time (κι άλλο)

intime_head

 

Στην αίθουσα αναμονής. Τριγύρω  αραδιασμένοι σε καρέκλες και καναπέδες (και καναδυό όρθιοι) φάκελοι με ανθρώπους. Δεν βλέπω πρόσωπα ή σώματα, μόνο φακέλους. Όλοι οι φάκελοι σιωπηλοί. Το ίδιο και οι άνθρωποι, άλλοι από φόβο, άλλοι από σεβασμό στο φόβο των διπλανών. Aνοίγει η πόρτα, βγαίνει ένας φάκελος που σέρνει έναν άνθρωπο ξοπίσω του, περνάει ανάμεσα από άλλους φακέλους, παίρνει το δρόμο για τα σκαλιά ή το ασανσέρ, μετά κανείς δεν ξέρει ποιός πάει ποιόν πού. Είναι η σειρά άλλου φάκελου να μπει μέσα, παρέα με τον άνθρωπό του. Για να ξεκινήσει αυτή η σιωπή των δέκα, είκοσι, τριάντα, άντε σαράντα δευτερολέπτων, που διαρκεί -σαν βουβός ρόγχος- μερικούς αιώνες. Αυτή η επικοινωνία των ανθρώπων με τα άσπρα με τους φακέλους των άλλων, είναι ο επανακαθορισμός του χρόνου, η αληθινή -μια και μόνη- Διαστολή του. Μαθηματικοί τύποι, ρολόγια, κλεψύδρες, καμπάνες, φως, σκιά, άχρηστα όλα.

 

**

 

Την κοίταζε όσο ντυνόταν. Εκείνη προσπαθούσε, αν και πριν λίγα λεπτά δεκάρα δεν έδινε για τη γύμνια της καθισμένη πάνω του, να βρει μια γωνιά τέτοια που να κρύψει απ’ τα μάτια του τις δίπλες στην κοιλιά, τα σημάδια της χαλάρωσης, την επέλαση της κυταρίττιδας. Σε λιγότερο από ένα λεπτό ήταν ντυμένη, η βιασύνη της να οχυρωθεί ξανά μέσα σε πανιά ήταν τέτοια που χτύπησε άσχημα το γόνατό της στην άκρη του κρεβατιού. Bόγγηξε, μούδιασε, ο πόνος υποχώρησε, μετά δεν νοιάστηκε. Καρφί δεν σου καίγεται για τις μελανιές όταν αφήσεις πίσω σου τα τελευταία -άντα, όλο και κάπου θα ΄χει σακατευτεί το κορμί σου κάνοντας την παρτ τάιμ δούλα στο σπίτι, μετά τη δουλειά. Σιγά μη το πρόσεχε κιόλας το σημάδι. Ο άλλος, στο σπίτι. Αυτός εδώ την ξέντυνε, ακόμη. Όσα ρούχα και να ΄ριχνε πάνω της, τα μάτια του τα πέταγαν στο πάτωμα.

Τι ώρα είναι; τον ρώτησε, χτενίζοντας το μαλλί

Κοντεύει εφτάμιση

Όχι ρε πούστη μου, όχι, όχι. Με περίμεναν στις εφτά, πότε πέρασαν δυο ώρες; Και στο είχα πει γαμώτο μου, γιατί δεν μιλάς τόσην ώρα;

Αυτή η ερήμην του μυαλού επικοινωνία των ανθρώπων με το δέρμα -κι ακόμη παραμέσα- των άλλων, είναι ο επανακαθορισμός του χρόνου. Μαθηματικοί τύποι, ρολόγια, κλεψύδρες, φως, σκιά, ρούχα, άχρηστα όλα.

 

**

φαρμάκι

black

Βλέπεις τον καφέ μπροστά σου να κρυώνει, σκέτο του ζήτησες, βαρύγλυκο σου ΄φερε. Τον λυπήθηκες, ένας μόνο να σερβίρει ογδόντα, είχε άλλους είκοσι καφέδες πάνω στο δίσκο, κάποιος ανυποψίαστος θα ‘πινε φαρμάκι ενώ ήθελε σερμπέτι. Ας τα ‘βρισκε κείνος μαζί του.

Στέκεται όρθια, μια σπιθαμή μακριά. Τέσσερα δάχτυλα, κι αν. Μιλάει με τον διπλανό καφέ. Φόρεμα ως το γόνατο, γόβες, καλσόν, μαύρα όλα. Φαρμάκι. Το πόδι της σχεδόν ακουμπάει στο δικό σου. Μυρίζει ωραία. Όχι το πόδι, ολόκληρη. Μια σπιθαμή μακριά. Τρία δάχτυλα, κι ούτε. Δυο.

Για μια στιγμή λυσσάς να κατεβάσεις το φερμουάρ της. Μετανιώνεις. Καλύτερα διακριτικά, τόσα μάτια τριγύρω, προτιμότερο να βάλεις το χέρι στο πίσω μέρος από τα γόνατά της και μετά ανάμεσα στα πόδια, εκεί χαμηλά. Που δεν μπορεί να δει κανείς. Μετανιώνεις. Με το μυαλό σου κάνεις μπαϊράμι, ερήμην φερμουάρ, ερήμην εκείνης, ερήμην ένοχος. Ισοβίτης, μέσα εσύ, έξω με αναστολή το μυαλό. Πού να το μαντρώσεις. Μαντάρα θα την κάνει την απομόνωση.

Κοιτάζεις αφηρημένα το φως που μπαίνει απ΄ την τζαμαρία απέναντι, μετράς δαχτυλιές, μια, δυο, δέκα, βαριέσαι να μετράς. Πίνεις μια γερή γουλιά καφέ πριν παγώσει, σου ‘ρχεται η γεύση απ’ το κατακάθι, ανατριχίλα. Ακούς τον απέναντι να λέει ανάβοντας τσιγάρο «άμα το αφήσεις, σε αφήνει». Δεν ξέρεις για τι μιλάει, δεν μιλάει σε σένα αλλά σε σένα το λέει.

Ένα δάχτυλο.

Ούτε καν.

 

η μαγική κουρτίνα

32234381

 

Τα βράδια που το φαρμακείο στη γωνία απέναντι διανυκτερεύει, πρασινίζει. Εκείνο το γνωστό -ψυχρό, δεν αντιλέγω- πράσινο της γαλήνης, η ψευδαίσθηση του «ο,τι και να πάθεις, εκεί κάτω θα βρεις αντίδοτο, γιατρικό, ανακούφιση, συνταγή».

Η ανατολή είναι απέναντι από την μπαλκονόπορτα. Στην άλλη άκρη του ορίζοντα, τίποτε δεν τις χωρίζει, ούτε βουνά, ούτε τσιμέντα. Μια ευθεία ατέλειωτη. Τα πρωινά χωρίς βαριά συννεφιά, ειδικά εκείνα που η ψύχρα είναι τραγανιστή, η κουρτίνα παίρνει φωτιά. Μαζί της και το μέσα σου. Η ψευδαίσθηση του «όσο κρύο και να κάνει έξω, εδώ μέσα είσαι προστατευμένος, τυχερός, προνομιούχος, όρθιος, ζωντανός».

Τις μέρες που δεν έχει καθόλου χρώμα πάνω της, ξέρω πως πρέπει να κάνω κάτι, να πω κάτι, για να το βάλω εγώ. Χλωμές μέρες δεν αντέχω. Ψάχνουν αφορμή και τρόπο να σ’ εκδικηθούν.

