τσογλάνια…
—
Πριν όχι πολλά χρόνια, στα ηχεία -οποιαδήποτε, φτηνά ή ακριβά, κάθε ώρα, σε κάθε λογής διαδρομές- είχαν κάνει κατάληψη οι Marconi Union. Το ξαναθυμήθηκα χτες -με έναν αδιόρατο αυτοοικτιρμό- την ώρα που απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο του αόρατου συνοδηγού (για να απολαύσω τις τελευταίες τζούρες ενός πολύ ανταριασμένου φθινόπωρου) χυνόταν προς τα έξω ερτζιανός Πασχάλης Τερζής. Φεγγάρι χλωμό, ένα χλιαρό μεσημέρι, πάνω σ’ έναν δρόμο όπου το μόνο σημάδι ζωής ήταν τα αυτοκίνητα με βουλγάρικες πινακίδες. Οι Σέρβοι, με τα άπαντα του ΙΚΕΑ μέσα στα τετρακίνητά τους, είχαν προλάβει να στρίψουν στην προηγούμενη έξοδο, πριν προλάβουν να διασταυρωθούν με τις τούρκικες νταλίκες.
Το χέρι μου ήταν πολύ κουρασμένο για να αλλάξει συχνότητα. Μείναμε εγώ, ο δρόμος, οι βαλκάνιοι και ο Τερζής. Και μερικές ασυνάρτητες σκέψεις που αν ήταν λόχος θα είχαν αποδεκατιστεί πριν καν ακουστεί το πρώτο «μπαμ». Κάποια στιγμή διάβασα αφηρημένος εκατόν εξήντα χιλιόμετρα στο ταχύμετρο και πόνεσε η ψυχή μου, τόσα ευρώ πεταμένα…
Εβδομήντα χιλιόμετρα πριν φτάσω σπίτι, με συνέλαβα με κάποια κρυφή ανακούφιση να σκέφτομαι ότι ευτυχώς μετά από κάποια ηλικία η φθορά του σοβά στο πετσί μας αποτρέπει τους άλλους από το να αποπειραθούν να τρυπώσουν μέσα, περιμένοντας να βρουν κάποιας αμφίβολης αξίας και χρησιμότητας παγκάκια για να περάσουν την ώρα τους ή να ξαποστάσουν για λίγο, ή για πολύ. Ελπίζω όμως αν βρουν πόρτα ή χαραμάδα, έστω κι αν δεν βρουν ούτε γωνιά που να μη μοιάζει ρημαδιό και αγνώριστη απ΄ τις σκόνες, τα σκουπίδια και τη σκουριά, τα ηχειάκια να παίζουν ακόμη -ας είναι και ψιθυριστά- κάτι που θα θυμίζει, αμυδρά έστω, το Sleepless. Έτσι, για το γινάτι.
♫
Τη νοσταλγία που σέρνουν ξοπίσω τους οι school days δεν την ένιωσα ποτέ. Ούτε το αντάμωμα με παλιούς -και σπανιότερα νέους- συμμαθητές, ούτε τους νέους δασκάλους στην τάξη (και το συνεπακόλουθο αναγνωριστικό διάστημα, μέχρι να σπάσει το αβγό και δούμε τι κρύβει μέσα), ούτε το «γλυκό σφίξιμο» της πρώτης (κάθε χρονιά) μέρας. Με κανονικό σφίξιμο πήγαινα που καμιά γλύκα δεν έκρυβε μέσα του και μ’ αυτό πορευόμουν κάθε μέρα μέχρι το τελευταίο κουδούνι.
Χωρίς αιδώ ομολογώ πως ούτε νοστάλγησα, ούτε πεθύμησα ποτέ να ξαναδώ παλιούς δασκάλους και καθηγητές. Αν τύχαινε να ανταμώσουμε έξω στην πόλη, χαιρετιόμασταν εγκάρδια (ή χλιαρά, όσο επέτρεπε η μεταξύ μας προϊστορία δηλαδή) και συνεχίζαμε καθείς το δρόμο του. Δεν είμαι σίγουρος αν νιώθω -αναδρομικά, έστω- ευγνωμοσύνη για κάποιον απ’ όλους τους. Κάποια καλά ή άσχημα κομμάτια μέσα μου μπορεί και να ‘χουν αυτούς σαν ηθικούς αυτουργούς, ως εκεί όμως. Αγάπησα ή μίσησα θανατερά μαθήματα με δασκάλους που (ήταν φανερό) είχαν τον τίτλο μα όχι και το χάρισμα. Σήμερα τους θυμάμαι όλους (εκτός από μερικούς άχρωμους που ξέβαψαν στη μνήμη μου) σαν πρωταγωνιστές ταινίας. Με μας κομπάρσους. Εμείς ήμασταν που μπαίναμε στο πλάνο για λίγο και μετά φεύγαμε για να χωρέσουν κι άλλοι, κι άλλοι, κι άλλοι, ως τη σύνταξη. Τα «ζην» και τα «ευ ζην» κρύβουν αλήθειες, κρύβουν και ψέματα. Κοστούμι που χωράει σ’ όλους δεν είναι. Καλή τους ώρα, πάντως, όπου κι αν βρίσκονται σήμερα.
Και τους χαμένους από καιρό συμμαθητές δεν λαχτάρησα να συναντήσω. Τα ανάλατα reunion μ’ αφήναν ανέκαθεν αδιάφορο. Από τα τέσσερα πήγα σε ένα, φοβάμαι πως ήταν επειδή δεν είχα τίποτε πιο ενδιαφέρον να κάνω κείνο το βράδυ. Ή από περιέργεια, για να δω αν μερικές όμορφες -και απαγορευμένοι καρποί, το φοιτηταριό τρυγούσε τις καλύτερες ρόγες αφήνοντάς μας με τις δεύτερες και τις σταφίδες- των δεκαοχτώ άξιζαν δεύτερη ματιά σήμερα (ήσαν δυο-τρεις που ο χρόνος τους φέρθηκε με το γάντι, πράγματι). Στη φωτογραφία εκείνης της νύχτας, που δεν θυμάμαι καν ποια χρονιά έγραφε στη λεζάντα, δεν θα με βρεις. Τα «αναμνηστικά» κι εγώ βρίσκαμε πάντα τον τρόπο να είμαστε σκοτωμένοι.
Με λίγα λόγια, κάθε φορά που πάω να ταΐσω τη μνήμη μου με μυρωδιά από σαραντάφυλλα τετράδια, σάκους γυμναστικής με ξεχασμένα ιδρωμένα, σβήστρες (τα μπλάνκο ζούσαν σε άλλον γαλαξία τότε), μελάνι στα χέρια και βρεμένο σπόγγο (που σκότωνε ακαριαία λέξεις και αριθμούς), με θολά πρόσωπα, καταχωνιασμένες φωτογραφίες και ξεχασμένες φωνές, εκείνη δεν κουνάει την ουρά της πέρα δώθε με λαχτάρα. Μεγάλωσε, άλλωστε, και νέα κόλπα δεν μπορεί να μάθει, ούτε να προσποιηθεί πως νοιάζεται. Παιδί του School’s out ήτανε ανέκαθεν. For summer, for Christmas, forever.
