side 3

Unlabelled_audio_cassette

 

 

Ο Αύγουστος κυλάει περίεργα. Σαν μέλι που ξέφυγε απ’ το στόμα και προσγειώθηκε στα πόδια σου. Δεν ξέρεις αν πρέπει να το πάρεις με το δάχτυλο και να το ξαναγλείψεις ή αν πρέπει,  κάποια στιγμή, να πας να ξεπλυθείς.

The Great Comeback

 

Looking for inspiration

 

 

Δέκα μήνες μετά, συνειδητοποίησε οτι οι τσαλακωμένες σελίδες δεν είχαν καν μια τόση δα μουτζούρα πάνω τους.

ντόλμπι σαράουντ

maxresdefault

 

Όλα τα Τρινιτά τα είδα είτε στο Rex ή στο θερινό Όσκαρ.

Το Όσκαρ μετά από δυο, τρία καλοκαίρια το έκλεισαν με λαμαρινοκατασκευές και συνέχισε μονοθεματικά με τσόντες, δυο έργα δυο. Δε λέω, είχε μια εναλλακτική ρομαντικότητα να βλέπεις μπουκωμένα γυναικεία στόματα, μυροβόλους θάμνους -ναι, είχαμε φαντασία- και στήθια τρισδιάστατα (τα μάτια  μας ήταν 3D γυαλιά από μόνα τους) να ξεχειλίζουν από την οθόνη όσο άκουγες τη βροχή να χτυπιέται πάνω στις λαμαρίνες αλλά τότε ήμασταν δεκατέσσερα και δεκαπέντε (μερικά δείχναμε ξετιναγμένα, παίρναμε ύφος δεκαεφτάρη μασώντας τρεις τσίχλες και μια στις τόσες άνοιγε η πύλη του παράδεισου μετά το ταμείο) και δεν πολυσκαμπάζαμε από ρομαντσάδες, μόνο αληθινές γυμνές γυναίκες, παλλόμενες, υγρές και φωνακλούδες θέλαμε να δούμε. Είχαμε στουμπώσει από τη χάρτινη μουγκή στέγνα των Playboy και των Penthouse.

Το Rex ήταν μια πορδή, χώραγε λιγότερους από εκατό ανθρώπους κάτω και πάνω. Ήταν τόσο χαμηλοτάβανο που άπλωνες το χέρι από τον εξώστη και έπαιρνες πατατάκια από το σακούλι του από κάτω, υπερβολή αλλά μια εικόνα δίνω. Αν δεν το ’λεγες κλειστοφοβικό, το ΄λεγες χουχουλιάρικο. Σήμερα δεν ξέρω τι ακριβώς είναι, μάλλον αποθήκη. Πολλές καλές νύχτες μας τις ενταφιάσαμε κει μέσα και δεν ξέρω πώς καταντήσαμε τόσο χοντρόπετσοι που ούτε μια λοξή ματιά καταδεχόμαστε να ρίξουμε -σαν κεράκι, εν είδει μνημόσυνου- κάθε που περνάμε συχνά πυκνά απ΄έξω.

Σ’ αυτούς τους δυο ναούς εκκλησιαστήκαμε –πες το και κατηχητικό- με τον Tέρενς και με τον Μπαντ. Όμορφοι σαν τον γαλανομάτη δεν θα γινόμασταν ποτέ και το ξέραμε και το ξέραν και τα κορίτσια που μας περίμεναν μετά για να γκομενιάσουμε στη γειτονιά γιατί αυτές δεν καταδεχόντουσαν να σπαταλήσουν μιάμιση ώρα για ’τέτοιες αηδίες’, αλλά ελπίζαμε τουλάχιστον να μπορούσαμε να δέρνουμε κακούς σαν τον άλλον. Με κείνο το θεσπέσια χορταστικό σλαπ της σφαλιάρας και της γροθιάς (χωρίς ντόλμπι σαράουντ μάλιστα), που καμιά αληθινή σφαλιάρα και γροθιά δεν θα αξιωθεί να γεννήσει ποτέ της. Τελικά κακούς ή καλούς δεν δείραμε, οι περισσότεροι από μας. Αλλά το ρέψιμό του το τελειοποιήσαμε, μερικά skills θαρρείς και είναι έμφυτα.

