the sound of someone you love who’s going away and it doesn’t matter (well, it matters)

 

 

 

Χωμένοι στους δαιδάλους των πάγκων του σαββατιάτικου παζαριού (ανάμεσα σε ενίοτε αγενή aliens που λυσσωδώς σημαδεύουν εμάς τους ιθαγενείς  με Nikon, Canon και πεντάιντσα σμαρτφόουνς) γεμίζουμε σακούλες με κολοκυθάκια, κόλιανδρο, δυόσμο, ελιές Σαμοθράκης, παντζάρια, πεπόνια νότου (τα δικά μας αργούν ακόμη), πετροκέρασα Κομοτηνής και ντόπιες ντομάτες.  Απορώ τι θα τα κάνει όλα αυτά, την Δευτέρα πετάει. Οι άλλοι τρεις που μένουν πίσω -προς το παρόν- δεν είναι φαγανοί,  κρίμα τόσο ζαρζαβατικό και φρούτο να πάει χαμένο. Κουβαλάει και κουβαλάει στη φωλιά, σάμπως κι έρχεται βαρύς χειμώνας. Το λες κι έτσι.

Σε μισή ώρα αφήνουμε τις σακούλες στο αυτοκίνητο,  παραγγέλνουμε καφέ στην παλιά πόλη, οι δυό μας. Οι γυναίκες μείναν πίσω, ψάχνουν βρακιά, κάλτσες και τραπεζομάντηλα. Είναι νωρίς ακόμη, η ησυχία είναι βάλσαμο, το ίδιο και τα βρεγμένα πλακόστρωτα. Πουλιά κάθονται στις καρέκλες τριγύρω, αγνοώντας μας. Διπλό ελληνικό εκείνος, φρέντο εσπρέσο εγώ. Και δυο φέτες υπέροχο ξεραμένο κέικ ανάμεσά μας. Ταΐζουμε τα σπουργίτια. Πού πας ρε παπάρα; ίδιος είναι ο καφές με στρούντελ και παράξενα πουλιά παραδίπλα που δεν τιτιβίζουν ελληνικά;

Λέμε μαλακίες σαν να είναι μια κοινή καθημερινή μέρα. Καλύτερα έτσι. Κάποια στιγμή, μετά την τρίτη γουλιά τον ρωτάω αν τα μέτρησε καλά -τα εκεί και τα εδώ- και αν τα έβαλε κάτω. Μου απαντάει με βάλαν αυτά κάτω, δεν αρκεί;

Πριν την έκτη γουλιά έρχονται οι γυναίκες με τα λάφυρά τους. Πήρα βρακιά για τον γιο σου και για σένα. Ευτυχώς οι άντρες του σπιτιού είμαστε σκληραγωγημένοι, δεκάρα δεν δίνουμε αν φοράμε CK ή KC αρκεί να είναι καλά τα λάστιχα.

Μετά την όγδοη γουλιά πηγαίνω πέντε μέτρα παραδίπλα, παίρνω τηλέφωνο την μικροβιολόγο. Not good. Παίρνω μετά τον ουρολόγο. Ογδονταπέντε, τι περιμένεις από δω και πέρα; Να το συνηθίσω. Δεν ξέρω τρόπο αλλά όλοι βρήκαν, πρέπει να βρω κι εγώ.

Δώσε ένα τσιγάρο.

Τον ρωτάω πότε θα ξαναγράψει στο μπλογκ. Ιδέα δεν έχει, λέει. Ούτε και χρόνο, ούτε και διάθεση. Τον καταλαβαίνω. Κάποτε, εφτά-οκτώ χρόνια πριν, έγραφε για τον ακέφαλο μπακαλιάρο της 25ης Μαρτίου, όπως μόνον αυτός  μπορούσε να γράψει. Τι  να πει τώρα; Για το ακρωτηριασμένο κάριβουρστ της Βάδης-Βυτεμβέργης; ή το στοιχειωμένο schweinshaxen της Ρηνανίας-Βεστφαλίας; Μα πού πας και μπλέκεις ρε παπάρα.

Μπαίνουμε και οι τέσσερις στο αυτοκίνητο. Μυρίζει πεπόνι με κρεμμυδίλα. Μαλάκα Ζίσκιντ. Μαλάκα Ζαν-Μπατίστ που έφαγες τα νιάτα σου με δέρματα, γάζες, μπουκαλάκια και σάρκες. Ελάτε δω να μας προσκυνήσετε.

Τον Μάρτιο του 2014 έγραψε στο μπλογκ του -για προτελευταία φορά- «πού στο σκάιπ είναι οι άνθρωποί μου;». Έλειπε δεκαπέντε μήνες, ζήτημα να μιλήσαμε στο σκάιπ δέκα φορές. Από γινάτι το ‘κανα. Μερικές φορές η ωριμότητα είναι επώδυνη διαδικασία. Που καταλήγει σε φιάσκο, κι ας είναι αριστουργηματικό το γκρι καμουφλάζ.

Δώσε ένα τσιγάρο. Εντάξει, ας είναι το όγδοο, θα σου πάρω άλλο πακέτο.

Αύριο θα πάνε στη θάλασσα, λέει. Κι ας βρέχει. Πρόλαβε και βούτηξε ήδη δυο φορές ο μπαγάσας, να τριτώσει, one for the road που λέει κι ο ποιητής. Όλα τα ξέρουν πια, όλα τα ζήσαν αυτοί οι ποιητάρχες;

 

Δεν είναι τίτλος αυτός για ποστ. So-fuckin’-what? Κολαούζο στις λέξεις μας θα βάλουμε;

 

Mούζικα. Παπάρα, ε παπάρα.

 

…………………………………………..

χωρίς κόκκινη γραμμή

Macro chocolate pieces isolated against a white background

 

 

Tα γράφω όσο μπορώ γυμνό από κάθε είδους συναισθηματισμό. Το μελό στριφογυρνάει ανάμεσα στα πόδια μου, χαϊδολογιέται, «παίξε με κι εμένα λίγο», το κλωτσάω, ξέρω ότι θα επιμείνει, ξέρει ότι λυγίζω εύκολα.

