0013

011

 

Του έκανε -ή του έκανε, κανείς απ’ τους δυο δεν θυμόταν πια- αίτημα φιλίας έναν Οκτώβριο. Μπορεί και Νοέμβριο. Απ’ τον Σεπτέμβρη και μετά δεν έχουν διαφορά οι μήνες, μέχρι να ξαναμπεί Απρίλης.

Περάσαν οι βδομάδες.

Πολλά κοινά βγήκαν στον τοίχο και στη φόρα.

Βιβλία, σινεμά, ίδιας κοπής ξινίλες, κοινές συμπάθειες, αγαπημένες αντιπάθειες. Κάθε μέρα κι άλλα ίδια.

 

Περάσαν οι μήνες.

«Κι εσύ πήγες σ΄εκείνο το φούρνο στη Rue De Lyon; κοίτα να δεις….»

Κι άλλοι μήνες.

«Στο Trastevere πού είπες ότι έμεινες; …..πλάκα μου κάνεις!»

Kι άλλοι.

«Ανέβασες φωτογραφία ένα μπουκάλι Limari Valley. Xτες πήρα τα τελευταία δυο απ΄το μάρκετ, θα πεθάνω στα γέλια»

 

Τέλειωσε το καλοκαίρι, ξαναχειμώνιασε.

Κάποια στιγμή άρχισαν να κοροϊδεύονται μεταξύ τους, «ρε συ, σίγουρα δεν είσαι εγώ;»

«Ξέρω γω…μάλλον όχι»

Γέλαγαν

Μπήκε Φεβρουάριος, πήγε 19

«Δυο χρόνια πέρασαν κιόλας»

«Από τι;»

«Απ’ τη συναυλία του Hawley»

Κρατήθηκε να μη ρωτήσει -γιατί μάλλον φοβήθηκε την απάντηση- «και τι σχέση έχεις συ με τη συναυλία του Hawley αλλά δεν πρόλαβε

«Ντράπηκα, ογδόντα άνθρωποι μετρημένοι όλοι κι όλοι»

Πληκτρολόγησε (αφού πρώτα το διόρθωσε τρεις φορές, τόσο ταράχτηκε) «ήμουν κι εγώ εκεί»

Μετά σιωπή. Και οι δυο. Ως την επόμενη μέρα.

«Αλήθεια ήσουν;»

«Γιατί να πω ψέματα;»

«Σίγουρα δεν είμαι εσύ;»

«Ξέρω γω…μάλλον όχι»

Ξαναγέλασαν. Λίγο μουδιασμένα αυτή τη φορά.

 

Πέρασαν κι άλλοι μήνες

Ένα απόγευμα έστειλε μήνυμα στο ίνμποξ

«Μήπως να βρισκόμασταν;»

«Καλή ιδέα, πάνω που έλεγα να στο προτείνω»

«Πού;»

«Πες εσύ»

«Θα σου λεγα στο Hugo αλλά δεν μας παίρνει». Έβαλε κι ένα εμότικον με τη γλώσσα έξω.

«Ποιο Hugo;ποιο Hugo ρε;»

«Στην γωνιά στην Place des Vosges»

«Αντεγαμήσου, αλήθεια σου λέω αντεγαμήσου»

Δεν γέλασε κανείς

«Λέγε, πού;»

«Στο Rose, το ΄χουν φίλοι, καλές μούζικες, όχι να μας παίρνουν τ’ αυτιά, θα σου πω πού είναι»

«Θα πεις σε μένα για το Rose; κοντεύουν να βάλουν πλακέτα με το όνομά μου απ΄έξω»

Μπορεί και να γέλασαν, μα μπορεί και να φοβήθηκαν περισσότερο.

«Αύριο δέκα, καλά είναι;»

Kαλά ήταν

«Πως θα γνωριστούμε ρε;»

«Kάτσε στη γωνιά της μπάρας, κάτω απ΄την πινακίδα του Jameson, θα ΄ρθω κατευθείαν εκεί»

«Συνήθως εκεί κάθομαι»

Δυο «αντεκαιγαμήσου» πνίγηκαν πριν κολυμπήσουν στην οθόνη

Την επόμενη μέρα έγραψε «δεν είναι και πολύ έξυπνο να μην εμφανίζεσαι, δεν είναι η ηλικία μας για παιχνίδια»

«Πας καλά; εγώ εκεί ήμουν απ΄τις εννιάμιση, θες και τα ρέστα; και τι σκατά έχει η ηλικία μας δηλαδή»

«Δεν ήσουν»

«Ήμουν, άσε τις βλακείες, εσύ φοβήθηκες και δεν ήρθες»

«Μη λες μαλακίες, πιάστηκε ο σβέρκος μου να κοιτάω την πόρτα κάθε φορά που άνοιγε, στις εντεκάμιση πιάστηκε για τα καλά, βαρέθηκα και έφυγα»

Κανένα γέλιο πια. Κρύφτηκαν κι αυτά, σκιαγμένα από το τι μπορεί να ακολουθούσε.

