scuro

32996213Το ξεστόλισμα ολοκληρώθηκε λίγο πριν τις δώδεκα. Άσχημη γύμνια, σκέφτηκα βλέποντας την κρυάδα του τοίχου σαν έγινε τρία κομμάτια το δέντρο. Τα ήδη πακεταρισμένα φωτάκια αφήναν ως χτες βράδι μια υπόνοια πως υπάρχει ζωή σ’ εκείνη τη γωνιά του σπιτιού, όπως κάνουν τα λαμπάκια στα σωσίβια, στο διάδρομο προσγείωσης, στην εξώπορτα ενός σπιτιού μόνου μέσα στην ερημιά. Ως τις δωδεκάμισι οι τελευταίες κούτες είχαν στοιβαχτεί στο πατάρι. Χωρίς λογίδρια και μπάντες να συνοδεύουν την εκφορά τους, όλα τέλειωσαν σιωπηλά ακριβώς όπως και στο στόλισμα. Εδώ και χρόνια μόνον ησυχία συνοδεύει το τελετουργικό. Ποτέ κανένα ηχείο δεν τόλμησε να ψελλίσει οτιδήποτε. Να στολίσουμε να ξεμπερδεύουμε. Να ξεστολίσουμε να τελειώνουμε. Δεν είναι να απορείς που απορούμε γιατί επιμένουμε -ακόμη- να ανεβοκατεβάζουμε κούτες στο πατάρι.

Πριν καν καταπιώ την πέμπτη μπουκιά, δεν κατέβαιναν εύκολα οι προηγούμενες,  είπα «φάτε εσείς, σε δέκα λεπτά επιστρέφω».

Τα ορφανά από ήλιο μεσημέρια της Κυριακής, είναι θλιβερό το κέντρο της πόλης. Το ίδιο και η εικόνα των ανθρώπων όταν τους βλέπεις μέσα από το αυτοκίνητο. Περπατάνε σαν σελιδοδείκτες ανάμεσα σε κλειστά, μισάνοιχτα και ερημωμένα μαγαζιά, ντυμένοι στα μαύρα, στα γκρι, στα μπλε, στα καφέ, στα σκονισμένα μαύρα, σ’ όλες τις αποχρώσεις του scuro. Αν ο στρειδάκης ζούσε μέσα σ΄αυτό το βιβλίο, θα καταλάβαινε τι θα πει αργός και βασανιστικός θάνατος. Μόνο με μελαγχολικό δεν αξιώνεσαι μπεστ σέλερ σήμερα.

Επέστρεψα σε ένα τέταρτο. Η ζωντοχήρα του τελευταίου ορόφου που με είδε -βγαίνοντας απ΄το ασανσέρ- φορτωμένο με ένα κουτί γλυκά και μια πρόχειρα τυλιγμένη ανθοδέσμη με τέσσερα σωμόν και τρία κίτρινα τριαντάφυλλα, σίγουρα θα αναρωτήθηκε τι και ποιος γιορτάζει, σ΄αυτό το σπίτι ή σε άλλο. Από καιρό περιορίσαμε όμως, σαν άτυπη συμφωνία, τις περιττές κουβέντες και τις ερωτήσεις που μένουν αναπάντητες. Είπε μόνο ένα «ωραία λουλούδια», χαμογέλασε και παραμέρισε για να μπω. Ακόμη σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ αν -και τι- απάντησα.

Με ένα δεκάρικο μπορείς να χρωματίσεις μια gloomy Sunday για να μη φαίνονται οι μαύροι κύκλοι στα μάτια της. Με ένα τάληρο ακόμη, την γλυκαίνεις κιόλας. Μετά μπορείς να μπεις βαθιά μέσα της χωρίς να σε απωθεί. Κι ώσπου να ξαναντυθεί και να φύγει, με ένα ποτήρι απ’ το σωστό μπουκάλι, ή μ’ ένα γέλιο που ξεφυτρώνει απ’ το πουθενά, μπορείς ως και να τη συμπαθήσεις.