 

Στο μάρκετ, λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Σχετική ησυχία. Είμαστε τρεις άνθρωποι και ένα ταμείο για να αναμετρηθούμε μαζί του. Μπορούμε αν συνεργαστούμε να το κατατροπώσουμε αλλά θα είναι μια πύρρεια νίκη, ένα στο χώμα, χιλιάδες -ταμεία- στον αγώνα, ματαιοπονώ όταν καταστρώνω στρατηγικές έχοντας πάρει νωρίτερα ξοζάλ. Έχω παρατηρήσει πως ούτε muzak παίζουν πια, ίσως για να σ’ αφήσουν -σκέφτομαι, αφελώς- απερίσπαστο να παλέψεις με αριθμούς, προσθαφαιρέσεις και ανύπαρκτα ρέστα. Γυναίκα ακαθόριστης ηλικίας και περιγράμματος -τα μπερδεύω τα 60 με τα 65 και τα 70, προς το παρόν- μπροστά στο ράφι με τις σάλτσες και τους πελτέδες. Υπάρχουν ακόμη πελτέδες, λοιπόν. Πιάνει, αφήνει, μελετά, κοιτάζει τιμές, κάνει να φύγει, επιστρέφει, παίρνει μια μικρή κονσέρβα με πελτέ, την βάζει στο καλάθι. Χεριού καλάθι, όχι ροδάτο, δεν μπορείς να περιφέρεσαι με άδειο καρότσι ώσπου να φτάσεις στα ταμεία, οι ματιές των ανθρώπων μαχαιρώνουν πιο εύκολα κι απ΄ τον Τζακ. Υπάρχουν ακόμη πελτέδες, τελικά.

Η ίδια, δυο μέτρα παρακάτω. Κόλλησε το μάτι μου πάνω της, ήμουν και στον ίδιο διάδρομο, καλύτερα να παρατηρείς ανθρώπους παρά λινγκουίνι και σπαγκέτι νούμερο τρία. Κοιτάζει τις τιμές στα μακαρόνια. Τα ψαχουλεύει, σα να πρόκειται να διαλέξει ντομάτες ή ροδάκινα. Φοβήθηκα, για μια στιγμή, ότι μπορεί να τα μυρίσει κιόλας πριν αποφασίσει. Δευτερόλεπτα πριν απελπιστώ και φύγω σε άλλον διάδρομο, βάζει ένα πακέτο στο καλάθι. Δεν πρόσεξα τι νούμερο ήταν, έχει και η περιέργεια όρια.

Όρια έχει αλλά έχει και όρεξη η ρουφιάνα σαν μυριστεί αίμα. Προσπαθώ να συμπληρώσω γρήγορα τη λίστα, μη τη χάσω απ’ τα μάτια μου και προλάβει να πάει στο ταμείο χωρίς να είμαι εκεί. Έχεις δει αυτούς που τρέχαν στις κερκίδες να δουν τους πλουμιστούς με τα κολάν και τα παπούτσια-μπαλαρίνες να μαχαιρώνουν ταύρους; Τέτοιος ήμουν εκείνη την ώρα.

Βγάζει στο ταμείο τα μακαρόνια, τον πελτέ και κάτι ακόμη. Γέρνω λίγο το κεφάλι αριστερά, να δω. Μια σοκολάτα μια σταλιά, μια χαψιά, άντε δυο αν θες να παρατείνεις την ηδονή. Αποκλείεται να υποκύψει στην καύλα, θα ΄χει εγγονάκι, σίγουρα. Ψαχουλεύει το μικρό μαύρο πορτοφόλι, ούτε χαρτί βλέπω μέσα, ούτε ακούω μέταλλα να τρίβονται μεταξύ τους, δίνει δίευρο, παίρνει και ρέστα, τα βάζει με σεβασμό αντάξιο κυριακάτικου αντίδωρου πίσω. Μακαρόνια και πελτές μπαίνουν σε σακούλα, έχουν δει και καλύτερες μέρες αυτές οι σακούλες. Πριν φτάσει στην έξοδο βγάζει το περιτύλιγμα απ’ τη σοκολάτα, δαγκώνει μια, δυο, τρεις. Μπορεί και να μην έχει εγγόνι, τελικά. Μετράω μπουκιές μιας άγνωστης, ακαθόριστης ηλικίας, γυναίκας στις πέντε το απόγευμα σε ένα άδειο σουπερμάρκετ. Χειρότερος απ’ αυτούς που καυλώναν βλέποντας ταύρους να ξεψυχάνε κάτω απ’ τον ήλιο.

Δεν ξέρω τι μπορεί να είχε στο μυαλό της την ώρα που έλιωνε μέσα της η σοκολάτα. Ελπίζω κάτι καλό. Κάτι πολύ καλό που είχε χάσει και το ξαναβρήκε έστω για λίγα δευτερόλεπτα.

Χτες το απόγευμα ανακάλυψα ότι εκτός από πελτέδες, στα μάρκετ και στα μπακάλικα πουλάνε και ψυχοφάρμακα για να γλυκάνεις την πίκρα σου. Χωρίς κόκκινη γραμμή, δίχως συνταγογράφηση.

 

Και άντε και γαμήσου μαλακισμένο που κατασκήνωσες ανάμεσα στα πόδια μου, που τρίβεσαι και μου δείχνεις με κάθε ευκαιρία τα κίτρινα δοντάκια σου, ηλίθιο κατασκεύασμα.

 

……….

ο φύλακας στο δυόσμο

 

2015-05-17 10.04.47

Aκόμη δεν κατάλαβα πώς τόλμησα να κοροϊδέψω τόσους ανθρώπους που ζήσαν και ζουν στα κόκκινα, εγώ που ακόμη και στη θέα του χλιαρού ροζ λυγίζω, τραβώντας σκιαγμένος το πόδι απ’ το γκάζι. Δεν ξέρω ποια καλή τύχη με αξίωσε να καθίσω και να πιω παρέα τους,  μ’ αυτούς να διηγούνται -τόσο απλά, σαν να μιλάνε για τηγάνισμα αβγών, για σκάλισμα μύτης, για πότισμα γλάστρας- ιστορίες απ’ τη ζωή τους όσο εγώ σκάρωνα γι απάντηση ψέματα βγαλμένα από τρομαχτικά βιβλία που διάβασα και σκοτεινά τραγούδια άλλων. Δεν θυμάμαι πως γλίτωσα και δεν με κατάπιε η ντροπή σαν έβλεπα τις ουλές πάνω τους, όταν μ’ αφήναν να χαϊδεύω τα σημάδια τους ή να ανασηκώνω τις υγρές -κάποιες φορές- γάζες τους κι εγώ ο παρείσακτος έδειχνα, τόσο άγαρμπα, πλαστογραφημένα χαρτιά που γράφαν πάνω τους «ήμουν κι εγώ εκεί, νομίζω». Άλλοι σε χώματα και σε χαράδρες κι άλλοι σε παλιοκαιρίσια, χιλιοτραυματισμένα από παντόφλες, σαγιονάρες ή γυμνά πόδια μωσαϊκά.