♫
Ξέρω έναν άνθρωπο που είχε χάρισμα με τις λέξεις. Τον κοιτούσαν με τις ώρες, σαν υπνωτισμένες, στα μάτια. Τεντώναν -όπως τα κορίτσια του Newton- το κορμί τους, σαν τον βλέπαν ν’ ανοίγει το word. Σκουντιόντουσαν για να φτάσουν δίπλα του, να του πουν «εδώ είμαι». Του κάναν όποια μα όποια χάρη τους ζήταγε. Ήταν πολλές που εξαφανιζόταν απ΄ την οθόνη πριν καν τους το ζητήσει, σαν καταλάβαιναν πως δεν ήταν αντάξιες αυτού που περίμενε. Ερχόταν στο μυαλό του όσο καθαρές ή βρώμικες εκείνος ήθελε. Ξαπλώναν μπροστά του -με σκέλια και στόματα ανοιχτά- δυο, τρείς, πενήντα ή εκατό μαζί, χωρίς να βαρυγκομήσουν, ποτέ. Και μετά τις έστελνε σε μας. Πεσκέσια πανάκριβα.
Να πω ότι ήταν οι πουτάνες του δεν τολμώ. Μα μυαλό και μάτια για άλλον -το βλέπαμε, το νιώθαμε- δεν είχαν.
Κάποια μέρα, χρόνια μετά, αποφάσισε πως δεν θα τις ξαναστείλει εκεί έξω, στους πέντε δρόμους. Διάλεξε μετρημένους στα δάχτυλα ανθρώπους, τις έντυσε με τα καλά τους -και γυμνές να τις έστελνε, εκείνοι θα τις καλοδεχόντουσαν, αφού ήταν δικές του λέξεις- και τις άφησε στην πόρτα τους. Και χωμένες μέσα στα μυαλά τους.
Αν δεν είσαι μέσα σ’ αυτούς μη ψάχνεις άδικα. Άλλες -κάθε ράτσας- θα βρεις να τριγυρίζουν, τις δικές του δεν.
Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που οι λέξεις τον ποθούσαν πολύ. Κι αυτός τις άφησε να φύγουν ώστε να μείνουν για πάντα κοντά του.
♫
Do you remember a guy that’s been
Xτες το μεσημέρι δυο μακρινοί συγγενείς που ερχόταν και τον βλέπαν από τη μέρα που βάρυνε πολύ, χτύπησαν την πόρτα του. Την προηγούμενη μέρα του πήγαν φαγητό, αερίσαν το σπίτι, συγύρισαν λίγο. Τι να συγυρίσεις σε ένα σπίτι που δεν το περπατάει κανείς, παρά μόνο ο χάρος που περιμένει υπομονετικά μετρώντας μέρες, ώρες…
Πάτησαν το κουδούνι. Ησυχία.
Μετά από πέντε λεπτά η ησυχία μίλαγε καθαρά, φώναξαν κλειδαρά, «αδύνατον» είπε αυτός, «παραείναι θωρακισμένη, βρείτε άλλο τρόπο».
Βρήκαν. Απ’ το μπαλκόνι του διπλανού, παραλίγο να τσακιστούν, γλίτωσαν. Ευτυχώς η μπαλκονόπορτα του σαλονιού ήταν ανοιχτή. Κι εκείνος καθισμένος στην πολυθρόνα. Τραπεζάκι μπροστά του, ένα ποτήρι νερό, ένα σταυρόλεξο, ένα βιβλίο, τα γυαλιά του, τα χάπια του δίπλα. Ίσως ο Άλλος καθόταν υπομονετικά στην απέναντι πολυθρόνα, σκαλίζοντας την ατζέντα του για να ‘βρει τη διεύθυνση του επόμενου τώρα που ξεμπέρδεψε από δω. Αυτά τα εντελώς πεζά γίνονται στην κανονική ζωή, τα άλλα με το σκάκι, τα μαύρα ρούχα, τις σφραγίδες, τις παραλίες και τις παραπανίσιες κουβέντες είναι μόνο για τον Μπέργκμαν.
Στις μία και τριανταπέντε η χήρα στον τρίτο είδε δυο άντρες να κατεβάζουν μια κάσα με έναν ασπρομάλλη μέσα. «Καθόλου καλό χρώμα δεν είχε, έχω δει κι έχω δει πεθαμένους αλλά κάτι τέτοιο όχι». Δεν μου είπε αν ένιωσε καμιά ανατριχίλα όταν πέρναγε το τρίο μπροστά από την πόρτα της που την είχε αφήσει ανοιχτή να κάνει λίγο ρεύμα, έσκαγε ο τζίτζικας έξω, μέσα, παντού. Σίγουρα κατεβαίνοντας ο χάρος θα της έριξε μια κλεφτή ματιά μα είχε βγει το μεροκάματο απ’ αυτή την οικοδομή για σήμερα, συνέχισε λοιπόν πίσω από το τελευταίο του απόκτημα, από πελάτες δεν θα ξέμενε άλλωστε.
Μου είπαν ότι τον βάλαν στο ψυγείο για δυο μέρες, ώσπου να ‘ρθει η κόρη του απ’ την άλλη άκρη του κόσμου. Τα τελευταία κοινόχρηστα δεν πρόλαβε να τα πληρώσει. Θα τα πληρώσω εγώ για λογαριασμό του. Κερασμένα.
.
Ασανσέρ δεν υπήρχε. Τα σκαλιά μέχρι τον δεύτερο όροφο ήταν εικοσιτέσσερα. Συν άλλα οκτώ μετά την εξώπορτα της οικοδομής, σύνολο τριανταδυό. Εξ αρχής δηλαδή χαμένη παρτίδα. Από κείνες τις κάλπικες, που παίζαμε με φασόλια πάνω στα ρετάλια της «καλής» τσόχας των μεγάλων.
Εικοσιέξη
Δώσε
Τριανταέξη, κάηκες
Μπαίνοντας πάντα η ίδια μυρωδιά, να πλανιέται σε κάθε κοινόχρηστη γωνιά. Είτε στις εννιά το πρωί, είτε στις εννιά το βράδι. Τσιγαρισμένο κρεμμύδι, πατάτες γιαχνί, κάτι σαν βρασμένο λάχανο ή κουνουπίδι, φτηνές χημικές βόμβες. Κρέας, μια τσίκνα της προκοπής δεν θυμάμαι να συναντήθηκε ποτέ με τη μύτη μου στους διαδρόμους και στις σκάλες. Ούτε ένα κέικ, μια πίτα, ένα τσουρέκι, ένα ρεβανί, κάτι που να χαϊδεύει πρώτα την ψυχή σου και μετά την όσφρηση. Το καλό βούτυρο κι η ζάχαρη θαρρείς και ήταν επικηρυγμένα στη Θεαγένους Χαρίση.
