Tanghier blues

26006571

Καρότο χοντοτριμμένο στο ρεντέ, μαϊδανός ψιλοκομμένος, κόκκινα τσίλι σε λεπτές ροδέλες, μια τσιμπιά αλάτι, λίγο λεμόνι, ξύδι, ελαιόλαδο απ’ το καλό, όχι τσιγκουνιές με δεύτερα. Και κύμινο. Όσο αντέχει η ψυχή σου κι οι μασχάλες σου. Ανακατεύεις με τα χέρια, σα να στεγνώνεις τα μαλλιά της κόρης σου όταν ήταν πέντε, έξη. Τα σκουπίζεις στην πετσέτα, την πετάς στον πάγκο με περηφάνια. Ανοίγεις ένα κόκκινο, άμα σου βρίσκεται κανένα σπανιόλικο, της γειτονιάς, έπιασες τζακποτ. Όχι cheap Spanish wine, άσε τον Θεό να λέει τα δικά του, ένα Sangre del toro μια χαρά θα σε πάρει και θα σε σηκώσει. Αν τα τσίλι σου φαίνονται νωθρά, μισή κουταλιά μπούκοβο θα τα εξαγριώσει, μη τα λυπάσαι, τσίγκλα τα. Πάρε μια τσιμπιά, γέψου και μύρισε, ρίξε κι άλλο απ’ ότι σου φάνηκε λειψό. Ξαναχώσε τα δάχτυλά σου μέσα, τον ξέρεις τον τρόπο, δεν τον ξέχασες, ακόμη. Ανακάτεψε ξεδιάντροπα, ξέχνα την κόρη σου τώρα, θυμήσου κάτι άλλο. Να πάνε όλα παντού, να στάζουν, να γυαλίζουν, να καίνε.

Mη μπλέξεις με τηγάνια και σάρκες. Λίγες πίτες ψευτοαράβικες θέλει, κόβε, δίπλωνε, χώνε μέσα μπουκιές, λερώσου, αν κολλήσει μαϊδανός στα δόντια της βγάλ’τον με τη γλώσσα σου αν μπορείς. Κι αυτόν και το κύμινο. Μπορείς να βρεις το δρόμο;

Άμα σου βρίσκονται πρόχειρα κεριά, άναψε καναδυό, πέντε, δέκα, καν’ το Hotel el-Muniria κι ας μη μυρίζει κάτουρο και κείνη τη γνώριμη καπνίλα τριγύρω. Φτιάξε τσάι, για μετά. Με φρέσκια μέντα μέσα, πάψε πια να ρίχνεις μόνο κλεφτές ματιές στη γλάστρα περιμένοντας να ‘ρθει νέα σοδειά από ρούμι, τρύγα την τώρα κιόλας. Ψάξε βρες πού έχεις καταχωνιασμένα τα φτηνοπότηρα του τσαγιού που πήρες χρόνια πριν απ΄την Πόλη, ήρθε -επιτέλους- ο καιρός να σου πουν ακριβές κουβέντες.

Όπως Μπάροουζ, όπως Γκίνσμπεργκ. Beat & eat. Μην ξεχνάς τον Ορλόφσκι, μη παραλείπεις τον Κέρουακ. Δεν μπορείς να πιάσεις Radio Agadir, βολέψου με ana fil houb στο σιντί, ας είναι παραδιπλανός ο Lili, οι μαγκρεμπιανοί θα σε συχωρέσουν. Μη μερακλωθείς και ξαπλώσεις στα τριμμένα μωσαϊκά, πάτα όμως ξυπόλητος πάνω τους, πάνω στα μάρμαρα, στα πλακάκια. Φτιάξε το παραμύθι σου στον τρίτο όροφο. Με τρεις κι εξήντα. Άντε έντεκα με το κρασί.

Σαν χτυπήσει το κουδούνι, ο Bowles θα ‘ναι. Αν έχει άστρα η βραδιά, μπορεί και να σου πει μια ιστορία για  κει πάνω. Mη προσποιηθείς ότι την ακούς πρώτη φορά, μη δείξεις μαγεμένος. Ξέρει και ίσως προσβληθεί. Τ’ αστέρια και η παρέα είναι το θέμα, η ιστορία το πρόσχημα.

ق

soul spa

renault10

To άσπρο δεκαράκι Ρενώ, ήταν το πρώτο αυτοκίνητο που οδήγησα. Μηχανή πίσω, πορτ-μπαγκάζ μπροστά. Ήταν τόσο ελαφρύ που όταν δεν πηγαίναμε ταξίδι με ψευτομπαγκάζια, είχα πάντα έναν μισογεμάτο σάκκο τσιμέντο μπρος για να μη με τρώει το άγχος της απογείωσης όταν έπιανε τα εκατό. Το κοντέρ έγραφε εκατονπενήντα αλλά στα εκατονδέκα τερμάτιζε. Όσο γενναίος και να ‘λεγα πως ήμουν στα δεκαεφτά, δεκαοχτώ, είκοσι, τον κόφτη τον είχα ενσωματωμένο στο φυλλοκάρδι μου. Ποτέ δεν είπα «τσιμέντο να γίνω, πάτα το λίγο ακόμη αγόρι μου μέχρι να ξεριζωθούν οι πόρτες». Μια ζωή χλιαρός. Μη τυχόν και φύγουν οι πόρτες. Τώρα ούτε ταβάνια έχουμε αλλά τότε δεν ήξερα.

Ένα Σάββατο,  Φεβρουάριο μήνα, την εποχή που οι Φεβρουάριοι δεν είχαν φέισμπουκ, τουίτς και τέτοια δίσεκτα, πήρα αγκαζέ δυο διάφανες Scotch εξηντάρες και κατηφόρισα προς τη θάλασσα. Εικοσιπέντε χιλιόμετρα δρόμος, δεν το ‘λεγες κι αποκοτιά, δεν ξεκίναγα για το Ντακάρ.

Στη διαδρομή παραλίγο να τρακάρω τρεις φορές με την άνοιξη. Καθόλου ποιητικό. Η πανηλίθια έβγαζε μπούτι απροειδοποίητα, πετιόταν μέσα από χωράφια, πουρνάρια, κλειστά βενζινάδικα και πάνω από δέντρα, αν δεν με γελά η μνήμη μου στο τελευταίο «παραλίγο» έσκασε ένα χαμόγελο σαν τη γάτα του Cheshire και το τιμόνι με τα χέρια μου πήραν προσωρινό διαζύγιο ένεκα λαχτάρας. Παρόλα αυτά το κράτησα στην άσφαλτο το Ρενάκι, δεν το λες και κατόρθωμα με εβδομήντα χιλιόμετρα την ώρα αλλά «μια ζωή υπερβολικός» έλεγε η μάνα μου.

Από το σπίτι έφυγα με ένα πεντακοσάρικο, μπορεί και λιγότερα, και τέσσερις ταχύτητες συν όπισθεν. Μετά από δέκα χιλιόμετρα χάθηκε η τρίτη. Έτσι, απροειδοποίητα. Δεν της φερόμουν ποτέ καλά, είναι αλήθεια, αλλά τι να πουν και οι άλλες τέσσερις. Ειδικά η όπισθεν ήταν πιο βασανισμένη κι από αυτί που άκουγε δέκα φορές σερί Do you really want to hurt me? και όχι μόνο δεν μάτωνε αλλά ζητούσε και τα ρέστα απ’ το ρεφρέν. Μy own private Guantanamο, υπερβολικός αλλά και πρωτοπόρος.

Κουτσά στραβά έφτασα στη θάλασσα, παραμυθιαζόμουν ότι ήμουν σε ειδική διαδρομή με διαλυμένο σαζμάν, πρώτη-δεύτερη-τέταρτη, μια φορά αποπειράθηκα το πρώτη-τέταρτη κι όταν με προσπέρασε ένα ποδήλατο (απ΄ τα κατοχικά) ντράπηκα πολύ και σταμάτησα να το παίζω Τζόνι Πεσμαζόγλου (άντε, Σιρόκο για τους λιγότερο δημογέροντες) και είπα «σημασία έχει να φτάσεις, τα της διαδρομής άσ’τα για τους καβαφικούς», μια ζωή λόγιος κι εστέτ.

Στην παραλία είχε μόνο γλάρους. Πολλούς γλάρους. Και μια τζούρα ήλιο, ίσα για μισή ρουφηξιά. Τότε δεν κάπνιζα, περπάτησα ως την άκρη της άμμου, φορούσα τα καλά μου Rayban, τα wayfarer, φαντάζομαι ότι οι γλάροι -θεός σχωρέσ’ τους όπου και να λιώνουν σήμερα- δεν θα ΄χαν να πουν ούτε μισή καλή κουβέντα για μένα, κάθησα χάμω, έβλεπα τον ορίζοντα κι αυτός εμένα, κανείς απ’ τους δυο μας δεν άλλαξε κουβέντα, είχα αρκετά να πω αλλά τους φεβρουάριους ο ορίζοντας βαριακούει λίγο, δεν θυμάμαι πόση ώρα πέρασε,  πάγωσα, ξαναγύρισα στο Ρενώ, έβαλα πρώτη, έφυγα.