Δανεικά όλα. Κάλπης. Μπαλκονίστας.

 

 

…..

harsh politics

33892780us

Πολαρόιντ, εκεί στην ακτή των πολύ πρώιμων είκοσι. Ξαπλώνουμε στα μικρά βότσαλα, πέντε αγόρια, έξη κορίτσια – μπορεί κι εφτά, μη συνεργάσιμη μνήμη, πέρασε καιρός-. Γελάμε, μιλάμε, πίνουμε, ποθούμε, γελάμε κυρίως. Χωρίς μεζούρα. Ένας απ΄ όλους -ίσως ο πιο τολμηρός ή ο πιο απελπισμένος- αγγίζει με τα ακροδάχτυλα την πλάτη κάποιου κοριτσιού αργά, τελετουργικά σχεδόν, όχι αχόρταγα. Όπως αρμόζει σε δέρμα γυμνό. Το κορίτσι είναι ξαπλωμένο, μπρούμυτα. Δεν βλέπει ποιός, μόνο νιώθει. Το κορίτσι λέει λιγωμένα αλλά επιτακτικά “όποιος κι αν είσαι μη σταματάς”  και οι αίφνης παρείσακτοι τρέξαμε στη θάλασσα, μπας και καταφέρουμε να σβήσουμε ο,τι σβηνόταν.

 

and them

Ξυπνητήρι το κύμα και η δροσιά απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Μακριά απ’ το σπίτι. Είναι νωρίς, ούτε εφτάμιση και ο ήλιος ήδη πληγώνει άσχημα. Κάποιες φορές είναι βάσανο ο ήλιος, το λέει κι ο ποιητής. Εκείνη σηκώνει το σεντόνι, φεύγει απ΄ το κρεβάτι, ήχος από νερό στο μπάνιο, μετά ησυχία ξανά. Το φως απτόητο, ανελέητο, δεν έχει κουράγιο να σηκωθεί να τραβήξει κουρτίνες, θα της ζητήσει να το κάνει όταν βγει. Βγαίνει. Εκτυφλωτικά γυμνή, σα να μην έφτανε τόσο φως. Πέντε βήματα και είναι καθισμένη πάνω του, ψηλά, στο στόμα του. «Το πρωινό σας κύριε». Όλα τα πρωινά, όλα τα bed & breakfast του κόσμου μαζεμένα εκεί. No polaroids.

 Μούζικα

……

ψέματα με θέα

33879807

Τριάντα χρόνια πριν, μαλώναμε σε ποιο νησί θα πάμε πρώτα, γιατί μετά υπήρχε και δεύτερο και ενίοτε και τρίτο. Μετράγαμε νησιά όπως οι πιτσιρικάδες παγωτά ή μπάνια. Είκοσι χρόνια πριν, μαλώναμε σε τι ξενοδοχείο θα  καταλήξουμε, αφού προλάβαμε και κόψαμε τους δεσμούς με τα σκηνάκια (δεν ήταν δεσμός, σχέση λίγων μηνών ήταν, δεν αγαπηθήκαμε ποτέ με τα φερμουάρ και τους υπνόσακους στ΄αλήθεια) και τα ενοικιαζόμενα που βλέπαν ταράτσες ή άλλα μπαλκόνια (αλλά από θάλασσα τσιφούτικα) και αναβαθμιστήκαμε σε full sea view. Δέκα χρόνια πριν, η πισίνα κι ο μεγάλος κήπος ήταν προαπαιτούμενα, «αφού ευχαριστιούνται τα παιδιά» (εμείς με τις πισίνες επίσης δεν αγαπηθήκαμε, αφού ούτε με την Ρόμι ούτε με τον Αλαίν μοιάζαμε, πόσο μάλλον με την Τζέιν). Τότε σταματήσαμε να μαλώνουμε πριν και μαλώναμε μετά, αφού πρώτα βάζαμε τα αποκαμωμένα μικρούλια για ύπνο και μας έτρωγε τα σωθικά το μπαλκόνι ή η ιδρωμένη μουγκαμάρα, «σσς..σιγά, μη ξυπνήσουν». Μεγαλώσαν τα παιδιά, αρχίσαν δειλά δειλά τα αεροδρόμια, τα έξω, τα λιτά μεγαλοπιάσματα, όλοι μαζί. Παραμεγαλώσαν και ήρθε η ώρα των «να πάτε μόνοι σας», ούτε στον παράδεισο περνάς καλά «μόνοι σας». Αν το ταμείο δεν ήταν λεηλατημένο απ΄ τον χειμώνα, βρίσκαμε δυο φτηνά εισιτήρια για τόπους στους οποίους φτάνεις σε δυο, άντε τρεις ώρες το πολύ, φεύγαμε για τρία, τέσσερα βράδια, σε πέντε μέρες ξανά στο σπίτι γιατί όταν παραμεγαλώνουν πρέπει και να τα παραπληρώνεις, καταφέρναμε και φεύγαμε όμως. Μετά πήραμε διαζύγιο και με τα αεροδρόμια, ανεβαίναμε στο αυτοκίνητο για να βρούμε θάλασσες κοντινές, που δεν θέλαν καράβι να τις φτάσεις, «που να μπλέκεις με καράβια και κρατήσεις και κοίτα να δεις, πιο φτηνά τα αεροπλάνα, τους αλήτες, τους πειρατές, τους μονοπώληδες» ώσπου μια μέρα πήγαμε αναγκαστικά στο Καστελόριζο με μια μωβ γραβάτα σαν θηλιά με σταυρόκομπο και από κει και πέρα ορνιθοσκαλίζουμε για όσα θυμόμαστε.

