the ocean (not)

IMG_0754

 

 

 

Όχι πολύ παλιά, η βουτιά στη θάλασσα -από την πρώτη ως την τελευταία, λίγο πριν πλυθούν και σηκωθούν στη ντουλάπα οι πετσέτες- ήταν Κάθαρση. Τα πάντα άδειαζαν, τα ζόρια και τα ’ναι μεν αλλά’ έμεναν πίσω, μη σου πω ότι ούτε στο φέρι κατόρθωναν να τρυπώσουν λάθρα. Τρεις νύχτες, πέντε, έξη (κατάφερνα και διψήφιες, απίστευτο) η έγνοια ήταν η πρωινή ανατριχίλα στην πρώτη γουλιά του καφέ, ποιο μπλε θα συναντήσω και πόσο κρύες θα ’ναι οι μπύρες. Όσα κι αν -δεν- είχε μέσα το πορτοφόλι.

Eδώ και κάμποσα χρόνια κάθε προσπάθεια είναι όλο και πιο επίπονη. Τσιμέντο έγινε η θάλασσα. Δεν τρυπιέται, παλεύω να βουτήξω και μένω ψιλοτσακισμένος έξω. Σαν να νιώθει ότι δεν την θέλω όπως παλιά κι ας λυσσάω ολόκληρο χειμώνα κι άνοιξη να ’ρθει η ώρα να την ξαναβρώ. Να πεις ότι άλλαξε αυτή, ή ότι δεν φτιάχνουν πια τις βουτιές όπως παλιά, προστυχιά κι αχαριστία θα είναι.

a tale of two glasses

37924167

Η επικοινωνία τους στα ίνμποξ είχε ξεκινήσει πριν πέντε εβδομάδες. Τυπικά και με κάποια προσεκτικά πειράγματα στην αρχή, ζυγίζαν ο ένας τον άλλον, γρήγορα προχωρήσαν σε προσωπικά δεδομένα αφού κανείς δεν φάνηκε να  κλέβει στο ζύγι. Στις τρεις εβδομάδες αποκαλύψαν τη γύμνια τους με πίξελ, ήπια στην αρχή, χωρίς μέτρο μετά. Στις δυο εβδομάδες ανακαλύψαν ότι εδώ και χρόνια γράφαν τις ίδιες ιστορίες, σχεδόν με τις ίδιες λέξεις, ακριβώς με την ίδια αρχή, μέση και τέλος. Τρόμαξαν και οι δυο. Ειδικά όταν δυο ιστορίες καλά κρυμμένες μέσα στους σκληρούς τους δίσκους ήταν τόσο ίδιες όσο ούτε ο καλύτερος γενετιστής θα μπορούσε να καταφέρει. Μετά από αυτό δεν μίλησαν για μια εβδομάδα. Προχτές, μετά από πολλή σκέψη, του έστειλε μήνυμα να βρεθούν. Εκείνος δίστασε αλλά είπε εντάξει.

Οι άλλοι θαμώνες στο εστιατόριο ήταν απορροφημένοι με τα δικά τους. Όχι τόσο πολύ όμως ώστε να μη προσέξουν τον άντρα που έβαζε κρασί σε δυο ποτήρια, έγνεφε ΄ναι΄, όχι’ και ’ίσως’, μερικές φορές μιλούσε χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι και στο τέλος χάιδευε ένα φανταστικό χέρι απλωμένο προς την πλευρά του.

Όταν εκείνη γύρισε σπίτι έσβησε όλους τους λογαριασμούς της. Πολλά μπορεί να αντέξει κανείς αλλά να κάθεται σε ένα τραπέζι βάζοντας κρασί σε ένα ορφανό από στόμα ποτήρι, να γνέφει ’ναι’, ΄όχι’, ’ίσως’ και ‘μάλλον’ και να μιλάει χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι όσο είχε απλώσει το χέρι της μήπως και συναντηθεί με κάποιο άλλο, όχι.

____

λετ δε μιούζικ πλέι

wet_lips_by_physaliaphysalis_88-d5d1xow

 

 

 

Το στόμα της είχε τη γεύση από το πρελούδιο της σουίτας Νο 1 για τσέλο του Μπαχ, από τα δάχτυλα του Ροστροπόβιτς. To σάλιο της πιο νόστιμο κι από το πρώτο μέρος του Koeln Concert. Ρίγησε από καύλα όταν σκέφτηκε τι ήχοι θεσπέσιοι τον περίμεναν χαμηλότερα.

