η κάθοδος

24789479

Φτάσαμε πάνω απ’ τη μικρή παραλία λίγα χιλιόμετρα μακριά απ’ το μοναστήρι, βοήθειά μας. Κεριά δεν ανάψαμε περνώντας απ’ έξω, οι μισοί ντράπηκαν τους άλλους μισούς και φτιάξαμε μια ντροπή ολόκληρη σκέτη ομορφιά και πατήσαμε γκάζι, «να φτάνουμε μια ώρα αρχύτερα». Τώρα έπρεπε να παρκάρουμε τα αυτοκίνητα σε ένα τοσοδούλι πλάτωμα κάτω απ’τον ήλιο και να βρούμε ανάμεσα στα τσαλιά το μονοπάτι που θα μας έστελνε εκεί που «το νερό, ένας μικρός καταρράκτης, πέφτει από πέντε μέτρα ύψος μέσα στη θάλασσα». Αυτό μας είχαν πει άλλοι γενναίοι σέρπα, που είχαν κατέβει πριν από μας. Δεν βρίσκεις εύκολα τέτοια τεχνικολόρ θεάματα, είπαμε χαλάλι το ανέβασμα μετά. Στο κατέβασμα κουτσά-στραβά θα τα καταφέρναμε.

Αμ δε..

Δυο αγόρια, τρία κορίτσια, κόντρα σε μια κλίση που θα τρόμαζε κάθε αλφάδι και τελεφερίκ, χωμένοι μέσα σε μια στρατιά από ανθρωποφάγα πουρνάρια και έναν ήλιο που εκείνη τη μέρα το ‘βαλε γινάτι ο καργιόλης να δείξει ποιός είναι το αφεντικό. O μεγαλύτερος ήταν εικοσιοκτώ χρόνων -η Γιάννα δεν μέτραγε- οπότε και τριακόσια να ήταν τα χιλιόμετρα  στην κατηφόρα, και εβδομήντα μοίρες η κλίση, και σαράντα βαθμοί το κοντέρ στο θερμόμετρο, πάλι θα ξεκινούσαμε για την «δικιά μας» παραλία. Σ’ αυτές τις ηλικίες πας -έτσι λέγαμε τότε- κόντρα με ο,τι γουστάρεις, αδιαφορώντας για το τι λένε οι αριθμοί. Τα νούμερα και τα μαθηματικά είναι για τους δειλούς και τους οικογενειάρχες που μετράνε το κάθε τι δέκα φορές, με σινιέ κομπιουτεράκια Texas Instruments, επαληθεύσεις και λογαριασμούς και ξανά επαληθεύσεις. Εμείς μπορούσαμε και λάθος να κάνουμε. Τόσο χειρότερα για το λάθος. Ήμασταν ικανοί -αυτό πιστεύαμε- να στριμώξουμε το λάθος μας στη γωνιά και να του αποδείξουμε, με το καλό ή με το στανιό, ότι είναι το σωστό.

Αρκετά χρόνια μετά έμαθα ότι κάποιος Alex Garland μας έκλεψε το πρότζεκτ. Αλλάζοντας τα ονόματα και τις τοποθεσίες, για να μη τον τσακίσουμε στα ασφαλιστικά μέτρα και τις μηνύσεις.

—-

(ψίχουλο απ΄τις «αρχαίες γυναίκες»)

—–

εκατόν ογδόντα εννιά

24686894

Μόλις είχε βγει από μια δύσκολη ανάρρωση την πήρε τηλέφωνο. Ρώτησε αν χρειάζεται κάτι, οτιδήποτε, οποτεδήποτε, του είπε όχι. Όρθιο όχι, σίγουρο. Καμιά σχέση με τα σακάτικα.

Την άλλη μέρα ξαναπήρε τηλέφωνο, είπε «να ‘ρθω να σε δω ;», άκουσε κάτι σαν «έλα», πήγε, κάθησε ένα τέταρτο, εκείνη -ταλαιπωρημένη αλλά ακόμη όμορφη- ήταν μισοξαπλωμένη σε μια γωνιά του καναπέ σκεπασμένη με μια καφέ κουβέρτα, είδε την ετικέτα, Βέτλανς-Νάουσα, αθάνατες οι γαμιόλες σκέφτηκε, είπαν δέκα σαχλές κουβέντες, την ξαναρώτησε αν θέλει κάτι, είπε όχι, σ’ευχαριστώ, βαριέμαι κλεισμένη μέσα αλλά θα περάσουν οι μέρες, πριν την ενδέκατη κουβέντα της είπε «να πηγαίνω τώρα, μη σηκώνεσαι» κι έφυγε.

Δυο μέρες μετά έστειλε ένα μήνυμα «κερνάω πίτσα και παρέα, όποτε θελήσεις». Πέρασε μισή ώρα, ήρθε απάντηση «καλή ιδέα, σήμερα περιμένω κόσμο, κάποια άλλη μέρα ίσως». Απάντησε σε πέντε λεπτά «όποτε θελήσεις». Κακή ιδέα.

Κύλησαν πολλές άλλες μέρες ίσως. Πάρα πολλές μέρες ίσως. Δεν πήρε τηλέφωνο, δεν έστειλε μήνυμα. Ούτε είδε στο δικό του.

Χρόνια μετά, κάποιο βράδι που σκεφτόταν εκείνην τυλιγμένη με τη Βέτλανς-Νάουσα, χωρίς να ξέρει αν ζει, αν πέθανε, συνειδητοποίησε -επιτέλους- ότι δεν χάθηκαν στο κάποια άλλη μέρα. Στο ίσως χάθηκαν.

soul spa

renault10

To άσπρο δεκαράκι Ρενώ, ήταν το πρώτο αυτοκίνητο που οδήγησα. Μηχανή πίσω, πορτ-μπαγκάζ μπροστά. Ήταν τόσο ελαφρύ που όταν δεν πηγαίναμε ταξίδι με ψευτομπαγκάζια, είχα πάντα έναν μισογεμάτο σάκκο τσιμέντο μπρος για να μη με τρώει το άγχος της απογείωσης όταν έπιανε τα εκατό. Το κοντέρ έγραφε εκατονπενήντα αλλά στα εκατονδέκα τερμάτιζε. Όσο γενναίος και να ‘λεγα πως ήμουν στα δεκαεφτά, δεκαοχτώ, είκοσι, τον κόφτη τον είχα ενσωματωμένο στο φυλλοκάρδι μου. Ποτέ δεν είπα «τσιμέντο να γίνω, πάτα το λίγο ακόμη αγόρι μου μέχρι να ξεριζωθούν οι πόρτες». Μια ζωή χλιαρός. Μη τυχόν και φύγουν οι πόρτες. Τώρα ούτε ταβάνια έχουμε αλλά τότε δεν ήξερα.

Ένα Σάββατο,  Φεβρουάριο μήνα, την εποχή που οι Φεβρουάριοι δεν είχαν φέισμπουκ, τουίτς και τέτοια δίσεκτα, πήρα αγκαζέ δυο διάφανες Scotch εξηντάρες και κατηφόρισα προς τη θάλασσα. Εικοσιπέντε χιλιόμετρα δρόμος, δεν το ‘λεγες κι αποκοτιά, δεν ξεκίναγα για το Ντακάρ.

Στη διαδρομή παραλίγο να τρακάρω τρεις φορές με την άνοιξη. Καθόλου ποιητικό. Η πανηλίθια έβγαζε μπούτι απροειδοποίητα, πετιόταν μέσα από χωράφια, πουρνάρια, κλειστά βενζινάδικα και πάνω από δέντρα, αν δεν με γελά η μνήμη μου στο τελευταίο «παραλίγο» έσκασε ένα χαμόγελο σαν τη γάτα του Cheshire και το τιμόνι με τα χέρια μου πήραν προσωρινό διαζύγιο ένεκα λαχτάρας. Παρόλα αυτά το κράτησα στην άσφαλτο το Ρενάκι, δεν το λες και κατόρθωμα με εβδομήντα χιλιόμετρα την ώρα αλλά «μια ζωή υπερβολικός» έλεγε η μάνα μου.

Από το σπίτι έφυγα με ένα πεντακοσάρικο, μπορεί και λιγότερα, και τέσσερις ταχύτητες συν όπισθεν. Μετά από δέκα χιλιόμετρα χάθηκε η τρίτη. Έτσι, απροειδοποίητα. Δεν της φερόμουν ποτέ καλά, είναι αλήθεια, αλλά τι να πουν και οι άλλες τέσσερις. Ειδικά η όπισθεν ήταν πιο βασανισμένη κι από αυτί που άκουγε δέκα φορές σερί Do you really want to hurt me? και όχι μόνο δεν μάτωνε αλλά ζητούσε και τα ρέστα απ’ το ρεφρέν. Μy own private Guantanamο, υπερβολικός αλλά και πρωτοπόρος.