Η Βίκυ Λέανδρος όμως δεν ήταν. Ούτε ο Αλ Μπάνο. Όταν ήταν «κατάλληλη» η ώρα, δηλαδή μεταξύ δέκα και δώδεκα το πρωί και έξη με εφτά το απόγευμα, χτυπούσα το διπλανό κουδούνι με όλο το θράσος των έντεκα χρόνων μου, άνοιγε η Μαρία -σπάνια η Αρετή, οι μεγάλες αδερφές δεν κάνουν τέτοιες αγγαρείες-, το σπίτι τους μύριζε βουτυρόμελο, φυτίνη και λακ, με πέρναγε στο σαλόνι, καθόμασταν στο πάτωμα (δρύινο βήτα διαλογής ή μουσαμάς, θα σε γελάσω) και τα 45ρια ξεδιπλωνόταν σαν ακορντεόν, μέσα σε μια θήκη που χώραγε καμιά εικοσαριά, μπορεί και παραπάνω. Ποτέ ακορντεόν, ή πρωτοξάδερφό του, δεν ακούστηκε τόσο όμορφα ως σήμερα. Ποιος Lagrenne, ποιος Πιατσόλα και ποιος Bentos.
«Διάλεξε» έλεγε. Πήγαινα να πιάσω Gianni Morandi ή ένα του Adamo που πολύ με μέλωνε, μα προλάβαινε εκείνη να βρει άλλο. Πάντα προλάβαινε.
Δεν με πείραζε, δεν μ’ ένοιαζε να διαλέξω. Τα πόδια της χάζευα. Τέσσερα ή πέντε χρόνια μεγαλύτερη από μένα ήτανε. Είχε αληθινά πόδια, όχι τσακνιά σαν τα συνομήλικά μου. Αληθινά πόδια και πικάπ Philips, με καπάκι που γινόταν ηχείο. Για να ακούω, πρωί απόγευμα, το «Πες μου πως μπορείς», το «après toi» και το «Μυστικό». Και μετά το «Io di notte», το «Nel sole» και το «Pensando a te». Κατά τα άλλα εγώ διάλεγα. Αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Αρκεί που έβλεπα τα απλωμένα πόδια της μια σπιθαμή μακριά απ’ τα δικά μου και ψευτοτραγούδαγα μαζί της Io di notte sono qui, e ripenso ancora a te κι ας μη καταλάβαινα ποιος io και τι ancora αλλά καταλάβαινα ότι η Μαρία αγαπούσε. Άλλον.
Τη μέρα που ετοιμαζόμασταν να επιστρέψουμε σπίτι μας -πεντέξη μέρες καθόμασταν, που φαινόταν μια αιώνας και μια δευτερόλεπτα- και η μάνα μου φιλιόταν με δάκρυα με την αδερφή της (εκείνα τα χρόνια ήταν μεγάλη υπόθεση τα διακόσια χιλιόμετρα που τις χώριζαν), της είπα μόλις τέλειωσε με τους αποχαιρετισμούς «θέλω να βάλω γυαλιά». Μάλλον ταράχτηκε γιατί με ρώτησε με λαχτάρα «γιατί αγόρι μου; τι συμβαίνει; δεν βλέπεις καλά;» και της απάντησα «δεν βλέπω καθόλου, να τώρα τη θεία δεν μπορώ να τη δω για να τη χαιρετήσω» και ξαναδάκρυσαν και οι δυο αδερφές με το αόμματο και μετά η μάνα μου είπε «τότε να πάμε σε γιατρό αύριο, να δει τι έχεις, να μας πει τι γυαλιά θα πρέπει να βάλεις» κι απάντησα «σε γιατρό εγώ δεν πάω, σαν του Αλ Μπάνο πες του, θα καταλάβει» και κατάλαβαν όλοι και μετά φορτώσαμε το Ρενώ 10 και αφήσαμε πίσω μας τη Θεαγένους Χαρίση, βάζοντας ρότα για μια πόλη που ούτε Μαρίες είχε, ούτε Αλ Μπάνο, ούτε Βίκυ Λέανδρος.
Μετά από λίγα χρόνια, δεν θυμάμαι πόσα, πληγώθηκα πολύ όταν άκουσα πως κάποιος Τζιν Πίτνει, κάπως έτσι, είχε κλέψει το «Μυστικό» της Βίκυ Λέανδρος, ξεδιάντροπα κι απάνθρωπα. Οι πίσω μέρες μου ξηλώθηκαν για τα καλά όταν έμαθα ότι η Μαρία μετακόμισαν.
Τις προάλλες ξανανέβηκα στον δεύτερο όροφο, πάω συχνά εκεί πλέον. Τα σκαλιά είναι ακόμη τριανταδύο. Η θειά μου δεν ζει πια εκεί. Το διαμέρισμα ξηλώθηκε και ξαναφτιάχτηκε απ΄την αρχή. Οι μυρωδιές στην είσοδο, στους διαδρόμους, στις σκάλες είναι ίδιες, σα να μη πέρασε μια μέρα. Ησυχία παντού, θαρρείς και πίσω απ΄τις πόρτες ζουν και παραμονεύουν αράχνες κι όχι άνθρωποι. Μερικές φορές νομίζω πως θ’ ακούσω -την ώρα που ξεκλειδώνω για να μπω στο σπίτι- κανένα Perchè, ma perchè questa notte να ξεγλιστράει απ την διπλανή πόρτα, να ΄ρχεται κοντά μου και να περιμένει να ανάψω το φως για να καθήσει στον καναπέ και να τα πούμε σαν δυο παλιά φιλαράκια, που βρέθηκαν ξανά μετά από αιώνες. Νομίζω, μα μουσική δεν άκουσα ποτέ. Ποτέ. Μόνο πατάτες γιαχνί.
Μπαίνοντας αφήνω πάντα στο ράφι κάτω απ΄τον καθρέφτη, κλειδιά, γυαλιά και ρίχνω λίγο νερό στο πρόσωπό μου για να πάρω ανάσες. Όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο τα τριανταδυό σκαλιά ψηλώνουν και ψηλώνουν και ψηλώνουν.
Τα γυαλιά…
Α ναι. Ίδια με εκείνου είναι. Μα άργησα καμιά σαρανταριά χρόνια.
♫
η φωτογραφία από arcphotodays
Σήμερα την ώρα που ξεπάρκαρα από την πυλωτή, οι απέναντι του τρίτου όροφου -νέα, ωραία παιδιά- έφευγαν για να συναντήσουν το θέρος αλλού. Το κατάλαβα γιατί γέμιζαν το αυτοκίνητο, από τα πίσω καθίσματα ως το πορτ μπαγκάζ, με τα ωραία αχρείαστα που κάποτε κουβαλούσα κι εγώ μαζί μου όταν έφευγα. Κάποτε, όταν.
Και τώρα φεύγω. Μα με το αυτοκίνητο σχεδόν άδειο. Με τόσα παραχωμένα μέσα στο μυαλό -άλλα σιδερωμένα, άλλα γουμίδια- ούτε αναρτήσεις, ούτε λάστιχα θα μπορέσουν να το κρατήσουν στο δρόμο αν το φορτώσω και με παραπανίσια. Δεν θέλεις και πολλά μαζί, άλλως τε. Με τον καιρό το μαθαίνεις κι αυτό.