 

Οκτώβριος

32120790

 

Η πόλη μου είναι μικρή, την περπατάς από άκρη σ’ άκρη μέσα σε μισή ώρα, σαράντα λεπτά αν χαζεύεις κιόλας στη διαδρομή. Είναι -ακόμη- μια τοσοδούλα πολυτέλεια να μπορείς να περπατάς άσκοπα, παρατηρώντας πράγματα χιλιοειδωμένα που όσο περνάνε τα χρόνια αντί να σε μπουχτίζουν σου φαίνονται -κάποιες φορές- ως και άγνωστα, ίσως κι όμορφα. Ο δρόμος με φέρνει που και που σε ένα στενό, πλακόστρωτο, απ΄ τα μετρημένα που επιβίωσαν στην καρδιά της πόλης. Κόβω δρόμο, για να βγω από την μια άσφαλτο στην άλλη. Εκεί, μέσα σε μιαν αυλή που κάποτε φιλοξενούσε άλογα, ταπεινά μουλάρια και ένα χάνι (απ’ τα τρία, τέσσερα, που κοίμιζαν για μια νύχτα -συνήθως την παραμονή του μεγάλου σαββατιάτικου παζαριού- όσους βουνίσιους είχαν κάτι να πουλήσουν ή να αγοράσουν), ξεφύτρωσε μια μέρα ένα μικρό μαγαζί  -χαριτωμένο, ναι- που πουλάει σοκολάτες, μπισκότα και ζαχαρωτά. Δεν μοιράζεται το ίδιο όνομα με το μαγαζάκι της Vianne Rocher σ’ εκείνο το μπιζουδένιο γαλλικό χωριό που δεν θυμάμαι το όνομά του, ούτε την Vianne θα δεις μέσα, ούτε την μικρή της κόρη. Κυριακές είναι κλειστό κι όσοι περνάμε απ’ έξω δεν θα ‘λεγα ότι μοιάζουμε ούτε στο μικρό δαχτυλάκι του Roux. Γυναίκες και άντρες στο δρόμο για την κυριακάτικη λειτουργία δεν θα δεις στην αυλή, δίπλα στη βιτρίνα με τα μακαρόν. Δεν είναι ότι οι γριές και οι γέροι ξεχάσαν το δρόμο για το στασίδι τους, είναι το πλακόστρωτο εκεί  που κάνει τη μέση και τα γόνατά τους να δακρύζουν απ΄ τους πόνους.

Όλος αυτός ο παραπανίσιος πρόλογος στήθηκε, λέξη λέξη, για να γράψω ότι κάθε φορά που περνάω απ’  αυτή τη γωνιά της πόλης σε ώρες που η αγορά έχει ακόμη φώτα και κόσμο, βλέπω ένα νέο παιδί στο βάθος, δίπλα σε μια ταμειακή, πίσω από ένα notebook. Μερικές φορές χαμογελάει. Ιδέα δεν έχω για το τι γράφει, τι διαβάζει, τι σκέφτεται, τι βλέπει, με ποιόν μιλάει στην οθόνη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν άνοιξα την πόρτα -ενώ κάτι ήθελα να πάρω, για να ΄χουν παρέα τα χέρια μου στο δρόμο για το σπίτι- για να μη τον τρομάξω, έτσι μου σφηνώθηκε στο μυαλό.

Αυτό είναι, όλο κι όλο, το σκηνικό. Απ’ έξω. Μέσα, δε νιώθω καλά με τέτοιαν εκούσια ομολογία, μπήκα όλη κι όλη μια φορά. Δεύτερη δεν νομίζω. Δεν θυμάμαι τι πήρα. Κάτι ωραίο σοκολατένιο, πάντως, που μύριζε τρυφερά παλιό και έλιωνε αργά, τεμπέλικα σχεδόν στο στόμα. Σα να ΄χε σταματήσει ο χρόνος, για λίγο. Για μια μπουκιά. Μετά δεν τόλμησα να ξαναμπώ γιατί με τον χρόνο δεν παίζεις.

Κάποιο απόγευμα αφού φύγει ο Σεπτέμβριος, ειδικά τις μέρες που ο ουρανός θα ‘χει φορτώσει, σκέφτομαι να ξεπεράσω τους δισταγμούς μου, να μπω και να τον ρωτήσω αν μπορεί να φτιάξει τρουφάκια με γεύση ψιχάλας.

Ε ναι, κι αν η Vianne κατεβαίνει καμιά φορά μόνη στο μαγαζί..

 

—-

burn!

fuck-you-you-have-really-depressed-me

 

 

-Πάρε τηλέφωνο όταν φτάσεις

 

-Δεν γίνεται, δεν θα ‘μαι μόνη

 

-Έστω sms

 

-Μα δεν κατάλαβες ; δεν θα ‘μαι μόνη λέω, δεν είμαι πια μόνη, δεν ακούς το «πια»;

 

-Ακούω

 

-Πίστευα πως θα το ‘χεις καταλάβει τόσο καιρό

 

-Σωστά

 

-Δεν γινόταν αλλιώς

 

-Ναι

 

-Έχω χρόνια μπροστά μου, χρειαζόμουν μιαν αγκαλιά, μια φωνή στο σπίτι, ν΄ ακούω βήματα, κλειδί στην πόρτα

 

-Φυσικά

 

-Κι εγώ άνθρωπος είμαι, με σάρκα , με αδυναμίες, με ανάγκες, καύλες

 

-Έτσι

 

-Λυπάμαι αλλά ίσως να ‘ναι καλύτερα «έτσι»

 

-Ίσως

 

-Εννοώ πόσο καιρό ακόμη θα άντεχες να παιδεύεις το μυαλό σου μαζί μου;

 

-Πολύ

 

-Μη το κάνεις πιο δύσκολο, η σωστή απάντηση είναι «καθόλου»

 

-Λάθος

 

-Και νομίζεις πως απαντώντας μονολεκτικά θα με κάνεις να νιώσω ένοχη;

 

-Όχι

 

-Για σένα το κάνω, επειδή σε νοιάζομαι, κόντευες να καταρρεύσεις

 

-Καλά

 

-Τι θα πει «καλά» ;

 

-Aυτό

 

-Μη θυμώνεις, ξέρω πώς νιώθεις αλλά για σένα το κάνω

 

-Αρχίδια

 

-Για σένα το κάνω, για να αναπνεύσεις μακριά μου, για σένα

 

-Για μένα

 

-Είδες ; πήγες στις δυο λέξεις, ήδη νιώθεις καλύτερα, δεν νιώθεις;

 

-Tι λες ;

 

-Μπράβο, αυτό είναι, συνέχισε

 

-Είσαι καλά;

 

-Ναι ρε γαμώτο, το ‘ ξερα πως είσαι δυνατός και πως θα το ξεπεράσεις

 

-Δεν πας καλά

 

-Τρεις ! τρεις ! ναι , είμαι περήφανη για σένα, πάντα ήμουν

 

-Είσαι τρελή

 

-Όχι, μη μου το χαλάς τώρα πάνω που πήγαινες για ολόκληρη πρόταση

 

-Είσαι εντελώς τρελή

 

-Μπράβο αγόρι μου, μπράβο , συνέχισε έτσι

 

-Είσαι εντελώς τρελή γαμώ την πουτάνα μου γαμώ

 

-Το ‘ξερα ! το ΄ξερα πως μπορείς,  μπορείς να με ξεπεράσεις

 

-Εσύ ;

 

-Εγώ  τι ;

 

-Εσύ λέω

 

-Εγώ τι ρε μαλάκα;

 

-Εσύ μπορείς ;

 

-Είσαι πάρα πολύ κακός  μαλάκας, πάρα πολύ κακός, μα πάρα πολύ κακός, ναι ρε μαλάκα, μπορώ, μια χαρά μπορώ , θα δεις , μια χαρά

 

-Μπορείς ;

 

-Θα σε φοβηθώ νομίζεις; δεν υπάρχεις ρε, δεν υπάρχεις, δεν υπάρχω, έχω φύγει, μη με ψάξεις ρε μαλάκα

 

-Δεν

 

-Θα με ψάξεις ρε, δεν γίνεται να μη με ψάξεις

 

-Γίνεται

 

-Θα με ψάξεις, θα με ψάχνεις μέχρι ν’ ασπρίσουν τα κόκαλά σου

 

-Ούτε κόκαλο έμεινε. Ούτε χόνδρος. Δεν πρόκειται

 

-Θα με ψάξεις ρε μαλάκα, ακούς ; θα με ψάξεις , το ΄ξερα πως θα με ψάξεις αλλιώς δεν θα ΄φευγα, δεν γίνεται να μη ψάξεις να με βρεις σου λέω, δεν γίνεται

 

 

 

THE END

 

 

 

Διάρκεια: απροσδιόριστη, ακόμη. Μεσολαβούν σιωπές και urban sounds ανάμεσα στους διαλόγους, θα δείξει το τελικό μοντάζ (στόχος τα 5 λεπτά και τρία δευτερόλεπτα)

Kόστος: όσο μια DVD-R 30 λεπτών, ένα τάληρο ξέρω γω..

