side 3

Unlabelled_audio_cassette

 

 

Ο Αύγουστος κυλάει περίεργα. Σαν μέλι που ξέφυγε απ’ το στόμα και προσγειώθηκε στα πόδια σου. Δεν ξέρεις αν πρέπει να το πάρεις με το δάχτυλο και να το ξαναγλείψεις ή αν πρέπει,  κάποια στιγμή, να πας να ξεπλυθείς.

The Great Comeback

 

Looking for inspiration

 

 

Δέκα μήνες μετά, συνειδητοποίησε οτι οι τσαλακωμένες σελίδες δεν είχαν καν μια τόση δα μουτζούρα πάνω τους.

ντόλμπι σαράουντ

maxresdefault

 

Όλα τα Τρινιτά τα είδα είτε στο Rex ή στο θερινό Όσκαρ.

Το Όσκαρ μετά από δυο, τρία καλοκαίρια το έκλεισαν με λαμαρινοκατασκευές και συνέχισε μονοθεματικά με τσόντες, δυο έργα δυο. Δε λέω, είχε μια εναλλακτική ρομαντικότητα να βλέπεις μπουκωμένα γυναικεία στόματα, μυροβόλους θάμνους -ναι, είχαμε φαντασία- και στήθια τρισδιάστατα (τα μάτια  μας ήταν 3D γυαλιά από μόνα τους) να ξεχειλίζουν από την οθόνη όσο άκουγες τη βροχή να χτυπιέται πάνω στις λαμαρίνες αλλά τότε ήμασταν δεκατέσσερα και δεκαπέντε (μερικά δείχναμε ξετιναγμένα, παίρναμε ύφος δεκαεφτάρη μασώντας τρεις τσίχλες και μια στις τόσες άνοιγε η πύλη του παράδεισου μετά το ταμείο) και δεν πολυσκαμπάζαμε από ρομαντσάδες, μόνο αληθινές γυμνές γυναίκες, παλλόμενες, υγρές και φωνακλούδες θέλαμε να δούμε. Είχαμε στουμπώσει από τη χάρτινη μουγκή στέγνα των Playboy και των Penthouse.

Το Rex ήταν μια πορδή, χώραγε λιγότερους από εκατό ανθρώπους κάτω και πάνω. Ήταν τόσο χαμηλοτάβανο που άπλωνες το χέρι από τον εξώστη και έπαιρνες πατατάκια από το σακούλι του από κάτω, υπερβολή αλλά μια εικόνα δίνω. Αν δεν το ’λεγες κλειστοφοβικό, το ΄λεγες χουχουλιάρικο. Σήμερα δεν ξέρω τι ακριβώς είναι, μάλλον αποθήκη. Πολλές καλές νύχτες μας τις ενταφιάσαμε κει μέσα και δεν ξέρω πώς καταντήσαμε τόσο χοντρόπετσοι που ούτε μια λοξή ματιά καταδεχόμαστε να ρίξουμε -σαν κεράκι, εν είδει μνημόσυνου- κάθε που περνάμε συχνά πυκνά απ΄έξω.

Σ’ αυτούς τους δυο ναούς εκκλησιαστήκαμε –πες το και κατηχητικό- με τον Tέρενς και με τον Μπαντ. Όμορφοι σαν τον γαλανομάτη δεν θα γινόμασταν ποτέ και το ξέραμε και το ξέραν και τα κορίτσια που μας περίμεναν μετά για να γκομενιάσουμε στη γειτονιά γιατί αυτές δεν καταδεχόντουσαν να σπαταλήσουν μιάμιση ώρα για ’τέτοιες αηδίες’, αλλά ελπίζαμε τουλάχιστον να μπορούσαμε να δέρνουμε κακούς σαν τον άλλον. Με κείνο το θεσπέσια χορταστικό σλαπ της σφαλιάρας και της γροθιάς (χωρίς ντόλμπι σαράουντ μάλιστα), που καμιά αληθινή σφαλιάρα και γροθιά δεν θα αξιωθεί να γεννήσει ποτέ της. Τελικά κακούς ή καλούς δεν δείραμε, οι περισσότεροι από μας. Αλλά το ρέψιμό του το τελειοποιήσαμε, μερικά skills θαρρείς και είναι έμφυτα.

Σήμερα διάβασα ότι πέθανε ο Bambino. Kάποιο απόγευμα λέω να περάσω μια βόλτα έξω από το Rex και να ρίξω μια λοξή ματιά στην πόρτα του που δεν είναι πια πόρτα αλλά τζαμαρία που πίσω της έχει παγωμένα γιαούρτια, τυρόπιτες και πίτσα στο χέρι. Αν δεν έχει πολλή φασαρία στο δρόμο πίσω μου, μπορεί και να καταφέρω ν’ ακούσω τον χοντρό να γκρινιάζει θυμωμένος και μεταγλωττισμένος Dont call me Bambino. Και μετά να μοιράζει, γαλαντόμα και  ξεκούραστα, δέκα μπουκέτα ολάνθιστες σφαλιάρες.

 

….

28 λέξεις μετά

35153548

 

 

Ενός λεπτού σιγή για τις γυναίκες εκείνες που συνεχίζουν να υποδέχονται σπέρμα ερήμην τους. Και άλλο ένα για τους άντρες που το χαρίζουν απλόχερα εν τη απουσία αυτής.

 

reservoir dogs

 

34822531 (1).old

Mr Orange 

Σκέφτομαι πως η φωτογραφία αυτή μού αρέσει επειδή έχει μια υλικότητα και μια πλαστικότητα και μια αλήθεια που ξεπερνάει την προφανή αλήθεια της εικόνας. Σκέφτομαι πως η φωτογραφία θα μου άρεσε ούτως ή άλλως, ακόμα και αν δεν ζούσε εντός της ένας τυχαίος, ανώνυμος σκύλος. Σκέφτομαι πως έχει αποτυπώσει την παραγνωρισμένη και δυσφημισμένη αστική ομορφιά, την ομορφιά των ρυπαρών στενών της πόλης. Την ομορφιά που έχουν όταν τα φωτίζει ο ήλιος με αυτό το συγκεκριμένο φως ή την ομορφιά που έχουν όταν τα φωτίζει η ζωή των άλλων που γράφουν πράγματα με την δική μας υπογραφή ερήμην μας. Αυτή όμως -σκέφτομαι κάπως ταραγμένος- μπορεί και να ΄ναι  η ομορφιά της καθημερινότητας της γραφής. Και εν τέλει ανακουφίζομαι, καθώς αυτούς που δεν γράφουν ποτέ, αδυνατώ να τους καταλάβω, όπως και τους άλλους που μιλάνε πολύ, αντίθετα με τους άλλους που δεν μιλάνε πολύ μα ούτε και γράφουν σαν τους άλλους, τους άλλους, αυτή τη μάστιγα.

<>

34822531 (1),sra

Mr White

Ήμουν έτοιμος να γράψω κάτι μεγάλο, βαθύ και δύσκολο.