Σήμερα διάβασα ότι πέθανε ο Bambino. Kάποιο απόγευμα λέω να περάσω μια βόλτα έξω από το Rex και να ρίξω μια λοξή ματιά στην πόρτα του που δεν είναι πια πόρτα αλλά τζαμαρία που πίσω της έχει παγωμένα γιαούρτια, τυρόπιτες και πίτσα στο χέρι. Αν δεν έχει πολλή φασαρία στο δρόμο πίσω μου, μπορεί και να καταφέρω ν’ ακούσω τον χοντρό να γκρινιάζει θυμωμένος και μεταγλωττισμένος Dont call me Bambino. Και μετά να μοιράζει, γαλαντόμα και  ξεκούραστα, δέκα μπουκέτα ολάνθιστες σφαλιάρες.

 

….

28 λέξεις μετά

35153548

 

 

Ενός λεπτού σιγή για τις γυναίκες εκείνες που συνεχίζουν να υποδέχονται σπέρμα ερήμην τους. Και άλλο ένα για τους άντρες που το χαρίζουν απλόχερα εν τη απουσία αυτής.

 

reservoir dogs

 

34822531 (1).old

Mr Orange 

Σκέφτομαι πως η φωτογραφία αυτή μού αρέσει επειδή έχει μια υλικότητα και μια πλαστικότητα και μια αλήθεια που ξεπερνάει την προφανή αλήθεια της εικόνας. Σκέφτομαι πως η φωτογραφία θα μου άρεσε ούτως ή άλλως, ακόμα και αν δεν ζούσε εντός της ένας τυχαίος, ανώνυμος σκύλος. Σκέφτομαι πως έχει αποτυπώσει την παραγνωρισμένη και δυσφημισμένη αστική ομορφιά, την ομορφιά των ρυπαρών στενών της πόλης. Την ομορφιά που έχουν όταν τα φωτίζει ο ήλιος με αυτό το συγκεκριμένο φως ή την ομορφιά που έχουν όταν τα φωτίζει η ζωή των άλλων που γράφουν πράγματα με την δική μας υπογραφή ερήμην μας. Αυτή όμως -σκέφτομαι κάπως ταραγμένος- μπορεί και να ΄ναι  η ομορφιά της καθημερινότητας της γραφής. Και εν τέλει ανακουφίζομαι, καθώς αυτούς που δεν γράφουν ποτέ, αδυνατώ να τους καταλάβω, όπως και τους άλλους που μιλάνε πολύ, αντίθετα με τους άλλους που δεν μιλάνε πολύ μα ούτε και γράφουν σαν τους άλλους, τους άλλους, αυτή τη μάστιγα.

<>

34822531 (1),sra

Mr White

Ήμουν έτοιμος να γράψω κάτι μεγάλο, βαθύ και δύσκολο.

Θα λεγόταν “Ηθικός πανικός: από την πορνογραφία των πλακόστρωτων μέχρι το Black dog” (των Zeppelin ασφαλώς, προγονόπληκτε). Η πορεία θα διαγραφόταν μέσω της υγρής Σχισμής μιας τυχαίας ακολουθίας μεγαπίξελ και μιας μελαμψής (σαν δέρμα μιγάδας ξαναμμένης) ρωγμής του χρόνου, στην πίστα μιας northern town. Aπ΄ αυτές τις πόλεις πόκετ που δεν χώνεψα και δεν εμπέδωσα ποτέ, ούτε καν σε φαντασιακό επίπεδο.

Όμως νυστάζω. Πάω στο κρεβάτι να διαβάσω Yourcenar και όλα τ’ άλλα. Ίσως κάποια άλλη στιγμή.

Μέχρι να ΄ρθει αυτή η ‘άλλη στιγμή’ μπορεί κάποιος εικαστικός ειδήμονας ή έστω σχετικός με γλωσσικά και τέτοια να μου εξηγήσει τι σκατά υποτίθεται πως λέει η εικόνα από πάνω;

<>

 

34822531 (1). thas

Mr Blonde

Τα ανακάτεψα όλα ξαπλωμένος στον καναπέ-πλοίο (την φωτογραφία, τις λέξεις των άλλων που δεν ήταν δικές τους, όχι ολότελα δικές τους δηλαδή) σε μια αδιέξοδη μουγκαμάρα απ’ την οποία δεν παραγόταν δράση. Γιατί μένοντας ώρα σιωπηλός δεν γίνεσαι σοφότερος. Πήζουν οι σκέψεις μαζί με το συναίσθημα ώσπου στο τέλος πλακώνεσαι από το ίδιο σου το βάρος.