Σεναριο: Αρχαίο. Έως αρχέγονο. Θα ξαναδουλευτεί, με συνεχείς αυτοσχεδιασμούς

Μουσική: τίποτε, κανένας αναπτήρας και φύσημα καπνού ίσως

Συμμετοχές σε φεστιβάλ: Δράμα, μόνο (του 2016, 2017, εκεί τριγύρω)

Πρωταγωνιστές: τσούρμο, ουρές, ορδές

Σκηνοθέτης: έχω μέσον

 

—–

ιστορίες από τον πέμπτο (και τέταρτο και τρίτο και πρώτο) όροφο

 

31946656

 

 

 

Προχτές μπήκα διαδοχικά σε δυο ασανσέρ (σε κτίριο που στεγάζει  δικηγόρους, γιατρούς, και  λογιστές), λέγοντας “καλημέρα”. Στο πρώτο ήταν άλλος ένας μέσα που κατέβηκε στον τρίτο όροφο, στο δεύτερο μια μαμά με το δεκάχρονό της κι ένας παπάς που πάτησαν «ισόγειο». Κανείς δεν μου απάντησε.

Ή βλέπω ανθρώπους που δεν υπάρχουν ή δεν με βλέπουν. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι είναι ανησυχητικότερο.

*

Κάθε Πέμπτη απόγευμα -λίγο πριν, λίγο μετά τις έξη- την ώρα που επιστρέφω στο σπίτι, το ασανσέρ μυρίζει Escape. Καμιά άλλη μέρα. Μόνο τα απογεύματα της Πέμπτης. Τη μέρα που θα δω και τον καθρέφτη του να δακρύζει, θα προτείνω στη συνέλευση να το χρησιμοποιούμε τις Πέμπτες 6-8μμ σαν παρεκκλήσι. Θα ειδοποιήσουμε και την γειτονιά, είναι ανόητο να μην εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα κεριά των λαβωμένων από την Escape.

*

Μετά την κρίση, στον δεύτερο όροφο της πενταόροφης οικοδομής μας είναι άδεια και τα τέσσερα διαμερίσματά του. Περιμέναμε μάταια επί δυό χρόνια και εφτά μήνες να ξανακούσουμε πόρτα στον δεύτερο να ανοίγει. Ένα μεσημέρι Κυριακής οι υπόλοιποι, παρά τις αντιρρήσεις μου, το πήραν απόφαση και ξήλωσαν με μανία την πινακίδα 2 από την πόρτα του ασανσέρ. Και μετά το κουμπί 2 από κάθε πίνακα.  Με τη φόρα που πήραν φοβάμαι ότι κάποια μέρα που θα ανηφορίζω προς το σπίτι, θα κοιτάξω προς τα πάνω και θα μετρήσω τέσσερις ορόφους.

*

Όλον τον Αύγουστο ο πίνακας ήταν χαλασμένος και για να πας στον τέταρτο έπρεπε να ανέβεις στον πέμπτο, να βγεις από το ασανσέρ, να ξαναμπείς και  να πατήσεις 4. Είχα έτσι την ευκαιρία να δω για πρώτη φορά ότι και ο πέμπτος όροφος έχει ωραίο μακρύ φοβιστικό διάδρομο, πόρτες  και κουδούνια έξω από τα διαμερίσματα, παλιοκαιρίσια φωτιστικά και το ίδιο άσχημο χρώμα στους τοίχους. Κάποια μέρα είχα την παρόρμηση να βγω στον τρίτο και να μπω μετά για να πατήσω 4 αλλά δεν ήμουν προετοιμασμένος για το τι θα αντικρύσω και ξαναπάτησα 5. Ντρέπομαι για την ατολμία μου, μα ανέκαθεν με τρόμαζαν οι μεγάλες προκλήσεις.

*

Είναι κάποιες στιγμές που τρέμω σαν σκέφτομαι το πώς χειρίζονται αυτό το πολύπλοκο μηχάνημα οι αναλφάβητοι. Νομίζω πως πρέπει να προσθέσουμε ένα άρθρο στον κανονισμό της οικοδομής ώστε να απαγορεύσουμε τη χρήση του σε όσους δεν γνωρίζουν αποδεδειγμένα αριθμητική. Δεν είναι πρέπον, μα ούτε και ασφαλές, να τριγυρίζουν διάφοροι αμόρφωτοι στις σκάλες της οικοδομής.

*

Αντιπαθώ τα γυάλινα εξωτερικά ασανσέρ. Από μιαν ηλικία και μετά το αυχενικό (και ένας ελάχιστος αυτοσεβασμός) σε εμποδίζει από το να παρατηρείς -εκστασιασμένος, από την υψηλή τεχνική του κατασκευαστή- το σάρκινο περιεχόμενό του.

*

Κάθε εβδομάδα, πλάι στον πίνακα ανακοινώσεων στην είσοδο της οικοδομής, βρίσκουμε ένα κολλημένο χαρτάκι (πάνω απ’ τα προηγούμενα):

«ΕΛΕΓΧΘΗΚΕ, ημερομηνία, σφραγίδα, υπογραφή, ο συντηρητής του ανελκυστήρα»

Αν σκεφτείς ότι o συντηρητής έχει πεθάνει πριν ενάμιση χρόνο, το γραφείο του έχει γίνει πια τυροπιτάδικο και έκτοτε αποφασίσαμε να συντηρούμε το ασανσέρ μόνοι μας (με τακτικά ευχέλαια, εικονίτσες και σκόρδα που κρεμάμε μέσα του), νομίζω ότι θα πρέπει ν’ αρχίσω να παραμονεύω για να δω ποιος είναι αυτός που δεν θέλει να αφήσει το ασανσέρ μας να μάθει την πικρή αλήθεια.

*

Στις, όχι και πολύ σπάνιες πλέον, επισκέψεις μου σε κλινικές και νοσοκομεία, πάντα χρησιμοποιώ το ασανσέρ μεταφοράς ασθενών. Είναι λιγότερο κλειστοφοβικό και τυχόν συνάντησή σου με γεμάτο φορείο, σε πλημμυρίζει με ένα αίσθημα ανωτερότητας. Για να αποφύγω παρατηρήσεις από τους νοσηλευτές, φοράω πάντα γραβάτα και νομίζουν πως είμαι κάποιος πολύ σπουδαίος, οπότε πάντα μου χαμογελούν. Ευτυχώς δεν μου κάνουν παράπονα για τα μισθολογικά τους και το συνταξιοδοτικό.

*

Όταν πηγαίνω επίσκεψη σε σπίτια ανθρώπων που αντιπαθώ ( πηγαίνω όμως, άπαξ, δις του έτους, για να μην ενταφιαστεί οριστικά και αμετάκλητα η κοινωνικότητά μου) ξεκινάω πάντα ένα ημίωρο πριν την ώρα που με καλούν και χρησιμοποιώ το ασανσέρ τους ανεβοκατεβαίνοντας επί ένα εικοσιπεντάλεπτο σε τυχαίους ορόφους. Είναι η μικρή, ελάχιστη συμβολή μου στην οικονομική τους καταστροφή.

*

Παρακάλεσα επανειλημμένα (με, ευγενική αλλά σαφή, απειλή μείωσης αμοιβής) την καθαρίστρια της οικοδομής να ντύνει πιο σικάτα τα δίδυμα κοριτσάκια της που την βοηθούν στο σφουγγάρισμα του ασανσέρ. Οφείλουμε, της είπα, να χαρίσουμε έστω μια μικρή Λάμψη στη γκρίζα μας καθημερινότητα.