Ψέματα. Τρεις μέρες τις βρίσκουμε, ακόμη, είμαστε απ΄τους τυχερούς. Και ξανασυναντηθήκαμε με τα αεροδρόμια, αφού όλα πια (ακόμη και το καλοκαίρι, αυτός ο Βρούτος) σου ψιθυρίζουν «φύγε έξω». Αλλά σχέδια δεν κάνουμε. Ούτε να μαλώσουμε πριν τολμάμε, ούτε καν μετά. Σιωπηλοί πάμε, σιωπηλοί επιστρέφουμε, σαν να είναι η τελευταία μας φορά. Παλιά το cd player έκαιγε, δεν σταμάταγε στιγμή να μας τραγουδάει μέσα από με ευλάβεια φτιαγμένα home made δισκάκια, «για τη διαδρομή». Τώρα μόνο το ρούφηγμα απ το κατακάθι του αφρού στο πλαστικό ποτήρι ακούγεται. Και τα κινητά, «ναι, ναι, πολύ ωραία ήτανε, κρίμα που δεν βρήκατε κι εσείς δυο μέρες για να πάμε παρέα, ναι, πολύ ωραία όλα». Κι άλλα ψέματα. Και είμαστε απ’ τους απλά καψαλισμένους, όχι απ’ τους απανθρακωμένους, για φαντάσου.

Για φέτος δεν συζητήσαμε τίποτε. Δεν ψάξαμε προορισμούς, δεν μετρήσαμε λεφτά που έτσι κι αλλιώς δεν περισσεύουν, δεν τολμήσαμε να κοιταχτούμε. Ούτε home made δισκάκια θα φτιάξουμε για το δρόμο. Γεροί να ‘μαστε, όλο και κανένα ενοικιαζόμενο ψέμα θα βρούμε να βολευτούμε μέσα του. A cappella.

……

vintage violence

33759093

Γύρισε από το Άμστερνταμ. Την επόμενη μέρα του είπε πως κάποιος, με τον οποίον είχαν συναντηθεί τυχαία λίγους μήνες πριν σε ένα ακόμη επαγγελματικό ταξίδι, της πρότεινε να βγουν για φαγητό όταν τελειώναν και οι δυο με τις συναντήσεις τους. Μια σύμπτωση, το ότι ξαναβρέθηκαν εκεί. Γίνονται αυτά. Άμα ζεις μέσα σ΄ αυτό το σινάφι, ξέρεις ότι γίνονται. «Επαγγελματικά» όλα.

«Του είχα αρνηθεί ήδη μια φορά, δεν υπήρχε λόγος να προφασισθώ κάτι για να το αποφύγω ξανά, παιδιά δεν είμαστε»

Εκείνος επέμεινε, ευγενικά, να συνεχίσουν μετά το δείπνο. Για ο,τι προέκυπτε. ‘Αλλωστε -όπως προέκυψε και από την κουβέντα- και οι δυο ήταν μόνοι, χωρισμένοι. Ψέμματα, τελικά αυτός δεν ήταν. Αλλά ήταν «σαν». Τα παθαίνουν αυτά οι άντρες όταν θέλουν να μπουν μέσα σε μια γυναίκα, κοινή αρρώστια, πιο κοινή κι από ένα δεκεμβριανό κρυολόγημα.

«Και πήγες;»

«Πόσο μαλάκας είσαι.Του εξήγησα ότι χώρισα αλλά είμαι με κάποιον. Και ότι έπρεπε να καληνυχτιστούμε εκεί»

Έξη χρόνια μετά από κείνη τη μέρα και τέσσερα χρόνια αφού γράφτηκε ο επίλογος στα μεταξύ τους, ένιωσε την ανάγκη να του πει -σαν ξαναβρέθηκαν τυχαία, ανάμεσα σε άλλους- ότι πήγε. Αλήθεια, ψέμματα, αδιάφορο.

«Δεν θα με ρωτήσεις γιατί δεν στο είπα τότε; Δεν θέλεις να μάθεις αν μου άρεσε; αν το μετάνιωσα; αν τον ξαναείδα;»

Απάντηση δεν πήρε. Εκείνη ήλπιζε, ίσως, να τον πλήγωσε. Εκείνος σκεφτόταν, χαμογελώντας βουβά, πως η ανόητη δεν είχε ποτέ ακούσει τα στιχάκια. Κι ακόμη χειρότερα. Δεν ήξερε καν ποιός είναι ο Cale.

………

το κουκούλι

33539315

Υπήρξαν στιγμές στον βίο μας, εμάς των αγοριών, που ο καθένας έφευγε κρυφά από τον άνθρωπό του, για δυο, τρεις νύχτες σαν κλέφτης  (με περίτεχνα ή θλιβερά ψέμματα), βάζοντας σημάδι στο χάρτη για έναν τόπο όπου πάντα λαχταρούσε να πάει, εκεί που ήταν σίγουρος (ή έτσι ήλπιζε, έτσι σχεδίαζε τουλάχιστον) πως θα υποδυόταν λίγες μέρες κάποιον «άλλον», που θα ‘ταν αόρατος από τον ξεχρωμιασμένο και χλιαρό κόσμο της μαρμότας τριγύρω.

Εκεί κανείς δεν θα μπορούσε να τον δει, ούτε καν ως αύρα, κανείς δεν θα ‘ταν μαζί του εκτός από την Βάλια Κέντρου.

Aυτή.

