the ocean (not)

IMG_0754

 

 

 

Όχι πολύ παλιά, η βουτιά στη θάλασσα -από την πρώτη ως την τελευταία, λίγο πριν πλυθούν και σηκωθούν στη ντουλάπα οι πετσέτες- ήταν Κάθαρση. Τα πάντα άδειαζαν, τα ζόρια και τα ’ναι μεν αλλά’ έμεναν πίσω, μη σου πω ότι ούτε στο φέρι κατόρθωναν να τρυπώσουν λάθρα. Τρεις νύχτες, πέντε, έξη (κατάφερνα και διψήφιες, απίστευτο) η έγνοια ήταν η πρωινή ανατριχίλα στην πρώτη γουλιά του καφέ, ποιο μπλε θα συναντήσω και πόσο κρύες θα ’ναι οι μπύρες. Όσα κι αν -δεν- είχε μέσα το πορτοφόλι.

Eδώ και κάμποσα χρόνια κάθε προσπάθεια είναι όλο και πιο επίπονη. Τσιμέντο έγινε η θάλασσα. Δεν τρυπιέται, παλεύω να βουτήξω και μένω ψιλοτσακισμένος έξω. Σαν να νιώθει ότι δεν την θέλω όπως παλιά κι ας λυσσάω ολόκληρο χειμώνα κι άνοιξη να ’ρθει η ώρα να την ξαναβρώ. Να πεις ότι άλλαξε αυτή, ή ότι δεν φτιάχνουν πια τις βουτιές όπως παλιά, προστυχιά κι αχαριστία θα είναι.

Advertisements

a tale of two glasses

37924167

Η επικοινωνία τους στα ίνμποξ είχε ξεκινήσει πριν πέντε εβδομάδες. Τυπικά και με κάποια προσεκτικά πειράγματα στην αρχή, ζυγίζαν ο ένας τον άλλον, γρήγορα προχωρήσαν σε προσωπικά δεδομένα αφού κανείς δεν φάνηκε να  κλέβει στο ζύγι. Στις τρεις εβδομάδες αποκαλύψαν τη γύμνια τους με πίξελ, ήπια στην αρχή, χωρίς μέτρο μετά. Στις δυο εβδομάδες ανακαλύψαν ότι εδώ και χρόνια γράφαν τις ίδιες ιστορίες, σχεδόν με τις ίδιες λέξεις, ακριβώς με την ίδια αρχή, μέση και τέλος. Τρόμαξαν και οι δυο. Ειδικά όταν δυο ιστορίες καλά κρυμμένες μέσα στους σκληρούς τους δίσκους ήταν τόσο ίδιες όσο ούτε ο καλύτερος γενετιστής θα μπορούσε να καταφέρει. Μετά από αυτό δεν μίλησαν για μια εβδομάδα. Προχτές, μετά από πολλή σκέψη, του έστειλε μήνυμα να βρεθούν. Εκείνος δίστασε αλλά είπε εντάξει.

Οι άλλοι θαμώνες στο εστιατόριο ήταν απορροφημένοι με τα δικά τους. Όχι τόσο πολύ όμως ώστε να μη προσέξουν τον άντρα που έβαζε κρασί σε δυο ποτήρια, έγνεφε ΄ναι΄, όχι’ και ’ίσως’, μερικές φορές μιλούσε χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι και στο τέλος χάιδευε ένα φανταστικό χέρι απλωμένο προς την πλευρά του.

Όταν εκείνη γύρισε σπίτι έσβησε όλους τους λογαριασμούς της. Πολλά μπορεί να αντέξει κανείς αλλά να κάθεται σε ένα τραπέζι βάζοντας κρασί σε ένα ορφανό από στόμα ποτήρι, να γνέφει ’ναι’, ΄όχι’, ’ίσως’ και ‘μάλλον’ και να μιλάει χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι όσο είχε απλώσει το χέρι της μήπως και συναντηθεί με κάποιο άλλο, όχι.

____

λετ δε μιούζικ πλέι

wet_lips_by_physaliaphysalis_88-d5d1xow

 

 

 

Το στόμα της είχε τη γεύση από το πρελούδιο της σουίτας Νο 1 για τσέλο του Μπαχ, από τα δάχτυλα του Ροστροπόβιτς. To σάλιο της πιο νόστιμο κι από το πρώτο μέρος του Koeln Concert. Ρίγησε από καύλα όταν σκέφτηκε τι ήχοι θεσπέσιοι τον περίμεναν χαμηλότερα.