 

Σάββατο βράδυ του πέρασε κάτι άσχημο απ΄το μυαλό.

Έστειλε μήνυμα

«Είπες ότι ήσουν στη συναυλία, θέλω να δω το εισιτήριο»

«Το σκανάρω και το στέλνω. Δεν έχει ταίρι η τρέλα σου άπιστε»

Σε τρία λεπτά ήρθε.

Ήταν όντως στη συναυλία, το ‘γραφε καθαρά «Ράδιο Σίτυ -19 Φεβρουαρίου 2010». Φτυστό. Τόσο πολύ, που είχε τον ίδιο αριθμό με το δικό του που ήταν ακουμπισμένο πάνω στην playlist, μια σπιθαμή μακριά απ’ το πληκτρολόγιο.

pictures from a Sunday exhibition

2525680425256816

2525682225256829

2525683925256845

2525685625256864

Με πόσες λέξεις μπορείς;

Ξέρω γω; Λίγες. Δεν μου αρέσει ο καφές σε κούπες σαν χύτρες, τις Κυριακές τον θες δυνατό και λίγο αλλά η νεσπρέσο κι ο γκριζαρισμένος ζουν μόνο σε διαφημίσεις, στα σπίτια ζει φτηνός νεσκαφέ και καζανιές φίλτρου. Μουσική, πατάω 14, comment te dire adieu,  σα να ψήνεις την Jane σε tajine είναι, σήμερα θέλω κοκκινιστό με τηγανητές πατάτες κι όχι δαμάσκηνα και βερύκοκα με αρνί, βγάζω. Τηλεφώνημα μάνας, «μπορείς να με πετάξεις ως το νοσοκομείο;», η κλάση της μπαινοβγαίνει εδώ και καιρό σε παθολογικές, καρδιολογικές και εντατική. Την αφήνω στην είσοδο, δεν αντέχεται η μυρωδιά του απολυμαντικού ανάκατη με μπεταντίν, ειδικά τέτοια μέρα. Την ίδια μύτη με μένα έχουν πολλοί. Τις καθημερινές η ουρά για το επισκεπτήριο σε τρομάζει κάποιες φορές, την Κυριακή σε τρομάζουν δέκα φορές πιο πολύ οι άδειοι διάδρομοι. Πίνω έναν διπλό ελληνικό σε πλαστικό, δυνατό ήθελα, πάρε να ‘χεις τώρα. Σε μισή ώρα κατεβαίνει, φεύγουμε, «πώς είναι;», «δεν την είδα καλά, ούτε οι γιατροί λένε κάτι». Τις Κυριακές γίνεσαι χειρότερα εκεί μέσα, τι να σου κάνουν οι άσπρες στολές και οι οροί. Ποτέ δεν γιατρεύεσαι την Κυριακή. Την αφήνω σπίτι της, φίλα τον μπαμπά, δεν θ’ ανέβω, έχω δουλειά. Μ’ αρέσουν τα κυριακάτικα ψέματα. Να βγω να περπατήσω θέλω, βάζω παπούτσια, φόρμες, αμολιέμαι στους δρόμους κι ας φυσάει άσχημα. Στ’ ακουστικά τα άπαντα των Yello, περπατάμε με τον Dieter Meier δίπλα σε άσχημα τσαλιά που δεν θα πρασινίσουν ποτέ, ανάμεσα σε παρατημένα σπίτια, γκρεμούλια τα ‘λεγε η γιαγιά μου, έξω από χρωματιστές αυλές με καμέλιες που θα ‘καναν την Γκάρμπο να λυσσάει απ΄τη ζήλια της, η πόλη μοιάζει εγκαταλειμμένο θέατρο, βρώμικο, γεμάτο τρύπες, λακκούβες και σκισμένες τέντες, έτοιμο να γκρεμιστεί με μένα μέσα. Μετράω χιλιόμετρα, τρία, τέσσερα, πέντε, έξη, στρίβω για το σπίτι. Μωρά στα τσιμέντα. Παίξαν μαζί τους, τα ντύσαν, τα γδύσαν, τα διώξαν. Έτσι πάνε αυτά, μετά βρίσκεις αληθινούς ανθρώπους να παίζεις μαζί τους, τους ντύνεις, τους γδύνεις, τους διώχνεις, σε διώχνουν, κάτι τέτοιο. Στα στερνά καταλήγεις σε ένα δωμάτιο, σε ντύνουν, σε γδύνουν, φεύγεις, γαμώ τις Κυριακές σας και τους σοφούς που λένε ότι αν περπατάς δεν σκέφτεσαι, σκατά σοφοί. Ανοίγω πόρτα, χτυπάω και μπαίνω στο δωμάτιο του μεγάλου, άδειο, τεντωμένα όλα, «πού είναι αυτός;», «δεν ήρθε, είπε ότι θα κοιμηθεί στου Βασίλη, μπίρες χτες, εργασία σήμερα, το βράδι Odeon, μη χάνουν χρόνο». Έχω να κοιμηθώ σε ξένο σπίτι μερικούς αιώνες. Ζηλεύω τα μαλακισμένα τα εικοσάχρονα. Μπαίνω στο μπάνιο να ξεπλύνω τη ζήλια, αφήνω το νερό να με μουλιάσει, να καθαρίσω απ’ όλα, ξεχνιέμαι εκεί κάτω μέχρι που το νερό παγώνει, βγαίνω, στάζω, αφήνω νερά στο διάβα μου, ας μουρμουρίζει, νερά είναι, όχι αίματα. Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω αίμα μέσα μου, πέρασαν οκτώ μήνες απ΄τις τελευταίες αιματολογικές, να πάω από βδομάδα για να ξανασιγουρευτώ. Τραβάω τις κουρτίνες, φως με δελτίο. Βροχή στα τζάμια, άπλυτος ουρανός. Τις άλλες μέρες το καταλαβαίνω, αλλά τις Κυριακές; Γίνεται να μην έχει ήλιο τις Κυριακές;