 

 

 

 

 

 

 

Δεν μίλησε, δεν χρειάστηκε.

 

 

 

 

 

 

 

“’Ελα να με ακούσεις”, του είπε.

 

 

 

e la città va

21491068984_db4b5bbfcd

 

Είμαι ρηχός, είμαι ελαττωματικός, είμαι πιο χλιαρός κι από νερό της βρύσης εν μέσω καύσωνα, μα η παραλία αυτής της ’ερωτικής’ πόλης ανέκαθεν με φόβιζε ακόμη κι όταν η επιφάνειά της ήταν πιο επίπεδη κι από φρεσκοστρωμένο μεταξωτό σεντόνι. Δεν ξέρω αν είναι κάποιο παιδικό τραύμα, κατάλοιπο, απώθηση, πως τα λένε οι shrinks. Τη θάλασσα απέναντι την έβλεπα σαν στόμα ανοιχτό και σκοτεινό, έτοιμο να σε καταπιεί αν ξεγελαστείς και πας κοντά του. Ακόμη και τώρα που πέρασαν τα χρόνια και πάλεψα να ξεθαρρέψω, μια άσχημη είδηση αρκεί για να με ξαναστείλει πίσω, στο απέναντι πεζοδρόμιο ή είκοσι μέτρα μακριά, χαζεύοντας με ασφάλεια τους τολμηρούς που τρέχουν πλάι της με τα ντράι φιτ τους, βαδίζουν πιασμένοι χεράκι χεράκι, κάνουν ποδήλατο, τρώνε μαλλί της γριάς, πετάνε τσόφλια από σπόρια καταγής, ρίχνουν πετονιές, πουλάνε πρέζα, βγάζουν σέλφι στο χείλος της και -οι πιο γενναίοι- ακουμπώντας ,σχεδόν, το νερό με τα λερωμένα σταράκια τους.

Αν είχε κάμπο εκεί, στη θέση του Θερμαϊκού, θα ήταν μια -ακόμη- κακάσχημη πόλη. Ανοχύρωτη στις ισιάδες που φτάνουν ως εκεί που πάει το μάτι, σε άλλες βαρετές ισιάδες δηλαδή που τις βαφτίζουν ’ορίζοντα’ για να κανακεύουν τους άνεργους ποιητές.

Μα δεν είναι έκπληξη, για μένα, το ότι νιώθω μιαν ακαθόριστη ασφάλεια μέσα στη βαρεμάρα, παρατηρώντας ίσιες κι ακίνητες γραμμές σαν αυτές που αφήνουν πίσω τους οι άρτι αποδημήσαντες και όχι τις αφρισμένες ή ασημένιες της γαλάζιας έκτασης. Ο Καββαδίας δεν θα καταδεχόταν να μου ρίξει μισή ματιά, είμαι σίγουρος ότι δεν θα πέταγε καν σωσίβιο ακόμη κι αν μ’ έβλεπε να πνίγομαι μέσα σε μια κουταλιά τσιμέντο.

 


 

photo: Dimitris Giovis

μερεμέτια

20100615-img_6661-4

 

 

Xτες βράδι δεν ονειρεύτηκα ότι κάποιος με αγαπάει, αυτά τα ψυχολογικά που βασανίζουν τους ευαίσθητους βάρδους του πλανήτη είναι από καιρό λυμένα και επιπλέον εδώ και καιρό έχει κηρυχθεί στάση ονείρων. Ούτε κακό ούτε καλό το λες, άλλωστε το τελευταίο όνειρο που θυμάμαι ήταν πολύ άνυδρο για να με συγκινήσει. Μπορεί να φταίει κι εκείνος ο ανεμιστήρας στο ταβάνι που κάνει νυχτερινές βάρδιες αδιάκοπα, αποθαρρύνοντας ο,τι πάει να προσγειωθεί στο κεφάλι μου με στόχο να τρυπώσει βαθιά μέσα και μαζί με τα ξερά την πληρώνουν και τα χλωρά.