 

 

 

 

 

 

 

Δεν μίλησε, δεν χρειάστηκε.

 

 

 

 

 

 

 

“’Ελα να με ακούσεις”, του είπε.

 

 

 

e la città va

21491068984_db4b5bbfcd

 

Είμαι ρηχός, είμαι ελαττωματικός, είμαι πιο χλιαρός κι από νερό της βρύσης εν μέσω καύσωνα, μα η παραλία αυτής της ’ερωτικής’ πόλης ανέκαθεν με φόβιζε ακόμη κι όταν η επιφάνειά της ήταν πιο επίπεδη κι από φρεσκοστρωμένο μεταξωτό σεντόνι. Δεν ξέρω αν είναι κάποιο παιδικό τραύμα, κατάλοιπο, απώθηση, πως τα λένε οι shrinks. Τη θάλασσα απέναντι την έβλεπα σαν στόμα ανοιχτό και σκοτεινό, έτοιμο να σε καταπιεί αν ξεγελαστείς και πας κοντά του. Ακόμη και τώρα που πέρασαν τα χρόνια και πάλεψα να ξεθαρρέψω, μια άσχημη είδηση αρκεί για να με ξαναστείλει πίσω, στο απέναντι πεζοδρόμιο ή είκοσι μέτρα μακριά, χαζεύοντας με ασφάλεια τους τολμηρούς που τρέχουν πλάι της με τα ντράι φιτ τους, βαδίζουν πιασμένοι χεράκι χεράκι, κάνουν ποδήλατο, τρώνε μαλλί της γριάς, πετάνε τσόφλια από σπόρια καταγής, ρίχνουν πετονιές, πουλάνε πρέζα, βγάζουν σέλφι στο χείλος της και -οι πιο γενναίοι- ακουμπώντας ,σχεδόν, το νερό με τα λερωμένα σταράκια τους.

Αν είχε κάμπο εκεί, στη θέση του Θερμαϊκού, θα ήταν μια -ακόμη- κακάσχημη πόλη. Ανοχύρωτη στις ισιάδες που φτάνουν ως εκεί που πάει το μάτι, σε άλλες βαρετές ισιάδες δηλαδή που τις βαφτίζουν ’ορίζοντα’ για να κανακεύουν τους άνεργους ποιητές.

Μα δεν είναι έκπληξη, για μένα, το ότι νιώθω μιαν ακαθόριστη ασφάλεια μέσα στη βαρεμάρα, παρατηρώντας ίσιες κι ακίνητες γραμμές σαν αυτές που αφήνουν πίσω τους οι άρτι αποδημήσαντες και όχι τις αφρισμένες ή ασημένιες της γαλάζιας έκτασης. Ο Καββαδίας δεν θα καταδεχόταν να μου ρίξει μισή ματιά, είμαι σίγουρος ότι δεν θα πέταγε καν σωσίβιο ακόμη κι αν μ’ έβλεπε να πνίγομαι μέσα σε μια κουταλιά τσιμέντο.

 


 

photo: Dimitris Giovis

μερεμέτια

20100615-img_6661-4

 

 

Xτες βράδι δεν ονειρεύτηκα ότι κάποιος με αγαπάει, αυτά τα ψυχολογικά που βασανίζουν τους ευαίσθητους βάρδους του πλανήτη είναι από καιρό λυμένα και επιπλέον εδώ και καιρό έχει κηρυχθεί στάση ονείρων. Ούτε κακό ούτε καλό το λες, άλλωστε το τελευταίο όνειρο που θυμάμαι ήταν πολύ άνυδρο για να με συγκινήσει. Μπορεί να φταίει κι εκείνος ο ανεμιστήρας στο ταβάνι που κάνει νυχτερινές βάρδιες αδιάκοπα, αποθαρρύνοντας ο,τι πάει να προσγειωθεί στο κεφάλι μου με στόχο να τρυπώσει βαθιά μέσα και μαζί με τα ξερά την πληρώνουν και τα χλωρά.