Κρυμμένη πίσω από τα μαύρα γυαλιά της σ’ όλη τη διαδρομή, πάλευε να βγάλει απ΄το πρόσωπο τα μαλλιά που τα ΄κανε αλάνι-τουφάνι ο αέρας που τρύπωνε απ΄ τα παράθυρα, έξυνε αφηρημένη το γυμνό της γόνατο ανασηκώνοντας μια στάλα -και δυο, και τρεις- το ύφασμα που προσποιούνταν ότι το έκρυβε, άλλαζε τραγούδια όταν της φαινόταν παράταιρα με τη στιγμή, κατέβαζε το καθρεφτάκι για να βεβαιωθεί -γι ακόμη μια φορά- πως το περίγραμμα των χειλιών της ήταν έτοιμο να υποδεχθεί τον εισβολέα (αχ αυτά τα καθρεφτάκια, σε πόσα πρόθυμα στόματα συνοδηγών ανταπόδωσαν το λάγνο βλέμμα τους), απλωνόταν ως το πίσω κάθισμα για να βρει κάτι μέσα στην τσάντα της, πάντα υπάρχουν αυτά τα χρήσιμα άχρηστα «κάτι» μέσα στις τσάντες τους που μας υπερβαίνουν. Απλωνόταν και η μυρωδιά της, απ΄το λαιμό, τις μασχάλες, τα χέρια, το στήθος της, γινόταν κουκούλι που σε έκλεινε προστατευτικά εντός του. Μέχρι να αποφασίσεις αν θα ξεμυτίσεις από κει μέσα πετώντας ή έρποντας.

Καθένας μας ταξίδεψε, έστω μια φορά, σαν κλεφτρόνι, με συνοδηγό μια Βάλια Κέντρου. Ο,τι όνομα κι αν είχε εκείνη. Μερικοί δεν επιστρέψαν. Άλλοι, πάλι, δεν φύγαν στ’ αλήθεια ποτέ. Τους τρώει σιγά σιγά το κουκούλι.

 …..

(αφιερωμένο στον Θάνο Κάππα και την Βάλια Κέντρου  του)

απ’ όλα

33104970.mavili

Τα γεννητούρια της καντίνας στη Μαβίλη δεν τα πρόλαβα. Ξεμπέρδεψα (έτσι νόμιζα) με τη γειτονιά το ’83 και με ανέλαβε για μεταπτυχιακό το στράτευμα. Τότε τα κανονικά μεταπτυχιακά αφορούσαν λίγους, σχεδόν μονόδρομος η ξενιτειά για να τα συναντήσεις, ήταν και τα λεφτά πολλά και η προστιθέμενη αξία συζητήσιμη. Δεν το επιχείρησα.

Αν εξαιρέσεις μονοψήφιες επισκέψεις στου Λώρα (για μένα δεν ήταν παρά το ποτάδικο της γειτονιάς μου και όχι εμβληματικό trademark, ίσως δεν είχα επίγνωση της ιστορίας, έπινα μετρημένα κι όσο επέτρεπε το μηνιαίο μπάτζετ, δεν πόζαρα, κανείς δεν πόζαρε στα εικοσιλίγα του τότε) και μερικές, ελάχιστες, επιδρομές στον Μικέ όταν η υπογλυκαιμία χτυπούσε κόκκινο, δεν θυμάμαι να άνοιξα ποτέ σοβαρούς λογαριασμούς με την πλατεία.

Αντίθετα η ρότα Τσόχα-πλατεία Αγίου Θωμά και στα πέριξ στενά (όπου ήταν τα λημέρια άλλων της φυλής μου), έλιωσε κάμποσες σόλες. Γόνατα όχι, δεν χαμπαριάζουν από κακουχίες τα γόνατα σε τέτοιες ηλικίες.

Πέντε, έξη χρόνια μετά που ξανάρχισαν τα ανεβοκατέβα (με πουκάμισα, παντελόνια με τσάκιση και γραβάτες πλέον, όχι τζιν κι αμπέχωνα) ξανάρχισαν δειλά δειλά τα homage και τα προσκυνήματα στο τρίγωνο. Πεντακόσια μέτρα μακριά ήταν άλλωστε το Πρέζιντεντ, εύκολη η κατηφόρα. Η ανηφόρα γινόταν με στάσεις, μια για περιοδικά και τσιγάρα στο περίπτερο γωνία Κηφισίας και Φειδιππίδου, λίγο χάζι στις αφίσες του Άνεσις, όλα από λίγο. Τα χρόνια της χλιαρότητας είχαν ήδη ξεκινήσει.

Στο γύρισμα της δεκαετίας, τότε που τα τριάντα σηματοδοτούσαν μιαν σχεδόν καταναγκαστική «ωριμότητα», ένα βράδυ (που δεν θυμάμαι καν αν έβρεχε) από το πίσω κάθισμα ενός ταξί είδα φυτρωμένη την καντίνα. Ένα φως ανάμεσα στα -όχι και πολλά- φώτα τριγύρω. Μπορεί (κι αυτό δεν το θυμάμαι) και να κάγχασα, επειδή μαγαρίστηκε η τριγωνική ισορροπία. Που δεν ήξερα τι ακριβώς είναι αλλά κάτι σπουδαίο γεωμετρικά θα ήταν για να ‘χει τέτοιο γκράντε ονοματεπώνυμο.

Η ιστορία -η άγραφη, όχι αυτή των σπουδαίων συμβάντων- λέει ότι στήθηκα κάμποσες φορές στην ουρά, για το λάφυρο. Όχι για να αραιώσω το αλκοόλ που προηγήθηκε αλλά για να συμπυκνώσω τη μέρα που τέλειωνε. Πίσω από παιδιά δεκαοχτώ, εικοσιδυό, εικοσιπέντε χρόνων με πράσινα ντενεκεδάκια στα χέρια. Ντυμένα -πλέον- με στολές που άλλες γράφαν κλικ, κάποιες 01, άλλα πάλι χωρίς στολή. Ανυπότακτα. Πάντα όμως με Νένε στα δικά μου αόρατα ηχεία.

Όταν κάποτε ψευτομεγαλοπιάστηκα και κατηφόρισα προς το Αλέξανδρος (τόσο δίπλα που ακόμη και το τσιτσίρισμα από τα λουκάνικα ή την θυσία των κρεμμυδιών μπορούσες να ακούσεις), η καντίνα και η πλατεία δεν με ξαναείδαν. Ήταν το τεράστιο -πια- πλήθος που με φόβιζε πάνω της, ήταν το «εδώ θα είναι κι αύριο, πού θα πάει;», ήταν τα δεύτερα -άντα, ήταν κάτι άλλο; Ανεξήγητο, ίσως. Μπορεί και όχι. Όσο πιο κοντά, τόσο πιο μακριά, τα ‘χουν πει και γράψει άλλοι πολύ νωρίτερα, πολύ καλύτερα.

