπερτί και μια Πτήση 201, αυτά ακούω, περίεργα πράγματα», «τέλεια είναι», «αρχαία τέλεια», «σκέτα τέλεια», βάζει κοπερτί, γκαρίζω «θ΄αρχίσει κάποτε η φθορά κι ο μαρασμός», «συγκρατήσου» μου λέει η μπροστινή με ένα χαμόγελο που είχα χρόνια να δω. Προσπαθώ αλλά ενθουσιάστηκα, σα να μου χαρίσαν στιχάκια στη γιορτή μου ήταν αυτά τα αναπάντεχα άσματα, η μικρή βλέπει τον μπαμπά της να ξεσαλώνει στα αρχαία ελληνικά, ενθουσιάζεται κι αυτή, «τα ξέρεις όλα τα λόγια!», γυρνάω στην μπροστινή και τραγουδάω παθιασμένα «θα σου τηλεφωνήσω σ’ άλλον αριθμόόόόόό», γελάνε και οι δυο με τον χλιαρό που για λίγο έμοιαζε να αγγίζει το σημείο βρασμού επιτέλους, «βάλε και το όταν η γη θα εκραγεί» λέει της μικρής, «είναι το αγαπημένο μου». Ξαφνικά το παιδί έχει ανθρώπους για γονείς, όχι δυο κρεμάστρες ρούχων. Γελάει, το βρίσκει. Η μεγάλη μου τραγουδάει -νύχτα, καταμεσής της Όλγας- «οι πτήσεις θα ΄χουνε ακυρωθεί», «και η 201;» την ρωτάω, δεν απαντά. Η Θεσσαλονίκη έχει πολλήν υγρασία τις νύχτες, ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητο να είσαι, τα μάτια σου επηρεάζονται. «Πήγαινε να φέρεις την πίτσα, άντε, άντε», πάω να βγω, η μικρή με ρωτάει «τον ξέρεις αυτόν τον Παλαμίδα;», «τον ξέρω» της λέω, «είμαστε φίλοι στο φέισμπουκ». «Έλα ρε μεγάλε!». Πάω, πάω. «Και τσιγάρα απ’ το περίπτερο δίπλα». Πάω, πάω. Βρέχει. Σαν φτύσιμο. Μπίχλα μακεδονική. Ξαφνικά δεν βιάζομαι. Αντί για πράσινα και πορτοκαλιά και κόκκινα φανάρια βλέπω διακόσια μπλε φωτάκια κι ένα πορτοκαλί, διακόσιες πεταλούδες κι ένα χρυσό πουλί (η μπαλαλάικα μου ξέφυγε), πόσο εύκολο είναι να τα δεις αυτά στην Όλγας δηλαδή νυχτιάτικα; Ας περιμένουν οι γυναίκες.

Μιάμιση ώρα μετά ξανά στο δρόμο της επιστροφής, το πίσω κάθισμα άδειο πλέον. Ο περιφερειακός έρημος και δεν είναι ούτε καν έντεκα. «Γιατί της λες παραμύθια για τον Παλαμίδα;», «αλήθεια λέω, έκανα φρεντ ρικουέστ και δεν έφαγα πόρτα», «τι ψεύτης είσαι ρε παπάρα», με πληγώνει αλλά δεν επιμένω. Ψάχνω σιντί, κάπου είχα ένα παραχωμένο με John Campbell, Mayall, Green, παλιούς λαϊκούς. «Άσ’το» μου λέει, «βάλε ραδιόφωνο». Βάζω. Παίζει Αντύπα, εκείνο που για να μη τρελαθεί γυρίζει τις νύχτες και χορεύει στις πίστες, πάω ν’ αλλάξω σταθμό, μου κάνει πέρα το χέρι,  «ξέχνα το, θα το πάμε όπως παλιά, ΚΤΕΛατζίδικα». Μου αρέσει η ιδέα. Ζέστη μέσα, ψιλόβροχο έξω, νύχτα, μόνο ο οδηγός που πιάνει κουβέντα με τα εικοστριάχρονα μπροστά λείπει. Ο ραδιοκαλαμαριάς έχει σεκλέτια, ανίατη καψούρα, Καράδες, Τερζήδες, Μάκηδες, Αδαμαντίδηδες. Της τραγουδάω -με το κινητό να παριστάνει το μικρόφωνο- «Κι είπα να φύγω να σωθώ, να κάνω κάτι πια και γω για το καλό μου» , «άει ρε σαχλαμάρα, δεν έχει σωτηρία μακριά από μένα». Αυτές οι βεβαιότητες με τσακίζουν. Και τα διόδια. Δυο και σαράντα. Άλλο ένα και φτάνουμε σπίτι.

