Halleluhwah

28204059 (1)

Στις 7 Οκτωβρίου, την ώρα που είδε τον ταχυδρόμο της περιοχής να παρκάρει το κίτρινο καροτσάκι -με την προσεκτικά στοιχισμένη αλληλογραφία- κάτω από ένα δέντρο άγνωστης ράτσας στη διασταύρωση των οδών Buschgasse και Rosenstraße, η βαλίτσα βρισκόταν ήδη εκεί. Στο ίδιο ακριβώς σημείο -ούτε εκατοστό δεξιά, αριστερά ή μακριά από τον τοίχο- την αντίκρισε κι όταν επέστρεφε στο σπίτι αργά το απόγευμα, μετά από μια αναπάντεχη όσο και ενοχλητική καθυστέρηση εννιά λεπτών του συρμού 4 που τον έβγαλε (αρκετά εκνευρισμένο) στην αποβάθρα της Severinstraße.

Στη θέα, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ώρες, της μαύρης ταλαιπωρημένης βαλίτσας κοντοστάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα καθώς του θύμιζε κάτι. Άγνωστο τι. Συνέχισε το δρόμο του βιαστικά, η ώρα κόντευε εξήμιση και στις οκτώ είχε ραντεβού με την οδοντίατρό του, κάπου κοντά στην Barbarossa Platz. Αν έχανε τη σειρά του θα έπρεπε να περιμένει μια βδομάδα ακόμη και δεν είχε χρόνο για ξόδεμα. Ξεκλείδωσε στις εφτά παρά είκοσι και μπήκε στο μπάνιο. Την ώρα που τράβηξε την κουρτίνα νόμισε -φευγαλέα- πως είδε την βαλίτσα ανοιχτή μέσα στην μπανιέρα μα έσφαλλε. Είναι πολύ σπάνιες οι φορές που θα δεις μια βαλίτσα, και μάλιστα του δρόμου, μέσα σε μια μπανιέρα.

Η βαλίτσα ήταν εκεί και την επόμενη και την μεθεπόμενη μέρα. Πρωί και απόγευμα. Βρεγμένη αλλά ακούνητη. Του φάνηκε περίεργο και απογοητευτικό ότι σε μια χώρα που τίποτε δεν αφηνόταν στην τύχη (ούτε καν η ατυχία), μια βαλίτσα άγνωστης ταυτότητας και ακόμη πιο άγνωστου περιεχόμενου ήταν αφημένη επί τρία εικοσιτετράωρα στο ίδιο, μα ακριβώς ίδιο, σημείο. Σκέφτηκε, είναι αλήθεια, τουλάχιστον δυο φορές να τηλεφωνήσει στην αστυνομία (για να σιγουρευτεί πως δεν θα υπήρχαν δυσάρεστα απρόοπτα στην ήσυχη γειτονιά του) αλλά προς μεγάλη του έκπληξη δεν το έκανε γιατί η βαλίτσα του θύμιζε κάτι. Ακόμη άγνωστο τι.

Στις 11 Οκτωβρίου στις 7μιση το πρωί την ώρα που βγήκε από το μπάνιο, λίγο πριν ψάξει για το τελευταίο καθαρό εσώρουχο στο συρτάρι, είδε την ίδια βαλίτσα στη φωτογραφία πλάι στο αναμνηστικό Litermaß από την Oktoberfest του 2009. Ο πατέρας του, η μικρή του αδερφή κι εκείνος, στα σκαλιά έξω απ΄τον HB, λίγο πριν πάρουν το τρένο για το Darmstadt για την κηδεία της -δευτεροπαντρεμένης- μάνας τους. Παράξενο να ποζάρεις μια τέτοια στιγμή, σκέφτηκε. Αλλά έντεκα χρονών ήταν τότε, δεν τον νοιάζαν τα τι και τα πώς και τα γιατί. Αυτό σκέφτηκε και απαλλάχτηκε από παραπανίσιες σκέψεις. Δεν είχε χρόνο για παραπανίσιες σκέψεις.

Τριάντα λεπτά μετά, πλησιάζοντας τη διασταύρωση Buschgasse και Rosenstraße ένιωσε για πρώτη φορά μετά από κάμποσα χρόνια έναν γδούπο κάτω από το σακάκι του, ψηλά κι αριστερά. Την ώρα που δεν είδε τη βαλίτσα να τον περιμένει εκεί, το ντουπ ντουπ ήταν τέτοιο που θα το ζήλευε ως κι ο  Jaki Liebezeit.