Κουτσά στραβά έφτασα στη θάλασσα, παραμυθιαζόμουν ότι ήμουν σε ειδική διαδρομή με διαλυμένο σαζμάν, πρώτη-δεύτερη-τέταρτη, μια φορά αποπειράθηκα το πρώτη-τέταρτη κι όταν με προσπέρασε ένα ποδήλατο (απ΄ τα κατοχικά) ντράπηκα πολύ και σταμάτησα να το παίζω Τζόνι Πεσμαζόγλου (άντε, Σιρόκο για τους λιγότερο δημογέροντες) και είπα «σημασία έχει να φτάσεις, τα της διαδρομής άσ’τα για τους καβαφικούς», μια ζωή λόγιος κι εστέτ.

Στην παραλία είχε μόνο γλάρους. Πολλούς γλάρους. Και μια τζούρα ήλιο, ίσα για μισή ρουφηξιά. Τότε δεν κάπνιζα, περπάτησα ως την άκρη της άμμου, φορούσα τα καλά μου Rayban, τα wayfarer, φαντάζομαι ότι οι γλάροι -θεός σχωρέσ’ τους όπου και να λιώνουν σήμερα- δεν θα ΄χαν να πουν ούτε μισή καλή κουβέντα για μένα, κάθησα χάμω, έβλεπα τον ορίζοντα κι αυτός εμένα, κανείς απ’ τους δυο μας δεν άλλαξε κουβέντα, είχα αρκετά να πω αλλά τους φεβρουάριους ο ορίζοντας βαριακούει λίγο, δεν θυμάμαι πόση ώρα πέρασε,  πάγωσα, ξαναγύρισα στο Ρενώ, έβαλα πρώτη, έφυγα.

Στο σπίτι, την ώρα που έτριβα τυρί πάνω στα μακαρόνια, είπα του πατέρα μου «έχασα την τρίτη», ούτε γύρισε να με δει -εκείνος οδηγούσε ήδη το τσίλικο Gredos, δικό μου ήταν το ζόρι- αλλά είπε «να πας να τη βρεις», κρατήθηκα να μη του πω «με τόσους γλάρους εκεί κάτω, λέπι της δεν θα βρω ακόμη κι αν σκαλίζω ως τον Ιούνιο» αλλά δεν μίλησα για να μη πει «σιγά τον ποιητή, επειδή έγραψες 18,5 Έκθεση στις πανελλαδικές δεν σημαίνει ότι έμαθες να οδηγάς κιόλας» και συνεννοηθήκαμε μια χαρά με οκτώ λέξεις.

Βρήκα λεφτά (δεν αγόρασα ούτε μισό βινύλιο για πέντε μήνες, έκοψα μαχαίρι την «Ελλη» και το «Ιντεάλ» με τα άπαντα του Βάιντα, κόπηκαν και οι σαγκριές στον Ιπποπόταμο) και το καλοκαίρι, μετά την εξεταστική, απέκτησα ξανά τρίτη. Τον Ιούλιο πήγα μαζί της -δεν εννοώ την ταχύτητα- στον Αρμενιστή και μείναμε τέσσερα βράδια. Ήπια είκοσι Beck’s (ο μεγαλοπιασμένος), βούτηξα τριάντα φορές, έφαγα τρεις φορές όλες κι όλες, χάζευα τρεις ώρες το γυμνό στήθος της (με και χωρίς γυαλιά) κι έπαθα μια ηλίαση, μία αλλά ξεγυρισμένη. Summer by numbers. Το Ρενώ εκεί, πιστό σκυλί, δίπλα στη σκηνή. Τα άκουσε όλα, τα είδε όλα. Έχω και μια φωτογραφία μου μαζί του από τότε αλλά χάλασε το σκάνερ. Κι άλλα πολλά χάλασαν, ενδιάμεσα.

Δεν ξέρω γιατί κάθησα να τα γράψω αυτά και ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν -εξόν ίσως από την ψυχή του Renault, που συρρικνώθηκε μαζί με τις λαμαρίνες σε κάποια πρέσσα όταν ήρθε η ώρα της διόλου τιμητικής απόσυρσης και πήρε όλα τα μυστικά μου, μας, μαζί του-.

Μάλλον γιατί θυμήθηκα-με κάποιες τανίνες συγκρατημένης περηφάνιας και λίγη πίκρα στην επίγευση- ότι το σακκί με το τσιμέντο μπροστά ήταν μισογεμάτο. Όσα χιλιόμετρα και να κάναμε παρέα, πάντα μισογεμάτο. Ποτέ μισοάδειο. Ποτέ.

—–

κάτι που ο Vivaldi δεν είχε ποτέ φαντασθεί

24413752

Καθόμαστε και μετράμε βδομάδες και μέρες να βγει ο χειμώνας. Κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας με χαπάκια «πενήντα και σήμερα». Και μετά ρίχνουμε κλεφτές ματιές στο ημερολόγιο για το καλοκαίρι, υπολογίζοντας μεζούρες αντιβίωσης, «εκατονδέκα κι απόψε». Που και που καταπίνουμε καναδυο placebo αργίες -κάτι καθαροδευτέρες, πρωτομαγιές, πασχαλιές- ενδιάμεσα, οι τυχεροί. Είναι κι άλλοι πολλοί που έχουν αναγκαστική αργία μήνες, χρόνια.

Ο,τι και να ‘ρθει, για κάποιους, τους περισσότερους, θα είναι αλλιώς. Αγκαλιές σε διαθεσιμότητα, φιλιά σε εργασιακή εφεδρεία , σπέρμα φορολογημένο απ΄το πρώτο γραμμάριο, για να γελάσεις θα απαιτείται δίμηνη προειδοποίηση. Όλα αλλιώς θα είναι. Αφού από καιρό τώρα η αυθόρμητη χαρά σου ή το άθροισμα των μηνιαίων στιγμών ευτυχίας από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία κρίθηκαν παράνομα και καταχρηστικά.

Θυμήθηκα το Καζαβίτι όταν παρκάραμε κάτω, στο πλάτωμα, κι ανηφορίσαμε για τα πλατάνια. Παραγγείλαμε -Ιούλιος μήνας, το νησί έβραζε μα στο βουνό έβλεπες τους πόρους σου να ζωντανεύουν- μια φασολάδα για να τη μοιραστούμε κι από μια μοσχαρίσια μπριζόλα, αλλά «μη τις καρβουνιάσεις, ας στάζουν λίγο αίμα». Είπα να φέρουν μια καυτερή, του φώναξες «κι ένα κομμένο κρεμμύδι και θρούμπες, με λίγο λάδι, ξύδι και ρίγανη, δεν κατεβαίνει σκέτη η φασολάδα».

Μαζί με τα πιάτα ήρθαν στο τραπέζι και οι σφήκες. «Μη τις πειράζεις» μου είπες, «μυρίστηκαν σάρκα και κατηφόρισαν απ τις φωλιές τους, θα βάλουμε ένα κομμάτι κρέας παραδίπλα και θα μας αφήσουν να φάμε».

Είχες και δεν είχες δίκιο. Δεν ήταν εύκολο να μοιράζεσαι το πιάτο σου με τις σφήκες, προσέχοντας όταν φέρνεις τη μπουκιά στο στόμα να μη βάλεις κι ένα τέτοιο αγρίμι μέσα σου κι έχεις άσχημα ξεμπερδέματα μετά. Αλλά -είπαμε- μισή ώρα είναι, θα φύγουν τα πιάτα από μπροστά μας κι όταν μείνουμε μόνοι μας με τις μπίρες δεν θα μας καταδεχτούν άλλο, θα πιούμε και θα νυχτωθούμε με την ησυχία μας. Θα βλέπουμε από δω πάνω τα φώτα απ’ το λιμάνι χαμηλά, δεν θα σηκωθούμε απ’ τις ψάθινες καρέκλες -παρά μόνο για να αδειάσουμε την κύστη μας- κι όταν το πάρουμε απόφαση θα ΄χεις στον κώλο και στα μπούτια σου τα ωραιότερα ψαθοtattoo του σύμπαντος και θα ‘ναι δέκα το βράδι, σε μια πλατεία καρτ-ποστάλ, με δέκα γερόντια τριγύρω κι άλλους πέντε σαν κι εμάς, να πίνουν μπίρες, ούζα, μαλαματίνες και να γελάνε με το volume στα κόκκινα. Tότε, αν θυμάσαι, δεν είχε «κόφτη» στο γέλιο.

Μπορούμε εύκολα να ξαναπάμε εκεί και φέτος, το ξέρω, είμαστε απ’ τους τυχερούς, δεν το κάνω θέμα. Οι σφήκες όμως έχουν μπει πια μες στο σπίτι. Και για όπου και να ξεκινήσουμε, τρυπώνουν πρώτες πρώτες μέσα στη βαλίτσα. Με ήλιο, με φως, με γεμάτο τραπέζι, με άδειο, νύχτα, αυτές εκεί. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα και ξανά απ’ την αρχή. Στιγμή δεν μας αφήνουν μόνους.