Στο σπίτι, την ώρα που έτριβα τυρί πάνω στα μακαρόνια, είπα του πατέρα μου «έχασα την τρίτη», ούτε γύρισε να με δει -εκείνος οδηγούσε ήδη το τσίλικο Gredos, δικό μου ήταν το ζόρι- αλλά είπε «να πας να τη βρεις», κρατήθηκα να μη του πω «με τόσους γλάρους εκεί κάτω, λέπι της δεν θα βρω ακόμη κι αν σκαλίζω ως τον Ιούνιο» αλλά δεν μίλησα για να μη πει «σιγά τον ποιητή, επειδή έγραψες 18,5 Έκθεση στις πανελλαδικές δεν σημαίνει ότι έμαθες να οδηγάς κιόλας» και συνεννοηθήκαμε μια χαρά με οκτώ λέξεις.

Βρήκα λεφτά (δεν αγόρασα ούτε μισό βινύλιο για πέντε μήνες, έκοψα μαχαίρι την «Ελλη» και το «Ιντεάλ» με τα άπαντα του Βάιντα, κόπηκαν και οι σαγκριές στον Ιπποπόταμο) και το καλοκαίρι, μετά την εξεταστική, απέκτησα ξανά τρίτη. Τον Ιούλιο πήγα μαζί της -δεν εννοώ την ταχύτητα- στον Αρμενιστή και μείναμε τέσσερα βράδια. Ήπια είκοσι Beck’s (ο μεγαλοπιασμένος), βούτηξα τριάντα φορές, έφαγα τρεις φορές όλες κι όλες, χάζευα τρεις ώρες το γυμνό στήθος της (με και χωρίς γυαλιά) κι έπαθα μια ηλίαση, μία αλλά ξεγυρισμένη. Summer by numbers. Το Ρενώ εκεί, πιστό σκυλί, δίπλα στη σκηνή. Τα άκουσε όλα, τα είδε όλα. Έχω και μια φωτογραφία μου μαζί του από τότε αλλά χάλασε το σκάνερ. Κι άλλα πολλά χάλασαν, ενδιάμεσα.

Δεν ξέρω γιατί κάθησα να τα γράψω αυτά και ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν -εξόν ίσως από την ψυχή του Renault, που συρρικνώθηκε μαζί με τις λαμαρίνες σε κάποια πρέσσα όταν ήρθε η ώρα της διόλου τιμητικής απόσυρσης και πήρε όλα τα μυστικά μου, μας, μαζί του-.

Μάλλον γιατί θυμήθηκα-με κάποιες τανίνες συγκρατημένης περηφάνιας και λίγη πίκρα στην επίγευση- ότι το σακκί με το τσιμέντο μπροστά ήταν μισογεμάτο. Όσα χιλιόμετρα και να κάναμε παρέα, πάντα μισογεμάτο. Ποτέ μισοάδειο. Ποτέ.

—–

η ψυχοταḯστρα

Φυσικά και προβληματίστηκα για το αν έπρεπε να φτάσω ως εδώ, σε τέτοιαν εικόνα, τέτοιες μέρες. Τέτοια μέρα. Κατάντια, θα πεις. Χοντροπετσιά. Αδιαφορία. Αντικοινωνικότητα. Ξεπεσμός. Ανωριμότητα. Πες κι άλλα.

Κι αν κουραστείς να αραδιάζεις αφηρημένα πταίσματα, ξεκίνα ν’ αντιγράφεις συλλαβή προς συλλαβή τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα για να τα επισυνάψεις, με λυσσαλέα χαρά, στο κατηγορητήριο. Θα αποδεχτώ ενοχή, σε όλα. Όσα ελαφρυντικά θα έρθουν να μου σφίξουν το χέρι λέγοντας «μη σκας, εγώ είμαι δω» θα τα διώξω. Με τρόπο σκαιό.

Στο λέω, είναι μάταιο να ψάχνεις ανούσιες -εν τέλει- λέξεις και να υποκρίνεσαι πως σ’ ενοχλεί αυτό που βλέπεις. Δεν ξέρω τι λένε τα εγχειρίδια, δε με νοιάζει αν σκιάζεσαι τη λοιδωρία των φίλων σου, καρφάκι δεν μου καίγεται για τις εν δήμω αδιάβροχες ιδέες σου και τα μανιφέστα του word που με περισσή δεξιοτεχνία σκαρώνεις. Όταν τελειώσουν όλα -και θα τελειώσουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- από κει θα πάρεις μιαν ανάσα για να ξαναξεκινήσεις.

 

 

 

μαλάκες

Χήρα, ετών ογδόντα εφτά. Ολογράφως. Φύρα για το κράτος. Ντρέπεται, γιατί ξεπέρασε το προσδόκιμο. Και είναι βάρος, για όλους. Λέει.

Σύνταξη 894 ευρώ. Οκτακόσια ενενήντα τέσσερα. Ολογράφως κι αυτό. Άλλοι -λέει- δεν παίρνουν ούτε τετρακόσια. Μερικοί ούτε καν σύνταξη. Μερικοί δεν έχουν καν δουλειά. Κάποιες μέρες ούτε γάλα για το παιδί παίρνουν. Την κάναν να ντρέπεται και γι αυτό. «Επειδή το βάλατε γινάτι να ζείτε εσείς και να ζείτε με οκτακόσια ευρώ, εσείς που ανάγκες δεν έχετε, δεν περισσεύει τίποτε για τους νέους, ένα βαρίδιο είστε».

Στα νοίκια, επί αιώνες. Όλα πέφτουν, τα νοίκια είναι σκληρά καρύδια, αντέχουν ακόμη. Έφυγε, μετά απο εικοσιπέντε χρόνια, από το προηγούμενο σπίτι γιατί ούτε ένα εικοσάρικο σκόντο δέχτηκαν να της κάνουν, να πληρώνει τουλάχιστον τη συμμετοχή της για τα χάπια της πίεσης. Μετακόμιση στα 86. Νέα ζωή αρχίζει ξανά. Για δυο μήνες ήταν σαν χαμένη στο νέο κουτί. Αλλού πατούσε, αλλού βρισκόταν, ήθελε το βράδι να πάει στο μπάνιο και πήγαινε στην ντουλάπα. Ήθελε να πατήσει το διακόπτη και έπιανε πόμολο. Πήγαινε να ανοίξει τη βρύση στην κουζίνα και άνοιγε το ψυγείο. Τρεις φορές λάθεψε και στο κρεβάτι, ευτυχώς είχε τοίχο δίπλα και την κράτησε όρθια. Το 2011 πλήρωσε τρεισήμισι χιλιάρικα σε νοίκια. Μπορούσε -βέβαια- να πάει να ζήσει σε τριάντα τετραγωνικά στον πρώτο ή σε κανένα δώμα αντί να ζητάει Βερσαλλίες στον τρίτο με εξηνταπέντε τετραγωνικά. Και σε γηροκομείο μπορούσε, βασίλισσα θα ήταν, αν δεν ντρεπόμασταν εμείς. Το σύνδρομο της Βίκης τις στοίχειωσε όλες όμως, νέες και γριές. Στα λούσα και στη χλίδα. Και γι αυτό ντρέπεται.

Πληρώνει ρεύμα, νερά, τηλέφωνο. Και κοινόχρηστα. Επιμένει να έχει ηλεκτρικό, τρεχούμενο νερό και να μιλάει μια στις τόσες με τις κόρες της και την αδερφή της. Να μιλάει, για να νιώθει ότι δεν είναι φάντασμα.

Δεν θα το πιστέψεις αλλά τρώει κιόλας. Έχει δοσοληψίες με τον χασάπη. Τον φούρναρη. Και με το μανάβη. Μια μέρα είδα να της κάνει ντελίβερι και ο μπακάλης της γειτονιάς. Τυρί, γάλα, ρύζι, αλεύρι, έναν πελτέ ντομάτας, μακαρόνια νούμερο 10, πιπέρι, ζάχαρη, δυο κουτάκια μπίρες. «Για τα εγγόνια» που θα ‘ρχόταν να τη δουν. Εκείνη πίνει ελληνικό, μέτριο. Αν ξεχάσει να πει στο μπακαλόπαιδο να φέρει καφέ, πίνει νερό σκέτο. Από τη βρύση και το ψυγείο, μισό μισό. Έχει και ψυγείο. Ένα Κελβινέιτορ σαράντα χρόνων, δεν το αλλάζει. Κανείς δεν της είπε ότι εδώ δεν είναι αρχαία Αίγυπτος, να θάβουν τους ανθρώπους με τα ηλεκτρικά τους μαζί. «Αφού δουλεύει παιδάκι μου, τι με πειράζει η απόψυξη;»

Τα πόδια τσακισμένα, η μέση τσακισμένη, δεν βγαίνει πια έξω, μόνο στο μπαλκόνι για να ρίξει λίγο νερό στις πέντε γλάστρες. Στις μεγάλες ζέστες πλένει και το μπαλκόνι, ξυπόλητη. Τότε μόνο τη βλέπω να ανατριχιάζει από ευχαρίστηση. Τότε που θυμάται τις παλιές μέρες, που έπλενε τη σκάλα στη μονοκατοικία όταν ο ήλιος έκαιγε και μετά έστρωνε τις κουρελούδες για να καθήσει με τις φίλες της, καρπούζι γλυκό, κρύο νερό, γέλια. Της είπα χίλιες φορές «απαγορεύεται να θυμάσαι, δεν σου κάνει καλό». Το είπα και στην κόρη της, «μίλα της, εσένα σ’ ακούει». Δεν μ’ ακούει καμιά τους. Επιμένει να μη ξεχνάει. Αδιόρθωτη. Δεν ντρέπεται να θυμάται, λέει.