Θα λεγόταν “Ηθικός πανικός: από την πορνογραφία των πλακόστρωτων μέχρι το Black dog” (των Zeppelin ασφαλώς, προγονόπληκτε). Η πορεία θα διαγραφόταν μέσω της υγρής Σχισμής μιας τυχαίας ακολουθίας μεγαπίξελ και μιας μελαμψής (σαν δέρμα μιγάδας ξαναμμένης) ρωγμής του χρόνου, στην πίστα μιας northern town. Aπ΄ αυτές τις πόλεις πόκετ που δεν χώνεψα και δεν εμπέδωσα ποτέ, ούτε καν σε φαντασιακό επίπεδο.

Όμως νυστάζω. Πάω στο κρεβάτι να διαβάσω Yourcenar και όλα τ’ άλλα. Ίσως κάποια άλλη στιγμή.

Μέχρι να ΄ρθει αυτή η ‘άλλη στιγμή’ μπορεί κάποιος εικαστικός ειδήμονας ή έστω σχετικός με γλωσσικά και τέτοια να μου εξηγήσει τι σκατά υποτίθεται πως λέει η εικόνα από πάνω;

<>

 

34822531 (1). thas

Mr Blonde

Τα ανακάτεψα όλα ξαπλωμένος στον καναπέ-πλοίο (την φωτογραφία, τις λέξεις των άλλων που δεν ήταν δικές τους, όχι ολότελα δικές τους δηλαδή) σε μια αδιέξοδη μουγκαμάρα απ’ την οποία δεν παραγόταν δράση. Γιατί μένοντας ώρα σιωπηλός δεν γίνεσαι σοφότερος. Πήζουν οι σκέψεις μαζί με το συναίσθημα ώσπου στο τέλος πλακώνεσαι από το ίδιο σου το βάρος.

Και κοίτα τι έπαθα. Ό,τι μου κόλλησε σαν καλοκαιρινή ασυναρτησία βρήκε ιδανική συνέχεια στην τραγωδία. Το καπάκι του λάπτοπ έκλεισε. Κι από το σύμπαν των εικόνων και το ποτάμι λέξεων που χάθηκαν από μπροστά μου, καθάρισε επιτέλους η εικόνα. Μα -σκέφτομαι- αφού ξέρουμε και καταλαβαίνουμε πώς παίζεται το παιχνίδι, γιατί δεν παράγεται επιτέλους νόημα;

Όποιοι παρακολουθούν τα μοναχικά μαύρα σκυλιά στους δρόμους, ξέρουν. Εγώ τι να προσθέσω; Ίσως μόνο το τραγούδι που θα ΄πρεπε τώρα να ακούγεται- μια κόντρα διάθεση που με συνοδεύει. Αν ξαναβρώ το χιούμορ μου -και τη μούζικα- θα επιστρέψω.

Σεπτέμβριος.  Καλό Χινόπωρο, χειμαζόμενοι αδερφοί μου.

<>

34822531 (1).pet

Mr Pink

Ανέβηκε στο άιφον σταις ένδεκα

και τέταρτο. Δεν μετακίνησε

το βλέμμα προς τον φωτογράφο.

Αν ήτο ράτσας, εγώ γεννήθηκα

στις όχθες του Ιαξάρτη

πράγμα που δεν συνέβη.

Η σκυλομούρη του έβλεπε βορρά,

άρα το κομβίο πατήθηκε από νοτιοδυτικά.

Δεκαέξη χρειάστηκε δευτερόλεπτα

(από γωνίας εις εξαφάνισιν)

και ήλθε

να μείνει μες στην ποίησιν αυτήν.

Το σκλιμάβρο.

<>

……………………

random casting: Πετεφρής, Ολντμπόι, Σραόσα, Thas Kas

Haunted Jukebox

33553404

O παππούς είχε μαγαζί με «Κυνηγετικά είδη» κοντά στα τούρκικα, στη διασταύρωση ενός πλακόστρωτου δρόμου που πήγαινε ανατολικά και ενός μικρού τυφλού στενού που δεν πήγαινε πουθενά και ήταν γεμάτος με μικρομάγαζα τούρκων που πούλαγαν παντόφλες, κιλίμια, καφέδες, βαφτιστικά και κοστουμάκια για το σουνέτ. Δεν είχαμε και δεν έχουμε άλλο όνομα γι αυτούς με τους οποίους μοιραζόμασταν και μοιραζόμαστε ως σήμερα την πόλη και την καθημερινότητά μας, δεν έχει νόημα να αναζητάς διπλωματία στις εκφράσεις όταν έχεις μεγαλώσει θεωρώντας κάποια πράγματα αυτονόητα, μέρος του βίου σου και όχι ρετάλι έντυπου αθηναϊκού φολκλόρ.

Ο παππούς πουλούσε δίκαννα, μονόκαννα, φλόμπερ, φυσίγγια και αξεσουάρ. Ό,τι μα ο,τι χρειαζόταν κυνηγός για να αρματωθεί και να ξαμοληθεί για μπεκάτσες, πέρδικες, λαγούς και φάσες,   θα το ‘βρισκες μέσα στα μεγαλύτερα δεκαπέντε τετραγωνικά του σύμπαντος, εκεί που περνούσε τις μέρες του. Καθισμένος πίσω από έναν χαμηλό πάγκο, γεμάτο με κουτιά από σκάγια -αριθμημένα, απ΄τα πιο ψιλά ως τα τούντσια- που γεμίζαν φυσίγγια που σφραγιζόντουσαν, μαρκαριζόντουσαν και μπαίναν στο κουτί τους με έναν τρόπο που κατάφερα να τελειοποιήσω από τα εννιά μου και μ’ έκανε να νιώθω σπουδαίος. Πήγαινα μόνο τα Σάββατα, μόνο μετά το σχολείο, εκείνες τις εποχές ήταν άλλης κατασκευής τα Σάββατα. Και στις διακοπές που όλα ήταν ευκολότερα αφιέρωνα λίγο παραπάνω χρόνο, λίγο, μια-δυο ώρες, ώσπου να πέσει το χαρτζιλίκι και να πάω να το κάνω Μίκυ, Σούπερ Σεραφίνο, γνώση. Κάτι σαν αυτοπεποίθηση με κυρίευε όχι γιατί συνδυαζόταν με χαρτζιλίκι αλλά γιατί (τώρα που το ξανασκέφτομαι) μόνο μικρός ινδός φακίρης θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο μέσα σε μια τρύπα που εκτός απ΄ τον παππού -κι εμένα, τις μέρες που δεν βαριόμουν να φτιάχνω πυρομαχικά- φιλοξενούσε σε τρεις καρέκλες κολημμένες στον τοίχο απέναντι απ΄τον πάγκο (μια σπιθαμή, ούτε καν, μισή σπιθαμή μακριά) τουλάχιστον άλλους τέσσερις μόνιμους θαμώνες-πελάτες, που διηγιόταν ο ένας στον άλλον τις Benelli και τις Saint Etienne ιστορίες τους και τα θαυμαστά τους κατορθώματα τις Κυριακές. Τότε κατάλαβα πως οι κυνηγοί είχαν τη δική τους θρησκεία, αφού την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος έτρεχε στις εκκλησίες και στα αντίδωρα, αυτοί τρέχαν στα μπαΐρια, στα μπαντάκια και σε βουνά που δεν ήξερα και δεν έμαθα ποτέ να προφέρω το όνομά τους.