Χτες βράδι, λοιπόν, αντί για όνειρο εμφανίστηκε μια σκιά στον τοίχο, ανάμεσα στη ντουλάπα και στην μπαλκονόπορτα, να μου γνέφει να πάω προς το μέρος της. Στην αρχή μου ’κανε νόημα ‘έλα’ με το ένα χέρι, μετά και με τα δυο. Καμιά ανατομική λεπτομέρεια πάνω της δεν πρόδιδε φύλο (δεν θυμάμαι καν να διάβασα κάπου αν οι σκιές έχουν φύλο, όπως τα αφεντικά τους), ούτε μια στιγμή γύρισε προφίλ, μόνο ένα χέρι, μετά δυο χέρια, να μου γνέφουν να πάω προς τα κει. Ψηλή ίσα με δυόμιση μέτρα, η μισή κρυμμένη πίσω απ΄ τις κουρτίνες, μετά ξεθάρρεψε και τις πέταξε από πάνω της, ύστερα ξανατρύπωσε στις δίπλες τους. Ήταν επίμονη, κάθε ’έλα’ απείχε (τα μέτρησα) δεκαπέντε δευτερόλεπτα από το άλλο. Τέσσερις προσκλήσεις κάθε λεπτό, διακόσιες σαράντα την ώρα, έχασα το λογαριασμό κατά τις τέσσερις το πρωί, έτσι τουλάχιστον έδειχνε το ρολόι δίπλα.

Δεν πήγα.

Περίμενα ακίνητος να βγει το πρώτο φως, σιγά σιγά χάθηκε.

Καλού κακού δεν άνοιξα την ντουλάπα, βολεύτηκα με όποιο ρούχο βρήκα πρόχειρο στον καλόγερο. Ούτε τις κουρτίνες τράβηξα κι ας άρχισε να τυφλώνει ο ήλιος, είναι άτιμη φάρα οι κουρτίνες. Κι αυτή στο μπάνιο, ίδια ράτσα και χειρότερη. Μπήκα, έριξα νερό πάνω μου, άλλο τόσο στο πάτωμα, κουρτίνα πάντως δεν έκλεισα, δεν πάει να γκρινιάζει όταν ξυπνήσει. Νερό είναι, θα στεγνώσει. Με τις σκιές που ζουν πίσω απ’ τις κουρτίνες δεν παίζεις.

Αποφάσισα από σήμερα να κοιμάμαι μόνο τα απογεύματα, μέχρι την ώρα που πέφτει ο ήλιος. Μια, δυο ώρες το πολύ. Το να κατεβάσω τις κουρτίνες είναι κι αυτό μια κάποια λύση. Μα δεν είμαι σίγουρος πόσο ευγενικές μπορεί να είναι οι σκιές όταν πειράζεις τις φωλιές τους.

Ευτυχώς ο ανεμιστήρας γυρνάει ασταμάτητα τις νύχτες. Αν η σκιά αποφασίσει να βγει απ΄ τη γωνιά της, ελπίζω να την κάνει χίλια κομμάτια. Μετά θα πρέπει να σφουγγαρίζω πατώματα, να βάφω δυο μέρες τοίχους και ταβάνι αλλά χαλάλι. Είμαι σίγουρος ότι θα κάνω καλή δουλειά, δεύτερο και τρίτο χέρι αν χρειαστεί. Μ’ αυτά τα ’έλα’ και τα δάχτυλα που γνέφουν δεν παίζεις.

Θα πρέπει, όμως, να την πείσω να αλλάξει και μαξιλαροθήκες και σεντόνια. Μην τύχει κι αποκοιμηθούμε καμιά μέρα με τα απομεινάρια της ανάμεσά μας. Αυτά αν ποτίσουν πάνω σου δεν ξεβάφουν με τίποτε μετά.

Ιστορίες για Αχρείους, ΙΙ

36341383

 

Για να φτιάξεις “γενιά των 700 ευρώ” χρειάζεσαι δυο. Με τρεισίμιση κατοστάρικα ο καθένας.

Βίαια αλλάζουν οι καιροί. Και οι συγγνώμες μας, αν ψελλίζονται, δεν αρκούν πια.

Τους τιμωρούμε, τους μισούμε επειδή είναι νέοι. Μεγαλύτερη ντροπή απ’ αυτήν δεν ξέρω.

….