Σκέφτομαι τις μέρες που ξεκινούσαμε με τρία, τέσσερα χιλιάρικα στην τσέπη, μπορεί και λιγότερα. Περπατούσαμε ως το -κατά φαντασία- ξενοδοχείο με το γυναικείο όνομα, βίλα τάδε, Νικολέτα, Κατερίνα, Αλεξάνδρα, κάποια τέτοιας ράτσας πάντως, ξεκλειδώναμε τα δωμάτια με τα σουηδικά φτηνοέπιπλα, αφήναμε το σάκκο στη ντουλάπα, πετάγαμε τα ρούχα μας στην μια και μοναδική καρέκλα και ως σπονδή στις μέρες που θ’ ακολουθούσαν πηδιόμασταν χωρίς καθυστέρηση πάνω σε σεντόνια κρύα, που μύριζαν ΟΜΟ, ντουλαπίλα και υγρασία. Εδώ είναι βοράς, ακόμη κι ο Ιούλιος ανέκαθεν αργούσε να ‘ρθει. Κάποιες χρονιές δεν ήρθε καθόλου, μα δεν του κράτησα μούτρα όταν ξανασυναντηθήκαμε.
Χρόνο με το χρόνο όσο πιο ακριβά γινόταν τα έπιπλα, όσο πιο φαρδιά η ντουλάπα, όσο η καρέκλα γινόταν πολυθρόνα, τόσο οι σπονδές μας χλώμιαζαν. Μέχρι που κανείς θεός δεν καταδέχτηκε να ασχοληθεί με τα παλιά καλοκαίρια μας που θέλαμε ντε και καλά ν’ αναστήσουμε κι επιτέλους καταλάβαμε, χωρίς αδιέξοδες πικρίες, πως ο,τι ήταν να πάρει από μας το πήρε. Και σταματήσαμε να ψάχνουμε βωμούς να μας φιλοξενήσουν.
Δεν τα είπα αυτά στους απέναντι την ώρα που πέρναγα, με ανοιχτό παράθυρο, από δίπλα τους. Πρέπει να είσαι πολύ κακόψυχος για να θες να καταστρέφεις τα παραμύθια των άλλων, από την πρώτη κιόλας σελίδα.
♫
Θυμάσαι τον γραφικό σου χαρακτήρα;
Λίγα πράγματα. Ελάχιστα. Τον συναντάω όλο και πιο σπάνια σε τίποτε ποστ-ιτ πάνω στα ντουλάπια της κουζίνας, στο ψυγείο, στα πλαϊνά του απορροφητήρα. Να παίρνει λίγο χρώμα το σπίτι.
Τον νοσταλγείς;
Κάποιες στιγμές ναι. Είναι πολύ ασπρόμαυρο να της γράφεις «συγγνώμη», «πήρες γάλα;», «έδωσα εγώ χαρτζιλίκι στα παιδιά», «φεύγουμε στη θάλασσα το απόγευμα;» με Times New Roman ή με Bookman Old Style.
Γιατί δεν τα λες;
Αδύνατον. Δεν έχει save στις κουβέντες, ούτε επεξεργασία, ούτε ορθογραφικό και γραμματικό έλεγχο. Ούτε προεπισκόπηση. Μεγάλο ρίσκο, παράτολμο.
♫
—–
Εύκολο. Mπορείς να γράψεις περισσότερες λέξεις απ’ όσες χώρεσε ο Linklater και στα τρία σενάρια μαζί. Σε πιο ταπεινά, δεύτερης διαλογής, μεταχειρισμένα σκηνικά. Ούτε Βιέννη, ούτε Παρίσια, ούτε Μάνη. Μήτε γεφύρια στο Σηκουάνα, τρένα στο Τιρόλο, ψάθινες καρέκλες στην Καρδαμύλη. Μια τραβηγμένη καρέκλα στο τραπέζι της κουζίνας αρκεί. Kαι μια κατσαρόλα στη φωτιά. Κατσαρόλα. Τα μωρά γλιτώσαν, γίναν μαντράχαλοι, κοτζάμ γυναίκες, ξέχνα τα φτηνά εφέ της γραπτικής. Για να γεμίζουν σελίδες είναι, ιστορίες με το κιλό, παραμύθια με τη σέσουλα. Μπορείς να βάλεις τις λέξεις να παριστάνουν τις καμπόσες μέσα στο κάδρο του Βαν Γκογκ, μπορεις να τις στριμώξεις και στα σκοτάδια του Pieter Bruegel για να μη μεγαλοπιάνονται. Σαν είσαι νέος φτιάχνεις και δικά σου κάδρα, τι να σου πουν των αλλωνών. Όλα στενά, άχρωμα και άτεχνα. Mετά, όσο περνάνε τα χρόνια διαλέγεις απ’ τα έτοιμα για να μη χάνεις χρόνο.
Η άλλη (;) πλευρά στο -δεν λέω κάλπικο- νόμισμα είναι ο Τομ και η Τζέρι του Mike Leigh στο Another Year. Μετρημένες κουβέντες, λίγες μα διόλου τσιγκούνικες αγκαλιές, το βλέπεις το ίζημα στο βάθος του μπουκαλιού, το βλέπεις και στο ποτήρι αλλά ξέρεις πως είναι απ’ τον καιρό, όχι απ΄τον φελό ή την κακοπέραση. Το δέρμα ζαρώνει, τα μαλλιά αραιώνουν, τα κάτουρα στο wc μυρίζουν αλλιώτικα τα πρωινά, η μέση έχει τσακίσει, δεν μπορείς να διαβάσεις αυτά τα σαχλά που γράφω δίχως τα γυαλιά σου. Εύκολο. Μπορείς να αραδιάσεις άλλα κι άλλα τόσα, περισσότερα από όσα χώρεσα ως εδώ. Στο σκηνικό που θα διαλέξεις εσύ. Όρθια πάνω από την κατσαρόλα με τα γεμιστά, καθισμένος -με το κεφάλι χωμένο μέσα στα χέρια- στη λεκάνη της τουαλέτας. Διαβάζοντας με σφιγμένο στομάχι τα τελευταία αιματολογικά ή μισογεμίζοντας το ντεπόζιτο για να πάτε μια βόλτα ως τη θάλασσα, εκεί που το ασύρτικο, η μπίρα ή ο καφές έχουν ακόμη αλλιώτικη γεύση και -κυρίως- επιτρέπονται. Φορώντας τα χρωματιστά σας φούτερ και τα απέθαντα Ray Ban. Με λιγο ρουζ στα μάγουλα, με Do the strand στο cd. Αλλά ξέχνα τα φτηνά εφέ της γραπτικής, ξέχνα τα ψευτο-χάνεκε της βόνταφον. Θα περάσει η μέρα, θα νυχτώσει κι όταν ξημερώσει θα ξαναγίνετε και οι δυο κολοκύθες. Όχι εικοσιπέντε. Για παραμύθια να πας αλλού.
Το ‘πε και η Ζιλί, το 2004. «It’s amazing what perverts we’ve become in the past nine years». Φαντάσου σήμερα.