Και κοίτα τι έπαθα. Ό,τι μου κόλλησε σαν καλοκαιρινή ασυναρτησία βρήκε ιδανική συνέχεια στην τραγωδία. Το καπάκι του λάπτοπ έκλεισε. Κι από το σύμπαν των εικόνων και το ποτάμι λέξεων που χάθηκαν από μπροστά μου, καθάρισε επιτέλους η εικόνα. Μα -σκέφτομαι- αφού ξέρουμε και καταλαβαίνουμε πώς παίζεται το παιχνίδι, γιατί δεν παράγεται επιτέλους νόημα;

Όποιοι παρακολουθούν τα μοναχικά μαύρα σκυλιά στους δρόμους, ξέρουν. Εγώ τι να προσθέσω; Ίσως μόνο το τραγούδι που θα ΄πρεπε τώρα να ακούγεται- μια κόντρα διάθεση που με συνοδεύει. Αν ξαναβρώ το χιούμορ μου -και τη μούζικα- θα επιστρέψω.

Σεπτέμβριος.  Καλό Χινόπωρο, χειμαζόμενοι αδερφοί μου.

<>

34822531 (1).pet

Mr Pink

Ανέβηκε στο άιφον σταις ένδεκα

και τέταρτο. Δεν μετακίνησε

το βλέμμα προς τον φωτογράφο.

Αν ήτο ράτσας, εγώ γεννήθηκα

στις όχθες του Ιαξάρτη

πράγμα που δεν συνέβη.

Η σκυλομούρη του έβλεπε βορρά,

άρα το κομβίο πατήθηκε από νοτιοδυτικά.

Δεκαέξη χρειάστηκε δευτερόλεπτα

(από γωνίας εις εξαφάνισιν)

και ήλθε

να μείνει μες στην ποίησιν αυτήν.

Το σκλιμάβρο.

<>

……………………

random casting: Πετεφρής, Ολντμπόι, Σραόσα, Thas Kas

Haunted Jukebox

33553404

O παππούς είχε μαγαζί με «Κυνηγετικά είδη» κοντά στα τούρκικα, στη διασταύρωση ενός πλακόστρωτου δρόμου που πήγαινε ανατολικά και ενός μικρού τυφλού στενού που δεν πήγαινε πουθενά και ήταν γεμάτος με μικρομάγαζα τούρκων που πούλαγαν παντόφλες, κιλίμια, καφέδες, βαφτιστικά και κοστουμάκια για το σουνέτ. Δεν είχαμε και δεν έχουμε άλλο όνομα γι αυτούς με τους οποίους μοιραζόμασταν και μοιραζόμαστε ως σήμερα την πόλη και την καθημερινότητά μας, δεν έχει νόημα να αναζητάς διπλωματία στις εκφράσεις όταν έχεις μεγαλώσει θεωρώντας κάποια πράγματα αυτονόητα, μέρος του βίου σου και όχι ρετάλι έντυπου αθηναϊκού φολκλόρ.

Ο παππούς πουλούσε δίκαννα, μονόκαννα, φλόμπερ, φυσίγγια και αξεσουάρ. Ό,τι μα ο,τι χρειαζόταν κυνηγός για να αρματωθεί και να ξαμοληθεί για μπεκάτσες, πέρδικες, λαγούς και φάσες,   θα το ‘βρισκες μέσα στα μεγαλύτερα δεκαπέντε τετραγωνικά του σύμπαντος, εκεί που περνούσε τις μέρες του. Καθισμένος πίσω από έναν χαμηλό πάγκο, γεμάτο με κουτιά από σκάγια -αριθμημένα, απ΄τα πιο ψιλά ως τα τούντσια- που γεμίζαν φυσίγγια που σφραγιζόντουσαν, μαρκαριζόντουσαν και μπαίναν στο κουτί τους με έναν τρόπο που κατάφερα να τελειοποιήσω από τα εννιά μου και μ’ έκανε να νιώθω σπουδαίος. Πήγαινα μόνο τα Σάββατα, μόνο μετά το σχολείο, εκείνες τις εποχές ήταν άλλης κατασκευής τα Σάββατα. Και στις διακοπές που όλα ήταν ευκολότερα αφιέρωνα λίγο παραπάνω χρόνο, λίγο, μια-δυο ώρες, ώσπου να πέσει το χαρτζιλίκι και να πάω να το κάνω Μίκυ, Σούπερ Σεραφίνο, γνώση. Κάτι σαν αυτοπεποίθηση με κυρίευε όχι γιατί συνδυαζόταν με χαρτζιλίκι αλλά γιατί (τώρα που το ξανασκέφτομαι) μόνο μικρός ινδός φακίρης θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο μέσα σε μια τρύπα που εκτός απ΄ τον παππού -κι εμένα, τις μέρες που δεν βαριόμουν να φτιάχνω πυρομαχικά- φιλοξενούσε σε τρεις καρέκλες κολημμένες στον τοίχο απέναντι απ΄τον πάγκο (μια σπιθαμή, ούτε καν, μισή σπιθαμή μακριά) τουλάχιστον άλλους τέσσερις μόνιμους θαμώνες-πελάτες, που διηγιόταν ο ένας στον άλλον τις Benelli και τις Saint Etienne ιστορίες τους και τα θαυμαστά τους κατορθώματα τις Κυριακές. Τότε κατάλαβα πως οι κυνηγοί είχαν τη δική τους θρησκεία, αφού την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος έτρεχε στις εκκλησίες και στα αντίδωρα, αυτοί τρέχαν στα μπαΐρια, στα μπαντάκια και σε βουνά που δεν ήξερα και δεν έμαθα ποτέ να προφέρω το όνομά τους.