Photo: Costas Masseras

nothing in the dark

outerspace1

 

 

 

Πριν δέκα μέρες χτύπησε την πόρτα στο διαμέρισμα της διπλανής. Φοβισμένη. “Λείπει η πράσινη ρόμπα από την κρεμάστρα, κάποιος μπήκε στο σπίτι και μου την πήρε’’. Η γειτόνισσα προθυμοποιήθηκε να πάνε μαζί, να κοιτάξουν, χάρηκε, “ναι, να πάμε αλλά θα καθίσεις μαζί μου γιατί σκοτείνιασε και φοβάμαι’’. Πήγε, κάθισε πάνω από μισή ώρα, ‘‘πρέπει να γυρίσω σπίτι τώρα” είπε η γειτόνισσα, ‘‘άφησα τα εγγόνια μόνα τους, να ετοιμάσω κάτι να φάνε”. Την άφησε να φύγει με χίλια ζόρια, κι ας ήταν εκεί η πράσινη ρόμπα κι ας μάλλιασε το στόμα της να λέει ότι κανείς δεν μπήκε στο σπίτι για να την πάρει, ‘‘μα τι να την κάνει μια ρόμπα;”, ‘‘ξέρει αυτός”.

Τα νέα κυκλοφόρησαν την επόμενη μέρα το πρωί. Οικοδομή επαρχίας, χειρότερα κι από μικρό χωριό, όλα μαθαίνονται.

Την περασμένη βδομάδα έλειπε το καλό της το παλτό απ’ τη ντουλάπα. ‘Κάποιος μπήκε και το πήρε’. Δεν βρήκε τη γειτόνισσα, αυτή τη φορά ήταν η σειρά μου να πάω ως το σπίτι της και να ψάξω -με τις ευλογίες της- τα πράγματά της και ν’ ακούσω ‘‘να καθίσεις και λίγο μαζί μου γιατί σκοτείνιασε και φοβάμαι”. ‘‘Εδώ είναι το μαύρο το παλτό, εκτός κι αν έχετε κι άλλο”. Έδειξε έκπληκτη. “Μπα! Θα το ξανάφερε πίσω φαίνεται”, ‘‘ναι, όπως και την ρόμπα”  απάντησα, ο εξυπνάκιας.

“Πού το ξέρεις για τη ρόμπα; Δεν είπα σε σένα για τη ρόμπα”  άστραψαν τρομαγμένα τα μάτια της.

Της είπα πως το ’μαθα από την διπλανή μας, “πότε είπα εγώ σε κείνην ότι μου λείπει η ρόμπα; έχω να την δω μήνες, σάμπως βγαίνω από το σπίτι;’’.  Άσχημο μπλέξιμο.

“Να δεις που εκείνη θα πήρε τη ρόμπα και την ξανάβαλε στη θέση της όταν πήγαμε μαζί στο σπίτι’’, πήγα να βάλω κι εγώ τα πράγματα στη θέση τους με τη λογική, είπα, είπα, είπα, στο τέλος απόειδα και αγανάκτησα «μα και να ’μπαινε σπίτι σας, που δεν μπήκε, γιατί να μην πάρει κάτι άλλο αξίας; γιατί να μην πάρει λεφτά ξερωγω; τι να την κάνει τη ρόμπα;» για να πάρω απάντηση χαμηλόφωνη (μη τυχόν και μας ακούσει η διπλανή μέσα από πέντε τοίχους που μεσολαβούσαν ως την πόρτα της) «ξέρει αυτή». Κατάφερα να φύγω μετά από ένα τέταρτο, αφού έκανα πως δεν άκουσα εκείνο το “και η μαύρη η ζακέτα μου λείπει, τώρα το θυμήθηκα, περίμενε να ψάξουμε”.

Tην μεθεπόμενη μέρα έμαθα πως εκμυστηρεύθηκε στην παραδιπλανή μας (της χτύπησε κι εκεινής την πόρτα για να της πει ότι κάποιος πήρε όλες τις κάλτσες της από το συρτάρι και να πάνε να ψάξουν μαζί αλλά να καθίσει και λίγο παρέα της γιατί σκοτείνιασε και φοβάται) ότι ήταν σίγουρη πως εγώ είχα πάρει το το καλό της το παλτό και βρήκα τρόπο να το ξαναβάλω στη θέση του όταν πήγαμε μαζί στο σπίτι να το γυρέψουμε.