Στις είκοσι του μήνα της έχουν περισσέψει σαράντα, άντε πενήντα ευρώ μέχρι να ξαναπληρωθεί. Από τις είκοσι και μετά δεν χρειάζεται τίποτε από ψώνια, «όχι παιδάκι μου, απ’ όλα έχω». Γιατί ξέρει πως λεφτά δεν θα της πάρουμε για ένα ψωρορύζι, λίγα μακαρόνια, μισό κιλό κιμά και τρία φρούτα. Και ντρέπεται. Κι άμα της γεμίσουμε κρυφά -τώρα που μπορούμε κι εμείς- ντουλάπι ή ψυγείο κλαίει. Και κοιτάει στο πάτωμα, εμάς όχι. Ούτε το ταβάνι μπορεί να κοιτάξει, το γαμημένο το αυχενικό την γονατίζει κάθε δεύτερη μέρα. Δεν έχει πια κόκαλα, μια στήλη από άλατα είναι. Η γυναίκα του Λωτ θα έσκαγε απ’ τη ζήλια της.

Χτες της είπαμε ότι πρέπει να πληρώσει τετραψήφιο στην εφορία. Χίλια ευρώ και λίγα κέρματα. Πώς είναι όταν ο γιατρός σου λέει «δεν έχω καλά νέα», έτσι και τώρα. Πρώτα της είπαμε να καθήσει. Δεν κατάλαβε. «Γιατί;» ρώτησε, «δεν έχω ζάλη σήμερα, αφού έπλυνα και τα στόρια, καλά είμαι».

Τώρα θα ντραπεί για τα καλά. Αυτή. Που δεν χρώσταγε ποτέ ούτε ώρα σε άλλους, ούτε φλιτζάνι ζάχαρη, ούτε σπυρί από ρύζι, όχι λεφτά.

Θα ντραπεί, όσο και ο άλλος που ανατριχιάζει και μόνο στην ιδέα ότι θα ξεφτιλιστεί αν μετακινείται με τραμ, με ΚΤΕΛ και τρένα, μαζί με όσους παίρνουν τρακόσια, πεντακόσια, εφτακόσια ή εκατό ευρώ.

Γι αυτό φροντίζουν να ξεφτιλίσουν πρώτα όλους τους άλλους, έναν έναν, μέρα με τη μέρα. Nα τους βάλουν να τρώγονται μεταξύ τους, να ξεφτιλίζονται σαν τις πουτάνες που τρώγονται για τον πελάτη, θαρρείς και δεν ξέρουν πως είτε τον πάρουν είτε όχι πάλι πουτάνες θα είναι. Εννιακόσια ευρώ σύνταξη και ένα στόμα και μιλάς, εμείς που είμαστε δυο με πεντακόσια τι να πούμε δηλαδή; Γι αυτό μας ξεφτιλίζουν έναν έναν, όλους, μέχρι τον τελευταίο. Για να είναι η δική τους ξεφτίλα μικρότερη. Η πρώτη και μοναδική φορά που ζητάνε κάτι λιγότερο, κάτι μικρότερο, κάτι ευτελέστερο. «Ξεφτιλισμένοι ναι, αλλά εσείς περισσότερο. Είτε το θέλετε μαλάκες, είτε όχι,  εμείς πάντα θα είμαστε από πάνω. Πάντα. Επειδή εσείς μας βάλατε από πάνω. Ξεφτιλισμένοι μια εμείς, χίλιες εσείς. Μαλάκες, ε μαλάκες».

1,2,3,4, you haunt me

Μέσα σε έξη ντουβάρια, στην αίθουσα αναμονής ενός ιατρείου. Τέσσερα ολόγυρα, ένα πάνω, ένα κάτω. Όσο περιμένεις με τις εξετάσεις στα χέρια, είσαι χωμένος μέσα σ΄ένα σπιρτόκουτο, από κείνα τα παλιά, του μονοπωλίου. Όχι σαν καμένο σπίρτο αλλά σαν μπίζος, σα μια φοβισμένη χρυσόμυγα που τέλειωσε το νούμερό της και ξαναμπήκε για ανάπαυση μέχρι την επόμενη παράσταση. Αν ο άνθρωπος με τα άσπρα -λίγοι φοράνε άσπρα πια, μάλλον για να μη σε τρομάζει το φως πάνω τους- έχει καλά νέα (μετά από κείνη τη σιωπή, κοιτάζοντας πορίσματα και αριθμούς, που κράτησε περίπου τριανταοκτώ χιλιάδες χρόνια), ο μπίζος ξαναβγαίνει απ΄το κουτί του, ανοίγει την πόρτα, τρυπώνει στο ασανσέρ, βγαίνει στον ήλιο και παίρνει ανάσα. Ακόμη μια κάλπικη πτήση, η μια άκρη της κλωστής δεμένη στο δάχτυλο, η άλλη λίγο κάτω απ’ το κεφάλι του. Ένα, δυο λεπτά, ένας μήνας, τρεις, τέλος, κουτί ξανά, αριθμοί και διαγνώσεις ξανά. Κι εσύ εκεί, στο τοσοδούλικο κουτί,  ξύνοντας τα χαρτόνια με τα πόδια, γυρισμένος με την κοιλιά προς το θεό των εντόμων, εκλιπαρώντας να ξυπνήσεις μια μέρα και να λείπει αυτή η κλωστή από πάνω σου. Μπας κι ανοίξει μια μέρα το σπιρτόκουτο και θυμηθείς πώς πετάνε, χωρίς να σε βαραίνουν οι διαγνώσεις και οι αριθμοί.

Ανέκαθεν το πρόβλημα ήταν οι αριθμοί, το ‘μαθες στο δημοτικό, το τελειοποίησες με τον καιρό. Πνίγεσαι με αριθμούς, πεθαίνεις με αριθμούς, πεινάς με αριθμούς, σε κυβερνάνε με αριθμούς, σε πουλάνε με αριθμούς, μ’ αυτούς σ’ αγοράζουν κιόλας. Ακόμη κι αν λείψουν οι άνθρωποι, οι αριθμοί θα ζουν, είναι απέθαντοι οι αριθμοί. Μέσα σε έξη ντουβάρια, σε τέσσερα, σε δυο μέτρα, six feet under λέγαν οι παλιοί και δεν τους πίστευες. Θα πληρώνεις ακριβά τους αριθμούς ως το τέλος. Αν όχι εσύ, θα πληρώσουν οι άλλοι που αφήνεις πίσω, θα σε κρατάνε σε μια κορνίζα 20Χ10, σε ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο με πολαρόιντ 3,5 Χ 4,5 ίντσες, σε ένα στικ 8GB, σε ένα βιβλίο με 348 σελίδες, σε ένα ρούχο που σου αγόρασαν το 1998, σε ένα ζευγάρι πράσινα σταράκια νούμερο 40, σε μια 90ρα κασέτα, σε έναν αριθμό κινητού που έμεινε σιωπηλός, σε ένα 24ρι AGFA με 100 ASA που δεν εμφανίστηκε ποτέ, σε δέκα κουβέντες που δεν ειπώθηκαν, σε πεντέξι λέξεις που έγδαραν, σε ένα εισιτήριο ΚΤΕΛ με επιστροφή που έγραφε τρεις χιλιάδες δραχμές. Στο τέλος θα μείνεις ένας αριθμός, ωραία χαραγμένος. Ετών 47. 70. 64. 86. 32. 19. 51. 12. 78. Σαν συνδυασμός για ν’ ανοίξει το σπιρτόκουτο. Μπας και πετάξεις.

Μα το πρόβλημα με τους αριθμούς είναι απλό στη διατύπωσή του. Και στη λύση του. Λύση δεν υπάρχει, είναι στοιχειωμένη. Είναι εχθρός σου τα μαθηματικά. Όσο μεγαλώνεις, τόσο τα καλοκαίρια δυσκολεύουν. Με πίεση 15,5 πώς θα γλύψεις το αλάτι από κάθε πόρο στο δέρμα της αν δεν έχεις και τα 40ρια Lasix μαζί ;

Mad Max days

Κοντεύει εφτά, σε λίγη ώρα ξεκινάει το σκάλισμα των κάδων, παλιά οι άνθρωποι περίμεναν να πέσει η νύχτα, τώρα και νωρίς βραδιάζει και η ντροπή δεν περισσεύει.