φωτογραφία : arcphotodays

ένα και είκοσι

29352605 (1)

 

Δυο Δεκέμβριους μετά, οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν ξανά, εντελώς τυχαία. Σε μια άσχετη πόλη. Όπως γίνεται στα φιλμάκια ή -σε πιο σπάνιες περιπτώσεις- σε μια παραλλαγή της ζωής που θέλει τους ανθρώπους μονόχρωμα πιόνια, σε μια σκακιέρα την ώρα που βρέχει και φυσάει και γλιστράει και κάνει κρύο και όλοι τρέχουν να γυρίσουν-με ή δίχως σακκούλες στα χέρια- στα σπίτια τους ή στα δωμάτιά τους.  Άδεια ή γεμάτα. Όλα σπίτια τα λένε κάποιοι.

Αυτοί δεν βρέθηκαν στο δρόμο. Στο σαλόνι ενός ξενοδοχείου βρέθηκαν. Απ’ αυτά που τα χαλιά και οι μοκέτες στους διαδρόμους τους είναι τόσο παχιά που και το πιο λεπτό κρύσταλλο να ρίξεις χάμω, θα μείνει ακέραιο.

Κανείς δεν ρώτησε τον άλλον «τι κάνεις εδώ;». Δεν πρόλαβε να φτάσει η ώρα του ερωτηματικού δηλαδή. Μετά τα τυπικά, by the book -και λίγο ψεύτικα- δεν άλλαξες, καλά είμαι, σου πάει ο καινούριος σκελετός, παλιός είναι τον ρώτησε αν έχει λίγη ώρα για να πιουν έναν καφέ. Ήταν νωρίς για αλκοόλ μα και αψέντι να της πρότεινε εκείνος, δεν θα ‘λεγε όχι. Κατά βάθος είχε μια κρυφή ελπίδα -μπορεί και γινάτι, μετά από δυο χρόνια σιωπής του- οτι την ώρα της δεύτερης γουλιάς θα γυρίσει και θα της πει να ανέβει μετά στο δωμάτιό του. Ή να πάει εκείνος στο δικό της, δεν θα τα χάλαγαν στον αριθμό, ούτε στον όροφο.

Πατώντας το κουμπί για τον δεύτερο, σκεφτόταν αν εκείνο το «τους έκοψα τους καφέδες» που της είπε κοιτάζοντας λίγο αφηρημένα τα πόδια της ή το όλο και πιο ερημωμένο  πίσω μέρος του κεφαλιού του -την ώρα που της έσφιξε το χέρι και έφυγε για να μπει στο ταξί που τον περίμενε έξω- ήταν αυτό που την πείραξε περισσότερο.

Χρειάστηκε να περάσει τέσσερις φορές την κάρτα της μέχρι ν’ ανάψει το πράσινο φωτάκι. Έβγαλε παλτό και παπούτσια, πήγε στο μίνι μπαρ, έπιασε δυο μπουκαλάκια, κάθησε στην πολυθρόνα και καταράστηκε την ώρα και τη στιγμή που απάντησε «non smoking» την ώρα του check in..

talkin’ ’bout my generation *

29050464 (3).last

 

 

Δηλαδή στα σοβαρά πίστευες, κάποτε, ότι το ξεθώριασμα γλυκοκοιτάζει μόνο τα ντουβάρια, τα μαύρα μπλουζάκια, τα «Ενοικιάζεται τριάρι» στις κολώνες και τις ξαπλωμένες κάτω απ’ τον ήλιο πετσέτες;

* not trying to cause a big s-s-sensation, though

one of those days

photo-18

Δεν ξέρω αν το λένε φετίχ αυτό,  αλλά έχω συνδέσει μούζικες με δωμάτια και μικρές μεταλλικές ταμπελίτσες πάνω σε υφάσματα και αφρώδη υλικά (ωραία λέξη δε τη λες, μα δε βρήκα εναλλακτική). Παλιά δωμάτια. Δηλαδή μπορεί να μην είναι φετίχ αλλά νεκρολογία.

Thin Lizzy (το Johnny the Fox, 1976) πρωτάκουσα από Boston. Ομοίως και το Softs, 1976 των Soft Machine. Όπως και τα «Λαϊκά 76» του Μητροπάνου (με κείνο το ψυχεδελικό τρίο «Δύο νύχτες / Αλίμονο / Θέλω απόψε να σου γράψω» στο φινάλε της δεύτερης πλευράς). Λίγο μετά το Songs from the wood, 1977 των Jethro Tull πάλι μέσα απ’ τα Boston. Στο δωμάτιο του Μιχάλη (και ενίοτε και στο δωματιάκι της ταράτσας). Στο στενό.