—–
Το πρώτο (ίσως και τελευταίο) αυτοκίνητο που λάτρεψα παράφορα ήταν μια πράσινη Alfa Romeo Montreal. Είχε ιταλικές πινακίδες, πάρκαρε για δυο-τρεις βδομάδες κάθε Ιούλιο στην Αγίας Λαύρας, στην πάνω γειτονιά, κι όταν εμφανιζόταν ξέραμε πως καλοκαίριασε για τα καλά. Μίσησα μέχρι θανάτου τον ιδιοκτήτη της γιατί έβγαινε βόλτα με την Άλφα και γυναίκες με μίνι φούστα στο διπλανό κάθισμα (άλλωστε πίσω ούτε το βρακί τους, που σίγουρα θα το ‘βγαζαν μετά, χώραγε) ενώ εγώ έκανα γύρες στις γειτονιές με το τσεχοσλοβάκικο Velamos, σε αναζήτηση κοριτσιών που δεν συναντήθηκαν καν με την πρώτη περίοδο. Τριαντακάμποσα χρόνια αργότερα εγώ κι αυτός βρεθήκαμε σε διπλανά κρεβάτια σ’ ένα δημόσιο νοσοκομείο. Και οι δυο θα μπαίναμε για εγχείρηση το επόμενο πρωί. Σηκώθηκα και περπάτησα οκτώ ώρες μετά, εκείνος βογκούσε. Φεύγοντας, μετά από δυο νύχτες, δεν του είπα καν περαστικά. Όχι, δεν ντράπηκα. Νομίζω κοιμόταν, ίσως να ροχάλιζε κιόλας.
—–
Θυμάμαι ότι τα πόδια της μύριζαν γάλα την πρώτη φορά. Το στήθος της μύριζε Μάιο καταμεσής Νοέμβριου, είχε γεύση φράουλας κι ας μην είχε -εκείνα τα χρόνια- φράουλες χειμωνιάτικα. Φορούσε μια γκρι φανελλένια φούστα λίγο πάνω απ΄το γόνατο κι ένα άσπρο πουλόβερ, αν θυμάμαι καλά «ανκορά» τα ‘λεγαν, κατάσαρκα. Μου άρεσε να τη βλέπω μόνο με το άσπρο πουλόβερ. Μου λείπει πολύ εκείνο το πουλόβερ.
—–
Μπαίνω στο μπάνιο, μόλις γυρίσαμε από τη θάλασσα. Πιτσιλάω παντού. Δε με νοιάζει για τα πατώματα, στις διακοπές στα νοικιασμένα κάνεις ο,τι θες. Χτυπάει, «να μπω; κατουριέμαι», «έλα, θα κλείσω την κουρτίνα», μπαίνει, μετά από ένα τεράστιο λεπτό την ακούω να ψιθυρίζει «οι άλλοι φύγαν στο χωριό να πάρουν τσιγάρα», η ξανθιά τώρα είναι έξω, ο Νόρμαν κάτω απ΄ το νερό. Κάτι σαν reverse Ψυχώ. Το ‘χουν στη μοίρα τους οι κουρτίνες του μπάνιου να μη μένουν κλειστές.
—–
Ικετεύω για οπιούχα, μορφίνες, οτιδήποτε μπορεί να σταματήσει για μισή ώρα τον Πόνο. Κάθε πέντε, έξη ώρες φωνάζω, παρακαλώ, βρίζω, εκλιπαρώ, πηγαίνω κι έρχομαι. Κυρίως πηγαίνω. Η επιστροφή δεν είναι σίγουρη. Την τέταρτη μέρα μπορώ ν’ αντέξω χωρίς να ματώνουν τα δάχτυλά μου σφίγγοντας παλιοκρέβατα, παλιοσέντονα και το χέρι της, όταν ήταν εκεί. Την εικοστή ένατη μέρα βγαίνω. Τις τελευταίες δέκα -άυπνες- νύχτες άκουγα everybody’s changin’ and I don’t feel right. Ξανά και ξανά και ξανά και ξανά.
—–
Μπαίνω στην Alfa. Ξύλο και δέρμα. Είναι ξανά 1972, κάπου εκεί, μπορεί και ’73. Η θέση δίπλα είναι βρεμμένη, κανείς μας δεν σκέφτηκε να ξανατραβήξει την κουρτίνα, στα εικοσιπέντε δεν ασχολείσαι με κουρτίνες. Στο πίσω στενούρι -θεός να το κάνει 2+2- είναι πεταμένο ένα άσπρο ανκορά πουλόβερ που μυρίζει άσπρη σοκολάτα με φράουλα. Σηκώνω το τι-σερτ, ψηλαφώ τα σημάδια, ένα, δυο, τέσσερα, εκεί είναι όλα. Γυρίζω το κλειδί, ψάχνω κασέτα. Βρίσκω μια BASF, πορτοκαλί και μαύρη. Led Zeppelin-ΙV. Πατάω fast forward για το 2, πατάω γκάζι, ανοίγω -μια υποψία- το παράθυρο, ο,τι γκρι απέμεινε πάνω στο κεφάλι μου κάνει πως κουνιέται πέρα-δώθε.
Μια χαρά..όλα καλά…
—-
To άσπρο δεκαράκι Ρενώ, ήταν το πρώτο αυτοκίνητο που οδήγησα. Μηχανή πίσω, πορτ-μπαγκάζ μπροστά. Ήταν τόσο ελαφρύ που όταν δεν πηγαίναμε ταξίδι με ψευτομπαγκάζια, είχα πάντα έναν μισογεμάτο σάκκο τσιμέντο μπρος για να μη με τρώει το άγχος της απογείωσης όταν έπιανε τα εκατό. Το κοντέρ έγραφε εκατονπενήντα αλλά στα εκατονδέκα τερμάτιζε. Όσο γενναίος και να ‘λεγα πως ήμουν στα δεκαεφτά, δεκαοχτώ, είκοσι, τον κόφτη τον είχα ενσωματωμένο στο φυλλοκάρδι μου. Ποτέ δεν είπα «τσιμέντο να γίνω, πάτα το λίγο ακόμη αγόρι μου μέχρι να ξεριζωθούν οι πόρτες». Μια ζωή χλιαρός. Μη τυχόν και φύγουν οι πόρτες. Τώρα ούτε ταβάνια έχουμε αλλά τότε δεν ήξερα.
Ένα Σάββατο, Φεβρουάριο μήνα, την εποχή που οι Φεβρουάριοι δεν είχαν φέισμπουκ, τουίτς και τέτοια δίσεκτα, πήρα αγκαζέ δυο διάφανες Scotch εξηντάρες και κατηφόρισα προς τη θάλασσα. Εικοσιπέντε χιλιόμετρα δρόμος, δεν το ‘λεγες κι αποκοτιά, δεν ξεκίναγα για το Ντακάρ.
Στη διαδρομή παραλίγο να τρακάρω τρεις φορές με την άνοιξη. Καθόλου ποιητικό. Η πανηλίθια έβγαζε μπούτι απροειδοποίητα, πετιόταν μέσα από χωράφια, πουρνάρια, κλειστά βενζινάδικα και πάνω από δέντρα, αν δεν με γελά η μνήμη μου στο τελευταίο «παραλίγο» έσκασε ένα χαμόγελο σαν τη γάτα του Cheshire και το τιμόνι με τα χέρια μου πήραν προσωρινό διαζύγιο ένεκα λαχτάρας. Παρόλα αυτά το κράτησα στην άσφαλτο το Ρενάκι, δεν το λες και κατόρθωμα με εβδομήντα χιλιόμετρα την ώρα αλλά «μια ζωή υπερβολικός» έλεγε η μάνα μου.