Αν υπήρχε Ε.Σ.Ρ. για βλογς, σαν εκείνον τον θλιβερό Adam Sutler που λέει «δεν υπάρχουν σφήκες, άστεγοι, φτώχεια, πείνα και απελπισία αν δεν τα βλέπεις και δεν τα διαβάζεις, κόψε μαχαίρι την εικόνα και τις λέξεις λοιπόν», θα με είχαν ήδη κάψει ζωντανό. Για παραδειγματισμό.

Σήμερα -όμως- ήταν  μια ωραία μέρα. Βγήκα και περπάτησα στον ήλιο, ανάμεσα σε ανθρώπους που πίναν τον καφέ τους ή απλά βλέπαν τα παιδιά τους να τρέχουν ανάμεσα σε περιστέρια, παγκάκια, μπαλόνια και κούνιες. Ήταν μια ωραία βόλτα. Μια βόλτα Lou Reed. Μια perfect day στα σπλάχνα της wild side. Έτσι θα πορευόμαστε από δω και μπρος.

Να μη ξεχάσω να ρωτήσω τις σφήκες αν σκοπεύουν να την ποινικοποιήσουν κι αυτήν.

—–

κερασμένο στη Niemands Rose

e-

24367590 (1)

Μερικές φορές απορώ με ανθρώπους που δεν ξέρω. Θυμώνω μαζί μου γιατί θυμώνω με e. Με τα περισσότερα απ’ αυτά, στην αληθινή μου ζωή δεν θα ‘θελα να διασταυρωθούν ούτε οι σκιές μας.

Γκρι, μωβ, λερί, τέτοιο ουρανό σου περιγράφω έξω απ το παράθυρο.Χάλι μαύρο, άπλυτος ουρανός, βρωμιάρης, λέτσος.Κάποτε μου άρεσε να τον βλέπω σε εξώφυλλα από δισκάκια, που είναι χωμένα πίσω πίσω στα ράφια εδώ και χρόνια. Ηeaven up here, αν σου λέει κάτι. Σήμερα μόνο ήλιο θέλω, γερνάω. Σίγουρα γερνάω.

Κρυώνω και είμαι κουρασμένος.Όλη την περασμένη βδομάδα -κι αυτήν – την έβγαλα χαπακωμενος.

Είμαι ένα κλικ πριν το κρακ. Και θα είναι μεγάλο κρακ, θα το ακούσω πριν καν έρθει. Θα δω τις μελανιές.

(άθλια και θλιβερή προσπάθεια να με πείσω να μην αρχίσω γυμναστήριο)

 

Θέλω να αγοράσω ένα παλιό βανάκι VW. Και να μπω να κάνω ταξίδια μέσα του, ας είναι και παρκαρισμένο. Το πάν -λέγαν οι σοφοί- είναι να μη ξέρεις πού θα σε βγάλει το επόμενο πρωί. Όταν η αμόλυβδη είχε πενήντα δραχμές το γαλόνι, τέτοιας λογής σοφία την παίζω κι εγώ στα δάχτυλα.

Ξεκίνησα τον Νοέμβριο να διαβάζω -ξανά- τη «Μεγάλη Πλατεία» του Μπακόλα. Τελικά είναι πάρα πολύ μεγάλη πλατεία, τύφλα να ΄χει η Τιενανμέν, ούτε στα πρώτα τραπεζάκια κατόρθωσα να φτάσω και κοντεύει να μπει η άνοιξη.

Μουσικές ακούω μια φορά κάθε δέκα, δεκαπέντε μέρες. Όπως πηγαίναν οι παλιοί στις πουτάνες, για να ξεχαρμανιάσουν. Πως κατάντησα έτσι εγώ…

Υποθέτω, διόλου βάσιμα, πως το καλοκαίρι θα αποφασίσει να με καταδεχτεί και φέτος. Αν και με τους περισσότερους της ράτσας μου δεν θα ΄θελε να διασταυρωθεί ούτε καν στις τριανταμία Αυγούστου λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

Φυσικά τα blogs πέθαναν. Και είναι απόλαυση να ορνιθοσκαλίζεις, όταν κάνεις κέφι, ο,τι σου κατέβει, πάνω στα βρωμομάρμαρα. Oύτε ο από κάτω θα ενοχληθεί, ούτε οι περαστικοί θα γυρίσουν κεφάλι. Από ψευτοφαντάσματα βρώμισε  ο τόπος. Κάποτε έλεγα κι ένα «α!» διαβάζοντας αλλωνών μάρμαρα. Τώρα, εννιά φορές στις δέκα, ανάβω ένα κεράκι και τέλος. Δεν φταίνε οι άλλοι, μου σώθηκαν όμως τα «α!».

Κάποια στιγμή να το πάρω απόφαση πως άδικα μεγαλοπιάνομαι. Το μόνο κρακ που μπορεί να ακουστεί, θα είναι από τη μέση μου. Αν ξεχάσω τη ζώνη, τη μέρα που θα βγάζω ένα ένα τα φυτά ξανά στο μπαλκόνι.

Με μερικούς από τους  e που ποτέ δεν ήταν -εξ αρχής- e , θα διασταυρωθούμε κάποια στιγμή στην αληθινή ζωή και θα πιούμε τσίπουρα, μπίρες, καφέδες, κρασιά, γουίσκια, κώνειο, ο,τι. Μπας και ξαναζωντανέψουν τα χαμένα «α!»

——-


 

Dirty2

24244908 (2)

Πες κάτι καινούριο

Στα δεκαεννιά ήμασταν σ’ αυτό το ίδιο κάδρο. Πηγαίναμε απέναντι. Με ένα σακ βουαγιάζ και λίγα χιλιάρικα, γενναίο χαρτζιλίκι τότε. Χωρίς κράτηση, πάντα κάτι βρίσκαμε για πεντέξη μέρες.

Κάτι καινούριο είπα

Τζιν, μπλουζάκια φρουτ οφ δε λουμ, σταράκια, ένα σπίντο ή αρένα στο σάκκο, δυο πετσέτες. Βερμούδες δεν θυμάμαι να είχαμε τότε, έκοβες ένα ετοιμοθάνατο τζιν και έφτιαχνες μια. Άβολη αλλά κολάκευε τα σώματα των εξηνταπέντε, εβδομήντα κιλών. Δεκαεννιά είπαμε.

Κάτι καινούριο δεν είπαμε

Είπαμε. Δεκαεννιά. Ολοκαίνουργος. Του κουτιού. Έβγαινες απ’ τη θάλασσα κι έμπαινες αλατισμένος μέσα της. Κυριολεκτικά, όχι μεταφορικές αηδίες. Δείκτης προστασίας μηδέν. Μηδέν σε όλα. Εκτός απ’ το Fuji που ήταν 24ρι, λεφτά να εμφανίσουμε 36ρι δεν υπήρχαν στην επιστροφή.

Όλοι τα κάναν αυτά

Το ξέρω. Είτε σε δωμάτια με φτηνά σουηδικά ξύλα, είτε μέσα σε αντίσκηνα, είτε πάνω στην άμμο. Το ξέρω, και λοιπόν; Τη φωτογραφία χαζεύω, είμαστε πολλές χιλιάδες πάνω στο καράβι. Όπως στα ινδικά σαπάκια που φορτώνουν πεντακόσιους αντί πενήντα, όλοι για απέναντι συνωστιζόμαστε κάθε χρόνο, θαρρείς και θα βρούμε κανένα σοβαρό απομεινάρι από αγόρια, κορίτσια, μόνα, διπλά, μαζί, χώρια. Τόσα χρόνια, άλλοι πήγαν πάτο, άλλοι γλιτώσαμε. Γελάσαμε πολύ όμως.

Πες κάτι καινούριο

Πήγα και πέρυσι. Μέσα στο ίδιο κάδρο. Το μπογιάντισα λίγο με το Phixr. Όλα τα καλοκαίρια τα διορθώνει, retro, sepia, temperature, brightness, vibrance, saturation, soften. Το κάνεις και λίγο Dirty2 και τέλειωσε. Σα να μη πέρασε ούτε ένας χρόνος. Για τα γέλια δεν βρήκα ακόμη εργαλείο.

—-

βατ εξήντα (τα εννιά χάρισμα)

light_in_the_darkness_by_benjamin75-d349bxq

Χτες το απόγευμα κάηκαν δυο λαμπτήρες στην πυλωτή. Για έναν ακατανόητο -ακόμη- λόγο, πεθαίνουν δυο δυο. Ακόμη κι αυτοί που έχουν μήνες ή και χρόνια διαφορά ηλικίας. Συμβουλή μου, να μην έχεις ποτέ τρεις λαμπτήρες να σου δείχνουν το δρόμο. Κανείς δεν ξέρει τι θα νιώθει το επόμενο πρωί ένας που αφέθηκε να παλέψει μόνος του εκεί έξω με μια ολόκληρη νύχτα.