Εκεί γύρω στα έντεκα, δώδεκα, στα τελειώματα του δημοτικού τέλος πάντων, αποφάσισα να μην επενδύσω σε περισσότερη γνώση και εμπειρία. Είχα, άλλωστε, καταρρίψει αμέτρητες φορές το ατομικό ρεκόρ εξυπηρέτησης πελατών, ετοιμάζοντας ως και δυο εικοσπεντάδες φυσίγγια (ένα προς ένα) σε λιγότερο από ένα τέταρτο. Καλό μαστοράκι ήμουν,  έτσι λέγαν οι αραδιασμένοι στις καρέκλες απέναντι, οι κριτές της καπατσοσύνης μου. Κάλυκας (πράσινοι, κόκκινοι, μαύροι, μπορούσες να σκοτώσεις έγχρωμα, το συνειδητοποίησα αργότερα αυτό), σέσουλα με σκάγια απ΄το σωστό ντενεκεδάκι, τάπωμα (χαρτί αλλά και μάλλινες, μερακλίδικες), πρέσα, πακετάρισμα, έτοιμος. Μια περηφάνια στα μάτια του -συνονόματου- παππού την διέκρινα, μα δυστυχώς έμεινε λειψή. Ποτέ δεν κράτησα καραμπίνα στα χέρια, ποτέ δεν πήγα κυνήγι, ποτέ δεν σημάδεψα ζωντανό. Ένα φλομπεράκι που σχεδόν καταναγκαστικά μου είχε δώσει για να αντρωθώ, πήγε στράφι. Το δάνειζα κρυφά σε επίμονα και τολμηρά γειτονόπουλα για να βαράνε τσίχλες και σπούργιτες, αποδεχόμενος –εξ ανάγκης- την ηθική αυτουργία της εξολόθρευσης των πτηνών της γειτονιάς. Βέβαια κι αυτά τον ατέλειωτο είχαν και ανακουφίστηκα κάπως όταν κατάλαβα πως για κάθε σπουργιτάκι που σκοτώνεις υπάρχουν άλλα δέκα που περιμένουν τη σειρά τους, όταν είσαι δώδεκα, δεκατρία, φτιάχνεις άλλοθι πιο γρήγορα κι από φυσίγγια.

Κάποια μέρα, στη εφηβεία πια εγώ, αποφασίσαν να κάνουν το πλακόστρωτο άσφαλτο για να βγαίνεις χωρίς αναταράξεις απ’ την πόλη, πηγαίνοντας ανατολικά. Σα να μην έφτανε αυτό, όλο το τετράγωνο που είχε μέσα του και την τρύπα του παππού θα γκρεμιζόταν για να γίνει μια μεγάλη, πολύ μεγάλη οικοδομή. Ξεκίναγε με λύσσα, και λίγη καθυστέρηση στα μέρη μας, εκείνη η θλιβερή  εποχή της αντιπαροχής που κατάπιε πολλά γκρεμούλια και μαζί τους, δεν γινόταν αλλιώς, και τα πίσω χρόνια μας. Η κατεδάφιση έχωσε και ανθρώπους μέσα στα χαλάσματα, δεν νοσταλγώ συνοικίες το όνειρο, απλά θυμάμαι κάποιους -με ονοματεπώνυμα- που μαράζωσαν με το που εμφανίστηκαν οι μπουλντόζες.

Ο παππούς βρήκε άλλη μια τρύπα, μικρότερη από την προηγούμενη, στο τυφλό στενό από πίσω, είκοσι βήματα παραδίπλα. Κανείς δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό το στενάκι, ευτυχώς (τότε, δέκα χρόνια μετά ήρθε και η σειρά του). Μετέφερε όλη την πραμάτεια του εκεί -αν και οι glory days είχαν παρέλθει, ανοίξαν στο μεταξύ άλλα δυο «Κυνηγετικά είδη» φουλ εξτρά και λουσάτα-  κι έμεινε πίσω από τον πάγκο μέχρι τη μέρα που τον πήγα (εγώ, μόνος μου εγώ, δεν ήθελα κανέναν άλλον μαζί) πρώτα στον γιατρό, μετά στον ακτινολόγο και μετά στο σπίτι. Tο επόμενο πρωί ο πατέρας μου πήγε κι έβαλε πινακίδα «Kλειστόν» στο μαγαζάκι. Αυτά γίναν Ιούνιο. Τον Αύγουστο τον κηδέψαμε. Εκείνος 78, εγώ 18.

Οι γιατροί είπαν «καρκίνος στα πνευμόνια», η κόρη του είπε «μα δεν έβαλε ποτέ τσιγάρο στο στόμα», ο γαμπρός του αποφάνθηκε «ναι, αλλά όποιος έμπαινε εκεί άδειαζε μισό πακέτο τσιγάρα στην καθησιά», η γιαγιά είπε «τα σκάγια φταίνε, όλο το μπαρούτι μέσα του μπήκε, τριαντατόσα χρόνια» και η ετυμηγορία ήταν very much dead.

Σήμερα το στενό είναι κουλέρ λοκάλ πεζόδρομος,  οι accidental tourists χαζεύουν ψευτοεντυπωσιασμένοι απ’ την τάχα μου οριεντάλ γραφικότητα. Οι τούρκοι πουλάνε τα ίδια, παντόφλες, κιλίμια, καφέδες, βαφτιστικά και κοστουμάκια για το σουνέτ. Το τελευταίο μαγαζάκι του παππού -κι όμως, υπάρχει ακόμη- πουλάει βότανα, τσάγια, μπαχάρια, πάουερ φουντ. Το λες και ειρωνεία.

Επίσης, στο πατάρι έχω φυλαγμένο το Saint Etienne που μου άφησε. Όταν θυμάμαι το βγάζω, χαζεύω και χαϊδεύω τα συγκλονιστικά του σκαλίσματα, το γυαλίζω, το ξαναβάζω στη θήκη. Ούτε μια φορά, έστω προς τιμήν  ή εις μνήμην  έριξε. Αυτό δεν ξέρω πως το λες.

 

…..

blogs wide shut

33513681

Εδώ και δυο βδομάδες έχω στο χείλος της υπέρβαρης (από χίλιους δυο λαθρεπιβάτες) βιβλιοθήκης δέκα βιβλία το ένα πάνω στ΄ άλλο, έτοιμα να σωριαστούν στα μάρμαρα και δεν έχω φυλλομετρήσει κανένα. Άλλοθι δεν υπάρχει, ούτε καν η εκμαυλιστική άνοιξη που αγνοείται, red alert και τα συναφή. Βογγάνε οι λέξεις μέσα, πιο στριμωγμένες κι από πρόσφυγες σε σαπιοκάραβο. Και επιμένω, ο άθλιος, να μη τους δίνω άσυλο, χώμα, μάτια να πατήσουν.