Eίπες «λίγες»..

Ας μην ήσουν περίεργος. Ας διάβαζες μόνο τις φωτογραφίες. Δε μου λες, εκείνο το μωρό να ΄ναι άραγε ακόμη πεταμένο στην άσφαλτο;

—-

being Hoshi Sato

being Hoshi Sato

Σταφιδόψωμο και φραπέ, στο μπαλκόνι.

Εννιάμιση η ώρα, Κυριακή πρωί, αρκετά νωρίς για να ιδρώνεις, αρκετά αργά για να κρυώνεις, τα πόδια μου όμως μπουμπουκιάζουν συνέχεια. Τα χαϊδεύει κοιτάζοντας αφηρημένος τις τέντες απέναντι. Αντί να ζεσταθούν, το χνούδι τους σηκώνεται κι άλλο. Παράξενα είναι τα πόδια μας, αντιμιλάνε όμορφα ακόμη κι όταν αρχίσουν να βγαίνουν για ένα ποτό με την χαλάρωση και την κυτταρίτιδα, πριν αγαπηθούν μ’ αυτές και συγκατοικήσουν μόνιμα. Ίσως  και να ‘ναι πιο όμορφα τότε, αφού είναι πιο σοφά μετά από τόσα χέρια που τα ακούμπησαν ή δεν τα άγγιξαν καν.

Εδώ και μερικές βδομάδες γράφει συνέχεια τα σαββατοκύριακα και μερικά βράδια ενδιάμεσα. Τον ρώτησα «τι;» , είπε «θα δεις όταν τελειώσει». Προχτές εκεί που πληκτρολογούσε με ρώτησε, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του, «τι αυτοκίνητο είπαμε ότι είχε ο Γιάννης;». Έκανα μισόν αιώνα να καταλάβω για ποιόν μιλούσε, πού τον θυμήθηκε αυτόν; Καλά, δεν πειράζει, απάντησε, θα βάλω ο,τι να ‘ναι, ή Σέατ ή Φίατ είχε.

 

Είναι καλός. Με τον τρόπο του. Όταν είναι «εδώ». Συνήθως δεν είναι.

Δεν σταμάτησε να χαϊδεύει τα πόδια μου. Το χέρι του πήγε πιο ψηλά, του το κατέβασα, «αν θέλουν οι γείτονες να τον παίξουν πρωινιάτικα ας δουν τα μπούτια της γυναίκας τους, σοβαρέψου λίγο».

«Κανείς δεν τον παίζει βλέποντας τα μπούτια της γυναίκας του», είπε.

Δίκιο είχε. Με τα πόδια από τις γυναίκες των άλλων κάτι γινόταν όμως.

 

Φύσηξε, οι τέντες πήγαν πέρα-δώθε, οι κουρτίνες βγήκαν βόλτα έξω. Ο καφές μας φάνηκε πιο δροσερός. Λέξη δεν είπαμε, πώς να συνεννοηθούν δυο όντα από άγνωστους πλανήτες. Συνενοηθήκαμε  όμως με τις σκέψεις, μεταφρασμένες και καθαρογραμμένες απ’ τον Universal Translator που κρατούσε το έμπειρο -στην άγνωστη ορθογραφία- χέρι του Hoshi Sato στο Σταρ Τρεκ.