Ένα ρούχο της εξαφανίζεται κάθε δυο μέρες, πλέον. Κάθε μια. Χτυπάει τα κουδούνια στον όροφο με τη σειρά, κι όποιος ανοίξει. Σκοτεινιάζει ακόμη κι όταν έχει έναν λαμπερό ήλιο έξω. Και φοβάται. Γιατί ξέρει ότι τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος είναι ήδη μέσα.

___

τραγούδια από τους δεύτερους όροφους

35047526 (2)

 

Ετοιμάζονται για έξω. Εκείνη βγαίνει απ’ το μπάνιο, ανοίγει το συρτάρι με τα εσώρουχα. Κάποτε, όχι πάρα πολύ παλιά, τα Intimissimi θα ντρεπόταν να αντιπαρατεθούν μαζί του, τώρα νεκρική σιγή. Άπνοια εντός, συρτάρια με περιεχόμενα αόρατα.

Σκαλίζει, βγάζει, διπλώνει, ξανασκαλίζει, ξεφυσάει απογοητευμένη, «πάχυνα πολύ;» τον ρωτά, προσδοκώντας ένα ωραίο ψέμα.

«Όχι πολύ καλή μου, απλά με κάθε μεγαλύτερο σλόγκι που αγοράζεις ξεκληρίζεται και μια βαμβακοφυτεία στην Αίγυπτο».

Όντως είμαστε γουρούνια. Όντως παραγνωριζόμαστε άσχημα, με ακόμη πιο άσχημο ‘χιούμορ’, όσο περνάνε τα χρόνια.

 

—–

 

Πίνουν. Με φίλους, γνωστούς, κουμπάρους, μ΄ αυτές τις ενίοτε χλιαρές συνομοταξίες.

Εκείνη -αν και δεν είναι, πώς θα μπορούσε; , κοντό αυτό που φόρεσε- προσπαθεί να κρύψει τα πόδια της βάζοντας την πασμίνα ( έτσι δεν τα λένε αυτά τα μεγάλα πανιά που σκεπάζουν τους ώμους; ) πάνω τους, νιώθει άβολα, παραφουσκωμένη. Ασφυκτιά μέσα στο μαύρο φόρεμα που «κόβει». Το εσώρουχο μπήγεται στη σάρκα. Το καλσόν εκλιπαρεί για λίγη ανάσα. Τα τακούνια την σκοτώνουν, αν τα αφήσεις σε αφήνουν. Η βότκα που πίνει είναι νερωμένη, όλα τα άλλα ξενέρωτα.

Δεν ξέρει (ξέρει, μα ξέχασε) πως τα αρσενικά προσπαθούν να δουν παραπέρα και παραμέσα απ΄τα κρυμμένα. Δεν τους πτοούν τα παραπανίσια, ούτε και οι ατέλειες. Τα βλέμματά τους δεν είναι συγκατάβασης και συναίνεσης στην μετάλλαξη -αν και σπάνια έχουν οι άντρες επίγνωση της δικής τους αποσύνθεσης- αλλά πείνας. Ξένη σάρκα. Πάντα μυρίζει καλύτερα. Πάντα έχει άλλη γεύση. Μέχρι να πάψει να είναι ξένη.

 

——

 

Επιστρέφουν σπίτι, αργά. Είναι μόνοι. Όπως πολύ παλιά. Πετάει τις γόβες, βογγάει από ανακούφιση. Βογγάνε και οι από κάτω, βλαστημώντας. Ημιτελή βογγητά, ρέπλικες, όχι απ’ αυτά τα ωραία τα προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης. Ξεκουμπώνει το σουτιέν, μόνη. Σκουπίζει, με τα χέρια, τον ιδρώτα κάτω απ΄το στήθος της. Παλεύει να βγει μέσα από το καλσόν, η ύφανση αντέχει τα βιαστικά -αλλά προσεκτικά βαμμένα- νύχια, είναι η εποχή των βαρέως διψήφιων denier, οι καλές μέρες των 5-8 πίσω ήτανε. Εκείνος κατουράει, ακόμη. Μαζί με το νερό που τρέχει, ακούει τη φωνή του: «θα κάνουμε τίποτε;». Να κάνουμε. Κάτι. Τίποτε. Ίσως.