Σκαλίζοντας τα βινύλια, στην ίδια υπέρβαρη, ανακάλυψα μια Κλειώ Δενάρδου. Ελπίζω να με έχει συγχωρέσει η μάνα μου, είκοσι χρόνια την έψαχνε μάταια. Πολύ παχύς αυτός ο ίσκιος του θεού, όλα τα κρύβει, όρθια ή γονατιστά (inside joke, μη δίνεις σημασία αν είσαι κάτω από σαράντα ή δεν ξέρεις τι θα πει ΥΕΝΕΔ). Θα της επιστρέψω το δισκάκι σήμερα και δεν θα το πάρει χαμπάρι, σα να βγήκε μόλις από την κάσκα είναι. Αφού μυρίζει λακ, ακόμη.

Χτες βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι ήμουν στη Βιέννη, σε ένα σίξτις κοινόβιο με κορίτσια αξύριστα (all over) και άλουστα σαν την Janis ενώ αγωνιζόμουν να βρω την Νικόλ για να την βοηθήσω να κατεβάσει το φερμουάρ. Δεν θυμάμαι τι διάβασα ή τι έφαγα πριν πέσω για ύπνο, πάντως πρέπει να ήταν πολύ χειρότερο απ’ αυτό που έφαγε ο Kane στο πρώτο Alien.

Προσπαθώ να γράψω κάτι μελλοντολογικό που διαδραματίζεται  γύρω στο 1990 και τα προβλέπω όλα. Με κάθε λεπτομέρεια. Too scary.

Όταν είδα για πρώτη φορά την διάσημη σκηνή με τον Μπράντο και την Σνάιντερ, έκανα μισό χρόνο να φάω βούτυρο. Νόμιζα ότι όλα μύριζαν. Μετά έκανα άλλο μισό χρόνο να φάω γιατί δεν μύριζε κανένα, τίποτε παρά μόνο αδιάφορη βουτυρίλα, και απογοητεύτηκα. Σήμερα που το ξανασκέφτομαι, δεν θα ΄θελα να είμαι στη θέση του παντελονιού της Μαρίας.

Τα μεσημεριανά τσίπουρα του Σαββάτου είναι επώδυνα. Ειδικά όταν περιμένουν να πάρουν σειρά τα νυχτερινά Jameson. Όταν αρχίσω να ξυπνάω τις Κυριακές απ΄τις εφτά για να πιάσω καλό στασίδι, θα πρέπει να κόψω ένα από τα δυο. Προς το παρόν κάθομαι μέσα τα Σάββατα για να μη μου πέσει πολύ βαριά η πρώτη Κυριακή στο «Εξαιρέτως». Την ώρα που θα κάθομαι πίσω απ΄ τη γριά με  tattoo έναν μαύρο κύκνο στo εσωτερικό του καρπού. Θα τη ζήσουμε τη Δευτέρα Παρουσία στα στασίδια, να το θυμηθείς.

Οι ιστορίες του Κυρίου Μπράουν γίναν εικοσιεφτά. Αυτό δεν σημαίνει τίποτε απολύτως πέρα από το γεγονός της πίστης μου στον κύριο Μπράουν. Μου υποσχέθηκε ότι στην τριακοστή ιστορία θα τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Για να πέσουν οι λέξεις στον δρόμο, κάτω, να τις πάρουν όποια πετεινά του ουρανού τριγυρίζουν ψάχνοντας απομεινάρια σκέψεων. Μετά θα ησυχάσουμε επιτέλους  και οι δυό μας. Για τα πτηνά δεκάρα δεν δίνω.

Έχει καεί η μια λάμπα δαπέδου στο σαλόνι. Εδώ και τρεις βδομάδες αρνούμαι να την αλλάξω. Ενδόμυχα ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα ξανανάψει. Έχω διαβάσει πολλές ιστορίες για λάμπες που ζωντάνεψαν. Σκέψου, άλλωστε, τον τρόμο που θα νιώσει κάποιος ανύποπτος που θα πάει νυχτιάτικα να πετάξει σκουπίδια σε έναν ζεστά φωτισμένο κάδο.

Μπορεί τελικά να γράψω κάτι που θα διαδραματισθεί το 1980. Ένας guru που εμπιστεύομαι μου είπε ότι πονάει πολύ, αλλά λιγότερο από το 1990. Για το 1975 δεν το συζητώ, αποκλείεται να κλείνει το φερμουάρ της χρονοκάψουλας.

Κάποτε, δεν πάει πολύς καιρός, έσπρωξα -καθόλου διακριτικά, ομολογώ- προς μια ωραία γυναίκα που καθόταν παραδίπλα μου (ανάμεσα σε κρασιά, βότκες και γουίσκια) μια χαρτοπετσέτα που πάνω της είχα γράψει FIDELIO. Με κοίταξε πολύ περίεργα. Την αναποδογύρισε και έγραψε WTF. Δεν ξαναβρεθήκαμε.

 

—-

απουσί ς

33177172H  μ ρα που ανακαλύπτ ις ότι το     γκατ λ ιψ  το πληκτρολόγιο,  ίναι μια μαύρη μ ρα.

Πρ π ι να συνηθίσ ις πια στην ιδ α πως όλ ς οι υπ ροχ ς λ ξ ις σωσίβια,  χουν χαθ ί στην αφιλόξ νη θάλασσα μιας λ υκής σ λίδας.

 ρωτας

 υτυχία

 γώ

 σύ

 μ ίς

Μ  τρόμο σκ φτ σαι τι θα συν βαιν  αν ποτ  το    αποφάσιζ  να φύγ ι κι από τις φωνητικ ς σου χορδ ς. Πόσο άσχημη, αλλιώτικη, π ζή τροπή θα πάρ ι η ζωή σου. Όταν  γώ,  σύ,  μ ίς θα μ ίνουμ  μόνοι κι ανυπ ράσπιστοι απ ναντι σ’ αυτούς. Που προνόησαν να φτιάξουν τη ζωή τους χωρίς να στηριχτούν στα   .

 

 

—-

η μικρή Περσεφόνη στο Quartier de la Madeleine

32669957 (2)

 

H Nίνα Κουλετάκη δεν γράφει την Περσεφόνη «σαν» κοριτσάκι. Γι αυτήν δεν υπάρχουν «σαν». Τέτοιο βρωμόστομο μετανήπιο, μίγμα μικρής Λουλούς, Μαφάλντα και  Composition Doll παραμένει και θα παραμείνει δια βίου. Όσα αίματα, εγκλήματα, hypersexual  και επαναστατικά  κι αν μας χαρίσει (διόλου τσιγκούνικα, δεν το «χει» το μέτρο ευτυχώς) ενδιάμεσα.

Η πρώτη σελίδα, η πρώτη ιστορία, ξεκίνησε την ώρα της αναμονής στο αεροδρόμιο. Άλλες δεκαεφτά διάβασα μέχρι να πιάσουμε Ιταλία, ψηλά. Θα μπορούσα να το είχα τελειώσει όλο, μα άφησα αίμα (και μεδούλι) για το βράδυ. Για την ώρα που ξεπορτίζουν τα βαμπίρια των πίσω χρόνων μας. Όχι ως νοσταλγία. Ως τιμωροί. Γιατί τα θάψαμε κάτω από καθωσπρέπει ρούχα και σοβαρά προφίλ.