«Λενάκι, ωραία είναι εδώ»

«Ωραία, ναι. Πάντα τα λάτρευα τα μπαλκόνια. Μια μέρα να πάμε διακοπές σ’ αυτά, θέλω να μου το υποσχεθείς»

«Θα το κάνουμε κι αυτό. Θέλεις κι άλλο γάλα στον καφέ;»

«Όχι, μείνε δίπλα, μη φεύγεις, σφίξε με. Σφίξε με μαλάκα κι ας ξέρω ότι το μυαλό σου έχει βγάλει εισιτήριο γι’ αλλού»

————–

(απόσπασμα από τις “Αρχαίες Γυναίκες”)

 

 

 

φραγή

Το ξυπνητήρι ακούγεται πιο θρασύ, το φως είναι αλλιώτικο στις εφτά. Το ίδιο και το πρωινό ξύπνημα, εκεί που πριν λίγες βδομάδες έσπρωχνες με τα πόδια το σεντόνι μακριά σου, τώρα το αγαπάς ξανά, μέχρι το λαιμό. Αλλάζεις πλευρό. Το στρώμα θέλει γύρισμα, το πάνω κάτω και τα πόδια στο κεφάλι, η βαρετή τελετουργία του δίμηνου. Ανοίγεις μάτια και σκέφτεσαι με αριθμούς. Μόνο με αριθμούς. Παλιά, πολύ παλιά, έβλεπες μια γυμνή πλάτη, μέση, πόδια δίπλα σου και άπλωνες το χέρι. Τρυφερά ή υπαινικτικά. Τώρα σκεπάζεις τη γύμνια, για να μη κρυώσει, για να μη βλέπεις, για να μη σκέφτεσαι, για να μη χάσεις τη σειρά απ’ τα συν και τα πλην. Αν χαθείς μέσα τους δύσκολα ξαναβγαίνεις, Αριάδνες καλόψυχες δεν υπάρχουν σήμερα, ούτε ευάλωτοι μινώταυροι. Και τους λαβύρινθους δεν τους κάνουν όπως παλιά, οι αρχαίοι ήταν ερασιτέχνες, οι σημερινοί θα παίρναν νόμπελ αρχιτεκτονικής, αν υπήρχε. Κακώς δεν υπάρχει. Τι σκέφτεται ο άνθρωπος με την τσίμπλα στο μάτι…

Δεν θέλω να διαβάζω τίποτε. Ούτε να βλέπω. Ούτε να ακούω. Αλλά διαβάζω, βλέπω, ακούω. Θυμώνω, λυπάμαι, καγχάζω, καταριέμαι, βρίζω, οικτίρω, σκάω, κλαίω, μερικές φορές γελάω κιόλας. Μαζί μου, κυρίως. Κρυφά όμως, ούτε μισή ρυτίδα στο πρόσωπο φανερώνει το τι βράζει μέσα μου. Η χαρά της ιατρικής επιστήμης. Μου ΄ρχεται στο μυαλό -όσην ώρα μπαίνω κάτω απ’ το νερό για να ξυπνήσω- αυτό που είχε πει ο Ντεπαρντιέ σε μια ταινία, ούτε θυμάμαι ποιάν, «αν κρατάς άσχημα πράγματα μέσα σου, θα βγουν μια μέρα έξω ανοίγοντας μιαν άσχημη τρύπα, στο στομάχι, στην καρδιά, στο κεφάλι, στο έντερο, θα βγουν πάντως και θα σ’ αφήσουν διπλωμένο πάνω σε ένα άσπρο σεντόνι». Δεν είναι καλή παρέα ο γάλλος την ώρα που πλένεσαι, άσε που είναι πλατύς και το μπάνιο μας μικρό, σκέτη δυσφορία.

Μετά φεύγω. Μια μέρα όπως ολωνών. Με συν και πλην. Κάποιες φορές γράφω γι αυτά, τις περισσότερες όχι. Όταν γράφω είναι για να ‘χω να θυμάμαι, έριξα μια ματιά τις προάλλες σε όσα έγραφα τέσσερα, πέντε χρόνια πριν και έφριξα με την αναλγησία μου. Πού τον έθαψα τον άλλον που ζούσε μέσα μου; αν με συλλάβουν και μου πουν «πήγαινέ μας τώρα στον τόπο του εγκλήματος» ποιόν θα βρω να με πιστέψει σαν του πω «δεν θυμάμαι τίποτε, ούτε λέξη, αυτός που λέτε ποτέ δεν έζησε εδώ»; Χωρίς πτώμα δεν νομίζω ότι θα με καταδικάσουν. Το τι θα κάνω εγώ μαζί μου είναι άλλη ιστορία, δικαστής, ένορκος, εισαγγελέας και δεσμοφύλακας μαζί. Μη σου πω και δήμιος.

Λίγο πριν τις έντεκα, επιστρέφω σπίτι με δυο γάλατα, όχι μπίρες, οι νύχτες ψύχραναν, το μέσα μου το ίδιο, σηκώνω το βλέμμα μου, οι οικοδομές ολόγυρα χρειάζονται βάψιμο και συντήρηση επειγόντως, σε ένα-δυο χρόνια οι σοβάδες θα πέφτουν στα κεφάλια μας αν δεν πέσει πρώτος ο ουρανός να μας πλακώσει, στο πεζοδρόμιο διασταυρώνομαι με μια γυναίκα -δεν συγκράτησα το πρόσωπό της, ούτε καν περίγραμμα- που μυρίζει ωραία, πολύ ωραία, γνώριμα, ξάφνου θυμάμαι -και με συλλαμβάνω να χαμογελώ, πράξη καταδικαστέα και οπωσδήποτε αντικοινωνική- εκείνο το σύνθημα στον τοίχο, «όσα ρούχα και να αγοράσεις εγώ θα σε σκέφτομαι γυμνή».