Τα φώτα γερνάνε πιο γρήγορα απ’ τους ανθρώπους. Προλαβαίνουν να δουν πολλά όσο ζουν. Κι όμως δεν λένε κουβέντα σε κανέναν. Κάποιες φορές κοιταζόμαστε συνωμοτικά την ώρα που παρκάρω ή φεύγω -έχω μάθει απ’ έξω και ανακατωτά ότι αλλιώς σε κοιτάζει ένας Οsram κι αλλιώς ένας Philips-. Κι όσο κι αν βαυκαλίζομαι πως έχω μια ικανότητα στα λόγια, αν με ρωτήσει «τι χαζεύεις εκεί πάνω; αργήσαμε», είναι αδύνατον να βρω λέξεις να της εξηγήσω.

Led δεν θα βάλουμε ποτέ. Οι νύχτες πρέπει να φωτίζονται, με σκληρό φως, ανακριτικό, αντρίκιο. Όχι να κρύβουν τις ατέλειές τους και να φτιασιδώνονται αυτάρεσκα. Γιατί μετά νομίζουν ότι είναι καμπόσες και ψηλώνουν και ακκίζονται και αργούν να σου αδειάσουν τη γωνιά. Κι αν δεν μικρύνουν, αν δεν τους σπας με ένα “κλικ” τον τσαμπουκά για να δείξεις ποιός είναι το αφεντικό, άνοιξη δεν καταδέχεται να ‘ρθει.

—-

 

 

ο κύριος Δ5

24124671

Ανέκαθεν εκεί ζούσε ο κύριος Δ5. Στο Δ5. Μπήκε στο διαμέρισμα, λέγαν οι παλιοί της οικοδομής, ταυτόχρονα με τα κουφώματα. Σχεδόν πριν δώσει η ΔΕΗ ρεύμα. Εγώ ήρθα μετά.

Κόντευε ογδόντα. Λίγα μαλλιά, άσχημα βαμμένα. Κατά τα άλλα στεκόταν μια χαρά. Σωματικά εννοώ. Στο σπίτι του δεν έχει μπει ποτέ κανείς. Από πού πήρε σύνταξη, πού δούλεψε, που ζούσε πριν το Δ5 (αν υπήρχε ζωή πριν το Δ5) δεν ήξερε κανείς. Αν έχει ή είχε κάποιον συγγενή, αληθινό δηλαδή, δεν ήξερε κανείς.

Ο κρεοπώλης του Δ1 (ούτε μια φορά ψώνισα από κείνον γιατί κυκλοφορούσαν σκοτεινές φήμες για τις σάρκες που κρέμαγε στα τσιγκέλια του) μας είπε πως είδε κάποτε -περασμένες τρεις τα ξημερώματα- μια γυναίκα να μπαίνει στο σπίτι του κυρίου Δ5. Με κλειδιά. Φορούσε μαντίλα -είπε- και μακρύ σκούρο παλτό, ως τη μέση της γάμπας, ούτε πρόσωπο ούτε τίποτε άλλο κατόρθωσε να διακρίνει απ’ την άλλη πλευρά του διαδρόμου. Τον αποπήραμε, αποκλείεται, λάθεψες. Ορκίζομαι στα κόκκαλα της μάνας μου, μας απάντησε και από τότε έπιανε έναν έναν τους πιο ευάλωτους σε παραμύθια (κυρίως όποιον νέο ενοικιαστή εμφανιζόταν, οι φοιτητές του Α4 -από τότε που θυμάμαι το A4 μόνο φοιτητές είχε στα σωθικά του- φτύσαν αίμα), «στ’ ορκίζομαι, αφού την ξανάδα πριν τρεις βδομάδες να βγαίνει απ΄το σπίτι στις δυο το πρωί κι όταν με είδε ν’ αφήνω τη σακκούλα με τα σκουπίδια στην εξώπορτα ξαναμπήκε μέσα», μέχρι που σταμάτησε και ο τελευταίος να τον ακούει και ησύχασαν επιτέλους και η κλείδα και η ωλένη της μάνας του.

Από τη μέρα που μου φόρτωσαν τη διαχείριση, η εξώπορτά μου τον έβλεπε τρεις και τέσσερις φορές κάθε βδομάδα. Στην αρχή έμαθα ότι ο γιος που είχε κάνει με μιαν αδιευκρίνιστη σύντροφο (η λέξη «γυναίκα» δεν βγήκε ποτέ απ’ το στόμα του, εφεύρισκε πάντα κάτι διαφορετικό και καινούργιο για να περιγράψει το άλλο φύλο) είχε πεθάνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες σε έναν αδιευκρίνιστο τόπο κάποια αδιευκρίνιστη χρονιά. Εξισώσεις με τέσσερις αγνώστους κανείς δεν κάθεται να λύνει, χαμένος χρόνος. Λες άπαξ ένα «ω, λυπάμαι» και κλείνεις ως συμπάσχων. Την ενδέκατη φορά που ξεκίνησε να μου μιλά για τον γιο του, ρώτησα τάχα μου ευγενικά «μόνο ένα παιδί είχατε;» κι έτσι έμαθα και για την κόρη. Εκείνη ζούσε εδώ και τριάντα χρόνια στο Περού, «εκεί πρωτοπήγαν έλληνες, πριν καν εμφανιστούν οι Αζτέκοι,  μετά εξαφανίστηκαν, τους εξολόθρευσαν οι ιθαγενείς για να μη κλέψουν τα μυστικά τους». Πηγαίνει δυο, μπορεί και τρεις φορές κάθε χρόνο αλλά τις δυο τελευταίες δεν μπόρεσε να την βρει. Ίσως άλλαξε διεύθυνση, ίσως έχασε τη δουλειά της και έφυγε, θα προσπαθήσω ακόμη μια φορά και μετά δεν θα ξαναπάω, μεγάλωσα και κουράζομαι εύκολα πια. Ακρίβυναν και τα εισιτήρια.

Μετά το δέκατο πέμπτο ντριν σε λιγότερο από ενάμιση μήνα, θα ήθελα  να μην ξανανοίξω ποτέ την πόρτα, να κοιτάζω απ το ματάκι και να κρύβομαι (ως το επόμενο ντριν, που δεν θα αργούσε) μα είχα χωθεί ως τα φρύδια μέσα στην ιστορία. Όχι σ’ αυτά τα εμμονικά που επαναλάμβανε ο κύριος Δ5 πασπαλίζοντάς τα με λεπτομέρειες που ουδέποτε συγκράτησα, όχι αυτά.  Η ιστορία ήταν ο ίδιος ο Δ5.  Δεν με ένοιαζε πια τι έλεγε, ήθελα να τον βλέπω στην εξώπορτα, για τρία λεπτά, για δέκα, για μισή ώρα. Όταν δεν φάνηκε για τέσσερις μέρες, ήθελα να πάω να χτυπήσω την πόρτα του να ρωτήσω τι του συμβαίνει. Δεν ξέρω γιατί αντιστάθηκα.

Ποτέ δεν διάβηκε την εξώπορτα ο κύριος Δ5,  όσες φορές του είπα «ελάτε μέσα» (δυο τρεις φορές μόνο, στην αρχή) εκείνος έλεγε «όχι , σας ευχαριστώ, τα σπίτια είναι σαν τα παπούτσια, δεν χωράει άλλος μέσα τους». Άρχισα να βλέπω στον ύπνο μου ότι πρωί, μεσημέρι, νύχτα κατέβαινε να πληρώσει τα κοινόχρηστα και να μου διηγηθεί ακόμη μια ίδια ιστορία, μέχρι τα ξημερώματα, όρθιος στην πόρτα. Ξυπνούσα κομμάτια, τέτοιους μαύρους κύκλους στα μάτια ούτε ο Ρόμπερτ Σμιθ. Αφού πλήρωνε κανονικά -την πρώτη κιόλας μέρα που έβγαινε η κατάσταση με τα κοινόχρηστα στην είσοδο- του ετοίμαζα ψεύτικες αποδείξεις κοινοχρήστων, γιατί σε κάθε ντριν εξώπορτας ο κύριος Δ5 μου έφερνε ψεύτικα ευρώ, ότι παλιόχαρτο μπορείς να φανταστείς, που είχε γραμμένο πάνω του με στυλό 5, 10, 50. Μόνο κάτι με 100 δεν έφερε ποτέ  «για να μη σας δυσκολέψω με τα ρέστα». Ποτέ δεν ερχόταν άνευ λόγου, πάντα ερχόταν για να πληρώσει τα κοινόχρηστα. Μια δυο φορές που έλειπα άνοιξε η γυναίκα μου, είπε λίγο ταραγμένος «ω, συγγνώμη, λάθος όροφος» κι έφυγε..

Εκείνη σταμάτησε να με ρωτάει «αυτός ήταν πάλι;» όταν της απάντησε «όχι, ο Τρελκόφσκι» και (όπως ήταν φυσικό) στην αρχή μου κράτησε τρεις μέρες μούτρα για την φτηνή επίδειξη διαχειριστικής ειρωνείας και μετά που νοίκιασε το DVD και ξαναείδε την ταινία για να την εμπεδώσει, φοβήθηκε (όπως ήταν πιο φυσικό) να ξαναρωτήσει οτιδήποτε. Δεν την αδικώ. Κι εγώ μπορεί να με φοβόμουν.