Songs in the key of life, 1976 απ’ τον Stevie Wonder, μέσα από Kenwood KL-777 ή 788 (οφείλω επιείκεια στη μνήμη μου, θα ήταν συνταξιούχος με το παλιο ασφαλιστικό). Μέσα από τα ίδια και Works, 1977 των Emerson, Lake & Palmer. Και Α trick of the tail, 1976. Το πρώτο χωρίς τον Gabriel στο μικρόφωνο. Παραλίγο θα ξέχναγα Ιron Butterfly και In-A-Gadda-Da-Vida, 1968. Άκουγα το όργανο του Doug Ingle αλλά τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο Revox παραδίπλα, χωμένο σαν Άγιο Λείψανο μέσα στη βιβλιοθήκη του Στέλιου, στις παρυφές (τότε) της πόλης, Δευτέρα Λυκείου, άντε Τρίτη ενδεχομένως. Είπαμε, επιείκεια.

Στο σπίτι του Φαίδωνα, λαθραία. Εγώ κι ο Γιώργος, που είχε -νομίμως- το κλειδί. Ακούμε όλα τα προεόρτια του Dark side of the moon (ή μεθεόρτια του A Saucerful of secrets, όπως το δει κανείς). Μore και Ummagumma, 1969 – Atom Heart Mother, 1970 – Meddle, 1971 – Obscured by clouds, 1972. Μονοκατοικία στην παλιά πόλη, τρίζαν τα παράθυρα στο One of these days, τα Celestion βγάζαν τα σώψυχά τους. Άλλοι παίρναν κλειδιά για να ξεμοναχιαστούν με κορίτσια σε δωμάτια, εμείς νυχτωνόμασταν με Floyd και σαλιαρίζαμε με ηχεία. Βλαμμένα, εντελώς. Τα πληρώσαμε ακριβά αυτά, αναδρομικά.

Στο σπίτι μου όλα βγήκαν μέσα απ’ τα -ίδια με του Στέλιου- Kenwood. Στην αρχή. Εκεί έμαθα να συλλαβίζω. From Aerosmith to War (με Eric Burdon). Και Yes, ναι. Σε Z εκείνα τα χρόνια δεν θυμάμαι τίποτε…Μετά που μπήκαν τα B&W στο σαλόνι, όταν είχε -για λίγο, πολύ λίγο- παχύνει το πορτοφόλι μου, αδυνάτισε η ψυχή μου. Και επηρέασε και την ακοή.

Κάποια στιγμή τα Boston (εκείνα με τον Ian Anderson μέσα τους) μετακόμισαν Αθήνα μαζί με μας. Άρχισαν να φιλοξενούν αυτοσχέδια φοιτητικά κηροπήγια -φυσικά με Calliga και Mateus- και σταχτοδοχεία πάνω τους. Ακούστηκαν πολλά από κει μέσα, τίποτε όμως τόσο καθαρά όσο το «θέλω απόψε να σου γράψω/μα φοβάμαι μήπως κλάψω». Και καπάκι τα άπαντα του Hammill, τον οποίον λάτρεψε ο συγκάτοικος. Περισσότερο απ’ όσο ο Θεός του την Alice.

Aρχές ’80, η μετάλλαξη είχε αρχίσει να συμβαίνει. Πήρε χρόνο αλλά ολοκληρώθηκε. Τα μεταλλικά ταμπελάκια σίγησαν.

 —

(Μικρό κειμενάκι, με χρονολογικές παραπομπές για να διαχέεται η γνώση. Ή έστω κάτι σαν αυτήν)

♫ ♪

navigator blues

28562450

Ακούγεται αστείο, ιερόσυλο, ίσως και ανόητο. Μα σκέφτομαι τη μυρωδιά απ΄το φτηνό μαύρο δέρμα, το ακόμη φτηνότερο αποσμητικό χώρου που πάσχιζε-μάταια- να υποτάξει την πανάρχαια τσιγαρίλα, τη γλυκιά ζέστη μόλις χωνόσουν μέσα ενώ έξω πάγωνε -παλιά τους φτιάχναν αλλιώς τους χειμώνες- το είναι σου, το κεφάλι που χόρευε βαλσάκια με το υπέρβαρο αλκοόλ στο αίμα, το «ανέβα Αλεξάνδρας, μετά την Ιπποκράτους μπες Βλαχοπούλου και θα σου πω από πού να στρίψεις», τα άσπρα, κίτρινα και κόκκινα φώτα που κάναν κόντρες έξω απ΄τα θολωμένα τζάμια, τα greatest hits της Vasipap στο ραδιόφωνο (μπορεί να ήταν και κασέτα της Panivar, όρκο δεν παίρνω), τα δάχτυλα που χώθηκαν -στα μισά της διαδρομής- κάτω απ΄τη μπλούζα της ψάχνοντας γωνιά για να καούν εκούσια μέχρι να γίνουν πιο στάχτη κι απ’ ότι απέμεινε στην Πομπηία, και ξέρω πως όλα ετούτα είναι κάτι που κανείς Σκορτσέζε δεν θα μπορούσε ποτέ να φιλμάρει. Και κανείς Bernard Herrmann δεν θα τολμούσε να ηχογραφήσει, όσο ο Γιώργος Σαλαμπάσης ήταν χάρτης αλάθητος στα χέρια του ταρίφα, αιώνες πριν υπάρξει GPS.