Προχτές διάβασα (με ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι) ότι η Μαβίλη ορφάνεψε από τις ρόδες και τα μεταλλικά στηρίγματα που την κρατούσαν, μαζί με λίγα άλλα, ζωντανή στη μνήμη μου. Μια μνήμη με «απ΄όλα». Χορτάτη από ωραία ξημερώματα χαζεύοντας ανθρώπους, αυτοκίνητα, αγκαλιές,κλούβες παραδίπλα, βάζελους, έρωτες, υγρά από φιλιά παγκάκια και αναπόφευκτους λεκέδες κέτσαπ και μουστάρδας στο καλό παντελόνι. Ευτυχώς ανεξίτηλους.

 

….

we’re only in it for the honey

 

33074535

 

Ασχολήθηκα πολύ παλιά με θεμελιώδη ερωτήματα ή  αμφιβολίες, βαθιά υπαρξιακά. Οι απορίες μου -ή όχι και τόσο απορίες, αφού πρόλαβαν να τις διατυπώσουν οι προφήτες και οι μικροί θεοί μου- ήταν ξεκάθαρες, κάποιες με ονοματεπώνυμο  και όλες με ζόρικες συγχορδίες ή ρεφρενάκια:

Where’s Bill Grundy now? Who do you love? Why can’t we live together? Who are the brain police? Why does my heart feel so bad? Why can’t I be you? Where’s Captain Kirk? Why don’t you do right? Ηow could I be such a fool? Where have all the good times gone? Why does it hurt when I pee? Why go? Whatever happened to all the fun in the world?

Όσο κι αν τα διάφορα -τάχα μου ανακουφιστικά- I know where Syd Barrett lives  έδιναν κάποιες ανάσες κάλπικων generic απαντήσεων κατά καιρούς, τα ερωτηματικά ενηλικιωνόντουσαν και αυθαδιάζαν. Κάποια σπιτώθηκαν για τα καλά, κάποια απεβίωσαν, κάποια συνταξιοδοτήθηκαν, κάποια μετανάστευσαν.  Προϊόντος του χρόνου, ούτε πίκρες, ούτε απώλειες, ούτε λαχτάρες (ωραίες, άσχημες, λαχτάρες πάντως), ούτε τίτλοι και μεγαλεία, ούτε μουχλιασμένοι έρωτες, μήτε ακόμη και καλοί -κάποτε- φίλοι καταφέραν να επιβιώσουν, βγήκαν απ΄τη γραμμή, χαθήκαν μέσα στο ανώνυμο πλήθος, μπουχτισμένα όλα, όλοι, απ΄το ένα-δύο-ένα-δυό και την (ανώφελη, εν τέλει) στοίχιση σκέψεων, συναισθημάτων, λογικής. Μια φορά τα έβαζες στη σειρά, δέκα χάλαγαν. Σκορποχώρι όλα. Μπουλούκι. Ποτέ δεν υπήρξα σούπερμαν διμοιρίτης, μια -ίσως-αμφιλεγόμενη αρετή. Ίσως και ανάθεμα, δεν είμαι ακόμη σίγουρος.

 

….

 

(χαοτικό & αφιερωμένο σ’ όσους κατά καιρούς παρελάσαμε μπουλουκηδόν παρέα, πίνοντας άτακτα, χορεύοντας χαοτικά, βάζοντας λάθος/σωστά κλειδιά σε λάθος/σωστά σπίτια, πατώντας λάθος/σωστά κουδούνια, σε εξώπορτες λάθος/σωστών ανθρώπων, τη λάθος/σωστή μέρα, τη λάθος/σωστή ώρα και στο τέλος βγάζαμε -με δική μας μέθοδο- σωστό/λάθος αποτέλεσμα, διαφορετικό κάθε φορά αλλά πάντα σωστό/λάθος, μέχρι που ανακαλύψαμε ότι το λάθος θα είχε πιο πολλή πλάκα και στρωθήκαμε -έστω καθυστερημένα- να τελειοποιήσουμε την μέθοδο των αλάνθαστων πάνσωστων λαθών, ελπίζω κάτι να καταφέραμε, no regrets)

ξηρασία

33056639Στον ώμο των υπέροχων στερεότυπων και των εικόνων που σε μεγάλωσαν (δεν λέω «σε σημάδεψαν»,  μερικά πετσιά παραείναι αφιλόξενα για πυρωμένα σίδερα μνήμης) δεν είναι να στηρίζεσαι. Μετέωρος θα βρεθείς, παρηγοριά -αν ψάχνεις- καμία.

Πρώτη φορά στη Ρώμη, μεσήλικας πλέον. Τριάντα -πάνω κάτω- χρόνια μετά που την είδα (εκστασιασμένος,  σεληνιασμένος σχεδόν από την ζέουσα σάρκα της) να καλεί τον Μαρτσέλο να βρέξει τα ωραία του Marini. Φτάσαμε μεσημέρι, είπα θα πάω να προσκυνήσω αργά το βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, μια, δυο το πρωί. Να αποφύγω το αλαλάζον πλήθος και την καταναγκαστική καρτ ποστάλ.

Πήγα περασμένες μια. Ελάχιστοι στα στενά τριγύρω, έντεκα στα δέκα μαγαζάκια είχαν ήδη κλείσει, καναδυό ζευγάρια που με προσπέρασαν ήταν ακόμη -χαρά στο κουράγιο τους- αγκαλιασμένα, ένας παραπατούσε μιλώντας στο πουθενά, μια γηραιά κυρία καθόταν σε ένα τραπέζι ψαχουλεύοντας την τσάντα της. Έξη συνάντησα, άντε να ‘ταν εφτά, ορφανό άσπρο γατάκι (αν απορείς) δεν αντάμωσα. Μέχρι να πάρω τη στροφή γι αυτό -ένα απ’ αυτά- που μου είχα τάξει πριν από αιώνες και επιτέλους αξιωνόμουν ν’ αντικρίσω.

 

Σταγόνα νερό. Μόνο ξηρασία και ατέλειωτες σκαλωσιές. Φωτισμένες από τρεις προβολείς απέναντί τους. Κι ένας παλαβός που φωτογράφιζε τις σκιές τους, μπας και του αποκαλύψουν κάτι. Τίποτε.