Την ώρα που χύνει (μέσα της, τα καλά της εμμηνόπαυσης), το τίποτε και το ίσως γίνονται κάτι, για μια στιγμή. Νιώθει ωραία, φευγαλέα σκέφτεται πως την επόμενη φορά δεν θα κρύψει τα πόδια της και θα ξύνει -αφηρημένα, αλλοίμονο- το γόνατό της όσο της μιλάνε οι άντρες της παρέας κι εκείνη θα τους κοιτά στα μάτια. Αδιάφοροι, πλαδαροί, συχνά φωνακλάδες, μα ξένοι. Τι γεύση να ΄χουν άραγε; Αλλιώτικη, σίγουρα. Σηκώνεται για να μπει κάτω απ’ το ντους. Την ώρα που διασταυρώνονται οι γυμνοί δρόμοι τους (σειρά του να πλυθεί, πάντα μετά από κείνην, ευτυχώς δεν διεκδικεί πρωτεία σε όλα) τον ρωτά κοιτάζοντας τα χνούδια στο πάτωμα «τις κάρτες τις πλήρωσες σήμερα; θα μας τσακίσουν στους τόκους».

Κι άλλα χνούδια, κι ακόμη δεν έστρωσε χειμωνιάτικα χαλιά. Αύριο το απόγευμα, αφού μουλιάσει τα ρεβίθια, θα βάλει ηλεκτρική.

 

—–

 

 

(tromopolitan, σελίδα 2134)

μια ελάχιστα διδακτική ιστορία

34987323

 

To άφηναν να παίζει έξω τις ώρες που ήθελαν να ξεκουραστούν μέσα. Αφού πρώτα είπαν τα «μη», τα «δεν», τα «πρέπει», να φοβάσαι τους ανθρώπους, δεν είναι πάντα καλοί οι άνθρωποι, υπάρχουν και τέρατα ανάμεσά τους, είπαν μερικά ακόμη «όχι» και «πρόσεχε»,  κάναν το καθήκον τους.

Μια μέρα ένα μικρό παιδί το έδεσε στην άκρη ενός γερού σπάγγου κι από τότε δεν ξανάκουσε ποτέ κανείς οτιδήποτε γι αυτό.

….

η διαδρομή (reverse)

10857822_10204902618461094_5861902622331798959_n

 

Αρκετά στέγνωσες, αρκετά λιάστηκες, αρκετά έγραψες.

Ώρα για πίσω, ξανά. Κι ας ψυχραίνουν οι μέρες, κι ας φεύγει νωρίτερα το φως, κι ας ανατριχιάζει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο η θάλασσα. Ώρα για πίσω.

Bαθιά. Προς τα κει που ξέρεις πως όλες οι παλιές αγαπημένες σου αμαρτίες περιμένουν καυλωμένες. Για να μπορέσουν -επιτέλους- να ζευγαρώσουν με τις άλλες που κουβαλάς και προσμένουν με κρύο, με ζέστη, με ήλιο, με σκοτάδι, υπομονετικά τη σειρά τους.

Βαθιά στο μυαλό.

 

….

μία ώρα και σαρανταπέντε λεπτά

34780434

 

Στις δέκα παρά είκοσι το πρωί, ο κύριος Μπράουν ντύθηκε, γραβατώθηκε, γυάλισε τα παπούτσια του, έτοιμος πλέον να βγει από το σπίτι για να περπατήσει οκτακόσια τριάντα μέτρα μέχρι το εκλογικό κέντρο. Αυτή ήταν μια ιδιαίτερη μέρα.

Στις έντεκα και εικοσιπέντε ξεντύθηκε, τακτοποίησε με προσοχή τα παπούτσια στη θέση τους, κρέμασε κοστούμι και πουκάμισο στην ντουλάπα, δίπλωσε ρολό τη γραβάτα και την έβαλε στο κουτί της, μαζί με τις άλλες πέντε (η αρχαιότερη στην επετηρίδα είχε ήδη κλείσει τριανταένα χρόνια συμβίωσης μαζί του).

Ο κύριος Μπράουν δεν βγήκε στιγμή από το σπίτι. Τρομοκρατήθηκε με την ιδέα πως η δική του επιλογή θα άλλαζε άρδην ή διόλου δεν θα άλλαζε το ρου της ιστορίας και δεν ήταν καθόλου μα καθόλου έτοιμος να αναλάβει μια τέτοια ογκώδη ευθύνη απέναντι στη χώρα και στην ανθρωπότητα.