Χτες βράδι, λοιπόν, αντί για όνειρο εμφανίστηκε μια σκιά στον τοίχο, ανάμεσα στη ντουλάπα και στην μπαλκονόπορτα, να μου γνέφει να πάω προς το μέρος της. Στην αρχή μου ’κανε νόημα ‘έλα’ με το ένα χέρι, μετά και με τα δυο. Καμιά ανατομική λεπτομέρεια πάνω της δεν πρόδιδε φύλο (δεν θυμάμαι καν να διάβασα κάπου αν οι σκιές έχουν φύλο, όπως τα αφεντικά τους), ούτε μια στιγμή γύρισε προφίλ, μόνο ένα χέρι, μετά δυο χέρια, να μου γνέφουν να πάω προς τα κει. Ψηλή ίσα με δυόμιση μέτρα, η μισή κρυμμένη πίσω απ΄ τις κουρτίνες, μετά ξεθάρρεψε και τις πέταξε από πάνω της, ύστερα ξανατρύπωσε στις δίπλες τους. Ήταν επίμονη, κάθε ’έλα’ απείχε (τα μέτρησα) δεκαπέντε δευτερόλεπτα από το άλλο. Τέσσερις προσκλήσεις κάθε λεπτό, διακόσιες σαράντα την ώρα, έχασα το λογαριασμό κατά τις τέσσερις το πρωί, έτσι τουλάχιστον έδειχνε το ρολόι δίπλα.

Δεν πήγα.

Περίμενα ακίνητος να βγει το πρώτο φως, σιγά σιγά χάθηκε.

Καλού κακού δεν άνοιξα την ντουλάπα, βολεύτηκα με όποιο ρούχο βρήκα πρόχειρο στον καλόγερο. Ούτε τις κουρτίνες τράβηξα κι ας άρχισε να τυφλώνει ο ήλιος, είναι άτιμη φάρα οι κουρτίνες. Κι αυτή στο μπάνιο, ίδια ράτσα και χειρότερη. Μπήκα, έριξα νερό πάνω μου, άλλο τόσο στο πάτωμα, κουρτίνα πάντως δεν έκλεισα, δεν πάει να γκρινιάζει όταν ξυπνήσει. Νερό είναι, θα στεγνώσει. Με τις σκιές που ζουν πίσω απ’ τις κουρτίνες δεν παίζεις.

Αποφάσισα από σήμερα να κοιμάμαι μόνο τα απογεύματα, μέχρι την ώρα που πέφτει ο ήλιος. Μια, δυο ώρες το πολύ. Το να κατεβάσω τις κουρτίνες είναι κι αυτό μια κάποια λύση. Μα δεν είμαι σίγουρος πόσο ευγενικές μπορεί να είναι οι σκιές όταν πειράζεις τις φωλιές τους.

Ευτυχώς ο ανεμιστήρας γυρνάει ασταμάτητα τις νύχτες. Αν η σκιά αποφασίσει να βγει απ΄ τη γωνιά της, ελπίζω να την κάνει χίλια κομμάτια. Μετά θα πρέπει να σφουγγαρίζω πατώματα, να βάφω δυο μέρες τοίχους και ταβάνι αλλά χαλάλι. Είμαι σίγουρος ότι θα κάνω καλή δουλειά, δεύτερο και τρίτο χέρι αν χρειαστεί. Μ’ αυτά τα ’έλα’ και τα δάχτυλα που γνέφουν δεν παίζεις.

Θα πρέπει, όμως, να την πείσω να αλλάξει και μαξιλαροθήκες και σεντόνια. Μην τύχει κι αποκοιμηθούμε καμιά μέρα με τα απομεινάρια της ανάμεσά μας. Αυτά αν ποτίσουν πάνω σου δεν ξεβάφουν με τίποτε μετά.

Ιστορίες για Αχρείους, ΙΙ

36341383

 

Για να φτιάξεις “γενιά των 700 ευρώ” χρειάζεσαι δυο. Με τρεισίμιση κατοστάρικα ο καθένας.

Βίαια αλλάζουν οι καιροί. Και οι συγγνώμες μας, αν ψελλίζονται, δεν αρκούν πια.

Τους τιμωρούμε, τους μισούμε επειδή είναι νέοι. Μεγαλύτερη ντροπή απ’ αυτήν δεν ξέρω.

….