***

στα κόκκινα φανάρια

31919274

 

 

Με σταματήσαν ένα, δυο, τρία κόκκινα, το τέταρτο το πέρασα -αφηρημένος και εγκληματίας- με κατάρες πεζών και εποχούμενων, το πέμπτο ήταν αδύνατον να το αψηφήσω. Όταν φτάνω εκεί πάντα κόβω ταχύτητα, γυρίζω από συνήθεια το κεφάλι ψηλά και δεξιά, να δω τι είδους άνθρωποι κάθονται έξω στα μπαλκόνια, τι σχήμα και μορφή έχουν, ανθρώπους δεν είδα ποτέ, κάμποσα χρόνια μετά μου είπαν σχεδόν συνωμοτικά (έτσι λέγονται αυτά, ποτέ φωναχτά) ότι κανείς δεν βγαίνει στο μπαλκόνι, αφού τα τριπλοκλειδώνουν, για να μη σε βάλει η ανοιχτή μπαλκονόπορτα σε πειρασμό. Ο σατανάς -μπορεί κι ο Θεός, που δοκιμάζει-λένε- τις αντοχές των ανθρώπων, σαν τεστ κατάταξης στην άλλη ζωή, αυτά που μουρμουρίζουν για ψευτοπαρηγοριά οι παπάδες και οι απελπισμένοι- το ‘χει χούι να κάνει αστειάκια, να σε τσιγκλάει just do it!, αυτό που οι παπουτσάδες κόπιαραν ξεδιάντροπα χωρίς να του ακουμπήσουν φράγκο τσακιστό για τα royalties αλλά ποιος διάολος δίνει δεκάρα για τα εύσημα και τον τραπεζικό λογαριασμό του, αυτά είναι για τους μέτριους θεούς των ακόμη πιο μέτριων που πιστεύουν σ’ αυτούς.

Κοιτάζω την μπλε πινακίδα, πιάνει ίσα με τρεις, μπορεί και τέσσερις ορόφους ύψος, μη τυχόν και λαθέψεις στο τι κοιτάς. Το πρωί αντέχεται, κάποιες φορές το μάτι σου λοξοδρομεί, τις νύχτες όμως κολλάει πάνω στα γράμματα όπως οι πεταλούδες και τα μυγαράκια στη λάμπα στο μπαλκόνι.

Θ-Ε-Α-Γ-Ε-Ν-Ε-Ι-Ο

Τώρα που τα ξαναθυμάμαι και τα γράφω (ανάθεμά με κι αν ξέρω γιατί), πίνω ένα μάλλον φτηνό, μάλλον ισπανικό, μάλλον ροζέ. Σίγουρα μέτριο, μπορεί και λίγο κάτω απ’ το μέτριο, εκτός κι αν φταίει η μνήμη μου, μετά από τόσα μέτρια αρχίζεις να πίνεις αμήχανα. Ούτε από πού το αγόρασα θυμάμαι, μπορεί να ΄ταν και αδέσποτο, μερικές φορές αυτά βγαίνουν καλύτερα από ράτσας, τις πιο πολλές κοπριτάκια αλλά ποιος διάολος δίνει δεκάρα για το τι πίνεις όσο γράφεις. Ποιος δίνει δεκάρα για το τι γράφεις, δηλαδή. Τι κι αν είναι μελό, ξαναμασημένο, ασύνταχτο, ασυνάρτητο, μερικές φορές είναι λυτρωτικό να γράφω σαν πρωτάκι στο δημοτικό,  για μένα μόνο. Και καναδυό άγνωστους που αγνοούμε εκατέρωθεν (ή αμοιβαία; ένα απ΄τα δυο θα είναι σωστό) την ύπαρξή μας. Σιγά μη κάθεσαι να εφευρίσκεις λέξεις, να σκαρώνεις πιασάρικα τιτλάκια ή να φτιασιδώνεις παραγράφους στα φανάρια. Ας τα κάνουν οι λόγιοι αυτά.

Ματιά αριστερά.

Μ-Ι-Κ-Ε-L

Δεν ξέρω τι ράτσας άνθρωποι κάθονται να πιουν καφέ απέναντι από εφτά; οκτώ; εννιά πατώματα και δεν ξέρω (ούτε θέλω και να μάθω) πόσα υπόγεια γεμάτα καρκίνους με παράξενα ή οικεία ονόματα, απ’ αυτά τα καθημερινά κι εύκολα (εύκολα, λέξη κι αυτή) που ποτέ δεν μπορείς να μάθεις να προφέρεις σωστά χωρίς να κομπιάσεις και να χρειαστείς δυο γουλιές νερό για να κατεβούν οι συλλαβές ως τα χείλια σου. Δηλαδή, θέλω να πω, καλύτερα να κρυφτείς μέσα στο σπίτι σου, απέναντι από τέσσερα ντουβάρια που τα σιχάθηκες και μπούχτισαν κι αυτά να σε βλέπουν, παρά να κάθεσαι εκεί αντικρίζοντας Αυτό.

Κοιτάζω αυτούς που κάθονται στα τραπέζια, με έναν καφέ κι ένα νερό μπροστά τους. Κάνω συνειρμούς κι αντιστοιχίσεις. Κανείς τους δεν είναι καθαρός, το βλέπω στα μάτια τους, στον τρόπο που σταυρώνουν τα χέρια τους, στα κουρασμένα ρούχα τους, στα σβηστά τσιγάρα μπροστά τους.  Όλοι κουβαλάνε κι έναν Δαίμονα μέσα τους, που τον αφήσαν για λίγο παρέα με τον ξενιστή του σε κάποιο δωμάτιο, τρίκλινο, τετράκλινο, δενξερωγωτι, απέναντι. Πετάγομαι για ένα νερό και ξανανεβαίνω. Ντρέπονται, ίσως, να πουν καφέ. Και τσιγάρο. Και πετάγονται απέναντι, παραγγέλνουν, ζάχαρη, αφρόγαλα, κρέμα κι άλλη ζάχαρη να κοντράρει την πίκρα, ή σκέτο, για να μη τους δαγκώσουν οι τύψεις. Επειδή στερούν την παρουσία τους δέκα λεπτά, δεκαπέντε, απ’ τις ματιές των άλλων, των ανήμπορων να βγουν παραέξω. Κι επειδή κανείς δεν ξέρει -ούτε καν εγώ, που μετά από τρία ποτήρια θαρρώ ότι τα ξέρω όλα, ακόμη κι αυτά που δεν έγιναν ακόμη- αν αύριο αυτά τα δέκα λεπτά, τα δεκαπέντε θα είναι ακόμη εξαργυρώσιμα. Ή αν δεν υπάρχει καν ματιά απέναντι, κάτσε να σε δω λίγο ακόμη, άσε με να φύγω γιατί δεν αντέχω να σε βλέπω να λιώνεις.

Ένας ανυπόμονος κορνάρει, πίσω μου. Λογικό, αφού αν ήταν μπροστά δεν θα ΄χε κανένα λόγο να βιαστεί να με βγάλει απ’ το δρόμο του. Δεν ξεκινάω αμέσως, δεν έχεις λόγο να βιάζεσαι σε τέτοια φανάρια. Να κάθεσαι με τις ώρες πρέπει, να διαβάζεις τις μπλε επιγραφές, και τα μάτια των ανθρώπων που μπαινοβγαίνουν σ’ Αυτό. Κι εκείνων που κάθονται και παραγγέλνουν έναν καφέ, κοιτάζοντας μια το κινητό, μια τον τρίτο, πέμπτο, έκτο όροφο απέναντι, μια εκείνον που κάθεται πλάι τους, που φοράει μαύρα γυαλιά και καπνίζει τσιγάρα με τέσσερις ρουφηξιές, τα φτάνει στη μέση και τα τσακίζει, τα κάνει δυο κάτια στο τασάκι που δεν προλαβαίνει ν΄αδειάσει. Αν μπορούσαν αυτά τα συγκεκριμένα σταχτοδοχεία να γράφαν την ιστορία όσων τα γέμισαν, θα ΄πρεπε να τα γκρεμίσουμε τα blogs και να τα αποτεφρώσουμε μετά. Πληρώνοντας αν χρειαστεί, όσο όσο.