Σύρθηκε ως την πλατφόρμα απ’ όπου θα πέρναγε σε τέσσερα λεπτά το 3, έβγαλε το τηλέφωνο από την τσέπη του και κάλεσε -μετά από μισό, ίσως και παραπάνω, χρόνο- την αδελφή του.

«Έχεις κάτι να κάνεις αυτό το Σαββατοκύριακο;» 

the joker & the thief

25766889

Όταν καλοκαιριάζει κι όλα τριγύρω μοιάζουν ακατόρθωτα, ανυπέρβλητα, αήττητα (φυσικά, γίνονται κι αυτά τα τρία άλφα τα καλοκαίρια, δεν είναι όλα σινεμασκόπ), χώνομαι μέσα στο πρώτο στιχάκι απ’ το «all along the watchtower» (σαν άλλος transformer) και κατατροπώνω παρέα με τον Jimi τους Κακούς. Eίναι κάποιες φορές που την πληρώνουν και ανύποπτοι κι αθώοι καλοί (αν και δεν πιστεύω -πλέον- ότι η αθωότητα πρέπει να μένει ατιμώρητη, πόσο μάλλον στην ύπαρξη ανύποπτων καλών), μα από έναν πόλεμο δεν μπορεί όλοι να βγαίνουν αρτιμελείς.

Είναι υπέρτατη ανακούφιση το There must be some kind of way out of here. Το τραγουδάω δυνατά (από μέσα μου, για να ‘ναι πετυχημένος ο αιφνιδιασμός) και τα πάντα στο διάβα μου εξαϋλώνονται. Μερικές φορές εξαϋλώνομαι κι εγώ αλλά αναπόφευκτα, δεν μπορείς να κυνηγήσεις τους άυλους αλλιώς, παρά μόνο ως τέτοιος. Μετά επιστρέφω. Χωρίς αιχμαλώτους.

Κάποιες νύχτες, εκείνες τις νύχτες που οι δεύτερες και τρίτες σκέψεις στριμώχνονται δίπλα μου στο μπαλκόνι για να ρουφήξουν ο,τι πρωτόγονο απέμεινε μέσα μου, μετανιώνω γι αυτή μου τη σκληρότητα. Δεν σου φταίνε οι άλλοι -λένε οι απρόσκλητες ανόητες- που ζουν δίπλα σου. Μπορεί εσύ να θρονιάστηκες στα καλοκαίρια τους, όχι αυτοί στα χωράφια σου. Πώς θα τους διώξεις από μέρη που δεν σου ανήκουν πια; Αφού εσύ ο ίδιος αποχωρίστηκες από καιρό την χρήση και την κάρπωση.

Ηλίθιες. Έμαθα, με τον καιρό, να συνέρχομαι γρήγορα, πριν καν ξημερώσει. Τον βρήκα τον τρόπο να βγαίνω έγκαιρα απ’ το μυαλό μου όταν έρχονται ορδές -ή τάχα μου κουρασμένοι, νηστικοί και διψασμένοι οδοιπόροι- για να πιάσουν μια γωνιά απ’ τη σκιά του ή το γεμίσουν σπιθαμή προς σπιθαμή, βρωμίζοντάς το μ’ ότι παλιό κουβαλάνε πάνω τους.

Το μόνο, μα το μόνο, που φοβάμαι είναι ότι κάποια μέρα ίσως δεν βρω τρόπο να ξαναγυρίσω. Και μείνουν οι άλλοι μέσα, κλειδωμένοι για πάντα, κλειδωμένος έξω εγώ. Μα από ένα καλοκαίρι δεν μπορεί όλοι να βγαίνουν νικητές. Said the joker. Ή ο thief. Δεν το ξεκαθάρισα, ακόμη.

το βιβλίο/ποστ των μικρών εξερευνητών

25285653

Φτηνές σκέψεις πάνω στο «How to Write With Style» του Kurt Vonnegut

 

 

1. Find a subject you care about

Γυναίκες. Για τα άλλα γράφουν κι άλλοι. Με ένα pinch κοινωνικής ευαισθησίας ώστε να μη κατηγορηθείς για ερωτικό ασκητισμό.