Εκεί γύρω στα έντεκα, δώδεκα, στα τελειώματα του δημοτικού τέλος πάντων, αποφάσισα να μην επενδύσω σε περισσότερη γνώση και εμπειρία. Είχα, άλλωστε, καταρρίψει αμέτρητες φορές το ατομικό ρεκόρ εξυπηρέτησης πελατών, ετοιμάζοντας ως και δυο εικοσπεντάδες φυσίγγια (ένα προς ένα) σε λιγότερο από ένα τέταρτο. Καλό μαστοράκι ήμουν,  έτσι λέγαν οι αραδιασμένοι στις καρέκλες απέναντι, οι κριτές της καπατσοσύνης μου. Κάλυκας (πράσινοι, κόκκινοι, μαύροι, μπορούσες να σκοτώσεις έγχρωμα, το συνειδητοποίησα αργότερα αυτό), σέσουλα με σκάγια απ΄το σωστό ντενεκεδάκι, τάπωμα (χαρτί αλλά και μάλλινες, μερακλίδικες), πρέσα, πακετάρισμα, έτοιμος. Μια περηφάνια στα μάτια του -συνονόματου- παππού την διέκρινα, μα δυστυχώς έμεινε λειψή. Ποτέ δεν κράτησα καραμπίνα στα χέρια, ποτέ δεν πήγα κυνήγι, ποτέ δεν σημάδεψα ζωντανό. Ένα φλομπεράκι που σχεδόν καταναγκαστικά μου είχε δώσει για να αντρωθώ, πήγε στράφι. Το δάνειζα κρυφά σε επίμονα και τολμηρά γειτονόπουλα για να βαράνε τσίχλες και σπούργιτες, αποδεχόμενος –εξ ανάγκης- την ηθική αυτουργία της εξολόθρευσης των πτηνών της γειτονιάς. Βέβαια κι αυτά τον ατέλειωτο είχαν και ανακουφίστηκα κάπως όταν κατάλαβα πως για κάθε σπουργιτάκι που σκοτώνεις υπάρχουν άλλα δέκα που περιμένουν τη σειρά τους, όταν είσαι δώδεκα, δεκατρία, φτιάχνεις άλλοθι πιο γρήγορα κι από φυσίγγια.

Κάποια μέρα, στη εφηβεία πια εγώ, αποφασίσαν να κάνουν το πλακόστρωτο άσφαλτο για να βγαίνεις χωρίς αναταράξεις απ’ την πόλη, πηγαίνοντας ανατολικά. Σα να μην έφτανε αυτό, όλο το τετράγωνο που είχε μέσα του και την τρύπα του παππού θα γκρεμιζόταν για να γίνει μια μεγάλη, πολύ μεγάλη οικοδομή. Ξεκίναγε με λύσσα, και λίγη καθυστέρηση στα μέρη μας, εκείνη η θλιβερή  εποχή της αντιπαροχής που κατάπιε πολλά γκρεμούλια και μαζί τους, δεν γινόταν αλλιώς, και τα πίσω χρόνια μας. Η κατεδάφιση έχωσε και ανθρώπους μέσα στα χαλάσματα, δεν νοσταλγώ συνοικίες το όνειρο, απλά θυμάμαι κάποιους -με ονοματεπώνυμα- που μαράζωσαν με το που εμφανίστηκαν οι μπουλντόζες.