….

τόνικ (με λίγο τζιν)

pelion2

Tην παρακαλάω, μάλλον όχι πειστικά, να φύγουμε ένα-δυο βράδια τον Σεπτέμβρη. Οι δυο μας, βρήκα ένα ωραίο μέρος στο βουνό που βλέπει θάλασσα, αν έχει ζέστες κατηφορίζουμε και βουτάμε, τις νύχτες πάλι πίσω στη δροσιά. Με αποπαίρνει. Πολλά τα χιλιόμετρα, πολλά τα λεφτά, Οκτώβρης εν όψει, βουνό τα έξοδα. Αντιλέγω. Δεν ήταν καλοκαίρι αυτό το κολοβό, θέλει άδειασμα το μυαλό μας, δεν θα φτωχύνουμε με δυο κατοστάρικα λιγότερα στο συρτάρι. Επιμένει. Δεν αδειάζει το κεφάλι μας, τέτοια ράτσα είμαστε, ματαιοπονείς. Ματαιοπονώ, το ξέρω, με ξέρει.

Κάθε φορά που βλέπω τέτοιες εικόνες, λιμπίζομαι εμάς μέσα στο κάδρο. Καφέδες το πρωί με τη δροσιά, σουρτούκια μετά, καμιά μπίρα το μεσημέρι, έναν -ακόμη- καφέ το απόγευμα, βόλτες τριγύρω, ίσως δυο γουλιές τσίπουρο ή ρετσίνα (καλύτερα ρετσίνα που δεν πειράζει στο στομάχι) και τσιμπολόγημα -θα ΄χουν λιμπιστικά παïδάκια που αρπάξαν λίγο στο λιπάκι, δεν θα ΄χουν; – το βράδυ. Kι αν δεν μας κοιτάξουν πολύ λοξά ζητάμε κι ένα μαρτίνι για τη χώνεψη. Ενδιάμεσα ο,τι προκύψει, αν προκύψει, δεν μπαίνουν σε καλούπια και πρόγραμμα αυτά. Γιατί όντως υπάρχουν στιγμές που θυμάσαι ότι υπήρξες (και εξακολουθείς κατά, απαλλαγμένες από αιμοβόρους αριθμούς, περιόδους να είσαι) ζευγάρι αλλά όλο και συχνότερα η συγγένεια, αυτή η ρουφιάνα που μεταμφιέζεται σε αγάπη και νοιάξιμο και φροντίδα (ή αντίστροφα, δεν ξέρω), μας κατατροπώνει και μετά -όπως λέει ένας αγαπημένος άνθρωπος- τα τζιν τόνικ δεν έχουν ποτέ ξανά την ίδια γεύση.

Μόνοι όχι, λέει. Μόνο με παρέα. Να μοιραστεί, να ξεφορτώσει έστω για λίγα λεπτά όσα θα κουβαλάμε πάνω μας. Γιατί θα μιλήσουμε οι δυο μας, δεν μπορεί να σφραγίσουμε στόματα πενήντα, εξήντα ώρες. Μα και στόμα να σφραγίσεις, τις ακούς τις σκέψεις του άλλου να σου τρυπάνε τα μηνίγγια. Με ξέρει, την ξέρω. Τα παιδιά, οι δουλειές, οι γιατροί, τα λεφτά, το σπίτι, τα κοινόχρηστα, τα νερά, το ρεύμα, η αμόλυβδη, οι γέροντες, οι κάρτες, οι ασφάλειες, τα ένσημα, η σύνταξη, ποια σύνταξη, τα φάρμακα, τα παιδιά, οι δουλειές, τα λεφτά.

Βάλτα κι αυτά στο κάδρο. Θα τα δεις, αν και αόρατα, εδώ και καιρό πάνω σε μια άδεια -μα ασφυκτικά γεμάτη- καρέκλα ανάμεσα στις δικές μας. Πώς βρίσκουν πάντα τρόπο αυτά τα τριβόλια να πιάνουν την καλύτερη θέση με την καλύτερη θέα, όσο μακριά και να τολμήσουμε να σκεφτούμε ότι θα πάμε, όσες άδειες καρέκλες και να υπάρχουν τριγύρω, δεν είναι διόλου απορίας άξιο. Τα ξεκαθάρισε άπαξ δια παντός πριν τριαντατέσσερα χρόνια ο David.