2. Do not ramble, though

Εννοείται. Μέχρι τις πενήντα, το πολύ εξήντα λέξεις  πρέπει να ξορκίσεις τους αριθμούς που δεν βγαίνουν και ν’ακουμπήσεις δέρμα. Χέρι, πόδι, στόμα, μύτη, κάτι ακάλυπτο κι απροστάτευτο, για αρχή. Blitzkrieg hormones.

3. Keep it simple

Γι αυτό διαλέγεις μια γυναίκα κάθε φορά (ποτέ δυο) και εξαντλείς πάνω της κάθε πιθανή κι απίθανη πληκτρολογιακή φαντασίωση, σε ένα κεφάλαιο (ή ποστ, για τους ταπεινούς). Εκτός κι αν είναι πολύ φιλελεύθερη, βαριά αριστερή ή ανίατα  intellectual οπότε it’s complicated. Αν σκοπεύεις να γράψεις κάτι και με τις τρεις αυτές μέσα, don’t bother. Το ‘κανε ήδη ο Jesus Ignacio Aldapuerta.

4. Have guts to cut

Δεν είναι πρέπον να τελειώνεις στα μούτρα του αναγνώστη για να μην αναγκαστείς να καταφεύγεις σε all time classic ηλιθιότητες του τύπου «ατένιζε αγέρωχα την υγρή σχισμή της», «τον έκλεισε τρυφερά μέσα στα ροδοπέταλά της» , «το υγρό πυρ του έκανε τη λάβα του Βεζούβιου να μοιάζει παγετώνας». Μετά δικαίως διαμαρτύρονται ότι δεν υπάρχουν άντρες σήμερα. Τους φάγανε τα βλογ και τα φέισμπουκ και τα Caps Lock αφού πρώτα βρήκαν φιλόξενο καταφύγιο σε ένα βρακί (ας είναι και Intimissimi).

5. Sound like yourself

Βλακείες Κurt. Στις ιστορίες όλοι είναι κάποιος άλλος.

6. Say what you mean

Σεξ. Ian Dury spiced. Με μια ιδέα Rankin, Coe και Λακάν στην επίγευση, που αναδεικνύουν τον σπάνιο εσωτερικό σου κόσμο.

7. Pity the readers

No mercy. Aπ’ τη στιγμή που γράφουν ακόμη οι κασιμάτηδες, οι γεωργελέδες και οι κανέλληδες, κανένα σοβαρό δικαστήριο δεν θα καταδεχτεί να αφήσει τους μακελάρηδες για ν’ασχοληθεί μαζί σου.

——

χειραποσκευή

25019083

 

Κατέβασα την μικρή βαλίτσα, μιάμιση νύχτα θα ΄ταν όλη κι όλη. Είχε να ταξιδέψει πάρα πολλούς μήνες, ίσως και χρόνο, κόντευε να πεθάνει ξεχασμένη πάνω στη ντουλάπα. Μόνο με κουνούπια και καμιά γενναία αράχνη συναντιόταν, ανάλογα με την εποχή.

Στην εξωτερική θήκη βρήκα ένα -το ‘χα για χαμένο- μπλε κασκόλ, μια ομπρέλα και ένα διαφημιστικό της Avis.

To κασκόλ μύριζε, ακόμη, έναν λαιμό γνώριμο που είχα -όμως- στο μεταξύ ξεχάσει. Το ξανάφησα μέσα, δεν είναι καιρoί αυτοί για να ανατρέχεις σε vintage greatest hits.

Η ομπρέλα είχε μπει μισοβρεμμένη, σε μια σακκούλα απ’ τα αφορολόγητα. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν η εκδοχή της βροχής ήταν της  Blossom Dearie ή της Heather Nova. Η μνήμη έχει την κακή συνήθεια να στεγνώνει γρήγορα, όσο περνάνε τα χρόνια.

Αυτοκίνητο δεν νοίκιασα. Απ’ το να βάζεις το απροπόνητο αριστερό σου χέρι να παλεύει -μάταια- με το λεβιέ, καλύτερα να δώσεις τριάντα λίρες παραπάνω στην Southern, μπας και φιλοτιμηθούν κάποτε να καθαρίζουν καλύτερα τα βαγόνια τους.