Ευτυχώς ψύχρανε ο καιρός, αμβλύνθηκαν οι  μυρωδιές της σήψης από κει μέσα μα αλάφρυναν από περιεχόμενο, όταν δεν ανεβάζεις στο σπίτι δεν κατεβάζεις κιόλας. Σπάνια βλέπω κάδους γεμάτους ως πάνω, μόνο αν είσαι πάνω από ένα κι ενενήντα έχεις προοπτικές να τους ξεζουμίσεις ως το τέλος. Ο Σίμος, της γειτονιάς μας, είναι ένα κι εξήντα, σκέβρωσε κι απ’ τα χρόνια που κουβαλάει πάνω του. Θα γίνουν λυσσαλέες μάχες μεταξύ ανθρώπων και γάτων προβλέπω. Οι φιλόζωοι θα βρεθούν σε δίλημμα, αν υποθέσουμε πως δεν θα εκλείψουν οι γάτες ως είδος. Εγώ είμαι με το Σίμο.

Ένιωσα άσχημα βλέμματα να καρφώνονται στην πλάτη μου. Ήθελα να πάρω ένα κόκκινο φτηνόκρασο, τεσσεράμισι ευρώ. Καθόταν ένας από πίσω που μου δεν έσερνε καρότσι αλλά ένα καλάθι, είχε μέσα μια ρετσίνα, δυο σακούλια πατατάκια, μια κονσέρβα με φασόλια γίγαντες, χαρτοπετσέτες….. και με κοίταζε. Νομίζω. Δεν είμαι σίγουρος, φύλαγε τα ρούχα σου όμως. Δεν τόλμησα. Ποτέ ξανά στο μάρκετ για ψώνια Παρασκευή. Κάθε μέρα από τρία πράγματα. Αν χρειαστεί και δυο φορές τη μέρα. Και τρεις. Να φεύγω με μια σακκούλα, να μη δίνω στόχο. Αν είναι μικρά, τα βάζω και στις τσέπες. Όσο έχω τσέπες κι όσο θυμάμαι το δρόμο για το μάρκετ.

Οκτώβρης, ευκαιρία να διαβάσω. Το καλοκαίρι δεν μπορώ, αφαιρούμαι κάθε δυο λεπτά -λόγω απροσδιόριστης και αδέσποτης ευτυχίας- και πιάνω το βιβλίο πάλι απ’ την αρχή. Ούτε απόδειξη απ’ το γαλατάδικο μπορείς να διαβάσεις έτσι. Θα κάνει κρύο όμως στο σπίτι φέτος. Πρέπει να προπονηθώ να γυρίζω σελίδες με γάντια. Αν έχουν κομμένες τις άκρες, στα δάχτυλα, θα νιώθω σαν ήρωας του Τσέχοφ. Του Ντοστογιέβσκι. Του Τολστόι. Του Τουργκένιεφ. Γκόγκολ σε τριάρια.

Τέσσερις χρωστάνε τα κοινόχρηστα του περυσινού χειμώνα. Κανείς τους δεν κατέβηκε στη συνέλευση προχτές. Μια ώρα συζητούσαμε αν θα λειτουργήσουμε τη θέρμανση φέτος. Κι άλλη μια ώρα με ποιο τρόπο θα εισπράξουμε από τους τέσσερις, μπλέξαμε δικηγόρους, συγγενείς, δόσεις, παπάδες, παρακάλια, φοβέρες. Θλιβερό. Και ν’ ανάψουν τα καλοριφέρ, το μέσα μας ξεχάσαμε να το γεμίσουμε. Παγωμένο θα μείνει. Ποιο Στάλινγκραντ, ποιος ρώσικος χειμώνας, ποιος Ναπολέοντας και ποιος Πάουλους…

Πόσο αφελείς και χρωματιστά αισιόδοξοι ήταν οι παλιοί. Το χειμώνα ετούτο άμα τον πηδήσουμε, θα μας εκδικηθούν για λογαριασμό του οι επόμενοι δέκα. Και, μακάρι να βγω φτηνός ψεύτης, δεν νομίζω να φανούν τρυφεροί μαζί μας.

Τα λύκεια, και οι δεκαεξάρηδές τους, θα μας γαμήσουν μια μέρα γι αυτό που τους κληροδοτήσαμε.

 

 

 

Ηρωική Συμφωνία

Δεν με αντέχω όταν παίρνω το πινέλο και βάφω τα ντουβάρια μαύρα. Ακόμη περισσότερο όταν δεν πιάνω καν πινέλο και πασαλείβω με τα χέρια ή πετώντας με λύσσα μελανές σκέψεις στους τοίχους, σαν Τζάκσον Πόλοκ των κατά φαντασίαν θυμωμένων. Αν θυμώσεις πας και σπας, δεν θαλασσοδέρνεσαι με «σκέφτομαι και γράφω».

Το κουμπί mute πάνω μου έχει την τιμητική του. Oύτε volume up, ούτε loudness, ούτε on στο subwoofer. Mούγκα. Η μουσική είναι εκεί, βαράει αλύπητα αλλά το mute βαράει επιστημονικά, όταν με βρουν στα πατώματα ούτε μελανιές θα δουν πάνω μου, ούτε εκδορές, ούτε «σημεία πάλης». Αυτοχειρία, θα πουν. Παραδόθηκε στις σιωπές του γιατί ξέχασε να μιλάει. Εκπαίδευσε τα δάχτυλά του και ευνούχισε τη γλώσσα του. Αντί να πιάσει μια πέτρα και να βρει στόχο, προτίμησε να γράψει δέκα like βλέποντας άλλες εύστοχες. Θλιβερός.

Πήγα σήμερα με τον μεγάλο για να γραφτεί. Με το που περάσαμε την πύλη της σχολής ήρθαν κοντά μας δέκα, δώδεκα αγόρια, πράσινα, γαλάζια, ροζ, κόκκινα. Τον άφησα στα χέρια τους, μπορεί να κολυμπάει μόνος. Έμεινα έξω, κάθησα στο πρώτο τραπέζι που είχε άδεια καρέκλα, τα χρωματιστά παιδιά, δεκαεννιά, είκοσι, εικοσιένα, είχαν όλα καθαρά πρόσωπα. Και λαμπερά μάτια. Κάποιος, δεν θυμάμαι από ποιο τραπέζι, με ρώτησε ποια είναι η γνώμη σας για το νόμο της Διαμαντοπούλου. Δεν έβγαλα λόγο, αντιστάθηκα στο μανδραβέλη που κρύβω μέσα μου, είπα είμαι σίγουρος πως εσείς ξέρετε καλύτερα γιατί θα τον νιώσετε στο πετσί σας. Κανείς τους δεν ικανοποιήθηκε με τέτοια ερμαφρόδιτη απάντηση, εκτός από μένα. Όλοι τους κουνάνε το δάχτυλο επιτιμητικά, οι αιώνια σοφοί (αυτοί οι αιώνιοι είναι οι αληθινά επικίνδυνοι, όχι οι άλλοι), οι πρέσβεις της ορθής –ελληνικής- αγωγής Ε.Π.Ε. και οι καθημερινοί εμμονικοί, εγώ θα προτιμούσα να το κόψω αντί να το δω τεντωμένο μπρος στα πρόσωπά τους. Τριάντα χρόνια κοντεύουν που σταμάτησα να είμαι στη θέση τους, ούτε δάσκαλος ούτε τιμητής τους δικαιούμαι να γίνω όσο δεν έχω να τους προσφέρω κάτι λιγότερο ευχο-λογικό από το «σας αξίζουν καλύτερα πανεπιστήμια». Και καλύτερη ζωή τους άξιζε αλλά προλάβαμε και τη δανειστήκαμε εμείς. Αγύριστη. Όσο περίμενα τον νέο συμφοιτητή τους με κέρασαν έναν καφέ απ’ το κυλικείο, πλαστικό ποτηράκι αλλά από τους πιο ωραίους καφέδες της ζωής μου, πάνω στα τραπεζάκια της «παθογένειας». Είπαμε πολλά. Είπαν, για την ακρίβεια. Με έκπληξη συνειδητοποίησα πως διάλεξα ν’ ακούσω. Μαθαίνεις αν ακούς. Ακόμη κι αν είσαι στην απέναντι όχθη, εσύ είσαι στην ασφάλεια της στεριάς, αυτοί είναι μέσα στα νερά. Πολλές φορές θυμώνω μαζί τους, τις πιο πολλές όμως θυμώνω μαζί μου γιατί δεν έδωσα τη χαριστική βολή σ’αυτό το δάχτυλο που όλο θέλει να σηκωθεί, σαν φανταστική μπαγκέτα που θα διευθύνει ένα σωρό εκ του ασφαλούς παραινέσεις. Που αν τις βάλεις όλες μαζί, μόνο φάλτσα μπορούν να παίξουν. Τις είδαμε τις Ηρωικές Συμφωνίες μας των -άντα και των -ήντα, τις χορτάσαμε.

Όταν τέλειωσε με τις γραμματείες και με βρήκε -ακόμη- έξω, με κοίταξε λοξά. Τι δουλειά έχεις εδώ; …Πήγαινε κι έρχομαι, του είπα, κάνω ένα τσιγάρο -κερασμένο κι αυτό- και ξεκινάω, τους προτρέπω να μη γίνουν ποτέ πρόεδροι της ΕΦΕΕ, έχει ο καιρός άσχημα γυρίσματα.