πλέον

34448099 (4).last

 

Eκεί, στο βάθος.

Μια ώρα πριν υπήρχαν φίλοι, εραστές, νταβατζήδες, γονείς, σκυλιά, πρεζόνια, παπάδες, πουτάνες, δασκάλοι, κρεβάτια, σκουπίδια, βρισίδια, θρανία, θάλαμοι, γέλια, περιστέρια, τραπέζια, σεντόνια, φαγιά, μπουκάλια, δικαστές, μαθητές, ταξί, σινεμάδες, δισκάκια, προδοσίες, θερμοκοιτίδες, φονικά, πλατείες, χαστούκια, αίματα, καφενεία, ιδρώτες, χύσια, δάκρυα, ξερατά, σειρήνες, παγκάκια, φέρετρα, πάρκα. Κι ένα ποτάμι, δίχως νερό.

Α! Και λέξεις! Ένα ολόκληρο βουνό από λέξεις.

Αυτά υπήρχαν εκεί. Μια ώρα πριν. Και όλοι κάναν σχέδια μαζί με τις λέξεις τους αλλά τους πρόλαβα και γράφω -εγώ, η ύαινα- γι αυτούς γιατί εκείνοι δεν μπορούν να πουν και να γράψουν τίποτε. Πλέον.

 

…..

this is a love song

shutterstock_127396787-752x501

 

Πνιγόμαστε στα αβαθή.

Τσάμπα τόσοι αγώνες για να μάθουμε να επιπλέουμε στα αφρισμένα. Η κούραση, τα Κράκεν του μυαλού, οι αναπάντεχες απώλειες  μας λύγισαν.

Πνιγόμαστε στα αβαθή, άχνα δεν βγαίνει απ’ το στόμα μας. Δεν ήμασταν όλοι, τελικά, φτιαγμένοι για μεγάλους πλόες.

Που και που κάποιος καλός άνθρωπος εμφανίζεται. Μας πετάει λίγο νερό, ίσα για να συνεχίσουμε να ψευτοαναπνέουμε -έτσι θαρρεί, έτσι είδε, έτσι του είπαν- μέχρι να βρεθεί κάποιος άλλος καλός άνθρωπος να μας ξανατραβήξει πίσω, στα βαθιά.

Για να μας σώσει.

Ακόμη και οι καλοί άνθρωποι μπερδεύτηκαν.

Θα μας πνίξουν από αγάπη και νοιάξιμο. Τι ειρωνεία..

Εμείς να βγούμε θέλαμε.

Να βγούμε, μόνο.

 

….

(σαν να το έγραψε αυτή)

η μεγάλη ανατριχίλα

34158159

Άλματα η ιατρική επιστήμη, λέει.

Κολοκύθια.

Μια μέρα μπαίνει ένα πράμα σαν βρεμένη πατσαβούρα στο στομάχι σου και ούτε αξονική, ούτε μαγνητική, ούτε ακτίνες, ούτε γαστροσκόπηση το βρίσκουν. Με το που καταλαβαίνει η πατσαβούρα ότι έρχεται να την αναζητήσει άλλος εισβολέας  -τι θράσος, να σκέφτεται έτσι ο ένας εισβολέας για τον άλλον-  φεύγει απ΄ το στομάχι και τρέχει να τρυπώσει στο κεφάλι, στα πλευρά, στα πνευμόνια, στα γόνατα, στα μάτια, σε όποια κύστη βρει πρόχειρη. Δεν είναι παρείσακτος πλέον αλλά ένοικος. Αφεντικό. Έραψε το ενοικιοστάσιο στα μέτρα του. Σαράντα ειδικότητες να επιστρατεύσεις, σε εκατό μηχανήματα να μπεις, ανάθεμά με κι αν βγάλουν άκρη. Κρυφτό, κανονικό. Πώς να βρουν κάτι ανύπαρκτο; άυλο;

Κι έχεις και τους shrinks να αποφαίνονται «δεν είναι τίποτε, έχεις έναν άνθρωπο κολλημένο πάνω σου».

Μιλώντας στην πατσαβούρα.

Αλμπάνηδες.

….