Στο βάθος βάθος βρήκα ένα ζευγάρι γάντια. Δεν συναντηθήκαμε φέτος το χειμώνα. Αν το λες χειμώνα αυτό το μουσκεμένο χλιαρό πράμα που ζήσαμε.

Είναι ακόμη απορίας άξιον πόσες μικρές παλιές ιστορίες μπορεί να σου διηγηθεί ένα φερμουάρ που μόλις ξανάνοιξες. Κι ακόμη πιο περίεργο, πώς δεν με βγάλαν ποτέ υπέρβαρο με τόσες λέξεις που σέρνω -σαν την άδικη κατάρα- πάνω μου.

—-

bjork me baby

Την πολυθρόνα απέναντι και την καρέκλα στο μπαλκόνι, που με φιλοξενεί τώρα, τις  χωρίζουν ακριβώς έξη βήματα. Τι από τα εδώ μέσα είναι γραμμένο στην καρέκλα φαίνεται εύκολα, μπίρες, τσιγάρα, ιδρωμένα φανελάκια, παγάκια, βασιλικός, σακούλες με σκουπίδια που με κοιτάζουν εκλιπαρώντας να τις βγάλω βόλτα. Τη μέρα που θα διαβώ την μπαλκονόπορτα και θα την κλείσω –περίπου- οριστικά για οκτώ  μήνες, για να ξανακαθήσω στην πολυθρόνα, δεν θέλω να τη σκέφτομαι. Όλα μείον. Κοινόχρηστα συν. Και τσιγάρα έξω. Καπνιστής δεν είμαι μα με πληγώνει το έμπα-έβγα, ρίξε ένα χοντρό πανωφόρι στους ώμους, βάλε παπούτσια χωρίς κάλτσες (με τις παντόφλες δεν μπορώ, νιώθω σαν να κόβω βόλτες σε διάδρομο νοσοκομείου για να γλιτώσω τη θρόμβωση), βρες μια γωνιά που δεν θα σε πάρουν οι βοριάδες, άναψε και τόλμα λίγες ανάπηρες τζούρες, μέχρι να φτάσεις στην τρίτη έφτασες κιόλας στο φίλτρο, ή θα μάθω να στρίβω ή θα βγαίνω μόνο με νηνεμία. Να σαλιώνω χαρτάκια δεν μπορώ, να ‘ταν γνώριμο δέρμα εντάξει, θα μπορούσα να πεθάνω από αφυδάτωση. Στριφτά όχι. Ελπίζω στην καλοσύνη του θεού των μποφόρ. Αυτόν το θεό όμως τον αποκαθηλώσαμε στα μέρη μας, σαν αρχίσει να φυσάει δεν στέλνεις παιδί με τα πόδια στο σχολείο, θα πάρει αυτόματα μεταγραφή σε άλλο νομό, όπου σταματήσει. Μερικά τα βρήκαμε χρόνια αργότερα στην Κρήτη, ευτυχώς πρόλαβε και πέθανε ο Μινώταυρος και δεν μας κατηγόρησε κανείς για φόρο αίματος.

Θυμήθηκα τα τερτίπια του Τσαγκαρουσιάνου και των μικρών στάθηδων στο 01, «αυτό το τεύχος γράφτηκε ακούγοντας Σάρα Βον, Άφεξ Τουίν, Φώτη Πολυμέρη, Λου Ντόναλτσον και Βίκη Μοσχολιού». Κάτι μου διαφεύγει αλλά κάτι πρέπει να σκεφτώ κι εγώ για το τέλος αυτού του ποστ, ξεροσφύρι γράψιμο ίσον φτήνια.  

Προς το παρόν στράγγιξα την τρίτη φιξ. Ακούγοντας τις φωνές της ρωσοπόντιας -αν πιεις πάνω από δυο καταπίνεις μαζί και την πολιτική ορθότητα και τους παλιννοστούντες και την πίκρα σου που δεν έχει τέταρτη στο ψυγείο- από το μπαλκόνι αριστερά και κάτω, στον λαϊκό πρώτο της διαγώνιας οικοδομής. Εγώ ζω στον αστικό τρίτο. Και τέταρτο έχουμε αλλά δεν ξέρω ποιάς τάξης όντα ζουν εκεί, ούτε και με νοιάζει, αρκεί να πληρώνουν τα κοινόχρηστα. Τώρα η ρωσίδα μπήκε μέσα και έμεινε έξω το άλλο της μισό. Όχι άντρας, όχι σύντροφος, είπαμε, αν περάσεις τα τέσσερα ποτήρια σκέφτεσαι φωναχτά κι ας σε κακοχαρακτηρίσουν, πρέπει να είναι εκατοντριάντα κιλά, όση και να μπει μέσα, η άλλη μισή μένει έξω απ’ τη μπαλκονόπορτα. Πόσο ντρέπομαι. Όχι πάρα πολύ.