Ο φίλος μου νοίκιασε ακριβώς απέναντι από το μπαλκόνι μου. Ο χειμώνας προμηνύεται λαμπρός. Για πρώτη φορά εδώ και καιρό συμφώνησα, χωρίς καμιάν αναστολή, μαζί μου. Και χωρίς καν να ρωτήσω το χειμώνα, αν αυτός διαφωνήσει -που θα διαφωνήσει, δεν το συζητώ- δεν είναι καιρός για ανόητους ηρωισμούς.

screw you and your deep blue sea *

Η ώρα ήταν εφτά. Μαξιλάρι, σεντόνι, ως και το μέσα μου είχαν γίνει μουσκίδια. Απ’ έξω ακουγόταν ένα πάρα πολύ θλιβερό «σ’ αγαπώ γιατί ‘σαι ωραία» παρέα με ένα λιγοθυμισμένο πνευστό, έβαζα στοίχημα ένα εκατομμύριο κλιματιστικά ότι η φωνή έβγαινε από ένα γυναικείο κεφάλι με τραγική χρωμοβαφή και ντύσιμο απ’ τους κινέζους. Σύρθηκα ως το μπαλκόνι για να δω, άλλωστε δεν μπορείς να κυλιέσαι με τις ώρες πάνω σε πλημμυρισμένο στρώμα. Τους είδα και τους δυο, αυτός τρία βήματα μπροστά, αυτή πίσω, περιμένοντας το μάνα απ’ τα μπαλκόνια, πάνω στην άσφαλτο που έλιωνε. Κέρδισα. Αλλά με γάμησαν οι κακές σκέψεις μετά.

Είναι ανακουφιστικό να μη γράφεις λέξη για όσα βλέπεις, για τα πεθαμένα καλοκαίρια κάποιων που κάνουν παρέλαση στο δρόμο από κάτω σου. Να μη βρίσκεις ούτε μισή λέξη, καλύτερο κι από δέκα εκατομμύρια κλιματιστικά κι ανεμιστήρες μαζί. ‘Ηρθε ο καιρός για λίγη πολύτιμη σιωπή λοιπόν..

* Chris Rea

τα στρατόπεδα

Τimes are a-changin’ , they don’t.

Η μνήμη και η εξουσία ανήκουν σε εσαεί αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Θα βρίσκεσαι είτε από εδώ είτε από εκεί. Ποτέ δεν θα κατορθώσεις να πείσεις την μια ή την άλλη ότι ακόμη κι αν άλλαξες στολή είσαι δικός τους. Μπορεί να είναι λέξεις, μπορεί να είναι έννοιες, συγκεκριμένες, αφηρημένες, δεν έχει σημασία, αφελείς πάντως δεν είναι. Ή τη μια θα υπηρετείς ή την άλλη, το ξέρουν, το ξέρεις.

Γι αυτό -όσες ενστάσεις κι αντιρρήσεις καθένας μπορεί να έχει- οι περισσότεροι από μας, από αυτό που αποκαλείται ευσχήμως «κυρίαρχος λαός», ποτέ δεν θα είμαστε πραγματική εξουσία. Γιατί καλώς ή κακώς επιλέξαμε η μνήμη μας να είναι πιο δυνατή, πιο ενοχλητική, πιο ηχηρή, πιο καθαρή από την δική τους. Γιατί μεγαλώσαμε μαθαίνοντας να τη ντρεπόμαστε και να τη σεβόμαστε. Πρώτα αυτήν, μετά τους άλλους.

summer into winter

Περασμένες οκτώ, τέλος βάρδιας ήλιου, οδηγώ ανάμεσα στο βουνό και το ποτάμι ακούγοντας Κριστόφ. Αν με ρωτάς γιατί τόση φτηνή απελπισία, θα σου πω δεν ξέρω. Λίγες μέρες πριν έκανα την ίδια διαδρομή με συνοδηγό Αλ Μπάνο. Ούτε και τότε ήξερα. Είχα χάσει τη διασταύρωση, ένας βούλγαρος με πόρσε που ερχόταν από πίσω με μούτζωσε σλάβικα γιατί έστριψα χωρίς να βγάλω ελληνικό φλας, σάμπως και θα μπορούσε να το μεταφράσει ο απόγονος του Κρούμου αν έβγαζα έγκαιρα..

Με την πλατεία μας ξεμπέρδεψα. Μάλλον. Μια, δυο, τρεις, μετά άρχισαν να έρχονται τα κουτιά με τις πίτσες, τις κρέπες, τα εξάμπιρα, τα simeco, δεν είχαμε και κανέναν να φασκελώσουμε τριγύρω, κάτι έρημα και σκοτεινά γραφεία του ΠΑΣΟΚ μονάχα αλλά είναι σα να κλέβεις παγκάρι, αυτοί μουτζώνονται και μόνοι τους, ένα βράδι πέταξα το τελευταίο κουτάκι της άμστελ στον κάδο της ανακύκλωσης και χάθηκα. Με ελαφριές τύψεις αλλά χάθηκα. Περπάτησα ως το σπίτι, μπήκα στο αυτοκίνητο, άνοιξα τα παράθυρα και ξαναπήγα στο βουνό, χρειαζόμουν άλλοθι, χρειαζόμουν αέρα, χρειαζόμουν όμως και αμόλυβδη, ή το βουνό θα έπρεπε να έρθει πιο κοντά ή θα μάθαινα να αναπνέω -ξανά- και στο μπαλκόνι για να μη καταστραφώ οικονομικά.

Εκεί, στο μπαλκόνι, βάλαμε ξανά κάτω τους αριθμούς για να δούμε τι αποτέλεσμα βγάζει το φετινό καλοκαίρι. Ακέραιο δεν βγαίνει, οπότε είπαμε να πορευτούμε με τα δεκαδικά κι ο,τι προκύψει. 1,20 αντηλιακή, 7,44 βουτιές, 2,2 πετονιές, 5,08 δύσεις ηλίου, 3,14 ανατολές, λίγη λαθραία άμμος στα σεντόνια, ενοχλητικό αλάτι ανάμεσα στα δάχτυλα, μερικές ατελείς αλλά έντιμες στύσεις, μετρημένες στο ένα χέρι τζούφιες ανατριχίλες, μάλλον απ’ την βραδινή υγρασία παρά από φιλότιμες ορμόνες. Και ούτε μια εφημερίδα. Ούτε καν βιβλίο. Μη σου πω ούτε καν κουβέντες. Μπούχτισα κι από κουβέντες.

Κάποτε -μαζί με τα βιβλία που διάλεγα για να μπουν στον σάκκο- έγραφα κασέτες για τις διακοπές. Πολλές. Η μουσική δεν σταματούσε στιγμή, όλα τα καλοκαίρια μου, τα καλοκαίρια μας, είχαν σάουντρακ ζηλευτό, side 1, side 2, εξηντάρες, ενενηντάρες, χρώμια, dolby, στη μέση εμείς. Νομίζω πως από τη μέρα που γεννήθηκαν τα cds, τα καλοκαίρια ξέφτισαν λιγάκι. Όταν ήρθαν τα mp3 ξεθώριασαν, όταν τα τραγούδια κρύφτηκαν μέσα σε κινητά οι ζέστες ξεψύχησαν κι ας έδειχνε 34 C υπό σκιά έξω. Δυο τέτοια ξεφτισμένα ομοναμούρ και ιοντινότε άκουγα τις προάλλες, ξεφτισμένα και ξεφτιλισμένα. Όμοιος ομοίω. Έπαψα από καιρό όμως να ντρέπομαι  για την κατάντια μου όταν οδηγάω μόνος κάνοντας ταυτόχρονα σαχλές βουτιές προς τα πίσω, χωρίς κανένα φόβο μη σπάσει ο σβέρκος μου ή βγω απ΄το δρόμο. Ούτε ο Φέτελ μπορεί να τα κάνει αυτά. Ούτε ο Σένα θα τολμούσε.

Μια κασέτα βρήκα πριν λίγες μέρες, μέσα σε ένα κουτί από παπούτσια που κάποτε φιλοξενούσε κάτι πάνινα superga, στη ντουλάπα με τα κοστούμια. Eίχε κι άλλες αλλά σ’ αυτήν έπεσε πρώτα το μάτι μου, είχε και χειροποίητο τίτλο, marine girls &  lazy boys. Πρώτος στην πρώτη πλευρά, Ben Watt, some things dont matter. Πρώτo στη δεύτερη πλευρά, plain sailing, Tracey Thorn, 1984 ήταν. Αν καλοσκεφτείς ότι κοντά τρεις δεκαετίες αργότερα, μιαν ολόκληρη γενιά δηλαδή, εκείνη συνεχίζει να τραγουδάει χωρίς αδιέξοδες πικρίες Oh, the divorces κι αυτός τα κατάφερε να γκριζάρει μια χαρά με κοτζάμ Σύνδρομο Churg–Strauss στους ώμους, συνειδητοποιείς ότι η μόνη ψήφος εμπιστοσύνης που μετράει, το μόνο δημοψήφισμα που θέλει με λύσσα «ναι» για απάντηση, είναι αν έχεις το κουράγιο, τα κότσια να μείνεις ακόμη ζωντανός μέσα σε τόσο θυμό, τόση αβεβαιότητα, τόσο γκροτέσκ, τέτοια παράνοια. Όσα συνταγογραφημένα χημικά κι αν ποτίζεσαι πρωί, μεσημέρι, βράδυ για να στέκεις όρθιος. Όσα αδέσποτα δακρυγόνα κι αν σταματάς λίγα χιλιοστά από τα μάτια σου κάθε μέρα γιατί fuckin’ boys don’t fuckin’ cry. Όσες ασπίδες κι αν βλέπεις ορθωμένες απέναντι να σου φράζουν το δρόμο για ένα βράδι στη θάλασσα με μόνη παρέα μια πετσέτα, μια μπίρα και ένα χαμόγελο. Ούτε καν μαγιώ, ρολόι, λεφτά, κινητό. Πριν ξαναγυρίσεις στα χημικά, τα δακρυγόνα, τα συντάξιμα, τα μεσοπρόθεσμα και τα εκπρόθεσμα. Για να προλάβεις έστω και μια λυτρωτική βουτιά προτού ξαναμπεί ο χειμώνας και η θάλασσα τα κάνει όλα λίμπα μέσα στο σπίτι, οργισμένη μαζί σου που την άφησες μόνη της φέτος…

————————–

Art : Ana Teresa Fernandez

τέσσερις και μια νύχτες

Τέσσερα βράδια φέτος, το πέμπτο θα κοιμηθούμε σπίτι.