Ξεκινάω για να μη με πυροβολήσει ο πίσω. Πριν βάλω πρώτη, κατεβάζω το καθρεφτάκι. Όχι για να δω τον ανυπόμονο, μα εμένα. Για να  βεβαιωθώ πως έχω είδωλο. Και να υποσχεθώ (πάλι ψεύτικα, το ξέρω) πως μέρα φεύγει, μέρα μπαίνει, θα κόψω τη γκρίνια και τα ναι μεν αλλά. Για χάρη εκείνων που είναι ξαπλωμένοι και κουρασμένοι δεξιά, μόνο τα ναι πρέπει να κοιτάς. Τα μεν αλλά είναι παραπανίσιες, ηλίθιες, άχρηστες πολυτέλειες.

Περνάω αργά αργά δίπλα απ’ το «Πωλούνται περούκες παθήσεων». Δέκα, είκοσι, τριάντα μέτρα μπροστά, ζωή ξανά. Αυτή που συνεχίζεται, ερήμην κάποιων. Kαι των παθήσεων. Σιγά μην σου αποκάλυψα και κάτι καινούργιο δηλαδή.

 

—–

δίχως σημάδια από λάστιχο

 

amour7

 

 

Η σχετικότητα της γύμνιας και οι εποχές της ενταφιασμένης αθωότητας, σκέφτομαι με μια δόση πίκρας γιατί η κατάσταση των πραγμάτων βρίσκει πάντα (σχεδόν πάντα) τον τρόπο να θριαμβεύει, αγκαζέ με το χρόνο. Αυτός ο κύκλος, που πασχίζει να κλείσει την ουρά του, που μουλάρωσε να σου αποδείξει πως τίποτε δεν είναι γραμμικό, όπως σε βόλευε όταν το σχεδίασες.

 

Το «μαμά δεν φοράω βρακάκι» των τριών, πέντε, έξη χρόνων. Σπάνια «μπαμπά», το βλέπουν, το νιώθουν τα παιδιά και ανάλογα στοχεύουν, οι μπαμπάδες είναι απασχολημένοι με άλλα, φτηνά, που τους εμποδίζουν να χαρούν με την ψυχή τους αυτή την πολύτιμη γύμνια που πολύ αργότερα ίσως εκτιμήσουν μέσα από φωτογραφίες ή μικρές ταινιούλες, «παιδιά – καλοκαίρι 1996».

 

Μετά έρχεται το «δεν φοράω τίποτε από κάτω» την ώρα που σε κοιτάζει βαθιά, πάρα πολύ βαθιά μέσα στα μάτια κι ας σου ΄χει γυρίσει την πλάτη. Το νιώθουν κι εκείνες και ανάλογα στοχεύουν, οι μπαμπάδες έχουν πεθάνει και δώσαν -προσωρινά- τη θέση τους σε άντρες, που παραμερίζουν τα άλλα, τα φτηνά, που θέλουν να τους εμποδίσουν να χαρούν με ψυχή και σώμα αυτή την πολύτιμη γύμνια, που πολύ αργότερα ίσως ξαναθυμηθούν, χωρίς φωτογραφίες και φιλμάκια, δίχως πειστήρια, αποδείξεις, μάρτυρες και σίγουρα δίχως τύψεις.

 

Μ’ εκείνο το «κοίτα, δεν φοράω εσώρουχο», που συνοδεύεται από ένα αφηρημένο, απροσδιόριστο, ελάχιστα ντροπαλό (θα το ΄λεγες και παιχνιδιάρικο)  χαμόγελο και μια απόπειρα των ογδονταπεντάχρονων χεριών, σακατεμένων απ’ τα αρθριτικά, να σηκώσουν το ελαφρύ καλοκαιρινό ρούχο, παλεύοντας να σου αποδείξουν πως δεν λένε ψέματα, ότι μπορούν και θυμούνται ακόμη, ότι το μυαλό τους δεν απέδρασε μέσα απ’ το ανταριασμένο κεφάλι τους, μ’ αυτό είναι που δεν ξεμπερδεύεις εύκολα.

 

 

fcukin’ by numbers

31405111 (1)

 

Την δέκατη όγδοη συνεχόμενη ημέρα που ξανάκουσε από το (ωραία βαμμένο) στόμα της «θα σπάσει το κεφάλι μου μωρό μου», αφού είχαν προηγηθεί εικοσιτρείς σερί ημέρες «έχω ακόμη περίοδο καρδιά μου», συνειδητοποίησε ότι ο πόθος του γι αυτήν είχε πλέον αυτοκτονήσει πάρα πολύ σιωπηλά. Κλείστηκε, λοιπόν, στο δωμάτιό του με τα δυο ντιβιντί του Τρίερ, άνοιξε παρένθεση και δεν έβγαλε το πρώτο παρά μόνο μετά από εκατοντριανταδύο επαναλήψεις (χωρίς καμιά διακοπή, ούτε καν μισό pause) για να ακολουθήσουν εκατονεξηνταοκτώ προβολές -επίσης αδιάκοπα- του δεύτερου. Στο τέλος έβαλε να παίξουν το ένα μετά το άλλο και πάτησε το stop.

Όταν κάποια στιγμή έκλεισε η παρένθεση, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε (αγνώριστο φάντασμα, φοβιστική σκιά του χειρότερου εαυτού του), εκείνη δεν τόλμησε να τον ρωτήσει πώς ήταν δυνατόν να έχει αντέξει χωρίς τροφή, ύπνο και νερό, χωρίς να απαλλαχθεί από το βάρος των σωματικών του εκκρίσεων, υγρών και στερεών,  εικοσιπέντε ολόκληρα μερόνυχτα. Λέξη δεν είπε. Είχε, άλλωστε, λερωμένη (αν και μοσχομυριστή) τη φωλιά ανάμεσα στα πόδια της.

 

οινοπνευματί για τον πόνο των άλλων

 

30792771.ast

 

 

 

Δεκατρία ευρώ τα δυο μακώ μπλουζάκια, ένα άσπρο κι ένα οινοπνευματί, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να με πείσω ότι θα ΄ρθει καλοκαίρι. Κάθε χρόνος που περνάει τα πράγματα δυσκολεύουν, ανεβαίνω μισό νούμερο εγώ, κατεβαίνει μισό νούμερο το μέγεθός τους, το περυσινό L είναι απλά ένα λίγο ξεχειλωμένο M φέτος. Στις κρεμάστρες ορδές τα S και τα XS. Δεν μπαίνει ανθρώπινη ράτσα σ’ αυτά, άρα μας στέλνουν μηνύματα οι ζάρες και οι ειτσεντέμ, «θα πεινάσετε». Πληρώνω και μετανιώνω, απ΄το παζάρι θα έπαιρνα τρία στο δεκάρικο. Αλλά, σκέφτομαι, δεν θα ‘χε οινοπνευματί. Εκείνο που εκτός απ’ τα γδαρσίματα στο πετσί σου, απολυμαίνει και τον πόνο στα μάτια των άλλων.

Κάποτε αυτά τα χρωματιστά πανιά ταξιδεύαν. Είτε κατάσαρκα, είτε μέσα σε σακ βουαγιάζ (στην αρχή) και βαλίτσες, αργότερα. Τότε τα ράβαν εδώ τριγύρω -άντε μέχρι Τουρκίες και Βουλγαρίες- και το βάζαν στόχο ζωής να φύγουν όσο γίνεται μακρύτερα πριν πεθάνουν ατιμωτικά σαν ξεσκονόπανα. Το καταφέραν, τα περισσότερα. Και θάλασσες μακρινές είδαν και νησιά με φως κιμπάρικο και αεροδρόμια και μεγάλες πλατείες και στενάκια με παράξενα ονόματα, καταφέραν και τρυπώσαν και τριφτήκαν ανάμεσα σε χορταστικές αγκαλιές των αφεντικών τους, πετάχτηκαν σε καρέκλες, πατώματα και αμμουδιές, κάμποσες φορές πέσαν για ύπνο μαζί μου και ξυπνήσαμε κι οι δυο ωραία γουμίδια, μερικές φορές βραχήκαμε παρέα και στεγνώσαμε μαζί, δεν κακοπέρασαν πάντως. Ζήσαν, μυρίσαν, είδαν, ευτυχώς τις ιστορίες τους τις πήραν μαζί φεύγοντας. Ευτυχώς.