Ένας με άσχημο πορτοκαλί σορτσάκι, γυμνός από πάνω, το ένα χέρι να σκαλίζει μέσα στο σορτσάκι και το άλλο μ’ ένα φραπέ, βγήκε στο μπαλκόνι της. Έχει μόνο μια μπαλκονόπορτα, είναι ν’ απορείς λοιπόν από πού βγήκε. Πάντως ανακάλυψα ότι η ρωσίδα έχει δυο μισά, ένα δικό της κι ένα κανονικό. Οι μπίρες δεν ακρωτηριάζουν την ορθή κρίση. Τώρα βγήκε η άλλη μισή και κάθησε δίπλα του, αγκάλιασαν τα κάγκελα και χαζεύουν τις γάτες που σκαλίζουν τους δυο γεμάτους κάδους των σκουπιδιών ακριβώς από κάτω τους. Στα τρία μέτρα.  Sailing on a sea of junk.

Η ώρα είναι τέσσερις και εφτά. Μεσημέρι. Κάποιος ηλίθιος ακούει πολύ δυνατά Uriah Heep. Πέφτω σε ένα πηγάδι και κουτρουβαλιέμαι τριανταπέντε χρόνια πίσω. Έχω γεμίσει μελανιές, θα κιτρινίσουν και μετά θα γίνουν μαύρες. Και δεν μ’ αρέσουν οι Uriah Heep, ας έβαζε Status Quo. Ούτε κι αυτοί μ΄ αρέσουν, καλύτερα κανένα σαχλό, Sweet, Slade, Gary Glitter, τέτοια φτηνά. Όσο πιο φτηνά τόσο καλύτερα. Κλιφ Ρίτσαρντ να βάλει. Λούλου. Μετά θα του απαντήσω εγώ με Tammy και Τάσο Παπασταμάτη, να ξεκινήσει ο τρίτος παγκόσμιος από τα μπαλκόνια γιατί απ’ τις πλατείες δεν λέει να πάρει μπρος. Εκτός κι αν δεν ζ’ήσουμε έναν Τρίτο Παγκόσμιο αλλά πολλούς μικρούς, της γειτονιάς, του πεζοδρόμιου, του ξαφνικού, του “δεν πάει παραπέρα”.. 

Bjork ! Bjork ! αυτή ρε πούστη μου, αυτή, το θυμήθηκα, αν δεν άκουγαν το ισλανδικό χτικιάρικο γράφοντας, όχι τεύχος αλλά ούτε flyer έβγαζαν. Στο 00 θα έμεναν, 01 δεν θα έγραφε ποτέ το κοντέρ.

Τέταρτη μπίρα δεν έχει. Ελπίζω να σφίξει ο καιρός σύντομα. Δεν συμφέρουν τα μπαλκόνια. Εξακόσιες λέξεις ως εδώ κι ακόμη κατουριέμαι…

Μια πάρα πολύ ωραία γυμνή πλάτη κατηφορίζει, απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο. Πολύ γυμνή, σχεδόν αγγίζει η γύμνια της τα λακκάκια χαμηλά, δεν φοράω γυαλιά αλλά τα λακκάκια τα νιώθεις κι ας μη τα βλέπεις, κι ας είναι μεσάνυχτα, κι ας είναι ξένα κι ας είναι περαστικά, για λίγα μόνο δευτερόλεπτα. Ξαφνικά το λάπτοπ μυρίζει Escape, πέφτω σε ένα πηγάδι και τσακίζομαι, δεκαπέντε χρόνια πίσω. Αφού εκεί είμαι, το ξέρω. Απλά εδώ επιστρέφω γιατί κουράστηκα να με ρωτάνε «πού χάνεσαι;».