Πίνοντας δυο ποτήρια κόκκινο κρασί (γωνία Capucines & Caumartin) συν ένα τρίτο για ανάνηψη, έριξε αυλαία και η τελευταία (τελευταία; ) ιστορία της Περσεφόνης. Μετά τριγύρναγα παρέα με τη μικρή στο χέρι στα παραδιπλανά στενά και λιγότερο στενά, έχοντας κατά νου να μην παρανυχτωθώ  για να μην έχω την τύχη του Elijah Wood. Τρεις ρουφηξιές τσιγάρο μακριά ήταν η Madeleine, άλλωστε.

Ή για να έχω την τύχη του. Αυτό, μάλλον.

Ένα μικρό, περίεργο, σαματατζίδικο, αχόρταγο βαμπίρ είναι η Περσεφόνη. Ανιψάκι της Olga. Το συνειδητοποίησα την ώρα που ο παραδιπλανός μου, στην πτήση της επιστροφής, ήθελε (της έριξε τρεις, τέσσερις, πέντε λοξές ματιές) μα δεν τόλμησε να την κρατήσει στα χέρια του. Βέβαια δεν ορκίζομαι πως η μικρή θα του ΄δινε σημασία, ζήτημα να ‘χε κλείσει τα τριάντα. Άμα όμως σε δει να έχεις αφήσει πίσω σου τα δεύτερα -άντα (πόσο μάλλον αν ήδη σκούπισες πόδια έξω απ΄την πόρτα των –ήντα), βρίσκει ύπουλα μια φλέβα που σε συνδέει -σαν ακέραιος, ανέγγιχτος ομφάλιος λώρος- μαζί της και αρχίζει να ρουφάει. Χωρίς προσχήματα και καθωσπρεπισμούς. Κι αντί να σε βρει πελιδνό και άψυχο το τέλος (τέλος άραγε; ) της ιστορίας της, φτάνεις να αποζητάς «κι άλλο». Γιατί αυτά τα χρόνια, τα σαλόνια με τις φορμάικες, τους ένστολους θείους, το πρώτο ποδήλατο, τα ακατάληπτα χαμηλόφωνα λόγια των μεγάλων, τα γκριν παρκ ραδιόφωνα,  τα κλειδωμένα δωμάτια, την ΥΕΝΕΔ, τα Σινεάκ και την αγάπη (που δεν μπορούσαμε τότε να μεταφράσουμε αλλά ελπίζω κάτι να καταφέραμε αναδρομικά) τα περπατήσαμε  παρέα κι ας ήμασταν στα δυο άκρα αυτής της χώρας που είναι γεμάτη από δευτεράντζες βουρκόλακες κάθε κοψιάς, ράτσας, φύλου. Νεκροζώντανους, μάλλον, με κουρασμένη οδοντοστοιχία.

Ευτυχώς υπάρχει κι αυτό το μοβόρο, αιωνίως πεινασμένο πεντάχρονο για να ελπίζουμε σε μεταγγίσεις ζωντάνιας. Με αντάλλαγμα ευτελές και ανισοβαρές για κείνην, λίγο χλιαρό αίμα εμείς, δυο δόντια «μην ξεχνάς» εκείνη μεταμφιεσμένα σε άσπρο εξώφυλλο και σαραντατόσες ιστορίες από το μέσα της, μας. Fair enough, θαρρώ.

 

δεκατιανό

brown-bag-lunch2

Στις 14 Νοεμβρίου (λίγο μετά τις μία το μεσημέρι) την ώρα που άνοιγε την χαρτοσακούλα για το δεκατιανό του, ο κύριος Μπράουν πληροφορήθηκε (άγνωστο πως, μα καλοθελητές υπάρχουν παντού) οτι κάποιος, κάπου, έγραφε ιστορίες για κείνον. Χωρίς να ζητήσει την άδειά του γι αυτό.

Έβαλε λίγο ενοχλημένος, λίγο αναστατωμένος, το         μέσα στην σακούλα και την έκρυψε στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου του. Λόγω της αστικής του καταγωγής  έβρισκε, ανέκαθεν, εξαιρετικά αγενές να μετράει κάποιος τις μπουκιές του. Και να λοξοκοιτάζει τι βάζει στο στόμα του.

Τέσσερις ημέρες μετά, θυμήθηκε την ξεχασμένη σακούλα και την πέταξε στον κάδο της ανακύκλωσης. Αφού πρώτα έβγαλε από μέσα το       , που κατέληξε στην λεκάνη του WC, κομμάτι, κομμάτι.

Όπως είναι λογικό, ποτέ κανείς τρίτος δεν έμαθε το περιεχόμενο αυτής της σακούλας. Ήταν μια μικρή αλλά σημαδιακή νίκη του κυρίου Μπράουν, ένας κρίσιμος πόντος στον αμφίρροπο αγώνα για την διαφύλαξη της ιδιωτικότητάς του, που μόλις άρχιζε.

 …

οι τσέπες

32409701

Κάποτε, κάποιος, έβαλε κρυφά ένα σημείωμα στην τσέπη του κυρίου Μπράουν. Ένα σημείωμα που έλεγε «ποτέ δεν νίκησε ο φόβος, να το θυμάσαι».

Έγραψε κι εκείνος σ’ ένα χαρτάκι «ναι, αλλά μια ισοπαλία άνετα την παίρνει»  περιμένοντας υπομονετικά και χαιρέκακα να βρει την τσέπη του κάποιου -και την κατάλληλη στιγμή-  για να το γλιστρήσει μέσα της.

τα φτερά

31568428

 

 

To ‘λεγε με καμάρι, πίνοντας την τελευταία -ανύπαρκτη- γουλιά απ’ το φραπέ της.

 «Όχι που θα καθόταν εδώ να σκοτώνεται με φροντιστήρια και μαθήματα και μετά εξετάσεις για σχολές της πλάκας και πτυχία του κώλου»

Έψαξε τσιγάρο, έπιασε το προτελευταίο. Από πακέτο πρωινό και η ώρα ήταν δεν ήταν εφτάμιση.

«Στο φινάλε το θέμα είναι να κάνουν αυτό που αγαπάνε, όχι να ψάχνονται για αρχιτέκτονες και να καταλήγουν φυσικοί. ‘Η να θέλουν να γίνουν μοριακοί βιολόγοι και στο τέλος να καταγίνονται με ουλίτιδες, σφραγίσματα κι απονευρώσεις. Σιγά μην έμπαινε σε τέτοια διαδικασία το παιδί»

Είχε πάρει φόρα. Δεν είναι σίγουρο ότι οι άλλες δυο την άκουγαν, καθεμιά είχε τα δικά της ζόρια. Της μιας της τέλειωσαν τα τσιγάρα και δεν τόλμησε να κάνει τράκα βλέποντας τα μόλις δυο αλλότρια, το κοντινότερο περίπτερο ήταν διακόσια μέτρα μακριά και είχε βολευτεί καλά κάτω απ’ τον ανεμιστήρα. Της αλληνής πάλι της ξανάρθε περίοδος σήμερα, δεύτερη φορά σε δυο βδομάδες. Δεν την απασχολούσε τόσο η εμμηνόπαυση που της έκλεινε, πλέον, παιχνιδιάρικα το μάτι. Ότι θα ΄πρεπε να ειδοποιήσει τον άλλον για αλλαγή πλάνων την ένοιαζε, να μη σκάει κι εκείνος να σκαρφίζεται σενάρια για να σερβίρει στην γυναίκα του. Στράφι τόσο γαλάκτωμα σώματος, τόση λεπτομερής φροντίδα στην ευαίσθητη περιοχή. Tου ‘στειλε μήνυμα όσο σιχτίριζε από μέσα της, χαμογελώντας αφηρημένα, για άλλο ένα χαμένο γαμήσι.