Τώρα πια τα περισσότερα τα ράβουν σε κάτι γκρεμούλια δεκαώροφα στο Μπανγκλαντές. Όσο γκρι και ζοφερά τα βλέπεις τα κτίρια απ’ έξω, τόσο χρώμα κρύβουν στα σωθικά τους. Σε πανί, κλωστή, ύφασμα. Γιατί κι οι άνθρωποι μέσα γκρι είναι. Μπαίνουν πριν χαράξει και φεύγουν όταν έχουν ανάψει όλες οι λάμπες στα ταβάνια, αφού πρώτα έχουν έρθει οι επόμενοι τυχεροί, του αόρατου μεροκάματου. Αυτού που ξεψυχάει πριν καν φτάσουν σπίτι, αν υπάρχει και σπίτι δηλαδή. Κάθεσαι λοιπόν και ψευτοπαρηγοριέσαι ότι τα δεκαπεντάχρονα (πονάει το μυαλό σου και αποδιώχνεις τα μονοψήφια) πίσω απ΄ τα βαφεία και τις μηχανές και τα βελόνια μπορεί να μη ξέρουν τι θα πει σχολειό -ίσως και παιχνίδι- αλλά με λίγα τάκα εξαργυρώνουν το γκρι που τους καταπίνει κάθε μέρα, ανάμεσα σε πενήντα αποχρώσεις του μπλε. Έτσι κοροϊδεύεσαι. Με το οινοπνευματί XL, που φωτίζει μια στάλα τον πάγκο μπροστά τους.

Όσο πιο μακριά τα ράβουν πλέον, τόσο πιο κοντά ταξιδεύουν τα ρούχα. Τα πιο πολλά ούτε σε μεγάλο καράβι αξιώθηκαν να μπουν, μεσοπέλαγα δεν βρέθηκαν, δεν κατάφεραν να τα ξεθωριάσει ο ήλιος, για αεροδρόμια κουβέντα, όσο για αγκαλιές δεν νομίζω ότι ζουν πολλές πρόθυμες και γαλαντόμες τριγύρω. Αυτή, σκέφτομαι, είναι η εκδίκηση των μικρών ραφτάδων.

Βγαίνω στο δρόμο,  άνοιξη δεν ανταμώσαμε ακόμη, βροχή ξανά. Στο Seven λιγότερο νερό έπεφτε.

Θυμάμαι εκείνο το «yes, price is cheap but guilt is priceless». Με τέτοιες σκέψεις δεν πας μακριά, γυμνός θα μείνεις στο τέλος.

 

τα ουρλιαχτά στα τριάρια

 

gea2_01_img0080

 

 

Είδα τα καλύτερα κορμιά της γενιάς μου χαλασμένα από την οικογενειακή αχρησία, κουρασμένα, υστερικά, γυμνά. Αγνώριστα.

Κι όμως κάποιοι άντρες (μπορεί και γυναίκες) τα ποθούσαν ακόμη. Κοιτάζαν την καλοκρυμμένη σάρκα κάτω απ΄τα παραπανίσια ρούχα το χειμώνα, τη βλέπαν μισή σπιθαμή μακριά τους κι αφτιασίδωτη το καλοκαίρι. Μα δεν τους αποθάρρυνε ότι δεν τα αναγνωρίζαν πια, ίσως γιατί κι εκείνοι αγνώριστοι ήταν.

Ήταν κάμποσες οι φορές που ξένοι, εισβολείς στους τέσσερις τοίχους τους, θέλαν να τα πάρουν και να τα πάνε μια βόλτα πάνω σε σεντόνια ημιδιαμονής, σε καναπέδες, σε πάγκους κουζίνας, σε τουαλέτες, σε ασανσέρ, στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκίνητου, σε κοντινά βουνά και σε κρυφά δρομάκια, γυμνά ή μισοντυμένα. Έτσι κι αλλιώς ίδιο το τρόπαιο.

Εκείνα όμως, που κάποτε εξέδιδαν άσεμνες, υγρές ωδές (τόσο υγρές που δεν γεννήθηκαν ακόμη λέξεις για να τις περιγράψουν), το ‘χαν βάλει γινάτι να πιστεύουν ότι πρέπει να πάρουν και το μυαλό τους μαζί στην αποσκευή. Τα πιο πεισματάρικα θέλαν να πάρουν και, άκουσον άκουσον, καρδιά, για μια τόση δα βόλτα. Εξεπίτηδες το ‘καναν. Θέλαν να βγουν υπέρβαρα στο μέτρημα και να τους πουν «πληρώστε ή γυρίστε πίσω», ίσως γιατί, κατά βάθος, δεν θέλαν να πάνε πουθενά, μιας και όλα πλην σάρκας είχαν τακτοποιηθεί με τον καιρό σε ογδόντα τετραγωνικά, μέσα σε γνώριμα κομοδίνα, συρτάρια, ντουλάπες, πατάρια και χαρτόκουτα και σαν ερχόταν η στιγμή -αν την συναντούσαν ποτέ- καθόταν μουδιασμένα στην κουζίνα, φτιάχναν έναν καφέ, μπορεί και δεύτερο, και σκεφτόντουσαν ανακουφισμένα «που να κάθομαι να σκαλίζω τώρα, ποιος τα ξαναβάζει στη θέση τους ένα ένα μετά».

Μετά. Μετά κάποια απ’ αυτά σπάγαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια, γυμνά και τρέμοντας. Από την ανομολόγητη καύλα. Την ώρα που ξεπλέναν τον ιδρώτα από πάνω τους στο σπίτι, μπορούσες να τον ακούσεις να ουρλιάζει. Γιατί πήγε πάλι στράφι..

 

 

(sorry Allen)

 

 

♫  ♪

music from airports

 

30416938

 

 

 