Ένα πρωινό Κυριακής, την ώρα που έξω δεν είχε ξημερώσει ακόμη κι ας έδειχνε το ρολόι της κουζίνας δέκα παρά πέντε,  ανέβηκα στον τέταρτο, στο Δ2, στον φούρναρη, τον πιο παλιό και έμπειρο διαχειριστή. Πριν προλάβω να τον ρωτήσω αν είχε κάθε μέρα στο κατώφλι του τον κύριο Δ5, άρχισε τα παράπονα για το  κρύο. Δεν έδωσα σημασία, αν είσαι συνηθισμένος να φουρνίζεις ψωμιά, όλα τα καλοριφέρ σα καντήλια καίνε. Στο τέλος αφού είπε «άμα καίνε έτσι, εγώ δεν ξαναπληρώνω, εξηγούμαι», ξεκαθάρισε ότι ο κύριος Δ5 εμφανιζόταν κάθε μήνα μια φορά στην πόρτα του. Πλήρωνε, τέλος.  Κατέβηκα στη χήρα του Α1, που είχε τη διαχείριση πριν από μένα, τη ρώτησα τα ίδια. Μου είπε όχι, πλήρωνε πάντα στην ώρα του και δεν τον ξανάβλεπε παρά μόνο τυχαία, στο ασανσέρ ή στην επόμενη πληρωμή, «αλλά άστον αυτόν, κρυώνουμε φέτος, να ανεβάσεις ξανά το θερμοστάτη στους 75 αγόρι μου». Η οικοδομή κρύωνε, απ΄ την κορφή του φούρναρη ως τα νύχια της χήρας.

Γιατί μόνο σε μένα ο κύριος Δ5; Και γιατί όταν χτυπούσε το κουδούνι μου πάντα έβρεχε έξω και είχε σύννεφα ως τα πεζοδρόμια; Πάντα. Σκηνή ξεπατικωμένη από το Seven.

Ανεβαίνοντας σπίτι χτύπησα στη Στέλλα, στο Β4. Έτσι. Ούτε διαχείριση είχε ποτέ, ούτε πληροφορίες έψαχνα από κείνην. Αν άνοιγε δεν ήξερα τι θα της έλεγα, ευτυχώς  έλειπε. Μάλλον στην εκκλησία. Ωραία γυναίκα, ζήτημα να ‘ταν σαρανταπέντε, άντε σαρανταεφτά, έμπλεξε με κάτι παλαβές θεούσες όταν χώρισε, έκοψε τα κομμωτήρια, έβγαλε τα τακούνια και ξόρκισε τα πάνω απ΄το γόνατο. Κρίμα, είχε τα πιο ωραία γόνατα που είχα δει ποτέ μου. Σίγουρα θα είχαν γεύση καρύδα. Μπορεί και νουτέλα. Όταν έμεινε μόνη, με σκέφτηκα πολλές φορές να τρυπώνω στο σπίτι της που σίγουρα θα μύριζε υπέροχα–το ασανσέρ ήταν τεκές με Εscape όταν έβγαινε εκείνη- αλλά η μεταμόρφωσή της με αποθάρρυνε. Δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί πνευματικός που θα της έλεγε να βάλει μέσα της ο,τιδήποτε εκτός απ΄το Χριστό. Χαμένη παρτίδα από χέρι, δεν του μοιάζω.

Τη Στέλλα την θέλει ο  ΔΕΗτζής του Γ3. Βλέπω πώς την κοιτάζει στις συνελεύσεις, δεν είμαι χαζός, ούτε τυφλός είμαι. Μια μέρα θα ρίξω ένα χαρτάκι κάτω απ΄την πόρτα του, όταν εκείνος θα λείπει στη δουλειά. Μια μέρα. Σύντομα.

Χτες βράδι ο κύριος Δ5 ξανάρθε στις οκτώμιση. Με πλήρωσε με τρία χαρτιά διαφημιστικά από γυράδικα, νομίζω 140 ευρώ έγραφαν όλα μαζί, του έδωσα απόδειξη για διακόσια, αυτή βρήκα πρόχειρη. Πήγε εννιά παρά τέταρτο και ήταν ήδη βράδι με πανσέληνο, κερνούσε ντόπιες μπίρες στο Περού έναν ινδιάνο προσπαθώντας να μάθει -μιλώντας αρχαιοελληνικά- αν έχει νέα απ την κόρη του, όταν ξαφνικά μου είπε «συγχωρήστε με για την αδιακρισία αλλά νομίζω καίγονται οι παντσέτες μέσα, βγάλτε τις απ’ το φούρνο και σας περιμένω, έχω νέα, στην πέμπτη μπίρα μου τα είπε όλα ». Έκλεισα την πόρτα. Μάλλον δυνατά, γιατί όταν τόλμησα να δω απ΄το ματάκι μετά από πέντε λεπτά, κανείς δεν στεκόταν έξω.

Το άλλο πρωί άφησα ένα σημείωμα στην πόρτα του. «Σας ζητώ συγγνώμη για χτες, παραλίγο θα καιγόμασταν. Το απόγευμα θα χρειαστώ τη βοήθειά σας»

Στις εξήμιση κατεβαίναμε παρέα τα σκαλιά για το λεβητοστάσιο.  Από τις έξη και τέταρτο με περίμενε στην εξώπορτα. Δεν άνοιξα, του φώναξα «παίρνω κάτι και έρχομαι». Πήρα έναν φακό, το φως εκεί κάτω ήταν λιγοστό, μπήκαμε στο ασανσέρ και του εξήγησα ότι τον χρειάζομαι να κρατά τον φακό στραμμένο προς το χρονοδιακόπτη όσο θα τον ρυθμίζω. Έλαμψε επειδή θα φαινόταν χρήσιμος, νόμισα. «Αφήστε, θα τον ρυθμίσω εγώ και θα έχουμε και χρόνο να σας πω τι έμαθα μετά την πέμπτη μπίρα, την Τρίτη πετάω για Περού ξανά». Έσφαλα.

Για κοντά ογδόντα, κατέβηκε τα σκαλιά αξιοζήλευτα. Έκλεισα την σιδερένια πόρτα πίσω και πήρα μια μπριγκέτα στα χέρια,  αφού ήταν πολύ μακρινή η μέρα που πρωτογέμισε ο λέβητας πετρέλαιο, με δραχμές. Τώρα έκαιγε μπριγκέτες, ευρώ κι απλήρωτα κοινόχρηστα . Ο κύριος Δ5 ήταν ήδη σκυμμένος στον χρονοδιακόπτη με το φακό στα χέρια. «Τι ώρες θέλετε να το βάλω;» ρώτησε. Το ερωτηματικό -κι ένα κλειδί- έπεσαν χάμω με γδούπο.

Σκουπίστηκα με ένα πανί που ήταν ξεχασμένο πάνω στο λέβητα, το πέταξα κι αυτό μέσα στη φωτιά. Έσβησα το φως, κλείδωσα, ανέβηκα στο σπίτι. Ήμουν μόνος. Έπλυνα τα χέρια στα σκοτεινά, πήγα ως τη βιβλιοθήκη, άναψα το φακό, βρήκα τον δίσκο, ακούμπησα τη βελόνα πάνω του, Nothing to lose, το πέτυχα με την τέταρτη προσπάθεια. Άναψα ένα τσιγάρο, παλιά κάπνιζα Gauloise αλλά το γύρισα στα λάιτ Μάρλμπορο γιατί παραήταν εστέτ τα γαλλάκια. Έβαλα -πάντα στα σκοτάδια- Jameson σε ένα νεροπότηρο, έριξα και μια γουλιά νερό, χύθηκα στον καναπέ. Ένοικοι λίγο πολύ είμαστε όλοι, τις εποχές του ζόφου, σκέφτηκα κοιτάζοντας την κάφτρα,  απλά σε μερικούς χωράει και μια τζούρα απ’ το The Party μέσα τους.

 

Θα ‘χουν να λένε για τη ζέστη της αποψινής νύχτας, δεν τολμάς ν’ αγγίξεις τα καλοριφέρ, το μέταλλο ζεματάει.

 

Όταν κοιμηθούν όλοι στην οικοδομή, θα ανέβω στο Δ5.

 

——-

κειμενάκι (δυστυχώς στοιχειωμένο, πλέον) γραμμένο για το Περιοδικό Unfollow

from the beginning

23897589

Προχτές αργά το απόγευμα αποφάσισα ότι ο καλλωπισμός πρέπει να πεθάνει. Ήρθε η εποχή να αφήνονται οι λέξεις να βγουν στο δρόμο μονάχες τους, όχι δυο δυο ή τρεις μαζί, ούτε ντυμένες. Γύμνια. Ούτε παπούτσι, ούτε ζακέτα, ούτε βρακί. Αχτένιστες, άλουστες. Όπως τις είδα στη γέννα. Ή αυτές είδαν εμένα, δεν έχει και μεγάλη σημασία ποιός πρώτος.