Ο παππούς βρήκε άλλη μια τρύπα, μικρότερη από την προηγούμενη, στο τυφλό στενό από πίσω, είκοσι βήματα παραδίπλα. Κανείς δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό το στενάκι, ευτυχώς (τότε, δέκα χρόνια μετά ήρθε και η σειρά του). Μετέφερε όλη την πραμάτεια του εκεί -αν και οι glory days είχαν παρέλθει, ανοίξαν στο μεταξύ άλλα δυο «Κυνηγετικά είδη» φουλ εξτρά και λουσάτα-  κι έμεινε πίσω από τον πάγκο μέχρι τη μέρα που τον πήγα (εγώ, μόνος μου εγώ, δεν ήθελα κανέναν άλλον μαζί) πρώτα στον γιατρό, μετά στον ακτινολόγο και μετά στο σπίτι. Tο επόμενο πρωί ο πατέρας μου πήγε κι έβαλε πινακίδα «Kλειστόν» στο μαγαζάκι. Αυτά γίναν Ιούνιο. Τον Αύγουστο τον κηδέψαμε. Εκείνος 78, εγώ 18.

Οι γιατροί είπαν «καρκίνος στα πνευμόνια», η κόρη του είπε «μα δεν έβαλε ποτέ τσιγάρο στο στόμα», ο γαμπρός του αποφάνθηκε «ναι, αλλά όποιος έμπαινε εκεί άδειαζε μισό πακέτο τσιγάρα στην καθησιά», η γιαγιά είπε «τα σκάγια φταίνε, όλο το μπαρούτι μέσα του μπήκε, τριαντατόσα χρόνια» και η ετυμηγορία ήταν very much dead.

Σήμερα το στενό είναι κουλέρ λοκάλ πεζόδρομος,  οι accidental tourists χαζεύουν ψευτοεντυπωσιασμένοι απ’ την τάχα μου οριεντάλ γραφικότητα. Οι τούρκοι πουλάνε τα ίδια, παντόφλες, κιλίμια, καφέδες, βαφτιστικά και κοστουμάκια για το σουνέτ. Το τελευταίο μαγαζάκι του παππού -κι όμως, υπάρχει ακόμη- πουλάει βότανα, τσάγια, μπαχάρια, πάουερ φουντ. Το λες και ειρωνεία.

Επίσης, στο πατάρι έχω φυλαγμένο το Saint Etienne που μου άφησε. Όταν θυμάμαι το βγάζω, χαζεύω και χαϊδεύω τα συγκλονιστικά του σκαλίσματα, το γυαλίζω, το ξαναβάζω στη θήκη. Ούτε μια φορά, έστω προς τιμήν  ή εις μνήμην  έριξε. Αυτό δεν ξέρω πως το λες.

 

…..

blogs wide shut

33513681

Εδώ και δυο βδομάδες έχω στο χείλος της υπέρβαρης (από χίλιους δυο λαθρεπιβάτες) βιβλιοθήκης δέκα βιβλία το ένα πάνω στ΄ άλλο, έτοιμα να σωριαστούν στα μάρμαρα και δεν έχω φυλλομετρήσει κανένα. Άλλοθι δεν υπάρχει, ούτε καν η εκμαυλιστική άνοιξη που αγνοείται, red alert και τα συναφή. Βογγάνε οι λέξεις μέσα, πιο στριμωγμένες κι από πρόσφυγες σε σαπιοκάραβο. Και επιμένω, ο άθλιος, να μη τους δίνω άσυλο, χώμα, μάτια να πατήσουν.

Σκαλίζοντας τα βινύλια, στην ίδια υπέρβαρη, ανακάλυψα μια Κλειώ Δενάρδου. Ελπίζω να με έχει συγχωρέσει η μάνα μου, είκοσι χρόνια την έψαχνε μάταια. Πολύ παχύς αυτός ο ίσκιος του θεού, όλα τα κρύβει, όρθια ή γονατιστά (inside joke, μη δίνεις σημασία αν είσαι κάτω από σαράντα ή δεν ξέρεις τι θα πει ΥΕΝΕΔ). Θα της επιστρέψω το δισκάκι σήμερα και δεν θα το πάρει χαμπάρι, σα να βγήκε μόλις από την κάσκα είναι. Αφού μυρίζει λακ, ακόμη.