Μετά μου ‘ρχεται στο μυαλό το «αγοράσεις» και το χαμόγελο παγώνει. Πάλι καλά, σε κάποιους, σε κάποιες, κόβεται στο «γυμνή». Κανείς μας δεν είναι όπως παλιά. Κοινότυπο κοινότοπο μα καλό είναι να μη το ξεχνάς. Και το μέσα έξω να γυρίσεις δεν φοριόμαστε, άλλοι στενέψαμε, άλλοι φαρδύναμε, άλλοι κοντύναμε, αυτό κυρίως.

Με το «σκέφτομαι» τι γίνεται όμως; μπορείς ακόμη ή έβαλες φραγή;

 

 

 

 

the moon over Mtatsminda

Κοιτάζω ντουβάρια, ταβάνια, γωνίες, μπαλκόνια, ώρες ώρες το μισώ αυτό το σπίτι. Πληρώνω συνέχεια εξ αιτίας του με κάθε προβλέψιμο ή ευφάνταστο τρόπο. Πληρώνω για κάθε σπιθαμή του, για κάθε ανάσα, για κάθε στιγμή μέσα του. Πληρώνω επειδή επιμένουμε να ζούμε. Γαϊδουρινό πείσμα.

Πάμε για μπίρες. Στο καφενείο. Μαλώνω τον Γιώτη, τα τρία και τα τέσσερα ευρώ να τα ξεχάσεις, αν δεν βγαίνεις με τα μπουκάλια φέρε βαρέλι, τα μεγαλεία τέλειωσαν, κάτι πάει να πει για ΔΕΗ, για φιπιά, για δημοτικά τέλη, δεν ακούω λέξη. Ξεκίνησε η εποχή του δίευρου, έπεται του μονόευρου, όταν ξυπνήσουμε με δραχμή κομμένες και οι μπίρες και τα έξω και τα θέλω και όλα.

Εσείς δουλεύετε και οι δυο, σωστά; τον ακούω να λέει κατεβάζοντας τη μπουκιά του. Οτι θα ερχόταν μέρα που θα έτρεμα ακούγοντας αυτό, σαν να με ανακρίνουν ο Αρτέμης Μάτσας και ο Δήμος Σταρένιος μαζί, δεν το φαντάστηκα ποτέ. Να νιώθεις ενοχές όταν απλώς είδες τον δολοφόνο και τον έδειξες κιόλας, με ονοματεπώνυμο, πάει πολύ. Τίποτε δεν είναι πολύ τελικά. Ούτε πάτο στο βαρέλι βάλαμε ποτέ γιατί απλά δεν υπήρχε βαρέλι. Χύμα όλα.

Στη βιβλιοθήκη, απέναντι απ’ τον Yamaha. Φωτάκια ερμητικά κλειστά. Σκοτάδι στην πρόσοψη. Σηκώνω το καπάκι του πικ-απ. Μούχλα, κλεισούρα, θα έλεγα και «αράχνες» αλλά εδώ εμείς δεν μπορούμε να φάμε, για οικόσιτα είμαστε; Χαϊδεύω τρυφερά και προσεκτικά τη βελόνα, σα να της λέω εδώ είμαι, ησύχασε, εδώ είμαι, είμαι ο πιο θλιβερός ψεύτης του σύμπαντος, ούτε μια ακίδα μπορώ να πείσω, ρίχνω μια κλεφτή ματιά στα βινύλια. Οι ομαδικοί τάφοι στην Καμπότζη την εποχή του Ποτ περισσότερη ζωντάνια είχαν.

Την περασμένη βδομάδα δοκίμασα ν’ ακούσω το Garlands. Το σκούπισα, το ακούμπησα πάνω στη λαστιχένια βάση, ξάπλωσα το εξώφυλλο στο τραπεζάκι με τις αποδείξεις. Βελόνα δεν το άγγιξε, ξεχάστηκα. Παλιά ξέχναγα να φάω όταν γύριζα σπίτι με καινούριο λάφυρο, σήμερα έχω μιαν ακριβή τροπαιοθήκη απέναντι, όχι στον τοίχο, ούτε στο πάτωμα, αν και πολλές φορές βλέπω το πετσί του Iggy απλωμένο μπρος στα πόδια μου, δίπλα στον καναπέ, με στόμα ορθάνοιχτο, δόντια κίτρινα,  έτοιμο να με καταπιεί και δυο γυάλινα μάτια που με κοιτάζουν με αηδία, I would never find myself looking bored, τι ψεύτης θεέ μου…