«Μας το ξέκοψε απ’ την αρχή, δεν ξέρω τι έχετε εσείς στο μυαλό σας μας είπε, εγώ σ’ αυτό το κωλοσύστημα δεν μπαίνω, άμα έχετε λεφτά να δώσετε για ένα χρόνο έχει καλώς, αλλιώς δώστε μονο τα εισιτήρια να φύγω και σας χρωστάω αγάπη αιώνια, άμα στο θέτει έτσι δεν της κόβεις τα φτερά, τα κόβεις;»

Aυτή με το χαραμισμένο γαλάκτωμα σκέφτηκε  -προς στιγμήν-  να πει «ε καλά, με δεκατρία απολυτήριο δεν τα λες και αετίσια τα φτερά» αλλά έβγαλε το σκασμό. Είχαν άλλωστε συνθηκολογήσει άτυπα οι τρεις τους, πως όταν βρισκόταν  καθεμιά θα έλεγε τα δικά της (κι ας ήταν και ψέματα που θα ‘καναν τον παπάρα τον Μινχάουζεν να αυτοκτονήσει από ζήλια καταπίνοντας με τη μιας 50 χάπια αλήθειας) και οι άλλες θα συγκατένευαν χλιαρά, ούτε «αλλά», ούτε «όμως», τσιμουδιά. Ωραίες παρέες, στην κορυφογραμμή των σαράντα, εκεί που παραμονεύει (μόλις σκαρφαλώσεις) η αφιλόξενη στέπα των πενήντα.

Μίλησε η άλλη, η χαρμάνω.

«Και τι σου λέει τώρα; Τακτοποιήθηκε όπως ήθελε; Δυσκολεύτηκε; Καλά με τη γλώσσα, πρόβλημα δεν θα ‘χε με δέκα χρόνια ιδιαίτερα και εκατό σορμπόν αλλά με τη ζωή εκεί;»

Πήγε για μια τελευταία γουλιά καφέ πριν απαντήσει, ρούφηξε αέρα. Ευτυχώς διακριτικά.

«Ναι, βολεύτηκε μια χαρά, τα είχε σχεδιάσει όλα μήνες πριν αυτή, απ’ τα Χριστούγεννα κιόλας. Όλη μέρα στα μέιλ και στα φέισμπουκ, σιγά μη δεν έβρισκε άκρη. Ο μπαμπάς της είχε κατά καιρούς κάτι παράξενες εξάρσεις, και που θα πας, μικρό κορίτσι μόνο, μεγάλη πόλη, χάος, ακριβό μέρος, στο τέλος ημέρεψε, να ‘χεις ανοιχτό σκάιπ, να απαντάς στο κινητό όταν σε παίρνουμε, να μαγειρευεις καμιά φορά σπίτι, να προσέχεις τι βάζεις στο στόμα σου, το πήρε απόφαση. Το ‘χει και καμάρι όμως, δεκαοχτώ χρονών παιδί, μαθητευόμενη-έστω-, αν τα πάει καλά της είπαν σε ένα χρόνο θα αρχίσει να πληρώνεται κιόλας, προς το παρόν στέλνουμε, και μετά θα στέλνουμε δηλαδή, ο φούρνος να είναι καλά, αλλά άμα την ακούς να σου λέει ότι δουλεύει στα γραφεία του Marie Claire ως τα μεσάνυχτα δεν της κόβεις τη χαρά, την κόβεις;»

Ήρθε μήνυμα, αθόρυβο, στο κινητό της φρεσκοπλυμένης. «ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΑΤΥΧΙΑ ΜΑΣ.ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΕ ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ ΔΗΛΑΔΗ;». Πόσο μαλάκες είστε όλοι και πόσο ίδιοι, σκέφτηκε. Πληκτρολόγησε «ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΑΜΠΟΝ» και τον άφησε με το σμαρτφον στο χέρι, την ώρα που κούναγε επιδοκιμαστικά τα φρύδια, σουφρώνοντας τα (ωραία, πανάθεμά τα) χείλια της  λέγοντας «άξιο παιδί, άξιο, όχι, δεν την κόβεις».

Την ίδια ώρα το άξιο (αληθινά άξιο) παιδί, που έκανε αμάν να φύγει μιαν ώρα αρχύτερα απ΄ το σπίτι των τρελλών και μπήκε μονάχη της στο αεροπλάνο την ίδια  μέρα που έδωσε το τελευταίο μάθημα για το απολυτήριο (απαράβατος όρος του φούρναρη μπαμπά, χωρίς απολυτήριο δεν πας πουθενά, σάματις θα μπορούσε να πάει και κάπου δηλαδή εκτός του πουθενά), έμπαινε στο μετρό για να φτάσει σε μια μεγάλη αποθήκη στο Saint-Denis όπου αφού άλλαζε ρούχα θα έμπαινε μαζί με άλλες εννιά -κάθε φυλής και ηλικίας- στο βανάκι που θα τις πήγαινε μαζί με τις ηλεκτρικές σκούπες, τα γάντια, τα πανιά και τα αστραφτερά απολυμαντικά τους εκεί που ανέκαθεν ήθελε να μπει με κάθε τρόπο. Όχι και τόσο ανέκαθεν βέβαια, αφού πρώτα η καθαριστική που είχε συμβόλαιο με την Vogue της ξεκαθάρισε ευγενικά (μήνες πριν) ότι λυπάται πολύ μα δεν πληροί τα προσόντα.

Πάντα κουβάλαγε μαζί της μια μικρή τσάντα με διαφορετικά, κάθε φορά, ρούχα. Την ώρα που κόντευαν να τελειώσουν -περασμένα μεσάνυχτα- για να ξαναμπούν στο βαν που τις περίμενε κάτω, εκείνη έβγαινε από το WC σαν Σταχτοπούτα. Για την ώρα της σέλφι, για την ώρα της λάμψης στον τοίχο της. Άξιο παιδί. Και προνοητικό. Όταν τέλειωνε από την μαθητεία στο Marie Claire θα πήγαινε κάπου αλλού. Ίσως στο Μuteen. Άλλωστε θα ήταν μόλις δεκαεννιά. Μέχρι να βαρεθεί, θα πέρναγε καιρός.

Ένα χιλιόμετρο πιο βόρεια απ’ το «γραφείο» της, τα βράδια ένας πεθαμένος με διάσημο τάφο τραγούδαγε (θαρρείς για κείνη, που ποτέ δεν τον άκουσε βέβαια, έχοντας τα ακουστικά με τη Lady Gaga βυθισμένα στ’ αυτιά της)

You’re lost little girl

You’re lost

Tell me who

are you?