Από το σπίτι έφυγα με ένα πεντακοσάρικο, μπορεί και λιγότερα, και τέσσερις ταχύτητες συν όπισθεν. Μετά από δέκα χιλιόμετρα χάθηκε η τρίτη. Έτσι, απροειδοποίητα. Δεν της φερόμουν ποτέ καλά, είναι αλήθεια, αλλά τι να πουν και οι άλλες τέσσερις. Ειδικά η όπισθεν ήταν πιο βασανισμένη κι από αυτί που άκουγε δέκα φορές σερί Do you really want to hurt me? και όχι μόνο δεν μάτωνε αλλά ζητούσε και τα ρέστα απ’ το ρεφρέν. Μy own private Guantanamο, υπερβολικός αλλά και πρωτοπόρος.
Κουτσά στραβά έφτασα στη θάλασσα, παραμυθιαζόμουν ότι ήμουν σε ειδική διαδρομή με διαλυμένο σαζμάν, πρώτη-δεύτερη-τέταρτη, μια φορά αποπειράθηκα το πρώτη-τέταρτη κι όταν με προσπέρασε ένα ποδήλατο (απ΄ τα κατοχικά) ντράπηκα πολύ και σταμάτησα να το παίζω Τζόνι Πεσμαζόγλου (άντε, Σιρόκο για τους λιγότερο δημογέροντες) και είπα «σημασία έχει να φτάσεις, τα της διαδρομής άσ’τα για τους καβαφικούς», μια ζωή λόγιος κι εστέτ.
Στην παραλία είχε μόνο γλάρους. Πολλούς γλάρους. Και μια τζούρα ήλιο, ίσα για μισή ρουφηξιά. Τότε δεν κάπνιζα, περπάτησα ως την άκρη της άμμου, φορούσα τα καλά μου Rayban, τα wayfarer, φαντάζομαι ότι οι γλάροι -θεός σχωρέσ’ τους όπου και να λιώνουν σήμερα- δεν θα ΄χαν να πουν ούτε μισή καλή κουβέντα για μένα, κάθησα χάμω, έβλεπα τον ορίζοντα κι αυτός εμένα, κανείς απ’ τους δυο μας δεν άλλαξε κουβέντα, είχα αρκετά να πω αλλά τους φεβρουάριους ο ορίζοντας βαριακούει λίγο, δεν θυμάμαι πόση ώρα πέρασε, πάγωσα, ξαναγύρισα στο Ρενώ, έβαλα πρώτη, έφυγα.
Στο σπίτι, την ώρα που έτριβα τυρί πάνω στα μακαρόνια, είπα του πατέρα μου «έχασα την τρίτη», ούτε γύρισε να με δει -εκείνος οδηγούσε ήδη το τσίλικο Gredos, δικό μου ήταν το ζόρι- αλλά είπε «να πας να τη βρεις», κρατήθηκα να μη του πω «με τόσους γλάρους εκεί κάτω, λέπι της δεν θα βρω ακόμη κι αν σκαλίζω ως τον Ιούνιο» αλλά δεν μίλησα για να μη πει «σιγά τον ποιητή, επειδή έγραψες 18,5 Έκθεση στις πανελλαδικές δεν σημαίνει ότι έμαθες να οδηγάς κιόλας» και συνεννοηθήκαμε μια χαρά με οκτώ λέξεις.
Βρήκα λεφτά (δεν αγόρασα ούτε μισό βινύλιο για πέντε μήνες, έκοψα μαχαίρι την «Ελλη» και το «Ιντεάλ» με τα άπαντα του Βάιντα, κόπηκαν και οι σαγκριές στον Ιπποπόταμο) και το καλοκαίρι, μετά την εξεταστική, απέκτησα ξανά τρίτη. Τον Ιούλιο πήγα μαζί της -δεν εννοώ την ταχύτητα- στον Αρμενιστή και μείναμε τέσσερα βράδια. Ήπια είκοσι Beck’s (ο μεγαλοπιασμένος), βούτηξα τριάντα φορές, έφαγα τρεις φορές όλες κι όλες, χάζευα τρεις ώρες το γυμνό στήθος της (με και χωρίς γυαλιά) κι έπαθα μια ηλίαση, μία αλλά ξεγυρισμένη. Summer by numbers. Το Ρενώ εκεί, πιστό σκυλί, δίπλα στη σκηνή. Τα άκουσε όλα, τα είδε όλα. Έχω και μια φωτογραφία μου μαζί του από τότε αλλά χάλασε το σκάνερ. Κι άλλα πολλά χάλασαν, ενδιάμεσα.
Δεν ξέρω γιατί κάθησα να τα γράψω αυτά και ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν -εξόν ίσως από την ψυχή του Renault, που συρρικνώθηκε μαζί με τις λαμαρίνες σε κάποια πρέσσα όταν ήρθε η ώρα της διόλου τιμητικής απόσυρσης και πήρε όλα τα μυστικά μου, μας, μαζί του-.
Μάλλον γιατί θυμήθηκα-με κάποιες τανίνες συγκρατημένης περηφάνιας και λίγη πίκρα στην επίγευση- ότι το σακκί με το τσιμέντο μπροστά ήταν μισογεμάτο. Όσα χιλιόμετρα και να κάναμε παρέα, πάντα μισογεμάτο. Ποτέ μισοάδειο. Ποτέ.
—–
Μερικές φορές απορώ με ανθρώπους που δεν ξέρω. Θυμώνω μαζί μου γιατί θυμώνω με e. Με τα περισσότερα απ’ αυτά, στην αληθινή μου ζωή δεν θα ‘θελα να διασταυρωθούν ούτε οι σκιές μας.
Γκρι, μωβ, λερί, τέτοιο ουρανό σου περιγράφω έξω απ το παράθυρο.Χάλι μαύρο, άπλυτος ουρανός, βρωμιάρης, λέτσος.Κάποτε μου άρεσε να τον βλέπω σε εξώφυλλα από δισκάκια, που είναι χωμένα πίσω πίσω στα ράφια εδώ και χρόνια. Ηeaven up here, αν σου λέει κάτι. Σήμερα μόνο ήλιο θέλω, γερνάω. Σίγουρα γερνάω.
Κρυώνω και είμαι κουρασμένος.Όλη την περασμένη βδομάδα -κι αυτήν – την έβγαλα χαπακωμενος.
Είμαι ένα κλικ πριν το κρακ. Και θα είναι μεγάλο κρακ, θα το ακούσω πριν καν έρθει. Θα δω τις μελανιές.
(άθλια και θλιβερή προσπάθεια να με πείσω να μην αρχίσω γυμναστήριο)
Θέλω να αγοράσω ένα παλιό βανάκι VW. Και να μπω να κάνω ταξίδια μέσα του, ας είναι και παρκαρισμένο. Το πάν -λέγαν οι σοφοί- είναι να μη ξέρεις πού θα σε βγάλει το επόμενο πρωί. Όταν η αμόλυβδη είχε πενήντα δραχμές το γαλόνι, τέτοιας λογής σοφία την παίζω κι εγώ στα δάχτυλα.
Ξεκίνησα τον Νοέμβριο να διαβάζω -ξανά- τη «Μεγάλη Πλατεία» του Μπακόλα. Τελικά είναι πάρα πολύ μεγάλη πλατεία, τύφλα να ΄χει η Τιενανμέν, ούτε στα πρώτα τραπεζάκια κατόρθωσα να φτάσω και κοντεύει να μπει η άνοιξη.