Το δωμάτιο της μικρής είναι βαμμένο. Καινούριο κρεβάτι, καινούριο γραφείο, παλιά ντουλάπα. Δυο στα τρία, I plea guilty. Και χωρίς απόδειξη από τον μπογιατζή. Ο αντιπρόεδρος είναι σοφός, εγώ κι ο μπογιατζής τα φάγαμε, ευτυχώς -σκέφτομαι- δεν χωράει στο δωμάτιό της. Οι παχύσαρκες ιδέες κι αποφάσεις τους όμως αφήνουν λεκέδες παντού, το λίπος των κυνικών ξεχειλίζει, θα χρειαστεί να ξαναβάψω σύντομα. Μαζί με τον Λεό, για να μου μάθει την τέχνη στα γωνιάσματα και στα σπατουλαριστά, θα πίνουμε  μπίρες και θα πετάμε τα  άδεια τενεκεδάκια στα απλωμένα χαρτιά στο πάτωμα. Μαζί θα τα καθαρίσουμε μετά, όσο μου διηγείται ιστορίες απ’ την πόλη του, τα πάρκα της και την Αρντζβίκ. Σε λίγο καιρό ίσως παίξω τον ρόλο αυτό, κάπου μακριά από την πόλη μου και τα -ανύπαρκτα- πάρκα της, απλά θ’ αλλάξω τα ονόματα. Ευτυχώς, γιατί πέντε σύμφωνα στη σειρά δεν μπορώ να τα βγάλω απ’ το στόμα μου.

Κατ΄ ευφημισμόν ανεφοδιασμός, έρχεται το αγόρι με τη μάνικα στο χέρι, ανοίγω το παράθυρο του συνοδηγού, απλώνω δεκάρικο χωρίς να πω λέξη, ακολουθεί η ερώτηση που με εξόργιζε, «δέκα;», στην αρχή το εκλάμβανα ως ειρωνεία με χαμηλά λιπαρά, χρειάστηκε να περάσει λίγος καιρός για να χωνέψω πως είχε έτοιμα πέντε ευρώ για ρέστα, από συνήθεια, είναι αυτό που σου ‘λεγα, ο ορισμός του ανεπαρκούς, αφού και είκοσι να βάλεις με το που γυρίζεις το κλειδί σου ξανανάβει το «please refuel», περιορίσου στα δέκα. Αχάριστα τετράτροχα.

Να τους γαμήσει. Αυτό ακούω συνέχεια από το παραδιπλανό τραπέζι. Να τους γαμήσει, τόσα χρόνια αυτοί δυόμιση και τρία χιλιάρικα κι εγώ κάθε χρόνο στο επίδομα μέχρι την επόμενη ελεημοσύνη με ένσημα και μετά επίδομα ξανά. Να τους γαμήσει. Μπροστά του ένα αργιάνι, απέναντι κάποιος σιωπηλός που αντί να τον ακούει βρίζει που και που τον Μακούν στην τηλεόραση. Εκείνος δεν βλέπει, κάνει αυτό που νομίζει πως ανακουφίζει τη μαυρίλα μέσα του, το μαύρο των άλλων ποτέ δεν είχε τις προδιαγραφές για να βάψει γκρι τα δικά του σωθικά, ούτε με δυο, ούτε με τρία χέρια κι αν το περάσεις. Δεν το ξέρει όμως, το μαντρί του γείτονα πρέπει να αδειάσει από κατσίκες κι ας μην έχει αυτός ούτε καν γη, όχι μαντρί και ζωντανά. Ο Γκαίμπελς ήταν ένα σκουπίδι μπροστά στους δικούς μας.

Ο Λεό βάφει το ταβάνι και μου μιλάει τρυφερά για τη χώρα του, έχει είκοσι χρόνια που έφυγε, κάθε χρόνο επιστρέφει, μια, δυο φορές, για δέκα μέρες, εγώ δεν ξέρω αν θα είμαι τόσο καλός όσο εκείνος. Βουτάει το ρολό στο άσπρο υδρόχρωμα που αραίωσε κι άλλο με τον ιδρώτα του, μου λέει για τον αδερφό του που έφυγε πίσω, στη Γεωργία. Όταν ακούω τον Jansug Kaxidze σκέφτομαι πως μπορεί να μην είναι τόσο άσχημα εκεί, μπορεί να κάθομαι στα παγκάκια με καλούς ανθρώπους δίπλα, να μου μιλάνε στη γλώσσα τους κι εγώ στη δική μου και να σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα. Να αγαπάς, να σ’ αγαπάνε, να μην αφήνεις νηστική την ψυχή σου, να είσαι ζωντανός.