Κάποιος θα πρέπει κάποτε να υμνήσει και την λίμπιντο που έζησε και πέθανε στο πίσω κάθισμα ενός ταξί, τέσσερις τα ξημερώματα, ανάμεσα στα πόδια της. Για εκεί που κανένα GPS ή destinator ή navigator ή όπως διάολο το λένε, δεν μπορεί να σου δείξει το δρόμο σήμερα.

 

(ρίχ΄τα Bernard)

απουσιολόγια

-000033

Μεσημέρια Κυριακής. Τρώει χωρίς να μιλάει, όλο και πιο συχνά. Μερικές φορές θαρρείς ότι το κάνει από υποχρέωση. Δυο χρόνια πριν δεν έβλεπες την πλάτη της καρέκλας στην κορυφή, την «καρέκλα του». Τώρα το περίγραμμά του χάνεται μέσα στην ίδια καρέκλα. Στέλνει λίγα κιλά του κάπου αλλού, μακριά, κάθε χρόνο, για να συνηθίσουμε στην απουσία τους. Μέχρι να συνηθίσουμε στην εικόνα της άδειας καρέκλας και στο φευγιό του. Τα σιχαίνομαι αυτά τα κυριακάτικα μεσημέρια, αυτές τις πρόβες του αποχαιρετισμού. Τα σιχαίνομαι και μετράω μια μια τις ώρες μέχρι το στρωμένο τραπέζι, την επόμενη Κυριακή. Για όσο υπάρχουν Κυριακές μαζί του.

-000043ESC

Φέτος το καλοκαίρι δεν κατορθώσαμε να βρούμε δωμάτιο με θέα θάλασσα. Δεν ήταν δύσκολο όμως. Μια μέρα λείψαμε όλη κι όλη από το σπίτι. Εκείνη τη μέρα οδήγησα πεντακόσια χιλιόμετρα, μπήκα μέσα της με κατεβασμένα τα στόρια, μετά βγήκαμε στην άδεια πόλη για μπίρες, κάπνισε εφτά τσιγάρα, είπαμε πέντε κουβέντες, ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιο, ανάψαμε το κλιματιστικό, σκεπάστηκα -ο μισός- με το σεντόνι. Στις τέσσερις το πρωί την βρήκα στην κουζίνα να καπνίζει. Την ρώτησα αν είναι καλά. Έγνεψε κάτι σαν «ναι». Δεν την πίστεψα, μα δεν ήταν δύσκολο. Μάθαμε από καιρό να σκεπαζόμαστε ο ένας με τα ψέμματα του άλλου χωρίς να ρωτάμε πολλά.

-2578

Στο σπίτι του Στέλιου, ακούμε δισκάκια, μισόν αιώνα πριν. Λιγότερο ήταν. Μα αν μου ΄λεγες πως πέρασαν εκατό χρόνια, καμιά έκπληξη δεν θα ‘βλεπες χαραγμένη στο πρόσωπό μου. Μπορεί και να σε πίστευα.

Ripples never come back.

«Δεν τραγουδάει σαν τον Gabriel. Ποτέ δεν θα ‘ναι ξανά οι ίδιοι»

Ούτε κι εμείς. Bγήκαμε σε μιαν ακτή χωρίς να το καταλάβουμε, πέρασαν μέρες και νύχτες περιμένοντας το επόμενο κύμα για να μας ξαναπάρει μέσα. Κι όταν ήρθε μας βρήκε εκατό, διακόσια μέτρα μακριά, σε μια γωνιά που συρθήκαμε για να ΄μαστε σίγουροι πως θα μείνουμε για πάντα εκεί. Αφού μετά από τόσο καιρό στεγνοί, φοβηθήκαμε το έξω.

Sea Mountain

Όχι.

Όχι, τι ;

Δεν μου θυμίζει τίποτε αυτό το μέρος. Πάντα με φόβιζαν τα ύψη και τα σκοτεινά νερά. Ποτέ δεν ήμουν εγώ εκεί μαζί σου.

Ήμουν εγώ όμως. Αυτό σου ‘λεγα πάντα. «Δεν είσαι δω». Και συ χαμογέλαγες. Και γω δεν μπορούσα να μεταφράσω. Κάτι παραπάνω ήξερες, τελικά..

εικόνες : Peter Schmidt