Μουσικές ακούω μια φορά κάθε δέκα, δεκαπέντε μέρες. Όπως πηγαίναν οι παλιοί στις πουτάνες, για να ξεχαρμανιάσουν. Πως κατάντησα έτσι εγώ…
Υποθέτω, διόλου βάσιμα, πως το καλοκαίρι θα αποφασίσει να με καταδεχτεί και φέτος. Αν και με τους περισσότερους της ράτσας μου δεν θα ΄θελε να διασταυρωθεί ούτε καν στις τριανταμία Αυγούστου λίγο πριν τα μεσάνυχτα.
Φυσικά τα blogs πέθαναν. Και είναι απόλαυση να ορνιθοσκαλίζεις, όταν κάνεις κέφι, ο,τι σου κατέβει, πάνω στα βρωμομάρμαρα. Oύτε ο από κάτω θα ενοχληθεί, ούτε οι περαστικοί θα γυρίσουν κεφάλι. Από ψευτοφαντάσματα βρώμισε ο τόπος. Κάποτε έλεγα κι ένα «α!» διαβάζοντας αλλωνών μάρμαρα. Τώρα, εννιά φορές στις δέκα, ανάβω ένα κεράκι και τέλος. Δεν φταίνε οι άλλοι, μου σώθηκαν όμως τα «α!».
Κάποια στιγμή να το πάρω απόφαση πως άδικα μεγαλοπιάνομαι. Το μόνο κρακ που μπορεί να ακουστεί, θα είναι από τη μέση μου. Αν ξεχάσω τη ζώνη, τη μέρα που θα βγάζω ένα ένα τα φυτά ξανά στο μπαλκόνι.
Με μερικούς από τους e που ποτέ δεν ήταν -εξ αρχής- e , θα διασταυρωθούμε κάποια στιγμή στην αληθινή ζωή και θα πιούμε τσίπουρα, μπίρες, καφέδες, κρασιά, γουίσκια, κώνειο, ο,τι. Μπας και ξαναζωντανέψουν τα χαμένα «α!»
——-
Απόπειρα γραφής μετά από κανονική δόση λεξοτανίλ -6ρι mg- είναι μάταιος κόπος. Χειρότερα ήταν με τα εικοσάρια Ladose, κι ας έκανα χειλιτζίκια και τα ‘κοβα μισά. Τότε έγραφα μόνο για ο,τι τέλειωνε σε -ματα. Αίματα, ψέματα, σπέρματα, κυρίως ψέματα. Με κορόιδευα αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Μάρτυρας να με καταδώσει δεν υπήρχε κι όταν υπήρχε δεν διάβαζε.
Με τα λεξοτανίλ θέλεις μόνο να κοιμάσαι. Κι όταν ξυπνάς, ότι και να ΄χεις αντικρίσει μεταξύ του πρώτου και του δέκατου REM, σε αφήνει αδιάφορο. Δεν θέλεις να γράψεις γι’ «αυτό». Ούτε λέξη. Δάχτυλα μακριά από πλήκτρα. Αν «αυτό» είναι γυναίκα, θες να φιλήσεις το λαιμό της, να χώσεις τα χέρια σου μέσα στη μπλούζα της, και μετά να χαϊδεύεις το λαιμό της και να φιλάς τα στήθη της. Προσπαθώντας να μην αφήσεις παραπονεμένο κανένα από τα δυο. «Εδώ, έλα ξανά, δεν το φρόντισες αρκετά αυτό, θέλει να το πονέσεις κι άλλο». Αυτό θες, άρωμα, γεύση, μελανιά γυναίκας κι όχι caps lock και enter και save as.
Μερικοί πιο βιαστικοί χαιδεύαν την κοιλιά της, γλιστρώντας σιγά σιγά προς τα κει χάμω που το δέρμα παύει να είναι λείο και τα δάχτυλα πρώτα γίνονται sticky κι ύστερα καίγονται. Δάχτυλα αναστενάρηδες. Στη νεκρή ζώνη Μουρακάμι, νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου. Πολλοί πεθάναν εκεί, οι περισσότεροι πριν φτάσουν καν στην άκρη του φαραγγιού. Τα κουρέλια τους θα τα βρεις σκόρπια πάνω στο άγιο τρίγωνο. Λιγότερα ασπρισμένα κόκκαλα θ’ αντίκριζες στο δρόμο για το άγιο δισκοπότηρο.
Να γράφεις πιωμένος δεν αξίζει, στο λέω. Μέχρι το δεύτερο, τρίτο ποτήρι οι σκέψεις σου κάνουν τη χάρη. Στα τέσσερα αρχίζουν να πίνουν κι αυτές μαζί σου και με σκέψεις-συνοδηγούς που δεν τη βγάζουν καθαρές σε αλκοτέστ μην ξεκινάς ταξίδι. Σε χαντάκι ή σε κανένα άθλιο πάρκινγκ, ανάμεσα σε τούρκικες και βουλγάρικες νταλίκες θα καταλήξεις. Ούτε στο WC θα τολμήσεις να πας, από τη βρώμα. Θα στηρίξεις το κεφάλι στον ουρανό του αυτοκίνητου και θα κάνεις μούσκεμα λαμαρίνες, μισοκατεβασμένο παντελόνι, παπούτσια. Μια ιστορία τσίκνας που δεν νοιάζει κανέναν. Εκτός -ίσως- απ’ τους νταλικιέρηδες, μα αυτούς ας τους κάνει βιβλίο, ποστ, σενάριο, πολαρόιντ, ιστορία, κάποιος άλλος.
Το ξημέρωμα θα σε βρουν κοιμισμένο -μπορεί κι αποθαμένο- ανάμεσα σε δυο σταματημένα και σκοτεινά τρένα. Θα χαμογελάς και κανείς δεν θα τολμήσει να σε ξυπνήσει. Θα ‘ναι το πρώτο χαμόγελο που ΄χουν δει εδώ και αιώνες και δεν θα το λέει η καρδιά τους να το σκοτώσουν.
—
Τα σαββατιάτικα απογεύματα είναι το πιάνο του Achim Roedelius στο «By this river».
Δεν θέλω να κοιμάμαι τα μεσημέρια, όταν μικραίνουν οι μέρες. Ξυπνάω μέσα σε σκοτάδια και σε βουνά και δεν βρίσκω το δρόμο για τα βραδινά όνειρα. Αν θυμώσουν που τα έστησα, γίνονται εφιάλτες και τρόπο να τα βάζω μαζί τους δεν μου ‘δειξε κανείς παλιός.
Όταν πήρα το δίσκο, σφραγισμένο, και έλειπαν από μέσα οι τέσσερις ζωγραφιές του Schmidt ένιωσα πως μου ‘κλεψαν τη μουσική. Πως ήμουν εξάχρονο και κάποιο δωδεκάχρονο με κορόιδεψε, μου πήρε τα χαρτάκια απ΄τις γκοφρέτες που μήνες μάζευα ένα ένα. Από πείσμα έκανα τρεις βδομάδες να βάλω το δίσκο στο πλατώ. Όταν το κατόρθωσα ήμουν δεκαεννιά. Το εξάχρονο είχε χαθεί.