Χτες βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι ήμουν στη Βιέννη, σε ένα σίξτις κοινόβιο με κορίτσια αξύριστα (all over) και άλουστα σαν την Janis ενώ αγωνιζόμουν να βρω την Νικόλ για να την βοηθήσω να κατεβάσει το φερμουάρ. Δεν θυμάμαι τι διάβασα ή τι έφαγα πριν πέσω για ύπνο, πάντως πρέπει να ήταν πολύ χειρότερο απ’ αυτό που έφαγε ο Kane στο πρώτο Alien.

Προσπαθώ να γράψω κάτι μελλοντολογικό που διαδραματίζεται  γύρω στο 1990 και τα προβλέπω όλα. Με κάθε λεπτομέρεια. Too scary.

Όταν είδα για πρώτη φορά την διάσημη σκηνή με τον Μπράντο και την Σνάιντερ, έκανα μισό χρόνο να φάω βούτυρο. Νόμιζα ότι όλα μύριζαν. Μετά έκανα άλλο μισό χρόνο να φάω γιατί δεν μύριζε κανένα, τίποτε παρά μόνο αδιάφορη βουτυρίλα, και απογοητεύτηκα. Σήμερα που το ξανασκέφτομαι, δεν θα ΄θελα να είμαι στη θέση του παντελονιού της Μαρίας.

Τα μεσημεριανά τσίπουρα του Σαββάτου είναι επώδυνα. Ειδικά όταν περιμένουν να πάρουν σειρά τα νυχτερινά Jameson. Όταν αρχίσω να ξυπνάω τις Κυριακές απ΄τις εφτά για να πιάσω καλό στασίδι, θα πρέπει να κόψω ένα από τα δυο. Προς το παρόν κάθομαι μέσα τα Σάββατα για να μη μου πέσει πολύ βαριά η πρώτη Κυριακή στο «Εξαιρέτως». Την ώρα που θα κάθομαι πίσω απ΄ τη γριά με  tattoo έναν μαύρο κύκνο στo εσωτερικό του καρπού. Θα τη ζήσουμε τη Δευτέρα Παρουσία στα στασίδια, να το θυμηθείς.

Οι ιστορίες του Κυρίου Μπράουν γίναν εικοσιεφτά. Αυτό δεν σημαίνει τίποτε απολύτως πέρα από το γεγονός της πίστης μου στον κύριο Μπράουν. Μου υποσχέθηκε ότι στην τριακοστή ιστορία θα τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Για να πέσουν οι λέξεις στον δρόμο, κάτω, να τις πάρουν όποια πετεινά του ουρανού τριγυρίζουν ψάχνοντας απομεινάρια σκέψεων. Μετά θα ησυχάσουμε επιτέλους  και οι δυό μας. Για τα πτηνά δεκάρα δεν δίνω.

Έχει καεί η μια λάμπα δαπέδου στο σαλόνι. Εδώ και τρεις βδομάδες αρνούμαι να την αλλάξω. Ενδόμυχα ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα ξανανάψει. Έχω διαβάσει πολλές ιστορίες για λάμπες που ζωντάνεψαν. Σκέψου, άλλωστε, τον τρόμο που θα νιώσει κάποιος ανύποπτος που θα πάει νυχτιάτικα να πετάξει σκουπίδια σε έναν ζεστά φωτισμένο κάδο.

Μπορεί τελικά να γράψω κάτι που θα διαδραματισθεί το 1980. Ένας guru που εμπιστεύομαι μου είπε ότι πονάει πολύ, αλλά λιγότερο από το 1990. Για το 1975 δεν το συζητώ, αποκλείεται να κλείνει το φερμουάρ της χρονοκάψουλας.

Κάποτε, δεν πάει πολύς καιρός, έσπρωξα -καθόλου διακριτικά, ομολογώ- προς μια ωραία γυναίκα που καθόταν παραδίπλα μου (ανάμεσα σε κρασιά, βότκες και γουίσκια) μια χαρτοπετσέτα που πάνω της είχα γράψει FIDELIO. Με κοίταξε πολύ περίεργα. Την αναποδογύρισε και έγραψε WTF. Δεν ξαναβρεθήκαμε.

 

—-