Νομίζω οτι τα κορίτσια καλά κάνουν και δεν ακούν φωνές από πεθαμένους ποιητές. Μπορεί να καψαλίσουν τα φτερά τους και να πέσουν -τι κρίμα- πιο γρήγορα στην στέπα.

….

ισοδύναμα μέτρα

forte-piano-recital-yiming-zhang

 

Στις 6 Ιανουαρίου, στις 17:02 ακριβώς, άνοιξε το Word. Φουρφούρισε το μέσα του αντικρύζοντας το λευκό.

 

Το έκλεισε στις 7 Ιανουαρίου, όταν οι αριθμοί χαμηλά, στη δεξιά γωνιά της οθόνης, έδειχναν 10:39

 

Μέτρησε 3.854 λέξεις. Ενώ θα μπορούσε να είχε ξεμπερδέψει με δέκα. Ή με ένα τηλεφώνημα.

 

Ή -ακόμη καλύτερα- με πέντε νότες, ωραία βαλμένες στη σειρά. Από κείνες που μαλακώνουν ακόμη και γρανίτη, ίσως και κορούνδιο.

 

Αυτή ήταν, εν συντομία, η ιστορία ενός προβλέψιμου ανθρώπου. Που δεν πάτησε καν «save as» τελειών

 

 

 

 

Balkan swing

29293120

Η ομίχλη ολόγυρα ήταν τέτοιας ποιότητας που ως κι ο Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον -ενδεχομένως κι ο Τζέιμς Χέρμπερτ- θα ντρεπόταν να σκαρώσουν λέξεις για να την περιγράψουν. Οδηγούσε με δέκα, βία είκοσι χιλιόμετρα στο κοντέρ κι ορκιζόταν πως αυτό το πράμα ξεχυνόταν από παντού, ακόμη και κάτω από την άσφαλτο. Για την ακρίβεια εκεί που θα ‘πρεπε να υπάρχει άσφαλτος.

Ήδη ήταν τρεισήμισι το μεσημέρι, έτσι έλεγε το ρολόι. Κόντευε δυο ώρες στο δρόμο, ζήτημα να ‘χε διασταυρωθεί με τρία φώτα που ερχόταν από απέναντι. Μπροστά και πίσω του το τίποτε. Ένα θολό, πηχτό, βρωμερό τίποτε. Μόνο δίπλα του και στο πίσω κάθισμα υπήρχε μια υποψία ζωής, αφού και οι τρεις γλάρωσαν -με τόση θολούρα έξω και ζέστη μέσα- κι αποφάσισαν να κλείσουν μάτια, αφήνοντάς τον να τραβάει κουπί μονάχος του σε έναν άγνωστο δρόμο μιας άγνωστης χώρας, στο δρόμο για τα σύνορα. Εκεί που θα ‘πρεπε να βρίσκονται ήδη από τις δυόμισι.

Ψαχούλεψε στο ντουλαπάκι του συνοδηγού. Αποκοτιά, με τέτοιες συνθήκες, να αφήνεις έστω κι ένα δάχτυλο απ’ το τιμόνι. Μα ήθελε παρέα, μια φωνή, κάτι ψευτοζώντανο -έστω- να μιλάει, αφού οι άλλοι τρεις τον πρόδωσαν. Εκείνος δίπλα είχε δικαιολογία, ήπιε τέσσερα ποτήρια βουλγάρικο μερλό πριν ξεκινήσουν, παραδόθηκε στα πρώτα δέκα χιλιόμετρα. Για τις άλλες δυο πίσω όμως, που πέσαν ψες βράδυ για ύπνο απ’ τις δώδεκα και ξύπνησαν σα φράπες, άμα ήτανε ένορκος ούτε μισό ελαφρυντικό θα χαλάλιζε. Ούτως ή άλλως δηλαδή, ακόμη και ξύπνιες  να ‘ταν.

Έπιασε ένα, χωρίς να δει τι έγραφε το μαρκαδοράκι πάνω, το ‘χωσε στη χαραμάδα.

The one desire is to dance the swing
Could catch it all night long

Υπό τις παρούσες συνθήκες τζίφος. Μα κουράγιο -και θάρρος- για να ξαναπλώσει το χέρι του σκαλίζοντας, δεν περίσσευε.

Ανέβασε την ένταση. Ύπνο εσείς, ξύπνιος εγώ αλλιώς θα ξεπαραδιαστούν οι δικοί μας για να μας φέρουν πίσω ωραία συσκευασμένους. Ανατρίχιασε κι αυτό τον ξύπνησε κι άλλο.

And when I’m riding on that wing
And just for you I’m in the swing

Την ώρα που έγερνε προς το τιμόνι, για να δει αν αυτό το σκοτεινό ριντό μπροστά στο δρόμο ήταν κάποιος ηλίθιος δίχως φώτα ή η νύχτα που το ‘βαλε γινάτι να πιάσει βάρδια νωρίτερα, βγήκε ξαφνικά απ’ την ομίχλη. Σα να πάτησε έναν διακόπτη και να καθάρισαν τα πάντα. Είδε που βρισκόταν, καλύτερα να μην έβλεπε. Λίγα γκρεμούλια σπίτια δεξιά κι αριστερά, ασοβάντιστα τούβλα, πεσμένοι φράχτες, ψόφια δέντρα, γκρι χορτάρι, μερικές σαφρακιασμένες κότες και καναδυό γουρούνια που θαρρείς και επέζησαν από μεγάλο λιμό και βγήκαν στο σεργιάνι να το γιορτάσουν επισήμως. Αλλά δεν ήταν όλα αυτά το μαύρο που ‘βλεπε λίγο πριν βγει απ΄ την μούχλα. Άλλο ήταν. Καμιά εκατοστή σκουροντυμένοι, άντρες και γυναίκες, που ξεμύτιζαν απ το νεκροταφείο, στο πλάι του δρόμου αριστερά. Οι μισοί πάνω στην άσφαλτο, μέσα στο δρόμο, δέκα μέτρα μακριά, οι υπόλοιποι σπαρμένοι από δω και από κει, κρατώντας στα χέρια πλαστικά ποτήρια άλλοι με τσάι κι άλλοι με κόλλυβα, γιατί βάζαν δάχτυλα μέσα και μετά τα φέρναν στο στόμα. Πουθενά στον κόσμο δεν πίνουν έτσι, άρα μάλλον κόλλυβα.