Της είπε.

Είχε βάλει κάτω βενζίνες, διόδια, δωμάτιο, ταβέρνες, ένα κομάτι πίτσα στο χέρι, ένα ποτό το βράδυ, μάλλον μπίρα, σίγουρα μπίρα, ούτε οι βάρκες ούτε τα πανιά βγήκαν ίσα αλλά για να μη πονέσει κι άλλο το στομάχι του αποφάσισε πως το ναυπηγείο έφταιγε, αυτοί θα ξεκινούσαν κι αν ο γιαλός έβγαινε στραβός θα γύριζαν μια μέρα νωρίτερα. Για όλα υπάρχει λύση εφόσον υπάρχει δρόμος. Σε καράβι δεν θα ‘μπαιναν γιατί τα βαπόρια και τα λιμάνια είναι φυγόπονα, η άσφαλτος δεν σταματάει λεπτό τα δρομολόγια.

Τι θα προλάβουμε να κάνουμε τέσσερις μέρες; ώσπου να βγάλω ρούχα και πετσέτες απ’ τη βαλίτσα θα πρέπει να τα ξαναπακετάρω.

Δεν το είπε με παράπονο. Με κούραση το είπε. Και μόνο στη σκέψη του βάλε-βγάλε-βάλε ο ιδρώτας στο μέτωπο και στη γραμμή ανάμεσα στα στήθη της αυθαδίαζε. Ούτε δυο  ώρες δεν έχω που βγήκα απ’ το μπάνιο, σκέφτηκε, ξανά μανά αφρόλουτρα, ενυδατικές και νερά. Δεν τον μπορούσε τον ιδρώτα όμως, ούτε τον δικό της, ούτε -ακόμη χειρότερα- τον δικό του. Μετά από δεκαεφτά χρόνια καλύτερα να της έλεγες να αγγίξει βάτραχο παρά το ιδρωμένο δέρμα του. Τα ίδια σκεφτόταν κι αυτός, μόνο που αντί για βάτραχο όταν την έβλεπε ιδρωμένη σκεφτόταν σαλίγκαρο. Ιδρώτες δηλητήριο…

Τι θέλεις να σου κάνω εγώ; απάντησε. Και το πεντακοσάρικο που θα ξοδέψουμε πολυτέλεια είναι, η άλλη ξεκινάει φροντιστήρια τον Αύγουστο. Μακάρι να είχαμε θάλασσα στα πόδια μας να σε πηγαίνω μέρα παρά μέρα, να μη βάζεις και βγάζεις ρούχα και πετσέτες στην τσάντα αφού σ’ ενοχλεί τόσο.

Τα είπε αυτά σκαλίζοντας αφηρημένα το πορτοφόλι του, τι έψαχνε άγνωστο, το περιεχόμενο γνωστό, μερικές αποδείξεις, λίγα κέρματα, ένα εικοσάρικο, δυο πιστωτικές, ταυτότητα, μια εικόνα της Παναγίας της Σαλαμιώτισσας. Και δυο κάρτες από γιατρούς, απ’ αυτές που κάνεις συλλογή όταν περνάς τα σαρανταπέντε.

Άκου με, δεν είναι το ίδιο και το ξέρεις. Να φύγω θέλω, να μη βλέπω αυτά τα ντουβάρια, αυτό το μπαλκόνι, αυτές τις γλάστρες, αυτά τα κάδρα, αυτό το κρεβάτι, αυτούς τους καναπέδες, αυτές τις κουρτίνες. Να φύγω και να ξημερωθώ όπου να ‘ναι, αρκεί να μη ξαναγυρίζω εδώ τα βράδια, κοιμάμαι και το ταβάνι είναι μια σπιθαμή από τη μύτη μου, ανάσα δεν μπορώ να πάρω, το σπίτι μίκρυνε, οι τοίχοι του κουνιούνται, πλησιάζουν ο ένας στον άλλον, στο τέλος θα γίνουν ένα, δεν θέλω να είμαι μέσα εκείνη την ώρα, δεν το καταλαβαίνεις εσύ αυτό;

Το καταλάβαινε. Κινούμενους τοίχους όμως δεν μπορείς να σταματήσεις με ένα μισθό, κι αυτόν ανάπηρο. Τι να βάλεις ανάμεσά τους για να μη σε λιώσουν; εδώ μέσα ούτε γνωστοί και φίλοι ερχόντουσαν πια, να βάλουν κόντρα με τις πλάτες τους, με τα γέλια τους, με τις κουβέντες τους, να αργήσει λίγο το τέλος. Έχουν κι αυτοί να παλέψουν με τα δικά τους ντουβάρια, με τα δικά τους ταβάνια, με τα δικά τους πεντακοσάρικα που δεν βγαίνουν πέντε νύχτες όποια αριθμητική πράξη και να κάνεις. Τέτοια μαθηματικά με νύχτες ποτέ δεν μας διδάξαν στο σχολείο. Με ύλη που δεν διδάχτηκε, τα καλοκαίρια από δω και πέρα θα παραμείνουν άλυτα. Με ιδρώτα που μυρίζει  σπιτίλα και ξεθυμασμένη φτηνή μπίρα…

————————– 

art : Αlyssa Monks

Έθνος Υπέρβαρον

Θέλω όσο ποτέ άλλοτε να διαψευσθώ αλλά νομίζω  πως η απόσταση από το θυμωμένος κι από το οργισμένος μέχρι το απελπισμένος δεν περπατιέται πολύ εύκολα. Είναι στρωμένη με πάρα πολλές αμφιβολίες, πολλά «ναι μεν αλλά», μια στρατιά «και μετά τι;», ενδεχομένως και αρκετές ενοχές για την παρατεταμένη, τη μακρόχρονη βολική σιωπή. Και «μου» και «μας».

Μάλλον υπάρχει λίπος ακόμη. Λίγο σε πολλούς, περισσότερο σε λίγους, αρκετό σε αρκετούς, ελάχιστο στους περισσότερους, δεν ξέρω. Όσοι νομίζουν πως έχουν, αυτοί ξέρουν. Κάποιος όμως που δεν έχει γραμμάριο να χάσει, από ένα οριακό σημείο και μετά σταματά να γαβγίζει και να δείχνει τα δόντια του μόνο. Τα μπήγει κιόλας. Κρέατα υπάρχουν. Κι ας είναι των παλιών αφεντικών, ακόμη και τα γέρικα σκυλιά τρελαίνονται όταν δεν μπορούν να μάθουν νέα κόλπα ή αν τ’ αφήσεις νηστικά.

Και όρεξη για κουβέντες υπάρχει, εκτός από λίπος και κρέας. Δεν πρόλαβε ο Βαρουφάκης να στείλει μήνυμα στον αγαπητό πρωθυπουργό Γιώργο, του απάντησε ο Αρίστος Δοξιάδης πριν καν κρυώσει το mouse. Για να επιβεβαιωθεί -ξανά- πως ακόμη κι αν αυτή η χώρα χαθεί από προσώπου γης, πάντα θα υπάρχουν δυο άξια τέκνα της που θα ρίχνουν με νεροπίστολα βιτριόλι ευφυούς ειρωνείας ο ένας στον άλλον πάνω απ’ το φρεσκοκλεισμένο φέρετρο, εν είδει επικήδειου. Αρκεί να έχει απομείνει έστω και ένας ακροατής, για χειροκρότημα, για μπιζάρισμα, για γιούχα ή μπαζάρισμα.

τα ψίχουλα

Οι Κυριακές εκείνες που με τον πρώτο καφέ πέφτεις σ’ έναν πάρα πολύ φιλελεύθερο και σ’ έναν καμμένο που μαλλιοτραβιούνται όπως οι νοικοκυρές πάνω απ’ τις μπουγάδες στη Napoli είναι ανάξιες λόγου. Ειδικά όταν φωνάζουν και τις γειτόνισσες για μάρτυρες. Τίποτε καλό δεν προοιωνίζουν.