Ο αφρός της μπύρας κατακάθισε. Το βυτίο είχε δίκιο, η γεύση είναι αλλιώτικη. Είτε πέντε ευρώ την πληρώσεις, είτε δέκα, είτε ένα, δεν είναι ίδια όπως πριν. Ούτε το βλογ, είτε πέντε λέξεις γράψεις, είτε πεντακόσιες, είτε καμιά. Ελπίζω όμως, σχεδόν ικετεύω όποιον ρυθμίζει τα δρομολόγιά τους, τα φεγγάρια να μείνουν ίδια. Απ’ όπου κι αν τα βλέπουμε.

buzz me bitch !

Μου είπες τις προάλλες «νομίζω πως υπάρχει κόσμος που γράφει με θρησκευτική ευλάβεια έχοντας στόχο -ή κρυφό καημό, εν πάση περιπτώσει- να μπει πρωτοσέλιδος στο buzz και στα σχόλια απο κάτω να γίνει ο Όλεθρος». Σου είπα ότι όσο η επιδοκιμασία των άλλων δεν είναι εμμονικός αυτοσκοπός και δεν τρέφεσαι μ’ αυτήν, δεν με πειράζει. Και να είναι όμως, πάλι μπορώ να ζήσω με την-ενίοτε όχι εσφαλμένη- ιδέα που έχει καθένας για τις λέξεις του, τις σκέψεις του και την προσφορά του στη διάδοση ρηξικέλευθων ιδεολογιών, διατύπωση καινοφανών θεωριών και διαμόρφωση του γραπτού λόγου στον εικοστό πρώτο αιώνα. Κι ο Ναπολέοντας ψηλός νόμιζε πως ήταν πάνω στο άλογο.

Μα η ιστορία έγινε, ειδικά τώρα με το γεμάτο Σύνταγμα,  Σκέφτομαι και Γράφω. Και περιμένω όσους τσιμπήσουν. Και μετά ένας μπάζος, δυο μπάζοι, δέκα μπάζοι, πέντε εκατομμύρια μπάζοι. Κι από κάτω ένα αμφιθέατρο πολιτίκ σχόλια, δυο αμφιθέατρα φατσούλες και χεράκια, τρία τοποθετήσου επί της διαδικασίας απολιτίκ συνάδελφε, τέσσερα διαφοροποιείσαι προπαγανδιστικά σύντροφε, πέντε μικροαστικά πουλάκια κάθονταν και παρακολουθούσαν αμήχανα τις πολύχρωμες  εμπριμέ μονόχρωμες επιχειρηματολογίες. Δε λέω, ωραίος και γόνιμος και δημιουργικός και -ενίοτε- ιλαρός  ο e-διάλογος αλλά αν δεν τον βαρεθείς στην ώρα του ή αν δεν βάλεις φρένο, κινδυνεύεις να τον φοράς μέχρι να ξεφτίσει ή να μη χωράς μέσα του. Ο φίλος μου ο Καρτέσιος είχε μια πιο ριζοσπαστική άποψη για το θέμα : e-διαλόγους δεν αντέχω πια, κόλλησα χιλιάδες ένσημα, πολλές φορές νιώθω ότι αντί απλώς να φεύγω όταν βλέπω λεξιλάγνους ή στρατευμένους να μονομαχούν, είναι καλύτερο να έχω ένα πιστόλι πρόχειρο για να κλείνει γρήγορα και αποτελεσματικά η συζήτηση. Τραβηγμένο, πού να τρέχεις να βρεις πιστόλι σήμερα…

Αν βρεις εσύ, μη πυροβολείς αδιακρίτως. Δεν είναι το buzz το θέμα, ούτε το πρόβλημά σου. Εκεί, άλλωστε, διάβασα (κι εσύ το ίδιο φαντάζομαι) και διαβάζω πράγματα που μου άνοιξαν τα μάτια ή με έστειλαν ισοπεδωμένο στον καναπέ με εγκεφαλική παράλυση. Όμως μη ξεχνάς πως κάθε καλλιτέχνης έχει την ευθύνη για το έργο του, κάθε επισκέπτης για τις αντιδράσεις του,  don’t blame the museum.