Αναβόσβησε τα φώτα δυο τρεις φορές, για μια στιγμή σκέφτηκε να κορνάρει αλλά δεν το βρήκε πρέπον για την περίσταση. Κανείς δεν κουνήθηκε ρούπι, ίσα ίσα που μουλάρωσαν και στάθηκαν να κοιτάνε, κάποιοι απορημένοι κι άλλοι σφόδρα ενοχλημένοι, καταμεσής στην άσφαλτο. Πατούσε φρένο κι αναβόσβηνε τα φώτα και παρακαλούσε από μέσα του «παραμερίστε μην έχουμε κι άλλη κηδεία την ίδια μέρα στον ίδιο καταραμένο τόπο» και κανείς δεν έδινε σημασία κι από την ταραχή του που ξύπνησαν ταυτόχρονα κι οι άλλοι τρεις και φώναξαν -σάμπως και μιλούσαν σε κανέναν αόμματο- «πρόσεξε τους ανθρώπους ρε», κατέβασε το παράθυρο αντί να ξαναπαίξει τα φώτα ή να πατήσει πιο δυνατά το φρένο. Το χωριό γέμισε μουσική. Μεγάλο λάθος σε λάθος ώρα.

And when I’m waiting
Until last call, I do it for the swing

 Άκουσε ένα βαρύ γκντουπ από το μπροστά δεξί φανάρι και τις άλλες πίσω να προσεύχονται, αν και όχι τα μάλα θρήσκες, «κάνε να μη σκοτώσαμε κανέναν, θεούλη μου», μούδιασε ως και η ραφή στο όσχεό του, σκέφτηκε «αυτό είναι το τέλος μας» μα αντί να σταματήσει να δει τι κακό έκανε, πάτησε κόρνα, γκάζι, βρήκε μια τρύπα ανάμεσα στους μαυροντυμένους και διέσχισε όλο το χωριό  -η πινακίδα, την είδε στην έξοδο, έγραφε НΟВО ЛЕСКИ- με τριψήφιο νούμερο στο κοντέρ.

Πέντε άντρες -ίσως τα αφεντικά του νεκρού, πλέον, γουρουνιού- στριμώχτηκαν μέσα σε μια άσχημη πράσινη Mercedes Ε200, ξεπάρκαραν απ’ το νεκροταφείο και μπήκαν σαν παλαβοί στην άσφαλτο.  Την ώρα που την είδε στον καθρέφτη να έρχεται με χίλια προς τα πάνω του, αναβοσβήνοντας (κι αυτή) τα φώτα πιο θυμωμένα κι απ την Κριστίν του Κάρπεντερ, ήταν πια σίγουρος πως δεν είχε καθόλου μα καθόλου καλή πρόθεση. Κι ας ξημέρωναν Χριστούγεννα αύριο.

Τα σύνορα ήταν πεντέξι χιλιόμετρα μακριά. Αλλά διακόσια μέτρα μπροστά τους περίμενε -ξανά- η ομίχλη

♫♫

ιστορίες με ελαφρές αναταράξεις (κατά διαστήματα)

27457004 (1)

Νομίζω ότι περί αυτού πρόκειται, μου λέω. Ακόμη κι αν κάποια στιγμή βεβαιωθείς (είναι απέθαντη κι ανεξέλεγκτη αυτή η σιχαμερή μελούρα μέσα μου) πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου -ή η δικιά σου, μερικές φορές αυτά τα δυο γίνονται αξεδιάλυτα ένα, σχεδόν σιαμαία- τίποτε δεν θ’ αλλάξει τον τρόπο που ο πλανήτης περιστρέφεται. Ή το μέρος απ’ όπου σκάει μύτη ο ήλιος. Ούτε τα άστρα θα βρεθούν θαμμένα κάτω από ωκεανούς ή βουνά. Εκεί που τα άφησες, ή σ’ άφησαν, εκεί θα περιμένουν. Ρούπι δεν θα το κουνήσουν. Σαν σκυλιά στον τάφο του αφεντικού τους. Ή παλιά χρέη, που σε κοιτάνε στα μάτια δείχνοντας τα λερά δόντια τους. Τίποτε άλλο αμετακίνητο δεν μου ‘ρχεται τώρα στο μυαλό. Οι εμμονές μου δεν μετράνε.

Γυρνάω πίσω και ξεφυλλίζω -τρόπος του λέγειν, άφαντο το χαρτί- όσα έγραψα πως βίωσα. Πέντε ολοκληρωτικές καταστροφές -και ισάριθμες αναπαλαιώσεις, πλέον- από αδέσποτους e-μετεωρίτες, δέκα εσωτερικοί πόλεμοι (εκ των οποίων καναδυό απ’ αυτούς τους σαχλούς love wars του Paul Heaton), είκοσι κατακρημνίσεις από λόφους και λιβάδια, δεκαπέντε αεροπορικές τραγωδίες που συνέβησαν μερικές μέρες μετά την προσγείωση (κι άλλες τόσες πριν καν την απογείωση), εφτά τρομαχτικές πυρκαγιές που ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει γιατί ίχνος από στάχτη δεν βρέθηκε μετά για να μελετηθεί, τρεις μεγάλοι λιμοί ανάμεσα σε τέσσερα Μεγάλα Φαγοπότια, ένα μουντιάλ δίχως Ζιντάν, δέκα βαθιές -σαν την τάφρο των Μαριάνων- ρυτίδες, καντάρια από αίμα, ψέμα και σπέρμα που ακόμη δεν αξιώθηκαν να δουν μέρες ξηρασίας μπας και ξεκουραστούν μια στάλα, μερικές χιλιάδες τρίχες που είπαν «φεύγω» και το κράτησαν μανιάτικο μη επιστρέφοντας ποτέ για να δουν τ’ αδέρφια τους ν’ ασπρίζουν και να ξεψυχούν πάνω σε ένα κεφάλι που έκανε την απόσταση απ’ το απόλυτο μηδέν ως τους 13,6×106     Κelvin μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα. O Μπολτ θα είχε πεθάνει από ντροπή αν μπορούσε να το δει αυτό.

Και λοιπόν;

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που είναι (που είμαστε) κάτω μακριά, σαν στρέψουν το βλέμμα τους ψηλά βλέπουν μια ή δυο λευκές γραμμές πίσω απ’ το μέταλλο που λαμπυρίζει. Μια ή δυο ωραίες αδιατάραχτες κι αδιάκοπες ευθείες και μια αόρατη -για τους πολλούς- σβήστρα που καθαρίζει κάθε λίγο τα ξέφτια της διαδρομής πάνω στο γαλάζιο (όσο υπάρχει ανοιχτός καιρός), για να ΄ναι οι ευθείες καθαρές και σίγουρες. Σαν τραβηγμένες με χάρακα και χέρι που δεν τρέμει. Ακόμη κι αν ο καιρός εκεί πάνω, εκεί πέρα, εκεί μέσα, είναι τέτοιος που όχι γραμμή, μα ούτε τελεία μπορείς να χαράξεις. Ευθείες βλέπουμε από μακριά. Μόνο ευθείες. Μέχρι να χαθούν.

Εδώ και πολύ καιρό λοιπόν, γεμίζω την οθόνη με τελείες. Απ’ αυτές που μεταμφιέζονται σε πολαρόιντ, σε μούζικες, σε μυρωδιές, σε τέτοιας λογής μικρά πραματάκια. Ακόμη και τις ώρες που είναι χαρά θεού έξω. Για να δω -αν ποτέ τις ενώσω- ως πού πάει (αν πάει) αυτή η γραμμή με τις ελαφρές αναταράξεις κατά διαστήματα. Αυτό είναι όλο.