 

Ούτε να καμωθείς πως βρέχεις τα σκαρπίνια σου σ’ αφήνουν οι μπάσταρδοι. Αδύνατον να κάνεις δέκα βήματα για να αγγίξεις, να χαϊδέψεις εκείνο το υγρό στήθος που ανήκει -όχι αόριστος, ισόβια μόνο- σ’ όλη την ανθρωπότητα. Ως και τα όνειρα και τις φαντασιώσεις μας, άνυδρα τα κάναν.

 

….

scuro

32996213Το ξεστόλισμα ολοκληρώθηκε λίγο πριν τις δώδεκα. Άσχημη γύμνια, σκέφτηκα βλέποντας την κρυάδα του τοίχου σαν έγινε τρία κομμάτια το δέντρο. Τα ήδη πακεταρισμένα φωτάκια αφήναν ως χτες βράδι μια υπόνοια πως υπάρχει ζωή σ’ εκείνη τη γωνιά του σπιτιού, όπως κάνουν τα λαμπάκια στα σωσίβια, στο διάδρομο προσγείωσης, στην εξώπορτα ενός σπιτιού μόνου μέσα στην ερημιά. Ως τις δωδεκάμισι οι τελευταίες κούτες είχαν στοιβαχτεί στο πατάρι. Χωρίς λογίδρια και μπάντες να συνοδεύουν την εκφορά τους, όλα τέλειωσαν σιωπηλά ακριβώς όπως και στο στόλισμα. Εδώ και χρόνια μόνον ησυχία συνοδεύει το τελετουργικό. Ποτέ κανένα ηχείο δεν τόλμησε να ψελλίσει οτιδήποτε. Να στολίσουμε να ξεμπερδεύουμε. Να ξεστολίσουμε να τελειώνουμε. Δεν είναι να απορείς που απορούμε γιατί επιμένουμε -ακόμη- να ανεβοκατεβάζουμε κούτες στο πατάρι.

Πριν καν καταπιώ την πέμπτη μπουκιά, δεν κατέβαιναν εύκολα οι προηγούμενες,  είπα «φάτε εσείς, σε δέκα λεπτά επιστρέφω».

Τα ορφανά από ήλιο μεσημέρια της Κυριακής, είναι θλιβερό το κέντρο της πόλης. Το ίδιο και η εικόνα των ανθρώπων όταν τους βλέπεις μέσα από το αυτοκίνητο. Περπατάνε σαν σελιδοδείκτες ανάμεσα σε κλειστά, μισάνοιχτα και ερημωμένα μαγαζιά, ντυμένοι στα μαύρα, στα γκρι, στα μπλε, στα καφέ, στα σκονισμένα μαύρα, σ’ όλες τις αποχρώσεις του scuro. Αν ο στρειδάκης ζούσε μέσα σ΄αυτό το βιβλίο, θα καταλάβαινε τι θα πει αργός και βασανιστικός θάνατος. Μόνο με μελαγχολικό δεν αξιώνεσαι μπεστ σέλερ σήμερα.

Επέστρεψα σε ένα τέταρτο. Η ζωντοχήρα του τελευταίου ορόφου που με είδε -βγαίνοντας απ΄το ασανσέρ- φορτωμένο με ένα κουτί γλυκά και μια πρόχειρα τυλιγμένη ανθοδέσμη με τέσσερα σωμόν και τρία κίτρινα τριαντάφυλλα, σίγουρα θα αναρωτήθηκε τι και ποιος γιορτάζει, σ΄αυτό το σπίτι ή σε άλλο. Από καιρό περιορίσαμε όμως, σαν άτυπη συμφωνία, τις περιττές κουβέντες και τις ερωτήσεις που μένουν αναπάντητες. Είπε μόνο ένα «ωραία λουλούδια», χαμογέλασε και παραμέρισε για να μπω. Ακόμη σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ αν -και τι- απάντησα.

Με ένα δεκάρικο μπορείς να χρωματίσεις μια gloomy Sunday για να μη φαίνονται οι μαύροι κύκλοι στα μάτια της. Με ένα τάληρο ακόμη, την γλυκαίνεις κιόλας. Μετά μπορείς να μπεις βαθιά μέσα της χωρίς να σε απωθεί. Κι ώσπου να ξαναντυθεί και να φύγει, με ένα ποτήρι απ’ το σωστό μπουκάλι, ή μ’ ένα γέλιο που ξεφυτρώνει απ’ το πουθενά, μπορείς ως και να τη συμπαθήσεις.

 

Vuelvo al Sur

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ούτε είκοσι χιλιόμετρα μείναν πίσω και η ομίχλη είναι ήδη πηκτή σαν πόριτζ. Χρειάζεσαι κουτάλι για να την παραμερίσεις, μπας και διακρίνεις κάποια γραμμή μπροστά, τις μπάρες δεξιά, να βρεις ένα στίγμα πορείας πριν συναντηθείς με φώτα κόκκινα και η κατάσταση γίνει ξάφνου εξαιρετικά πολύπλοκη. Και δεν είναι πολλά αυτά που μπορείς να κάνεις με το κουτάλι μετά.

Κλείνω το ραδιόφωνο. Ζόφος. Ομίχλη έξω, αναθυμιάσεις, δυσωδία μέσα. Σκαλίζω το ντουλαπάκι του συνοδηγού (πολύ επικίνδυνη μανούβρα) να ‘βρω cd μπας και πάρω αέρα, μείναν ακόμη κοντά διακόσια χιλιόμετρα, δεν βγαίνουν χωρίς ανάσα. Ούτε στο απέραντο γαλάζιο τα κάναν αυτά τα κόλπα κι εγώ είμαι βουτηγμένος από την ώρα που ξεκίνησα στο ατέλειωτο γκρίζο που όλο και βελτιώνεται, προσπαθώντας να αγγίξει την τελειότητα του αδιαπέραστου από φως.