Πουθενά δεν χάνομαι. Πώς να χαθείς μέσα σου; άστους να λένε, όσο κι όπου κι αν ταξιδέψεις, όσος καιρός κι αν περάσει στο τέλος θα βγεις σε ένα μπαλκόνι με κάγκελα ολόγυρα, να τ΄αγκαλιάζεις, να βάζεις το σαγόνι πάνω τους και να κοιτάς χαμηλά, με βλέμμα άδειο, ένα κάδο σκουπιδιών. Γεμάτο. Με πράγματα χρήσιμα ως χτες, για πέταμα σήμερα. Έτσι διέταξαν. Τίποτε για ανακύκλωση, τις ίδιες σκέψεις ανακυκλώνεις χρόνια και χρόνια και τα είδαμε τα χαΐρια μας, prepared words, prepared worlds. Σε στενεύει το κοστούμι, η καρέκλα, το δωμάτιο, η οθόνη, τρώγεσαι με όλα, αντί ν’ αλλάξεις ρούχα, γωνιά και ματιά. Γυμνός, στην ανάγκη. Χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, χωρίς καθωσπρεπισμούς, δίχως Bjork για μούρη και δεκανίκι. Και κάτω απ’ το μπαλκόνι, έξω απ’ τα κάγκελα.

Μ’ εκείνη την ηλίθια μπλε σακούλα που με κοιτάζει περιπαιχτικά απ’ τη γωνιά, σα να λέει “σιγά ρε Μπολιβάρ” θα τα πούμε ένα χεράκι το βράδι. Την πήρα και την σήκωσα….

Την ώρα που θα ανοίγω τον κάδο, κάτω στο δρόμο, στο σπίτι θ’ αφήσω να παίζει το In a landscape του John Cage. Ερήμην μας. Τιμής ένεκεν. Για τα σκουπίδια που –σε πείσμα κάποιων ανόητων που νομίζουν πως τα ΄μαθαν όλα γι αυτά- τραγουδάνε ακόμη. Και μπορεί να τους πνίξουν μέσα τους.

τσεκούρια, κουτάλια κι ένα κρακ

Eδώ και καιρό δεν με συγκινούν τα περισσότερα απ’ αυτά που διαβάζεις εδώ μέσα.

Μου το λέω κι εγώ συχνά: μη καταπιάνεσαι με τα εύκολα, παίδεψέ το το γράψιμο, βούτα στα σωθικά σου και άσε την ασφάλεια της μπανιέρας, οι καλές οι λέξεις δεν είναι κρέμες σώματος, ούτε μαλακτικά και κοντίσιονερ, βρώμικες είναι και ζουν έξω απ’ αυτήν. Μέρα παρά μέρα με ρωτάω, πώς μπορεί και σε συγκινεί ακόμη ο βυθός της πισίνας; Ίδιος είναι, κάθε φορά, χειμώνα-καλοκαίρι. Δεν σε στέλνω να πιάσεις κατευθείαν ωκεανό, ούτε καν να γυρνάς σαν στοιχειωμένη σχεδία περαδώθε τη Μεσόγειο αλλά ένα Πόρος-Γαλατάς δοκίμασέ το μια φορά. Σαν δεν πιεις αλατισμένο νερό και δεν σκεπάσει τα φρύδια σου ένα ξεχασμένο κύμα, μέρες δόξας δεν θα δεις στον ορίζοντα, σκέφτομαι. Μόνο βατήρες θα βλέπεις, άδειες κερκίδες και θα μυρίζεις χλώριο. Ποιος συγκινείται από δολοφόνους βακτηριδίων στην εποχή μας;