έντεκα εκατομμύρια Ιστορίες

Έβλεπα αυτή την εικόνα και στο μυαλό μου, που ομολογώ κουράστηκε να επεξεργάζεται πιθανά κι απίθανα σενάρια, ήρθαν ο Όργουελ, ο Μπάλαρντ, ο Άλαν Μουρ, ο Μπράντμπερι (αυτός δεν ξέρω γιατί, μπαλαντέρ είναι), ο Χάξλει,  επειδή είμαι ολίγον ντράμα κουίν όταν παίρνω τα αντιισταμινικά μου σκέφτηκα ως και τον Αιζενστάιν και τον Κιούμπρικ, θα μου πεις πού κολλάει αυτός, θα σου πω ότι αυτή την εικόνα την έχω δει εκατό φορές, έχω δει να βουλιάζουν σιγά σιγά αυτά τα φωτισμένα ντουβάρια απέναντι και να ορθώνεται στη θέση τους ο γνωστός μονόλιθος με το πλήθος να στέκει εκστασιασμένο και μόλις συνέλθει απ’ το σοκ, το δέος, το όπως θες πες το, τη μια να πέφτει στα τέσσερα σαν να βρίσκεται φάτσα με την Κάαμπα, την άλλη να τρέχει αλαλάζοντας για να τον αγγίξει και να χορεύει τριγύρω του ακούγοντας Orbital (ο,τι θέλει ας χορεύει αρκεί να μην ακούει άλλον Μπακαλάκο και Βασίλη) ενώ η βροχή θα πέφτει επί μήνες πάνω στα κεφάλια τους γιατί στα καλά τα θρίλερ ήλιος δεν βγαίνει ποτέ παρά μόνο την ώρα της κάθαρσης, ξαναδές το seven και θα με θυμηθείς, σ΄εμάς η κάθαρση θ’ αργήσει γιατί ο αρχιερέας της έχει αυτοκτονήσει από ανία περιμένοντας, μπορείς πάντα βέβαια να ελπίζεις ότι αντί για έναν αρχιερέα θα βρεις χίλιους απλούς κληρικούς που θα βάψουν τα χέρια τους με αίμα δικαίων και αδίκων, τώρα δεν ξέρω γιατί αλλά θυμήθηκα πάλι το Wicker Man που δεν είχε πολύ αίμα αλλά είχε μια ωραία φωτιά στο τέλος, εντελώς ντράμα κουίν, να δεις που σε λίγο θα φανεί και κανένα διαστημόπλοιο να προσγειώνεται εκεί απέναντι απ’ τα τεντωμένα χέρια (δεν αποκλείω να αποδειχθεί διαστημόπλοιο και το φωτισμένο κτίριο), μετά τα ξέρουμε, ανοίγει η ράμπα, πέφτει άσπρο φως έξω, το πλήθος χάνει τη λαλιά του και το φως του για ένα λεπτό και μόλις συνέλθει απ’ το σοκ, δέος, όπως θες πες το, βγαίνουν ένας ένας και οι τριακόσιοι -με σημαιοφόρο τον κάρολο- απ’ τα φωτισμένα ντουβάρια και λένε «μάγκες ως εδώ ήταν, άλλον εξευτελισμό από σας τους εξυπνάκηδες δεν τον αντέχουμε, βγάλτε τα πέρα μόνοι σας τώρα», ανεβαίνουν τη ράμπα και μη τους είδατε ξανά, μετά δεν ξέρω τι ακριβώς λέει το manual αλλά χωρίς βαρβάρους δουλειά δεν γίνεται, καθόλου σωστό δεν είναι βέβαια να τους τσουβαλιάζεις και τους τριακόσιους αλλά ούτε οι Πέρσες ρώτησαν στις Θερμοπύλες «θέλει κανείς να πάρει την υπηκοότητα; όποιος θέλει να σηκώσει το χέρι του», πρώτα τους σφάξαν όλους και μετά σκέφτηκαν «μαλακία κάναμε, θα μας γαμήσει ο Αλέξανδρος τώρα», έτσι είναι η Ιστορία, αν την ξέρεις από πριν είσαι πιο σοφός μόνο που εδώ μπλέξαμε με έντεκα εκατομμύρια διαφορετικές Ιστορίες και ούτε sos θα προλάβουμε να διαβάσουμε, ούτε τη μισή ύλη να βγάλουμε αφού δεν αποφασίσαμε ποτέ (όχι τώρα, όχι σήμερα, εδώ και τριάντα, σαράντα,πενήντα χρόνια) ότι αντί να διαβάζουμε εκατομμύρια παλιές εκδοχές, καλύτερα να γράψουμε μία καινούρια. Μετά ξύπνησα. Διπλό Xozal δεν ξαναπαίρνω.

Ο δάσκαλός μου στο Δημοτικό, μου είχε πει «ακόμη κι αν δεν ξέρεις τι θέλεις να γράψεις, να αρχίζεις ή να τελειώνεις τις εκθέσεις σου με κάτι εντυπωσιακό, με τα λόγια κάποιου σπουδαίου, η πρώτη εντύπωση μένει αλλά και την τελευταία δεν την ξεχνάς». Ο Ελύτης λοιπόν είχε γράψει «να είσαι η άμμος κι όχι το λάδι στα γρανάζια του κόσμου». Καλά είπε. Τέτοια ωραία θέματα μας δίναν να γράφουμε παλιά και βγήκαμε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, σήμερα με πάσχο τι απαιτήσεις να έχεις απ’ τη νέα γενιά;

Aν ο διορθωτής διαβάζει Καθημερινή, να δεις που θα με βγάλει εκτός θέματος. Αν διαβάζει Ριζοσπάστη θα με βγάλει κι απ’ την αίθουσα.

Μαρία, πόσες δραχμές θα κάνει ένα κουλούρι ;