Εντάξει. Φύγε. Όλοι – καλά,όχι εσύ- μπορεί να φύγουμε μια μέρα. Εδώ άλλοι φεύγαν σωρηδόν πριν εκατό και πριν πενήντα χρόνια, περνάγαν Ατλαντικούς, βλέπαν την ανατολή καταμεσής σε Ινδικούς, ανεβοκατεβαίναν σε τρένα, οδηγούσαν με την τσίμπλα το μάτι σε κοτζάμ Γιουγκοσλαβίες. Δεν είναι δα και τραγικό. Τόσοι και τόσοι φύγαν (ή δεν γυρίσαν καν), ρώτα τους έναν προς έναν, μια χαρά είναι όλοι. Τίποτε δεν είναι ανεπανόρθωτο αφού μπορείς να ξανάρθεις. Και να μη ξανάρθεις όμως, άμα δεν έχεις -ή δεν λαχταράς- να δεις κανέναν (ή κάτι, έστω) εδώ, πάλι εντάξει είναι. Όπου γης πατρίς και τα σχετικά, τα μάθαμε. Καλά, σύμφωνοι, και τα home is where the heart is, κι αυτά τα μελωμένα τα μάθαμε. Παιδιά του κόσμου, έτσι κοροϊδευόμαστε πως ήμασταν οι σαραντακάμποσα και οι πενηνταφεύγα, σιγά μη χολοσκάσουμε για πέντε, δέκα, δεκαπέντε χρόνια, μια ζωή έξω. Είτε παιδιά αφήσεις πίσω, είτε φύγουν μαζί σου, είτε τα πας στο αεροδρόμιο και μένεις πίσω εσύ, είτε δεν υπάρχουν παιδιά στην εξίσωση, σιγά τον πόνο. Σήμερα είναι αλλιώς. Και σκάιπ έχεις και φτηνά τηλέφωνα και φέισμπουκ και ryanair έχεις κοντά στην νέα γειτονιά, δηλαδή άμα το καλοσκεφτείς δεν βιώνεις και κάτι σκιαχτικό, πόσο μάλλον όταν και δουλειά έχεις εκεί, που δεν είχες εδώ. Όλα δικά σου μη τα θες. Είπαμε, φύγε. Εδώ που τα λέμε είτε στην Ιεράπετρα πήγαινες -δεν ξέρω τι διάολο θα ΄κανες εκεί- είτε σε ένα κωλοχώρι έξω απ΄τη Στουτγκάρδη, ένα και το αυτό, μη σου πω και χειρότερα. Μισό μηνιάτικο και δυο μερόνυχτα θες να φτάσεις στην Ιεράπετρα. Μη τα κάνουμε όλα βουνό, ψωμί ξενιτιάς και μανούλα θα φύγω και τα συνοδευτικά, είχαν οι άλλοι τον Καζαντζίδη, μη γινόμαστε drama queens κι εμείς. Εμείς με άλλα μεγαλώσαμε, δε θα λουστούμε όσα χλευάζαμε. Γαλάζιοι ουρανοί και θάλασσες και τραπεζάκια έξω, θαρρείς και οι άλλοι ζουν σε καμιά κόλαση δηλαδή, εγώ και τραπεζάκια έξω είδα και ουρανούς που δεν είναι πάντα γκριμωβ και νερά είδα, λίμνες, ποτάμια, θάλασσες, βαρκάκια, ότι θες είδα, αρκεί να αντέχεις να τα δεις. Μη σε πιάσει το γινάτι και τα βλέπεις όλα σαν ρουφήχτρα. Άνθρωποι ζουν κι εκεί, άμα ήταν κόλαση θα φεύγαν, όχι μόνο δε φύγαν αλλά μπάζουν μέσα κι άλλους, σαν κι εσένα. Θαρρείς δηλαδή και μπορούμε όλοι να συνωστιστούμε σ’ αυτή τη χώρα, να περιμένουμε να μας θρέψει όλους και να μας κανακεύει με ήλιο και χρώματα δια βίου. Δεν γίνονται αυτά. Πενήντα TEDx να παρακολουθήσεις, εκατό να αποστηθίσεις, όσο καινοτόμα και να στίψεις το κεφάλι σου, όταν έρθει η ώρα του «φεύγω» θα το καταλάβεις πριν στο πει άλλος. Homesick και μαλακίες. Όσοι μένουμε, μένουμε λόγω Σύνδρομου Στοκχόλμης. Πιστεύοντας οτι αυτή η χώρα (και τα περιεχόμενά της) μας προστατεύει, τάχα μου, απ΄το Κακό που παραμονεύει εκεί έξω. Τσάμπα τα ζόρικα βιβλία που διαβάσαμε, τα τραγούδια που ακούσαμε, οι ατέλειωτες κουβέντες και ξενύχτια που ξετυλίχτηκαν με μας τους «διαφορετικούς» εντός τους. Όσο ανοίγαμε τα μυαλά μας, τόσο πιο κολλημένοι -καλά, όχι εσύ- μέναμε, stuck by this river. Τώρα πήγαμε στο by this Gate. Γι αυτό σου λέω, δεν είναι κακό να φύγεις. Στερέψαμε. Μόνο που πρέπει να πείσεις εκείνο το «wonder why we came» να πάψει να σε δαγκώνει κάθε φορά που ανοίγεις το σκάιπ.

 

 

 

Άμα τα πίστευα κιόλας όλα αυτά, δεν θα σφιγγόταν τόσο το στομάχι μου και θα φοβόμουν λιγότερο όσα έπονται.

 

 

 

 

δυο βδομάδες ομορφιάς

 

2014-03-25 10.41.25

 

 

Oι μπαλκονόπορτες αρχίσαν ν’ ανοίγουν δειλά δειλά. Μένουν ανοιχτές μισή, μια ώρα, λίγα δάχτυλα, έστω. Για να μη χτυπηθώ από την άνοιξη βγαίνοντας απότομα έξω, πετώντας από πάνω μου το σκάφανδρο του χειμώνα και περάσω όλο το θέρος σακατεμένος.

Εξευμενίζω τον ήλιο και το παραπανίσιο φως βάζοντάς τους τραγουδάκια, τόσο δυνατά όσο να ξεμυτίζουν στο μπαλκόνι, τόσο σιγά ώστε να μη ξυπνάω τους μέσα.

Ανάβω τσιγάρο ακουμπισμένος στα κάγκελα, πλάι στις γλάστρες που χάσκουν άδειες. Θα περιμένουν κι αυτές τη σειρά τους. Χώμα, περιεχόμενο, νερό. Και μια γωνιά να ξεπεταχτούν.

Σε ένα μήνα θ’ ανθίσει ο κάκτος μου. Όλη η ξεραΐλα, όλη η ασχήμια εντεκάμιση μηνών, θα ξεχαστούν με δυο βδομάδες ομορφιάς.

Το απέναντι μπαλκόνι θα είναι άδειο αυτό το καλοκαίρι. Αυτό δεν ξεχνιέται. Μέχρι να συνηθίσω -δεν ξέρω πώς και πότε συνηθίζεις- το κενό, θα βγαίνω να κάνω τσιγάρο και να ανοίγω κουτάκια με μπίρες από την άλλη πλευρά.

 

#

μυαλά αχούρια

30185603

Το 1922 η γιαγιά μου -απ΄τη μάνα μου- πέρασαν με ένα καΐκι, βάρκα, κάτι τέτοιο πλεούμενο, Σμύρνη-Μυτιλήνη. Λεπτομέρειες δεν θυμάμαι πολλές, κάτι μου ΄χε πει αλλά δεν έδινα σημασία. Αν είσαι δέκα και δεκαπέντε και είκοσι, δεν επιτρέπεις σε κανέναν να σου τρώει χρόνο απ’ το παιχνίδι ή απ’ τους έρωτες. Κι εκείνη τότε δέκα χρόνων κοριτσάκι ήτανε αλλά τους κόψαν όλους το χρόνο λίγο άγαρμπα, για να το θέσω Ρεπούσικα. Στους τυχερούς κόψαν το χρόνο εκεί, σε άλλους παντού. Μια κι έξω.

Το θέρος του 1987 (ίσως και ’88) ψαχνόμαστε εγώ και το αμόρε για μια βδομάδα στη Μυτιλήνη. Τα βάζουμε κάτω. Τόσα τα καράβια, τόσα τα δωμάτια, τόσα τα ΚΤΕΛ, τόσο τα ούζα, τόσο τα καλαμαράκια, τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, σκέψεις μπόλικες, από λαδόξυδο κι αποφάσεις μηδέν.

Κάθεται στην αυλή, παραδίπλα, μας ακούει.

«Να πάτε. Να πάτε στη Μυτιλήνη. Δεν θα το μετανιώσετε. Θα σας δώσω κι εγώ ένα χιλιάρικο, θα δώσω και κάτι να πας ν΄αφήσεις»

Την κοιτάμε.

«Να βρείτε μια μέρα να πάτε στο Ακράσι, να βρείτε την κυρία Φωτεινή, αυτή μας έδωσε ένα δώμα που είχε στην αυλή και βολευτήκαμε έξη άνθρωποι, μικρή ήμουν τότε, φύγαμε και δεν θυμάμαι αν της είπα και ευχαριστώ, αγία γυναίκα, πρέπει να ‘ταν λίγο μεγαλύτερη απ΄ τη μάνα μου»

Την κοιτάμε.

«Να πάτε να τη βρείτε και να της πεις ποιανής εγγονός είσαι, της Κυρμήτρου θα πεις, μεγάλη χάρη θα μου κάνεις, θα χαρεί κι εκείνη, θα ξαλαφρώσω κι εγώ, εντάξει αγόρι μου;»

Κοιταζόμαστε. Ο κλήρος έπεσε σε μένα.

«Θα ζει η κυρία Φωτεινή;»

Με βλέπει λίγο σκοτεινιασμένη, λίγο απορημένη, σα να λέει «χαζό εγγόνι μου ‘κανε η κόρη μου»

«Γιατί να μη ζει; θα ζει. Εγώ πώς  ζω δηλαδή;»

Δεν το συνέχισα, με σκούντησε και η άλλη σα να έλεγε «μη της το χαλάς, πες ναι και άστο να ξεχαστεί»

Πήγε μέσα και μου ΄φερε ένα δέμα. Μικρό, πιο μικρό από κουτί παπουτσιών νούμερο 35. «Διεύθυνση δεν θυμάμαι», είπε, «αλλά δεν έχουν ονόματα οι δρόμοι στα χωριά, όποιον και να ρωτήσεις πού είναι το σπίτι της Φωτεινής θα στο δείξει, αν έχει κι άλλη Φωτεινή να θυμάσαι ότι η σωστή ήταν ψηλή, πιο ψηλή από μένα, με μάτια γκρι».