Πάω να γράψω κάτι αρχιτεκτονημένο -σπουδαία λέξη αυτή-, κάτι που υπερβαίνει το έλασσον ερείπιο στο οποίο νοικιάζω και αντί να βρω ρυθμό με ένα Myself when I’m real,  με την 9η του Mahler -Bernstein καθοδηγούντος-, με το my funny Valentine έστω, κάνω παρέλαση πίσω από το her face forms in summertime επειδή κάποιος πρέπει να δώσει μιαν αξία στα παραπεταμένα κι έτσι διαλέγω πάντα αυτό το ρόλο στη -φανταστική- διανομή. Aθεράπευτα εμμονικός και αμετανόητος, αντί να καταταγώ στους Beefeaters και να δω ν’ αστράφτουν τα -οπωσδήποτε αδέσποτα μα ευπρόσδεκτα- φλας τριγύρω μου προτιμώ να συχνάζω ως παρείσακτος στα στέκια της  Légion étrangère  ακούγοντας τις ίδιες χιλιοειπωμένες ιστορίες, καπνίζοντας παθητικά και πίνοντας φτηνόκρασα ως τη συντέλεια του κόσμου ή σε κάτι σαν κι αυτήν. Ώσπου να καταλάβω ότι άλλο οι μικροί ρυπαροί μου λεγεωνάριοι και άλλο η Garde nationale, έρχεται το χαρτί στο γραμματοκιβώτιό μου που επίσημα πλέον με ειδοποιεί ότι οι προθεσμίες της κατάταξης τέλειωσαν. Του χρόνου ξανά. Μετά παίρνω το δρόμο της επιστροφής αφού πρώτα με βάζω να υποσχεθώ -με το γόνατο πάνω στο λαιμό μου- πως τέρμα τα χλώρια και οι φορμόλες, θα πέσω στα κύματα. Τέρμα οι μικρές τάχα μου αδιέξοδες διαδρομές, τέρμα οι drama queens που πίνουν ακουμπώντας στον ώμο μου ζητώντας πάντα κερασμένα κι αγύριστα δανεικά, τέρμα οι ξεπέτες των λέξεων στα όρθια, τέρμα οι τριακόσιες λέξεις και τα κάλπικα ένσημα. Απεταξάμην!

Τέτοιος απατεώνας ήμουν ανέκαθεν. Υπόσχομαι τα πάντα για να ‘χω την άγρια χαρά να τα πετάξω όλα στα σκουπίδια μετά. Είναι εκμαυλιστικές οι μικρές τσουλίτσες που δεν απαιτούν το χρόνο μου, με τις λέξεις που θέλουν να ντύνονται σαν μεγαλοκυρίες και να με κρατάνε απ’ το μπράτσο δεν τα πάω καλά. Πολλοί καλοί άνθρωποι τα βρήκαν μαζί τους, όχι εγώ. Θα μπορούσα, ίσως. Αλλά με τις δευτεροκλασάτες τα πήγαινα πάντα καλύτερα, ήμουν στο στοιχείο μου, δεν παρίστανα κάτι που δεν είμαι, δεν χρειαζόταν να σιδερώσω τα καλά μου για να σταθώ στο πλάι τους. Προτίμησα -και καλά έπραξα, μέγιστη αρετή η αυτογνωσία- τα κουτάλια από τα τσεκούρια.

Αυτό με τα φονικά όργανα το έγραψε ο Τριαρίδης με αφορμή τον κρυμμένο κι αδικημένο Παπαδιαμάντη, Καμύ, Ροθ ή ο,τι άλλο αγαπάς και προαιρείσαι, που καθένας νομίζει πως φιλοξενεί εντός του:  

Συγγραφέας ωστόσο είναι, κάποιος που γυρεύει (: προσδοκά) από τα βιβλία του να είναι (: να γίνουν κάποτε) τσεκούρια που σπάζουν την παγωμένη θάλασσα μέσα μας (έγραψε ο Κάφκα)..

Πώς να τον πιστέψω; Tο μέσα μας βαυκαλίζεται πως έχει τη στόφα της Aνταρκτικής αλλά το νιώθω πως μεταλλάχτηκε, δεν είναι παρά μια crème brûlée της γειτονιάς, μια τόση δα κρούστα κατάφερε να πιάσει από πάνω, ίσα για να κοροϊδεύεται πως είναι ανθεκτική στα απρόσεκτα και λαίμαργα κουτάλια μέχρι να ακουστεί το πρώτο κρακ. Γι αυτό το καθημερινό, μικρό, ταπεινό -αλλά τόσο ερεθιστικό- κρακ γράφουν όλοι, σκέφτομαι για να παρηγορηθώ. Για ποια τσεκούρια και παγωμένες θάλασσες μιλάει ο ασήμαντος υπαλληλίσκος της Βοημίας;

Ξέρεις τι σκέφτομαι τώρα; Κάμπια ήσουν -στη γραφή- ανέκαθεν. Ήλπιζες, κατά βάθος, στην ενηλικίωση. Με το που μεγάλωσες όμως, αντί φτερά έβγαλες κι άλλες τρίχες.