Από νωρίς το πρωί ο ουρανός είχε ένα περίεργο χρώμα, όχι μόνο για Μάιο. Θα το ζήλευε και ο χειρότερος Ιανουάριος. Στην κλίμακα Pantone θα ήταν κάτι σαν winters greatest hits. Αν ο Ίαν Κέρτις έβλεπε τέτοιο χρώμα στον ουρανό του Μάντσεστερ θα είχε αυτοκτονήσει στα δεκάξη του. Είχε και ένα περίεργο κρύο, σαν να άκουσες ξάφνου ένα πάρα πολύ άσχημο νέο και κάποιος άνοιξε παράθυρα και μπαλκονόπορτες κλείνοντας ταυτόχρονα και τα καλοριφέρ. Σα να μην έφταναν αυτά, ανακάλυψα ότι όλο το ταβάνι -μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι μου- είχε διαρροή. Άρχισε να στάζει από παντού με έναν καθόλου πρωτότυπο τρόπο, μέχρι που οι σταγόνες έγιναν μια κουρτίνα από νερό και τα βουνά απέναντι εξαφανίστηκαν. Είτε έξω είτε μέσα μούσκεμα θα γινόμουν, αποφάσισα να περιμένω έξω.

Δεν είχα μαζί μου τσιγάρα, δεν καπνίζω όμως οπότε δεν παραξενεύτηκα. Μια -προφανώς- μαμά, μόνο μπαμπάδες και μαμάδες ήμασταν μαζεμένοι εκεί, κάπνιζε καθισμένη στα σκαλιά λίγα μέτρα παραδίπλα, σκέφτηκα να της ζητήσω ένα τσιγάρο αλλά μετάνιωσα, δεν ήταν η μάρκα μου. Τα τσιγάρα. Η μαμά καλή ήταν. Όταν έχει υγρασία η καρδιά του ανθρώπου μαλακώνει, το ίδιο και η ματιά του. Κάποιος άλλος όμως πήγε και της ζήτησε. Και μια και δυο φορές. Ζηλεύω τους άντρες που αγαπούν τις ξένες γυναίκες, είτε γιορτάζουν είτε όχι.

Το ρολόι μου έδειχνε συνέχεια δυο και δέκα. Προφανώς σταματημένο, ξανά. Ούτε σε φτηνές ιστορίες παγώνει ο χρόνος, μη κοροϊδεύουμε όσους διαβάζουν. Δίψασα και πήγα στο κυλικείο ζητώντας «μια μπίρα». Αντί μπίρας εισέπραξα ένα βλέμμα κρύο, πολύ κρύο, μόνο κάποιος πολύ απελπισμένος ή κάτι άλλο ανάλογης ντροπής μπορεί να ζητήσει μπίρα από κυλικείο λυκείου. Προς το παρόν. Προκειμένου να έχουν έσοδα και να εισπράττουν φόρους αυτοί οι μνημονιακοί, τους έχω ικανούς να κάνουν ντελίβερι και μέσα στις αίθουσες.

Ντράπηκα να φύγω με άδεια χέρια και ρώτησα αν υπάρχει κάτι να φάω. Μου έδωσε ένα σάντουιτς που είχε μέσα διάφορα, αδιάφορο τι, δεν πεινούσα. Βγήκα στα σκαλιά, κάθησα στη γωνία, εκεί που έκοβε λίγο ο αέρας και δεν με έπιανε η βροχή, η μαμά με τα τσιγάρα είχε φύγει, κρίμα, ήθελα να μιλήσω σε κάποιαν που περιμένει για να τη ρωτήσω «γιατί περιμένεις μόνη σου;» μα λόγος δεν μου έπεφτε και μετάνιωσα. Τρία πουλάκια κάθονταν σε μια εσοχή δίπλα στα σκαλιά, πάντα πίστευα πως όταν βρέχει τα πουλιά εξαφανίζονται έγκαιρα στις φωλιές τους αλλά διαπίστωσα πως υπάρχουν και πουλιά αφηρημένα. Τα δυο ήταν σπουργίτια, αυτά τα ξεχωρίζω, το άλλο ή σπουργίτι αχτένιστο ήταν ή τσαλαπετεινός. Τους έριξα λίγα ψίχουλα και έκαναν πάρτι, ευτυχώς που δεν πήρα μπίρα-σκέφτηκα- αν τα πότιζα αλκοόλ μπορεί να μην έβρισκαν το δρόμο για τη φωλιά και να μη ξανάβρισκαν ποτέ τις μανάδες τους που γιόρταζαν σήμερα. Τέτοιες τύψεις δεν θα τις άντεχα. Κι αν αυτά τα ίδια είναι μανάδες και θέλουν κι άλλα ψίχουλα για να τα πάνε σπίτι; αναρωτήθηκα. Πέταξα όλο το σάντουιτς και έφυγα από την άλλη πλευρά, να μη τα βλέπω. Τέτοιες απορίες θα με φάνε στο τέλος και θα με σκοτώσει το στρες.

Βγήκε κατά τις τέσσερις αν και το ρολόι μου έδειχνε δυο και δέκα. Πετούσε και έλαμπε. Εντάξει, αυτό το κάνουν και οι πυγολαμπίδες θα μου πεις, δεν είναι τίποτε σπουδαίο, αλλά αν δεν περιμένεις πυγολαμπίδα στα σκαλιά, ναι, είναι. Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσω «πώς τα πήγες;», είπε ένα «είμαι πολύ περήφανη για τον εαυτό μου» και σκέφτηκα ότι τσάμπα πήγε το καθαρό βρακί που έβαλα το πρωί, τέλος πάντων, ας είναι γερά αυτά και από βρακιά βολευόμαστε αν και με τη φόρα που πήραν αυτοί οι μνημονιακοί ακόμη κι αυτά θα τα υποθηκεύσουν. Ελπίζω τουλάχιστον να μας αφήσουν το περιεχόμενο.

Μετά πέρασε για ένα δευτερόλεπτο απ’ το μυαλό μου η σκέψη πως σε πολλά πολλά πολλά χρόνια από σήμερα ίσως γιορτάζει κι αυτή σαν μανούλα με κάποιον βλάκα δίπλα της που θα παριστάνει τον άντρα της αλλά μπορεί και να μη γιορτάζει γιατί το χωρίς δουλειά και το χωρίς οικογένεια θα είναι sold out παράσταση στο μέλλον και ξαφνικά ανακάλυψα πως υπάρχουν κι άλλες διαβαθμίσεις του γκριμώβ που καμιά κλίμακα Pantone δεν μπορεί να τις φιλοξενήσει εντός της.

Δεν πήρα εφημερίδα επιστρέφοντας στο σπίτι. Ούτε τηλεόραση άνοιξα. Ούτε στο web μπήκα. Από καιρό τα νέα ένα σφίξιμο στο στομάχι είναι, δεδομένο ουδέν, μια έκπληξη το αύριο, σπάνια ευχάριστη, όλα τα πιστεύεις.. και τα ναι και τα όχι και τα διαψεύδω και τις αναδιαρθρώσεις και τη δραχμή και τα δέκα μνημόνια που θ’ ακολουθήσουν και την υποθήκευση των πάντων και τα όσα λέει ο Πάσχος και τα όσα λέει ο καμμένος και το «τριάντα χρόνια στράφι» της Ντόρας, που ήταν η ωραία κοιμωμένη και σήμερα ξύπνησε.

Μετά σκέφτεσαι ότι μπορεί αυτοί που παριστάνουν πως κυβερνούν να μη σκαμπάζουν γρι από διακυβέρνηση αλλά ακούσια μας έκαναν να εκτιμήσουμε την αξία των μικρών σπουδαίων πραγμάτων, το να ξυπνάς, να είσαι ζωντανός και να βλέπεις δυο-τρία χαμόγελα δίπλα σου. Και να λες ας κάνει κρύο, ας μαλακίζεται ο Μάιος, ας βρέχει, ένα γαμημένο ψίχουλο σε κάποια γωνιά θα βρεθεί για να το πάμε σπίτι.

the hills have eyes

Και τώρα τι; πέρασε κι αυτό. Με τις ακρωτηριασμένες ή έστω χωλαίνουσες αργίες, με τον λιπόσαρκο ή ακέραιο -για τους ακόμη προνομιούχους- μισό μισθό που μπαίνει στο λογαριασμό τη Μεγάλη Τετάρτη και έχει ήδη διαμελισθεί πριν καν πληκτρολογήσεις το pin στο ΑΤΜ, με τους αριθμούς να εξακολουθούν να είναι νεκροί ερήμην της ανάστασης που μεσολάβησε, με μια κούραση ακατανόητη παρά το τόσο θαυμαστό φως έξω και τους φιλόξενους καναπέδες που δεινοπάθησαν στριμώχνοντας πάνω τους τόνους ολόκληρους από LDL και τριγλυκερίδια, πού είσαι Morrissey να μας καμαρώσεις, meat is murder but meat is us.