Το Hammond του Matthew Fisher σπάει την ησυχία. Κάνει την θολούρα έξω ένα εκατομμύριο μικρά κομμάτια κι αυτά αυγατίζουν, γίνονται δυο εκατομμύρια, τρία, τέσσερα, δέκα, φτιάχνουν σχέδια σαν σε καλειδοσκόπιο και κολλάνε στο παρμπρίζ προσπαθώντας να το σπάσουν και να τρυπώσουν μέσα ή να βγουν έξω ή να μου πουν κάτι, αγνοώ τι. Σκέφτομαι σαν αμοιβάδα. Δεν έχω βάλει τίποτε στο στόμα, έναν καφέ μονάχα κι αυτός προσπαθεί φιλότιμα να ξεχυθεί από μέσα μου, I was  feeling kinda seasick  πάνω σε μια λωρίδα ξηράς, είμαι πιο pale κι απ΄ τα στιχάκια. Ποτέ ξανά νηστικός στο δρόμο. Κόκκινο φως μπροστά, φρένο, προσεύχομαι να κάνει το ίδιο κι ο από πίσω, αν υπάρχει. Για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και οι δυο.

Μόλις προσπέρασα μια μικρή πινακίδα δεξιά χαμηλά, που έγραφε -θαρρώ- 422. Στην οθόνη του cd γράφει -γι αυτό είμαι σίγουρος- Why. Θα ήταν αληθινά ανατριχιαστικό αν συνέβαινε το αντίθετο.

Why don’t you ever learn to keep your big mouth shut..

Πράσινα φανάρια, ψηλά. Μετέωρα. Γιρλάντες που κρέμονται απ΄ το πουθενά. Έχει κάτι το μεταφυσικό αυτή η ομίχλη, κατεβάζω κι άλλο ταχύτητα για να τα χαζέψω, πρώτη φορά παρατηρώ τόσο όμορφο χρώμα σε τόσο λερωμένο ουρανό. Θα μπορούσα να μείνω εδώ για ώρες, βουτηγμένος βαθιά σ’ αυτό το πράσινο. Μετά θα έμενα για πάντα, άσχημα στριμωγμένος ανάμεσα σε ζουληγμένες λαμαρίνες, κερδίζοντας -κάπως άδοξα, ομολογώ- τα  λίγα λεπτά που μου έταξε ο Warhol.

Μπροστά μου η μεγάλη ανηφόρα. Καμιά ανατριχίλα. Κάποτε έφτανα εδώ -το ψυχολογικό τέλος της διαδρομής, μόλις έφτανες στην κορυφή αντίκριζες την πόλη- και πετάριζε η ψυχή μου, στην ιδέα και μόνο τι καλούδια θα την ταΐσω. Τώρα λουφάζει. Tης είπα και ψέματα, νότο της υποσχέθηκα,  δυτικά λοξοδρόμησα. Έτσι μεγαλοπιάνομαι και στο τέλος πικρά θα μετανιώσω που χαριεντίζομαι τόσο παιδιάστικα μαζί της.

Στρίβω στον περιφερειακό, ξεμύτισε ήλιος, πολύ γρήγορα. Τόσο γαλαντόμος που τρυπάει τα μάτια, δίχως οίκτο. Όπως ο Sandman. Με προσπερνάνε -με 180, ίσως και παραπάνω- 428 εγγυημένες συντάξεις, πάνω σε τέσσερις ρόδες. Δεν ξέρω γιατί βιάζεται αυτός με το R8.  To cd έχει απαντήσεις για όλα. Everyone is trying to get to the bar.

Ιδέα δεν έχω τι ακούνε μέσα σε πανάκριβα αυτοκίνητα. Kαι τι ρότα δείχνει η πυξίδα τους. Ίσως προς τα εκεί που nothing ever happens. Δεν το ξέρουν όμως. Αυτό λένε τα στερεότυπα μου, αυτά εμπιστεύομαι σήμερα.

Έλα μωρό μου, σε ένα τέταρτο είμαι εκεί. Ήπιες καφέ; Ναι, έχουμε λίγη ώρα.

 

—-

κτηματολόγια ακτημόνων

32768827Όταν αυτό το ημερολόγιο καταστραφεί, μια κάποια τυχαία μέρα, ο άνθρωπος που πληκτρολογεί  θα συνεχίσει, ασφαλώς, να υπάρχει. Όταν ο άνθρωπος που πληκτρολογεί εξαφανιστεί, μια κάποια τυχαία μέρα, το ημερολόγιο θα συνεχίσει, ενδεχομένως, να υπάρχει.

Ο χρόνος που είτε το ένα είτε ο άλλος θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν εκεί έξω μόνοι τους, μέχρι νομοτελειακά να χαθεί και το δικό τους στίγμα από τα ραντάρ μνήμης μια τυχαία μέρα, είναι οριοθετημένος ανάμεσα στο «ασφαλώς» και στο «ενδεχομένως».

Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να αποτυπώσει με ακρίβεια αυτά τα όρια. Αλλάζουν κάθε μέρα και παρασέρνουν τον χρόνο μαζί.  Ο,τι  δίκαιο φόρο σου ζητήσουν να πληρώσεις γι αυτόν σήμερα, θα είναι ελάχιστος ή αβάσταχτος αύριο.

 

national geographic

32730011

Έχω χαρτογραφήσει κάθε σπιθαμή, κάθε χιλιοστό σου μέσα και έξω. Με αίμα, ιδρώτα, δάκρυα, υπομονή κι επιμονή, μέρα, νύχτα, χρόνια τώρα. Ανταμείφθηκα όμως, κανένας δεν θα το αμφισβητήσει ποτέ αυτό. Κανένας, ούτε καν εσύ. Όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουν οι γεωγράφοι ή οι δορυφόροι του μέλλοντος, κανένας, ναι κανένας δεν πρόκειται να μάθει τίποτε καινούριο για σένα που δεν το ξέρω ήδη εγώ και που δεν με εκπλήσει κάθε -μα κάθε- φορά που το αντικρίζω, σαν να ‘ναι η πρώτη, πάνω σου.

 -ΤΕΛΟΣ-

Ο κύριος Μπράουν διόρθωσε βαριεστημένα (αλλά ακραιφνώς επαγγελματικά) το εκπλήσσει στην τελευταία από τις 476 χειρόγραφες σελίδες (συνεπαρμένος από τον οίστρο, ο άγνωστός του νεαρός επίδοξος συγγραφέας είχε παραλείψει ένα σίγμα) και παρά τις ρητές εντολές του εργοδότη του, αποφάσισε – σφόδρα ενοχλημένος από τα απανωτά και υπερφίαλα «κανένας» – να απαντήσει.