Να γράφεις «πεινάω». Σκέτο. Καμιά επεξήγηση. Πεινάω. Θέλω να βάλω κάτι μέσα μου, να γεμίσω. Φτάνει, ως εκεί. Το Im starving ακούγεται πιο καμπανιστό, το ίδιο και το λιμοκτονώ αλλά κανείς δεν σε φοβάται αν μπογιατίζεις τις λέξεις. Ασπρόμαυρες -με μια κιτρινίλα, δώρο του χρόνου- έχουν πιο μυτερά δόντια.

Να πληκτρολογείς «σε θέλω». Ούτε ποιάν, ποιόν, ούτε γιατί, ούτε πότε, ούτε τι θα τον, την κάνεις μετά. Σε είδα, χτες, σήμερα ή πρίν δέκα χρόνια και σε θέλω. Δεκάρα δεν δίνω αν ζεις ή αν είσαι αλλουνού ή αλληνής, αν ξέρεις ότι υπάρχω, αν αξίζεις να σε θέλει κανείς, αν αξίζω δεύτερη ματιά. Εγώ σε θέλω. Έτσι.

Να λες «ψόφα». Απ΄τα τρίσβαθα της ψυχής σου. Χωρίς ετυμηγορία. Χωρίς τύψεις. Ψόφα και φύγε απ’ τον κόσμο μου, πήγαινε να παίξεις ή να σαπίσεις στο δικό σου. Πες το, γράφτο και βάλε τελεία μετά. Αυτό ήταν το λάθος που κάναν οι Archive. Τα υπόλοιπα στιχάκια που στίψαν το μυαλό τους να γεννήσει ήταν βάρος περιττό, ψεύτικο στολίδι, φο μπιζουδάκι στην ατέλειωτη ομορφιά του So fuck you, anyway. Ξέρει αυτός, αυτή, το γιατί. Όλοι μας ξέρουμε το γιατί.

«Κουράστηκα». Έτσι, ξεδιάντροπα και γρήγορα. Για κάποιο λόγο κουράζονται οι άνθρωποι. Για δέκα λόγους, για εκατό. Αν κάτσεις να τους μετρήσεις κουράζεσαι περισσότερο. Μη μετράς.

Να πεις «φύγε». Ένα κενό στο χρόνο. Ούτε πριν, ούτε μετά. Αυτά τα πριν και τα μετά είναι για ιστοριούλες και ποστάκια. Για μόδιστρους των λέξεων. Για λατρεμένες κοπτοραπτούδες. Γυμνά είπαμε. Ούτε ύφασμα, ούτε βελόνι, ούτε κλωστή. Μόνο «φεύγω» μπορείς να φορέσεις, αντί «φύγε». Να το φορέσεις όμως, όχι να σε φορέσει. Μη παρασυρθείς και γυρίσεις πίσω να δεις τι ξέμεινε. Κανείς δεν νοιάζεται να γλύφει αλάτια για να ζωντανέψουν ξανά.

Τα βράδια που με παίρνει ο ύπνος, αυτές οι ηλίθιες λέξεις κάνουν παρέα μεταξύ τους, καθρεφτίζονται, φτιασιδώνονται, χαζογελάνε. Νομίζουν ότι θα μεγαλώσουν και θα γίνουν σκέψεις. Οι γελασμένες, οι φτηνές, οι τιποτένιες. Αφού θα ξυπνήσω και θα λουφάξουν πάλι ολόγυμνες στη γωνιά τους. Όπως ήταν στη γέννα. Τη δικιά τους ή τη δικιά μου, δεν έχει πια σημασία.

νότια των συνόρων

23780123 (1)

Απόπειρα γραφής μετά από κανονική δόση λεξοτανίλ -6ρι mg- είναι μάταιος κόπος. Χειρότερα ήταν με τα εικοσάρια Ladose, κι ας έκανα χειλιτζίκια και τα ‘κοβα μισά. Τότε έγραφα μόνο για ο,τι τέλειωνε σε -ματα. Αίματα, ψέματα, σπέρματα, κυρίως ψέματα. Με κορόιδευα αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Μάρτυρας να με καταδώσει δεν υπήρχε κι όταν υπήρχε δεν διάβαζε.

Με τα λεξοτανίλ θέλεις μόνο να κοιμάσαι. Κι όταν ξυπνάς, ότι και να ΄χεις αντικρίσει μεταξύ του πρώτου και του δέκατου REM, σε αφήνει αδιάφορο. Δεν θέλεις να γράψεις γι’ «αυτό». Ούτε λέξη. Δάχτυλα μακριά από πλήκτρα. Αν «αυτό» είναι γυναίκα, θες να φιλήσεις το λαιμό της, να χώσεις τα χέρια σου μέσα στη μπλούζα της, και μετά να χαϊδεύεις το λαιμό της και να φιλάς τα στήθη της. Προσπαθώντας να μην αφήσεις παραπονεμένο κανένα από τα δυο. «Εδώ, έλα ξανά, δεν το φρόντισες αρκετά αυτό, θέλει να το πονέσεις κι άλλο». Αυτό θες, άρωμα, γεύση, μελανιά γυναίκας κι όχι caps lock και enter και save as.

Μερικοί πιο βιαστικοί χαιδεύαν την κοιλιά της, γλιστρώντας σιγά σιγά προς τα κει χάμω που το δέρμα παύει να είναι λείο και τα δάχτυλα πρώτα γίνονται sticky κι ύστερα καίγονται. Δάχτυλα αναστενάρηδες. Στη νεκρή ζώνη Μουρακάμι, νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου. Πολλοί πεθάναν εκεί, οι περισσότεροι πριν φτάσουν καν στην άκρη του φαραγγιού. Τα κουρέλια τους θα τα βρεις σκόρπια πάνω στο άγιο τρίγωνο. Λιγότερα ασπρισμένα κόκκαλα θ’ αντίκριζες στο δρόμο για το άγιο δισκοπότηρο.

Να γράφεις πιωμένος δεν αξίζει, στο λέω. Μέχρι το δεύτερο, τρίτο ποτήρι οι σκέψεις σου κάνουν τη χάρη. Στα τέσσερα αρχίζουν να πίνουν κι αυτές μαζί σου και με σκέψεις-συνοδηγούς που δεν τη βγάζουν καθαρές σε αλκοτέστ μην ξεκινάς ταξίδι. Σε χαντάκι ή σε κανένα άθλιο πάρκινγκ, ανάμεσα σε τούρκικες και βουλγάρικες νταλίκες θα καταλήξεις. Ούτε στο WC θα τολμήσεις να πας, από τη βρώμα. Θα στηρίξεις το κεφάλι στον ουρανό του αυτοκίνητου και θα κάνεις μούσκεμα λαμαρίνες, μισοκατεβασμένο παντελόνι, παπούτσια. Μια ιστορία τσίκνας που δεν νοιάζει κανέναν. Εκτός -ίσως- απ’ τους νταλικιέρηδες, μα αυτούς ας τους κάνει βιβλίο, ποστ, σενάριο, πολαρόιντ, ιστορία, κάποιος άλλος.

Το ξημέρωμα θα σε βρουν κοιμισμένο -μπορεί κι αποθαμένο- ανάμεσα σε δυο σταματημένα και σκοτεινά τρένα. Θα χαμογελάς και κανείς δεν θα τολμήσει να σε ξυπνήσει. Θα ‘ναι το πρώτο χαμόγελο που ΄χουν δει εδώ και αιώνες και δεν θα το λέει η καρδιά τους να το σκοτώσουν.

«την αγαπημένη μας»

23668166

Αυτή είναι μια φωτογραφία της πόλης μου, σκεπασμένης απ’ τη μια γωνιά ως την άλλη -δεν απέχουν δα και πολύ, ένα άφιλτρο τσιγάρο δρόμος είναι οι γωνιές της- με ένα λερωμένο σύννεφο. Κάπνα απ’ τις σόμπες και τα τζάκια. Τρυπώνει παντού. Δεν τολμάς ν’ απλώσεις ρούχο έξω, τσάμπα τα μαλακτικά και τα αρώματα και τα χρωματιστά μανταλάκια. Βγαίνεις στο μπαλκόνι για ένα λεπτό, να φέρεις τρεις πατάτες κι ένα κρεμμύδι μέσα και κουβαλάς πάνω σου τη μυρωδιά από στάχτη και αποκαḯδια.

Σ’ αυτή την πόλη, κάποιος γράφει -πριν ένα μήνα- μιαν ιστορία-παραγγελιά για τον ένοικο μιας πολυκατοικίας, συνηθισμένης, χωμένης -όπως όλες οι άλλες- κάτω απ’ το κακοπλυμένο σύννεφο. Γράφει μια ιστορία που δεν έγινε ποτέ, μέσα -όμως- σε ντουβάρια και διαδρόμους που υπάρχουν, ανάμεσα σε ανθρώπους που υπάρχουν και δίπλα σε αληθινά σκαλιά που κατεβαίνουν στο λεβητοστάσιο, στα σπλάχνα μιας πυλωτής -φωτισμένης τα βράδια- όπως όλες οι άλλες.