Πολλοί δεν είχαν καν την τύχη αυτή, λένε για οκτακόσιες χιλιάδες, μην είναι και διπλάσιοι σου λέω, μη ξύνουμε πληγές, πάει, πέρασε κι αυτό, πέρασαν κι αυτοί οι 15,1%, σα να κοιτάς το τσουνάμι πάνω από μια ταράτσα είναι, τρως κλωτσιά στο στομάχι  βλέποντας τα σπίτια των άλλων να γίνονται βάρκες και μετά σκουπίδια, όσην ώρα παρακαλάς να μείνει στεγνό, στη θέση του, το δικό σου. Αυτή η ανημποριά είναι σιχαμερή, όλο λες «μα εγώ δεν τραγουδάω, ούτε καν σφυρίζω αμέριμνα όταν καίγεται το σπίτι του αλλουνού» ενώ ένα ποτήρι νερό για να τη σβήσεις θα μπορούσες να ρίξεις. Ή -αν δε σου βρίσκεται πρόχειρο το νερό- ένα ποτήρι βενζίνη με λίγο στουπί, εκεί που ξέρεις ότι θα πιάσει τόπο. Φωτιά, έστω.

Κι αυτή η σκέψη σιχαμερή είναι όμως, εσύ είσαι της ορθόδοξης αντίδρασης, με την αμόλυβδη στο ένα κι εβδομήντα προτιμάς να κάνεις δεκαπέντε χιλιόμετρα ως τη θάλασσα για να βρεις τσίπουρα ή ούζα και με καθαρό -πλέον- μυαλό να σκεφτείς τρόπους (έστω τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά) για να σπρώξεις άλλους τρεις-τέσσερις πεινασμένους μήνες μέχρι το κουφάρι απ’ αυτό που ήταν κάποτε το επίδομα αδείας (ωραίες λέξεις για να περιγράψουν το τίποτε), το ξέρεις πως κι αυτό το πτώμα θα το φας ως το μεδούλι πριν καν βάλεις την κάρτα στο ATM, σιγά μη προλάβεις να πληκτρολογήσεις κιόλας, όταν τελειώνει ο φοβερός και τρομερός φέτος μήνας Αύγουστος (που θα κρατήσει δεν θα κρατήσει πέντε-δέκα μέρες) θα ξαναρωτήσεις «και τώρα τι;» αλλά φως από μένα για το χειμώνα που έρχεται μη περιμένεις να δεις, ρώτα τον Πάσχο, ρώτα τον Παπαχελά, ρώτα το Φωτόπουλο, ρώτα τη Ντόρα, να ρωτήσεις και τους ισόβια ειδικούς για να συνταγογραφήσουν ανάλογα με την περίπτωσή σου, αυτοί έχουν το χάπι του θεσμικού καρμπόν και της ανέξοδης αισιοδοξίας, επιμένοντας να ψευτοκανακεύουν -με τον πιο φτηνό, χυδαίο και προκλητικό τρόπο- έναν ανύπαρκτο κι ευνουχισμένο συλλογικό εγωισμό, προσπαθώντας να αναστήσουν (σαν σε φορμόλη, οι όψιμοι αντιγραφείς του Damien Hirst)  μιαν αποτεφρωμένη αξιοπρέπεια, αφού πρώτα κατούρησαν αστείρευτα ποτάμια από πετρέλαιο και βενζίνη πάνω μας και μας δάνεισαν για ν’αγοράσουμε τον Zippo, τώρα όχι απλά μιλάνε ακατάπαυστα και σφυρίζουν κλέφτικα αλλά βλέπεις την ώρα του «burn motherfuckers burn!»  μιαν ακαθόριστη λάμψη ανακούφισης στα μάτια τους. Αυτοί οι πυρίμαχοι που ανέλαβαν να μας σώσουν από τον κακό μας εαυτό (εκείνον που οι πάγκαλοι, οι πάσχοι και οι παπαχελάδες βάφτισαν σαν τον πρώτο και βασικό υπεύθυνο των δεινών μας) ποτέ δεν θα ρωτήσουν «και τώρα τι;» γιατί απλά έχουν ετοιμάσει για τους εαυτούς τους και τους ομοίους τους εκατό εναλλακτικές διαδρομές του «τι;». Πάνω στους λόφους, μακριά από τη μυρωδιά των πεθαμένων.

Αν δεν ήταν ο Ρομέρο τόσο ντεφορμέ θα μας ανέβαζε όλους -ζωντανούς, πνιγμένους, καμμένους- πάνω στους λόφους για να κυνηγήσουμε τους πυρίμαχους, μα η ζωή δεν είναι σινεμά. Άσε που με τα πόδια δεν βλέπω κανέναν πρόθυμο να ξεκινάει. Πρώτα θα στραγγίξουμε και την τελευταία σταγόνα αμόλυβδης στο ρεζερβουάρ, το τελευταίο ευρώ απ’ τα ATM και μετά βλέπουμε…

η ζωή που γέρνει

Χτες βράδυ ανακάλυψα ότι το διάσημο πλέον βιβλιαράκι μου έχει διακόσιες ογδόντα ιστορίες που περιμένουν  (η πιο υπομονετική ως και τέσσερα χρόνια) ν’ ανοίξουν οι πόρτες για να μπουν μέσα του, δες τα Harrods πρώτη μέρα εκπτώσεων για να ‘χεις μια ιδέα του τι θα γίνει με το που θα τους πω «μάγκες ήρθε η ώρα». Αν επιζήσουν από το μακελειό, θα γίνουν περίπου διακόσιες σελίδες, όπως το ΄χω στο μυαλό μου, ούτε να παθαίνεις εξάρθρωση καρπού όσο κρατάς το βιβλίο ξαπλωμένος στον καναπέ, ούτε όμως και να μπορείς να κάνεις αέρα μ΄ αυτό τις ζεστές μέρες του Ιούλη στην ξαπλώστρα (αισιόδοξα μιλώντας). Χαμηλό για να ανέβεις και να κατεβάσεις τη baking powder και τις βανίλιες από τα πάνω ράφια της κουζίνας, βολικό για να κάνεις το δεξί πόδι του καναπέ πιο σταθερό. Οι ιστορίες μου χαρακτηρίζονται από ανύπαρκτη πλοκή, ούτε να αγχώνεσαι για τα αποτελέσματα των ακτινοθεραπειών της μάνας της -διαζευγμένης- ηρωίδας στο τρίτο κεφάλαιο, ούτε αν ο Σελίμ ο Τρίτος θα ανακαλύψει τελικά πως η ένατη πολύ ντροπαλή και μουγκή γυναίκα του είναι -στην πραγματικότητα- αγόρι και μετά θα κάψει την μισή Κωνσταντινούπολη επειδή ήταν και γιός του ταυτόχρονα. Μακριά από μένα τέτοια ψυχεδέλεια, το παν είναι να λειτουργείς σαν ηλεκτρική σκούπα, να αδειάζεις το κεφάλι του αναγνώστη από τα περιττά και ασήκωτα βάρη της μέρας, όσα γράφεις να μην είναι σα ζιζάνια σε χωράφι αλλά ψιχάλα, να τον κάνεις να θέλει να πάρει για παρέα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί δίπλα κι όχι να τον στέλνεις για χιλιάρι ντεπόν μετά από είκοσι σελίδες. Απλός, χρήσιμος και χρηστικός και όχι σώνει και καλά απαραίτητος, these are the words. Πάντα αισιόδοξα μιλώντας..  

Πήγα στη βιβλιοθήκη απέναντι και έψαξα -χοντρικά, με το μάτι- να βρω ανάλογο μέγεθος. Βρήκα ένα του Στάντον, «Reality-centered people management», τέτοιες μαλακίες διάβαζα στα τριανταμείον μου πιστεύοντας πως όσα γράφει μέσα υπάρχουν στην πραγματική ζωή και θα αποδειχθούν χρήσιμα στην συναρπαστική μου καριέρα. Ελλείψει people σήμερα (για να μη πιάσω στο στόμα μου και τη «συναρπαστική καριέρα»), να χέσω και το ρεαλισμό και το μάνατζμεντ μαζί. Μη σου πω και τη ράτσα των Στάντον που αραδιάζει ανύπαρκτες -εν τέλει- θεωρίες  και σχεδιάζει ασκήσεις επί χάρτου για υπαρκτά δράματα και αληθινούς πολέμους με θύματα ανθρώπους και όχι αριθμούς. Target-centered management είναι η μόνη αλήθεια, το “πιάσε τους στόχους”, ο μόνος μη διαπραγματεύσιμος παράγοντας, όλοι οι άλλοι είναι συζητήσιμοι και αναλώσιμοι. Φτηνοί.

Ξάφνου ένιωσα μια ακατάσχετη επιθυμία να μου σφίξω το χέρι που στοχάζομαι τόσο πρωτότυπα αλλά αντί να κάνω αυτό απλά δεν έβαλα το βιβλίο του Στάντον ξανά στο ράφι, ίσιωσα με τις εκατονενενήντα σελίδες του τη βιβλιοθήκη που έγερνε λίγο αριστερά, προς την Ιερά Βινυλιακή Σύνοδο των cool-jazz priests. Το παν στη ζωή είναι να έχεις πρότυπα τα οποία πρέπει  στην πορεία να αμφισβητείς. Αν μπορείς και κάθε μέρα, με πρακτικό τρόπο, ακόμη καλύτερα.