Είπα «καλά, θα το πάρω», είπε «να το δώσεις όμως», είπα «ε ναι, θα το δώσω», το έδωσα μετά στη μάνα μου και της είπα «κρύφτο κάπου, μη δει ότι δεν το πήρα κι έχουμε κι άλλα».

Όταν κάποια στιγμή γυρίσαμε (δυο, τρεις βδομάδες μετά), ούτε θυμήθηκε να με ρωτήσει αν πήγα, αν τη βρήκα, αν το έδωσα. Εδώ καλά καλά εμένα δεν θυμήθηκε. Για την άλλην είπε όμως «το κοριτσάκι το ξέρω, έρχεται στο σπίτι συχνά τελευταία».

Η αλήθεια είναι πως Μυτιλήνη δεν πήγαμε εκείνο τον Ιούλιο. Δηλαδή ποτέ δεν πήγαμε Μυτιλήνη, ούτε Ιούνιο, ούτε Αύγουστο, ούτε ποτέ. Αλλά το ψέμα -κι ας μη με ρώτησε, κι ας μην απάντησα- το κουβαλάω βάρος μέσα μου. Όπως και το ότι δεν έμαθα ποτέ τι είχε, αν είχε κάτι δηλαδή, το δέμα για την κυρία Φωτεινή απ΄το Ακράσι. Γιατί σε δέκα μέρες δόθηκε το σπίτι αντιπαροχή και η μάνα μου το άφησε να θαφτεί -όπως κι άλλα «τιμαρεμένα» της μάνας της, που είχε μέσα στο υπόγειο- κάτω απ΄ τα μπάζα. Η γιαγιά θάφτηκε αργότερα. Ευτυχώς κανονικά, με όλες τις τιμές, στεφάνια, λουλούδια και καφέδες με μακαριές μετά. Αν και βασανίστηκε αρκετά, περιτριγυρισμένη από άγνωστους, που πόναγαν όσο την έβλεπαν να ρωτάει «εσύ ποια είσαι τώρα;» και μετά να ρωτάει μόνο με φοβισμένα μάτια «αυτό το παιδί τίνος είναι; πού βρέθηκε μωρό στο σπίτι μας;»

Τα ‘χουμε όλα όμορφα συμμαζεμένα, σε ράφια, σε ντουλάπια, σε συρτάρια. Έρχεται μια μέρα και γίνονται άνω-κάτω, γουμίδια, πεταμένα δω και κει.  Μυστήρια σοκάκια τα μυαλά των ανθρώπων, το τι μπορείς -στα καλά του καθουμένου- να δεις να τριγυρνά εκεί μέσα, σα χαμένο, σαν αλαφροΐσκιωτο, σα σαλεμένο, ψάχνοντας άγνωστο τι, είναι απορίας άξιον.

οι λέξεις των άλλων

Chubby-White-Wife-Off-Black-Pantyhose-1

 

Διαβάζω -πλέον- λίγους ανθρώπους που επιμένουν συγκινητικά να συντηρούν τα blogs τους ή κάτι ανάλογο επί οθόνης. Αυτές τις διακόσιες, πεντακόσιες, χίλιες λέξεις που δεν βγαίνουν στην πιάτσα να μοστράρουν σαν κάτι μεγαλύτερο. Διαβάζω εξ ανάγκης λίγους, όχι από βαριεστημάρα, ούτε από κανενός είδους σνομπισμό. Όχι. Γράφουν τόσοι πολλοί τόσο καλά που πρέπει με κάποιους να πας και κάποιους ν’ αφήσεις. Δεν μπορείς να τους αγαπάς όλους, ευτυχώς με τον καιρό το καταλαβαίνεις αυτό και ανακουφίζεσαι. Όσο πιο γρήγορα το καταλαβαίνουν και οι άλλοι, τόσο ευκολότερο για όλους.

Αυτούς που διαβάζω, τους βρίσκω μόνον όταν πέσω πάνω τους ή αυτοί πάνω μου. Δε δίνουμε από πριν ώρα και μέρα συνάντησης δηλαδή. Γι αυτό και πολλές φορές χάνω τα όσα γράφουν. Κάποια τα διαβάζω πολύ αργότερα, όταν -συμβαίνει κι αυτό- έχει ξεθυμάνει η μυρωδιά απ’ τις λέξεις. Ξεθυμάνει, όχι εξαφανιστεί. Μερικά παλιά είναι καλύτερα από τα φρέσκα, θέλω να πω δηλαδή ότι το αίμα μυρίζει ακόμη. Mπορείς να το δεις -σπάνια αλλά γίνεται- και πάνω στο scroll του ποντικιού.

Πολλούς απ’ αυτούς χρειάζεται να τους διαβάσω δυο και τρεις φορές για να τους καταλάβω. Δεν θυμάμαι αν έτσι γράφαν πάντα ή αν έμεινε πολύ καιρό αχρησιμοποίητο κι αγύμναστο το μυαλό μου κι αδυνατεί να μπει στο γήπεδο μαζί τους έστω για να αλλάξουμε πασούλες, για ένα φιλικό 5Χ5. Για κανονικό διπλό ούτε λόγος.

Μερικά απ’ όσα γράφουν μου αρέσουν πολύ. Μερικά μου διαφεύγουν, ακόμη και μετά την τρίτη επανάληψη. Για τέταρτη δεν έχω περιθώρια.

Κάποιους τους διαβάζω ρουφώντας τους και απορώ αν όλα αυτά τα έχουν ζήσει. Αν όχι, εύγε. Είναι τεράστιο κατόρθωμα να φτιάχνεις τόσο σάρκινα ψέμματα.

Κάποιους τους θαυμάζω γιατί αυτοσυγκρατούνται. Δεν μπορεί, σκέφτομαι, να μην υπάρχει -έστω καλά κρυμμένη- μια αδέσποτη κι αλαφιασμένη ορμόνη μέσα σε τόσες παραγράφους. Και μένω με την απορία.

Ελπίζω -για καλό δικό μου- αυτά τα παιδιά (κάθε φύλου & ηλικίας) όταν βγαίνουν για καφέ, για ούζα, για ουίσκια, να μιλάνε διαφορετικά απ’ τον τρόπο που γράφουν. Γιατί αν κάποια μέρα, νύχτα, απόγευμα, τύχει να συναντηθούμε είναι σίγουρο ότι δεν θα αρθρώσω λέξη. Θα προφασιστώ γαστρεντερίτιδα και θα φύγω, για να μη φανώ τόσο αδαής ή φοβισμένος, επί πολλών.

Δεν ζήλεψα που δεν μπορώ να γράψω όπως αυτοί. Ούτε να γράψω «σαν» τόλμησα ποτέ, καθένας πρέπει να πορεύεται με ο,τι ψίχουλο έχει. Αλλιώς το γκροτέσκο καραδοκεί. To ότι ο Jared Leto πήρε Όσκαρ φορώντας σκισμένα καλσόν, δεν σημαίνει ότι θα γλιτώνουμε όλοι παριστάνοντας αυτό που δεν είμαστε.

Λογικό είναι να δείχνει καθένας ως εκεί που θέλει, ως εκεί που αντέχει. Άλλοι ως το γόνατο, μερικοί ως πολύ ψηλά. Άλλοι να σ’ αφήνουν να αγγίζεις, έστω με e-, σ’ άλλους το Do not touch να μοστράρει ήδη απ’ τη μαρκίζα. Το ότι σ’ αφήνουν να δεις τις λέξεις τους, τις σκέψεις τους, τις ατέλειές τους, δεν σημαίνει ότι σε κάνει ευπρόσδεκτο να μπεις και μέσα τους. Ακόμη και μια πουτάνα των λέξεων, το ευχαριστιέται περισσότερο με κάποιους πελάτες. Κατανοητό κι ανθρώπινο.

Έξω βρέχει πάντως, ξανά..