«Κοιμήσου και μη σκοτίζεσαι» είπε. «Δεν θα ΄ναι σκοτάδι. Σάββατο απόγευμα θα ΄ναι»
—————————-
Στον πλακόστρωτο δρόμο ανεβαίνοντας για την τράπεζα. Αριστερά, ψηλά, κοντά στο τέλος. Μια χαμηλοτάβανη τρύπα ήταν, όχι πάνω από δέκα τετραγωνικά, άλλωστε όλα παλιούρια ήταν τότε εκεί πάνω. Ωραία παλιούρια όμως, σήμερα τα κάναν όλα σαν τα μούτρα τους. Μέσα ένας φτηνιάρικος πάγκος για τα μηχανήματα, δέκα ράφια για τα δισκάκια, άλλα δυο για τις κασέτες, Scotch, TDK, BASF, μερικές γραμμένες της ΕΜΙ-Columbia, τέτοια. Τέσσερα άτομα χωρούσαν δεν χωρούσαν. Αν ερχόταν πέμπτος περίμενε έξω μέχρι να τελειώσει η Θεία Λειτουργία.
We’ve got to get in to get out..
Τον ραδιοενισχυτή τον αγάπησα παράφορα, at first sight, ένας Marantz 4230, εκείνος που ήταν ντυμένος με ξύλο, όχι ο γυμνός. Ποτέ μα ποτέ δεν θα μπορούσες να ξεχάσεις την γραμματοσειρά στη βιτρίνα του. Τόσην αβάσταχτη καλλιγραφία στο Model, τέτοιαν ομορφιά στα selector, dimension, phones, δεν ξανάδα. Ούτε τόσο ζεστό μπλε, σαν αυτό που έβγαινε από μέσα του τα απογεύματα του χειμώνα που σκοτείνιαζε νωρίς και ξέκλεβα δέκα λεπτά απ’ το φροντιστήριο για να εκκλησιαστώ. Ήμουν σίγουρος πως κι ο Ευκλείδης κι ο Καραθεοδωρή(ς) αν αντίκριζαν εκείνο το μπλε θα μου δίναν άφεση αμαρτιών για τις απιστίες μου.
Δυο πικάπ είχε δεξιά κι αριστερά του, όπως στις αγιογραφίες, αλλά σ΄εκείνες δεν βάζαν τέτοια, βάζαν αγγελάκια πάνω απ΄την Παναγία, κακώς, κάκιστα. Ένα ασχημόπαπο Garrard 25ρι (μαζί με την τσαγιέρα και την ομπρέλα το ΄βρισκες σε κάθε εγγλέζικο σπίτι) κι ένα Philips 408, ξυλί. Κούκλα. Τα νούμερα δεν τα ξεχνώ, κρατούσα σημειώσεις πάνω στο βιβλίο των Μαθηματικών, ακόμη το έχω. Τόσες σημειώσεις για πικάπ, ενισχυτές, κεφαλές και ηχεία, σε κανένα τέτοιο δεν θα βρεις, πουθενά στο σύμπαν. Μετά από κάμποσα χρόνια με έπιασα να αναρωτιέμαι αν ο Marantz είχε δυο εξόδους phono αλλά ήταν ιερόσυλη τέτοια σκέψη και την ράντισα με αγιασμό. Ξεμπέρδεψα μαζί της.
Κεφαλές Stanton και στα δυο, όμως δεν έφτανε το περιθώριο της σελίδας στο βιβλίο, ξεψυχούσε και το bic, το 68 το ξεχωρίζω, δεν είμαι σίγουρος αν ήταν 680 ή 681 και πόσα Ε σέρναν ξοπίσω τους.
Τα ηχεία του καμάρωνε ότι ήταν ιδιοκατασκευή. Της μόδας τότε το do it yourself kit. Γλίτωνες μερικά χιλιάρικα και τραβιόσουν με καπλαμάδες, νοβοπάν, καρυδιές, θαρρείς και ήσουν μαραγκός. Στράφι η μαγεία. Δεν μ’ αρέσανε ποτέ, όχι πως ο ήχος που βγάζαν είχε κάτι που μ΄ενοχλούσε στα -απροπόνητα, ένεκα εφηβείας- αυτιά μου αλλά να, ή είσαι όμορφος απ’ τη γέννα σου ή δεν είσαι. Αυτά δεν ήταν. Δυο ξυλοκούτια, ένα λερί πανί μπροστά, τόσο διάφανο όμως που φαινόταν το woofer που έχασκε, σα στόμα έτοιμο να σε ρουφήξει αν ξεχνιόσουν κι έλεγες «τα χάλια τους έχουν». Ποτέ δεν το είπα. Γιατί αντί να κοιτάζω αυτά χάζευα στο πιο ψηλό ράφι, κοντά στο ταβάνι, ένα ζευγάρι Wharfedale Denton, που ήταν τα «καλά», για πούλημα. Μικρά αλλά και η Νάταλι Γουντ μια σπιθαμή ήταν. Κάποια στιγμή τον ρώτησα πόσο κάνουν, νούμερο δεν θυμάμαι, το διέγραψα απ΄τη μνήμη, μάλλον θα πληγώθηκα ανεπανόρθωτα. Το W όμως έμεινε αξέχαστο.
Μ’ αυτά τα ονόματα μεγάλωσα, δεν ντρέπομαι να το πω. Περισσότερα ήξερα τότε για ένα Linn Sondek παρά για τον Μαρκ Τουέν. Ας με ρώταγες για έναν Harman Kardon, παρά για τον Παπαδιαμάντη. Τις διαφορές ανάμεσα σε ένα Celestion κι ένα KLH τις ήξερα απ΄έξω κι ανακατωτά, τη σχέση μεταξύ Καριωτάκη και Πολυδούρη όχι. Δικαίως. Σ΄εκείνη την τρύπα, με αυτά ενηλικιώθηκα. Έμαθα, άκουσα, ανατρίχιασα.
Δισκάκι όμως δεν πήρα ποτέ από κει, κανένα. Γιατί, ξέχασα να σου πω, πικάπ στο σπίτι δεν υπήρχε. Ένα Sanyo κασσετοφωνάκι μόνο -που το τάιζα κασέτες που μου έγραφε σ’ ένα ξαπλωτό National Panasonic RS269, έτσι λέει το σκονάκι μου- κόντρα στα θεριά εκεί έξω. Σιγά τα θεριά, θα πεις. Ναι, αλλά αυτό άργησα λίγο ακόμη να το μάθω, μέχρι που μπήκε στο σπίτι το Thorens. Ο Yamaha. Το Νakamichi. Και τα B&W. Είδες; Πέρασαν τόσα χρόνια αλλά W μπήκε στο σπίτι, έστω και με συντροφιά.
Και η μουσική; πού είναι η μουσική;
Α, η μουσική δεν σταμάτησε στιγμή να με εκδικείται. M’έλιωσε, με τσάκισε. Όσες φορές και να ‘παιξε το Carpet crawler με μένα χυμένο στο χαλί, σφιχταγκαλιασμένο μ’ ένα ποτήρι, με μάτι θολό και φώτα κατεβασμένα, ούτε μισή φορά ακούστηκε η κιθάρα του Hackett τόσο παραπονεμένη όπως στο γκρεμούλι, ούτε μια φορά η φωνή του Gabriel είπε τόσο καθαρά There‘s no hiding in my memory , There‘s no room to avoid όπως τότε.
.