Στην ίδια πόλη κάποιος γράφει, πριν μπει ο Δεκέμβρης, για τη μικρή ιστορία ενός δέντρου. Ενός δέντρου στην ίδια πολυκατοικία, δέκα βήματα μακριά, απ’ την ιστορία με τα σκαλιά που κατεβαίναν στο λεβητοστάσιο, ένα πλατάνι στον ακάλυπτο, δέκα βήματα -κι αν- μακριά από έναν δρόμο φωτισμένο, με αυτοκίνητα να περνάνε συνέχεια, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, πρωί, ασταμάτητα.

Τώρα πιά, κάθε φορά που αυτός ο κάποιος που έγραφε ιστοριούλες θα μπαίνει να παρκάρει, εκεί ανάμεσα στα σκαλιά που κατεβαίνουν στο λεβητοστάσιο και το πλατάνι, θα βλέπει την Ζωή, με το πρόσωπο ένα με το χώμα. Όσα χρόνια και να περάσουν. Και ποτέ δεν θα μπορέσει να πάει κοντά να της ψιθυρίσει έστω μια λέξη. Μια συγγνώμη γιατί εκείνη την ώρα δεν ήταν κανείς μας εκεί. Μια λέξη. Κάτι. Οτιδήποτε. Αυτός ο βολικός με τις λέξεις, δεν έχει ούτε μια τώρα. Ούτε μια. Έχουν όμως όλοι οι άλλοι.

Ακόμη κι όταν σβήσουν τα τζάκια και οι ξυλόσομπες, ακόμη κι όταν καθαρίσει ο ουρανός κι αρχίζει να μυρίζει ο ήλιος, αυτό το λερωμένο σύννεφο ήρθε για να μείνει από πάνω μας. Μπορεί να φύγει απ΄την πόλη αλλά όχι απ’ το σπίτι μας. Αυτή η μυρωδιά, σ’ αυτό τον ακάλυπτο, πότισε την ψυχή μας απ’ τη μια γωνιά της ως την άλλη. Που ανάθεμά με κι αν ξέρω πόσο απέχουν.

—-

 

 

music for ΚΤΕΛς

 

25895052

 

Εισιτήριο βγαλμένο βδομάδες νωρίτερα, «δεν μπορώ τηλεφωνικά αγόρι μου, όχι για τις μέρες πριν τα Χριστούγεννα, να έρθεις από δω». Θυσιαζόταν ένας για άλλους τρεις, άλλαζε κάποιο Σάββατο δυο αστικά και κατέβαινε από Γουδί Κηφισό. «Μαλάκα, τελευταία φορά που πάω εγώ, για το Πάσχα θα πας εσύ, εξηγούμαι από τώρα».

Λεφτά δεν περίσσευαν ποτέ, κανονίζαμε τα καύσιμα να μας πάνε στο όριο. Άρα ποτέ ταξί -φυσικά συνεταιρικά- ως τα ΚΤΕΛ κι ας σέρναμε βαλίτσα με δυο μηνών άπλυτα. Άλλη μια είχε φύγει μόνη της μετά την 28η Οκτωβρίου, δώρο στη μάνα μου. Τα -θεός να τα κάνει- «καθαρά» (αν έβλεπες τη γυαλάδα στο τζιν θα καταλάβαινες) σε ένα σακ βουαγιάζ. Ένα κόκκινο Champion, κληρονομιά απ’ τη γυμναστική στο λύκειο. Δυο αστικά (μη με ρωτάς γραμμή και αριθμό, όλα άλλαξαν έκτοτε, και η RAM μου το ίδιο), ανέβα, κατέβα, φορτώσου, ξεφορτώσου, στριμώξου, κάτσε, σήκω (εκείνη την εποχή τα σεβόμασταν τα γερόντια, ακόμη και τα πενηντάχρονα), φτάναμε στο σταθμό κατά τις 6.

Το βραδινό ΚΤΕΛ (δεν υπήρχε «λεωφορείο», μόνο ΚΤΕΛ υπήρχε, ανέκαθεν, σαν κάτι το βαριά υποτιμητικό ) έφευγε στις 7. Ποτέ δεν παίρναμε το πρωινό, των δέκα. Άμα με ρωτήσεις γιατί, θα σου πω «ιδέα δεν έχω». Σιωπηρά και συνωμοτικά, χωρίς ν΄αλλάξουμε ποτέ κουβέντα μεταξύ μας βγάζαμε εισιτήριο μόνο με το βραδινό. Τα πρώτα δυο χρόνια. Μετά άλλοι αγάπησαν κάτω, άλλοι συνέχισαν να αγαπάνε πάνω, με άλλους χωρίσαν οι αθηναϊκοί δρόμοι μας, αλλάξαν τα προγράμματα και οι προτεραιότητες, ταξιδεύαμε πια μόνοι.

Αν θες να γράψεις διήγημα, αρχίζεις να μαντρώνεις λέξεις και να τις βάζεις σε σειρά πάνω στη διαδρομή. Εσύ εδώ, εσύ στου Λεβέντη, εσύ κάτσε στα Τέμπη, εσύ στις στροφές στο Δερβένι. Μέχρι να φτάσεις.

Δεν θέλω όμως. Γράψαν άλλοι και γράψαν καλά. Και για λογαριασμό μου. Κέρουακ των πτωχών δεν μπορείς να γίνεις. Αναγκαστικά έσβησα τα δικά μου μέτρια, είπα στις δικές μου σημαδούρες μνήμης «εντάξει, μπορείτε να φύγετε, δεν σας χρειάζομαι άλλο», μερικές ήταν τόσο ηλίθιες που ως και σήμερα κάθονται εκεί που τις άφησα στα δεκαεννιά μου κουνώντας την ουρά τους, μέρα-νύχτα, μπας και ξαναπεράσω από κει. Θαρρείς και υπάρχει περίπτωση να με γνωρίσουν.

Σαν εκείνη τη σημαδούρα στην Αλαμάνα. Εκεί, μέσα σε ένα άθλιο εστιατόριο, με βρωμερά WC, να λέμε αστεία μεταξύ μας για τα “μπιντόκ α λα ρους” μέσα στα ταψιά, που δεν ήταν από κρέας αλλά από εξωγήινους κιμάδες. Και για το αβγό πάνω τους που σε κοίταζε λοξά «όπως το μάτι του Βούδα» και σ’ έστελνε με διπλωμένη την κοιλιά απ’ τα γέλια έξω, στον ψόφο, ο Δεκέμβρης δεν αστειευόταν όταν κόντευαν μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν το πρόσεξες ποτέ αλλά τα χνώτα απ’ τα γέλια ήταν τότε πιο καλοσχηματισμένα. Σήμερα άσ’ το. Από χαμόγελο δεν είδα ποτέ να γεννιούνται χνώτα..

Μέσα ξανά, στα στενά πλαστικά καθίσματα. Ούτε υφάσματα τότε, ούτε δερματίνες. Πλαστικίλα άσχημη. Καθένας στον αριθμό του. Ο 7, η 11, ο 18, ο 21, η 34. Ο οδηγός μετράει κεφάλια, «είμαστε όλοι εδώ;», ο,τι και να απαντούσες ψέματα θα έλεγες, κάποιον άφησες πίσω, κάποιος που ταξιδεύει μαζί σου δώδεκα ώρες τώρα κοιμάται και περιμένει -όπως κι εσύ- να ξημερώσει γα να δει αν φιλάς όπως την τελευταία φορά ή αν έφυγες ήδη γι’ αλλού. Μόνο από κει θα το καταλάβαινε, ποιά τηλέφωνα, ποια κινητά, ποια sms και ποια φέισμπουκ. Φιλί. Fake or real.

Το κάστρο στον Πλαταμώνα δεξιά. Ακόμη κι αυτό το μακρινό φως σε πειράζει στα μάτια. Κοιτάς τριγύρω, κανείς δεν κρατάει smartphone η κινητό, το πολύ πολύ να δεις κανένα walkman. Ασπίδα για να μη σου ματώσει το αυτί η Έλενα Γιαννακάκη, να μη στο δαγκώσει η Ρένα Ντάλμα, να μη στο ξεριζώσουν οι Κωστάδες, Κόλλιας και Μοναχός. Δώδεκα ώρες -μείον οι στάσεις- aural sculpture, που λέγαν και οι ποιητές, αλλά με μυτερά καλέμια, με σκουριασμένα σκαρπέλα και σμίλες. Ο Οδυσσέας λιγότερα τράβηξε απ΄τις Σειρήνες. Αν μπορείς να πεις Σειρήνα την Ρένα Βιολάντη.

Τα χέρια σταυρωμένα μπρος στο στήθος, ή κάτω απ το κεφάλι, σα μαξιλάρι. Αν είσαι τυχερός και έπιασες παράθυρο. Τα δάχτυλα ακίνητα, αγύμναστα, σχεδόν σοφά. Αφού, τότε, καύλωναν ακουμπώντας δέρμα και ρώγες, όχι χαϊδεύοντας εικονίδια πάνω σε τέσσερις ή πέντε ίντσες.