Photo: Costas Masseras

nothing in the dark

outerspace1

 

 

 

Πριν δέκα μέρες χτύπησε την πόρτα στο διαμέρισμα της διπλανής. Φοβισμένη. “Λείπει η πράσινη ρόμπα από την κρεμάστρα, κάποιος μπήκε στο σπίτι και μου την πήρε’’. Η γειτόνισσα προθυμοποιήθηκε να πάνε μαζί, να κοιτάξουν, χάρηκε, “ναι, να πάμε αλλά θα καθίσεις μαζί μου γιατί σκοτείνιασε και φοβάμαι’’. Πήγε, κάθισε πάνω από μισή ώρα, ‘‘πρέπει να γυρίσω σπίτι τώρα” είπε η γειτόνισσα, ‘‘άφησα τα εγγόνια μόνα τους, να ετοιμάσω κάτι να φάνε”. Την άφησε να φύγει με χίλια ζόρια, κι ας ήταν εκεί η πράσινη ρόμπα κι ας μάλλιασε το στόμα της να λέει ότι κανείς δεν μπήκε στο σπίτι για να την πάρει, ‘‘μα τι να την κάνει μια ρόμπα;”, ‘‘ξέρει αυτός”.

Τα νέα κυκλοφόρησαν την επόμενη μέρα το πρωί. Οικοδομή επαρχίας, χειρότερα κι από μικρό χωριό, όλα μαθαίνονται.

Την περασμένη βδομάδα έλειπε το καλό της το παλτό απ’ τη ντουλάπα. ‘Κάποιος μπήκε και το πήρε’. Δεν βρήκε τη γειτόνισσα, αυτή τη φορά ήταν η σειρά μου να πάω ως το σπίτι της και να ψάξω -με τις ευλογίες της- τα πράγματά της και ν’ ακούσω ‘‘να καθίσεις και λίγο μαζί μου γιατί σκοτείνιασε και φοβάμαι”. ‘‘Εδώ είναι το μαύρο το παλτό, εκτός κι αν έχετε κι άλλο”. Έδειξε έκπληκτη. “Μπα! Θα το ξανάφερε πίσω φαίνεται”, ‘‘ναι, όπως και την ρόμπα”  απάντησα, ο εξυπνάκιας.

“Πού το ξέρεις για τη ρόμπα; Δεν είπα σε σένα για τη ρόμπα”  άστραψαν τρομαγμένα τα μάτια της.

Της είπα πως το ’μαθα από την διπλανή μας, “πότε είπα εγώ σε κείνην ότι μου λείπει η ρόμπα; έχω να την δω μήνες, σάμπως βγαίνω από το σπίτι;’’.  Άσχημο μπλέξιμο.

“Να δεις που εκείνη θα πήρε τη ρόμπα και την ξανάβαλε στη θέση της όταν πήγαμε μαζί στο σπίτι’’, πήγα να βάλω κι εγώ τα πράγματα στη θέση τους με τη λογική, είπα, είπα, είπα, στο τέλος απόειδα και αγανάκτησα «μα και να ’μπαινε σπίτι σας, που δεν μπήκε, γιατί να μην πάρει κάτι άλλο αξίας; γιατί να μην πάρει λεφτά ξερωγω; τι να την κάνει τη ρόμπα;» για να πάρω απάντηση χαμηλόφωνη (μη τυχόν και μας ακούσει η διπλανή μέσα από πέντε τοίχους που μεσολαβούσαν ως την πόρτα της) «ξέρει αυτή». Κατάφερα να φύγω μετά από ένα τέταρτο, αφού έκανα πως δεν άκουσα εκείνο το “και η μαύρη η ζακέτα μου λείπει, τώρα το θυμήθηκα, περίμενε να ψάξουμε”.

Tην μεθεπόμενη μέρα έμαθα πως εκμυστηρεύθηκε στην παραδιπλανή μας (της χτύπησε κι εκεινής την πόρτα για να της πει ότι κάποιος πήρε όλες τις κάλτσες της από το συρτάρι και να πάνε να ψάξουν μαζί αλλά να καθίσει και λίγο παρέα της γιατί σκοτείνιασε και φοβάται) ότι ήταν σίγουρη πως εγώ είχα πάρει το το καλό της το παλτό και βρήκα τρόπο να το ξαναβάλω στη θέση του όταν πήγαμε μαζί στο σπίτι να το γυρέψουμε.

Ένα ρούχο της εξαφανίζεται κάθε δυο μέρες, πλέον. Κάθε μια. Χτυπάει τα κουδούνια στον όροφο με τη σειρά, κι όποιος ανοίξει. Σκοτεινιάζει ακόμη κι όταν έχει έναν λαμπερό ήλιο έξω. Και φοβάται. Γιατί ξέρει ότι τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος είναι ήδη μέσα.

___