Ασπροβάλτα. Ακρογιάλι. Η μηχανή σβήνει, τα 8 track κλείνουν, η θάλασσα μπαίνει από τις ανοιχτές πόρτες και καθαρίζει τον άσχημο θόρυβο, όπως ο Βαν Χέλσινγκ τα τέρατα. Νυστάζω, δεν βγαίνω έξω, κάποιος να κλείσει τις πόρτες. Η πρώτη σκέψη. Όμως οι δεύτερες σκέψεις είναι σοφότερες, ειδικά αν η κύστη σου συμμαχήσει μαζί τους. Είκοσι χρονών. Πεταλούδες στο στομάχι, χώμα στα μάτια, δέκα λίτρα κάτουρα στην κύστη κι αντέχεις άλλα εκατό χιλιόμετρα, δεν ήμασταν άνθρωποι εμείς, οι τρανσφόρμερς ήμασταν

Και είμαστε. Ψόφιες πεταλούδες στην κύστη, χώμα στο στομάχι, κουρασμένα μάτια. Αλλά ακόμη στο δρόμο.

—-

boxing life

23339642

Να σου πω ότι όλα είναι καλά, ψέμα θα είναι. Πιο μεγάλο όμως αν σου πω ότι δεν είναι. Λεφτά, κι ας είναι ακρωτηριασμένα, μπήκαν κι αυτό το μήνα στο σπίτι. Θυμάσαι το Boxing Helena; Έτσι είναι το μηνιάτικο, σαν την Helena λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους, ζωντανό μα έκτρωμα. Αλλά δεν πειράζει, κανείς δεν λείπει και φέτος, ξαναμετρηθήκαμε για σιγουριά. Κοιμόμαστε στα κρεβάτια μας, όχι σε παγκάκια, αυτοκίνητα ή σε καναπέδες φίλων. Τα χέρια μας μπαίνουν και βγαίνουν ανενόχλητα μέσα κι έξω απ΄το πάπλωμα, δεν φιλοξενούν καμιά βελόνα μέσα στη φλέβα να τους φωνάζει «ώπα! ως εκεί». Το πρωί ακούμε το ξυπνητήρι κι όχι μια φωνή που λέει -μ΄αυτό τον ενικό της οικείας παγωμάρας- «βάλε το θερμόμετρο». Τριανταοκτώ και τέσσερα. Σκατά. Είπα θερμόμετρο, ζέστη έχουμε, εικοσιένα βαθμούς, αλλά έχουμε. Προχτές βάλαμε ενάμιση χιλιάρικο πετρέλαιο και από πίσω κάναμε ευχέλαιο -στην είσοδο της οικοδομής- για το κακό μάτι. Κατάσχεση δεν μας κάναν, ως τώρα, αν και δεν ξεχνάνε να τηλεφωνήσουν τα κορίτσια των τριακοσίων ευρώ να «υπενθυμίσουν» και ότι «η συνομιλία μας καταγράφεται». Ακούω «συνομιλία» και θέλω να τις ρωτήσω «και η συνεύρεση; κι αυτή καταγράφεται;» μα δεν είναι πρέπον να πουλάω εξυπνάδα στα κορίτσια του μεροκάματου, δικός τους είμαι κι εγώ. Τώρα που το καλοσκέφτομαι ποτέ δεν με πήρε τηλέφωνο άντρας, χαζά κολπάκια του μάρκετινγκ. Τα ΑΤΜ με βλέπουν πιο συχνά κι από τη μάνα μου. Οι γονείς ΑΤΜ έχουν πεθάνει, παλιά μοντέλα, δεν ξαναβγαίνουν. Βενζίνη μπαίνει με ρυθμούς κατοχικούς, μια φορά τη βδομάδα, άντε δύο στα μεγάλα κέφια. To please refuel αναμμένο μόνιμα, τι χαḯρι να δει με ένα δεκάρικο, τζάνκι της πλάκας το κουρσάκι. Αλλά δεν πειράζει, δυο ευρώ χαρτζιλίκι στη μικρή βγαίνει, κάθε μια, δυο μέρες. Παλιά την έπαιρνα στο κινητό να της πω -όλο ενοχές- «ξέχασα να σου αφήσω λεφτά», τώρα ανακουφίζομαι που δεν θυμάμαι καν αν άφησα. Ή που δεν θυμάμαι να πάρω τηλέφωνο. Ο μεγάλος έχει το μαγικό εικοσάρικο, αυτό που δεν τελειώνει πριν περάσει μισός μήνας. Χρυσό παιδί, αλλά δεν μας φανερώνει το μυστικό να σωθούμε μια και καλή. Φαγητό υπάρχει για όλους, κάθε μέρα. Πετάμε όλο και λιγότερο. Αλλά συνεχίζουμε να πετάμε και να ντρεπόμαστε πολύ γιατί τα περίσσια μας είναι τριάστερο Michelin για κάποιους. Και ρούχα έχουμε, καθαρά, σιδερωμένα. Καινούρια μόνο για τα παιδιά, όλο και πιο αραιά. Ο ράφτης μου με κοιτάζει με λατρεία στα μάτια όσο δεν αποφασίζω αν θα βάλω κιλά ή αν θα χάσω. Τη μικρή την αγαπάει ένας, μπορεί και τρεις. Θα υποφέρουν. Ο μεγάλος αγαπάει. Θα απελπιστεί. Οι πιο μεγάλοι καθόμαστε με τις φόρμες στους καναπέδες, μασουλάμε φιστίκια και μανταρίνια και βλέπουμε «North by Northwest». Οι έρωτες μας βαρέθηκαν και βγήκαν μια μέρα «για τσιγάρα». Δεν επέστρεψαν έκτοτε. Παπάρα Χίτσκοκ που νομίζεις ότι έκανες και ταινίες.

—-

η μικρή ιστορία του δέντρου (no photoshoping)

Ο παπούς πέθαινε απο καρκίνο, Μάιο διαγνώστηκε, Αύγουστο τον κηδέψαμε. Δυνάμεις δεν είχε, εγκατέλειψε τον κήπο, πήγαινα κάθε μέρα και τον ψευτοφρόντιζα εγώ, δέκα λεπτά δουλειά και το ‘βλεπα αγγαρεία.Καθόταν σε μια καρέκλα -μέχρι τα τέλη Ιουλίου που έπεσε πια για τα καλά- και έδινε οδηγίες, τα τελευταία «κουμάντα». Φωνή δεν έβγαινε, πήγαινα κοντά για να ακούσω, σχεδόν κόλλαγα το αυτί μου στο στόμα του. “Τις τριανταφυλλιές κλάδεμα λοξά, νερό μη ρίξεις πολύ”. Έριχνα, κλάδευα άγαρμπα, έπρεπε να τελειώνω, περίμενε το αίσθημα.

Μια μέρα που η φωνή του δεν ακούστηκε καθόλου, και σχεδόν δεν διακρινόταν μέσα στη γαλάζια πυτζάμα, έλιωνε τόσο μα τόσο γρήγορα, δεν ξέρω γιατί πήγα κοντά και του είπα “μη σκας για τον κήπο, θα στον φροντίζω εγώ, χειμώνα καλοκαίρι”. Δεν είπε τίποτε, ανέκφραστος έμεινε, πονούσε, δεν καλοάκουγε, δεν ένιωθε, δεν, δεν, μια διμοιρία από δεν.

Τέλος Αυγούστου εκείνος έλιωνε μέσα στο χώμα κι εγώ απο ζέστη, στη Ρόδο. Με το αίσθημα. Όταν γύρισα, κήπος δεν υπήρχε. Ένα φυτολόγιο μόνο, τα πάντα ξεραμένα. Καμμένα. Πιο πεθαμένα κι απο κείνον.

Σε έξη μήνες το δώσαμε αντιπαροχή. Δεν πέρασα να δω το σπίτι ούτε στο γκρέμισμα, ούτε στο χτίσιμο. Έκανα χίλια μέτρα παραπάνω διαδρομη για να μη περάσω απο κει, ούτε μπετονιέρα ήθελα ν’ ακούσω, ούτε μπάζα να φεύγουν, ούτε αλουμινάδες να αντικρύσω.

Όταν μου ΄πε η μάνα μου οτι δώσαν ρεύμα, πήγα. Βράδι, κλέφτης εντελώς. Φύτεψα ένα πλατάνι εκεί που θα μπορούσα να το βλέπω, όταν και αν περνούσα απ΄τη γειτονιά. Ούτε αν θα βρει νερά για να ψηλώσει ήξερα, ούτε αν θα επέστρεφα ποτέ. Μια στρατιά από “αν”.

Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, νιώθω οτι μισοξεχρέωσα. Κάποια μέρα που θα μπω για να παρκάρω, θα ‘θελα να τον δω εκεί, κάτω απ’ το πλατάνι, μέσα στις γαλάζιες πυτζάμες. Για να πάω να του ψιθυρίσω “στο είπα, μη σκας, χειμώνα καλοκαίρι, εγώ. Δεν πονάς, ε;”.

—-