 

a voter of a certain age

33004226

Αν εξαιρέσεις τους  εγχώριους ναζί  (που δεν έχουν ιδεολογία, μόνον αυτή του μίσους προς τους μη «ομοίους» τους), με όλους τους άλλους -έστω, τους περισσότερους-  που θα κατέβουν στις εκλογές μπορώ να βρω ένα, δυο, τρία κοινά σημεία. Δηλαδή, για την ακρίβεια της διατύπωσης, αυτοί υιοθετούν μια, δυο, τρεις αδιαπραγμάτευτες, έως και αρχετυπικές θέσεις μου. Μερικά συν δεν κάνουν πλην μα ούτε και ξέρεις τι θα γεννήσει η πρόσθεση.

Το πρόβλημα είναι πως με τους ίδιους έχω και μια, δυο, τρεις, πέντε διαφωνίες, από αυτές με δ αλλά -φευ- και με Δ. Συμψηφισμούς δεν δέχομαι να κάνω, ούτε και να αντιμετωπίσω σοβαρά τους μη σοβαρούς ντελάληδες του  «έλα γι αυτά που συμφωνούμε και στην πορεία θα βρούμε και τα υπόλοιπα». Υποκρισία η «πορεία». Αφού αυτοί μένουν ακίνητοι. Αν τύχει να μετακινηθούν, χάνουμε τα ένα, δυο, τρία κοινά σημεία. Τα πλην αυγατίζουν. Και φτου κι απ’ την αρχή με τα δάχτυλα ή το κομπιουτεράκι.

Το αληθινά ιλαρό στην ιστορία αυτή είναι να θεωρείς πως μετέχεις ισότιμα στις προσθαφαιρέσεις. Και ως αδύνατος στην ειδική τους sur mesure αριθμητική (ή απλά γινατσής, ίσως και φανατικός αντι-κάτι, αυτή η χώρα είναι εύφορος τόπος για τα κάθε λογής «αντί») να εξακολουθείς να γαβγίζεις δυνατότερα ακόμη κι απ΄ τα μαντρόσκυλα ράτσας που αμείβονται με σάρκα για να υπηρετούν τα αφεντικά τους. Αντί να αποδεχτείς (και να ανακουφιστείς, ευλογία είναι) το οτι για αυτούς δεν είσαι παρά ένας κατά περίπτωση χρήσιμος κοπρίτης. Όχι «δικός» τους, αφού δεν στήθηκες -κουνώντας ουρά- να σου φορέσουν κολάρο, δηλωτικό ιδιοκτησίας.

Δεν τολμώ να ισχυριστώ, προκλητικά, πως όλοι έχουμε ίσα δικαιώματα στη σάρκα. Όσοι δεν απεκδύονται του δικαιώματος να βλέπουν τα στραβά (που μέχρι χτες το manual τα είχε καταχωρημένα ως ίσια) δεν έχουν καν θέση σε -έστω και άυλα- payrolls. Αλλά το να γλυκοκοιτάζεις τα κόκκαλα που σου κουνάνε πέρα δώθε και να μαλώνεις με άλλους όμορφους κοπρίτες για τη μοιρασιά, ήταν ανέκαθεν κάτι που με ξεπερνούσε.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.thegreekcloud.com/ )

Berlin

32978962

Tα ντουβάρια δεν χτίζονται μόνα τους. Ένας -τουλάχιστον ένας- πρόθυμος πρέπει να βάλει την πρώτη πέτρα και τη λάσπη ή το τσιμέντο πάνω της. Μετά ο άλλος απέναντι, θες από γινάτι, θες από θυμό, θες επειδή τον τρώει κανένα σαράκι, θες από δυσφορία ή φρένιασμα (ότι τρώει και τον χτίστη δηλαδή) βάζει μεγαλύτερη πέτρα, διπλή δόση γέμιση, ρίχνει κι ένα γκράφιτι στο τέλειωμα. Και μια μαύρη πέτρα γυρίζοντας την πλάτη. Δυο μαύρα λιθάρια, δυο. Κανείς δεν αφήνει στον άλλον την τελευταία λεπτομέρεια του όρθιου και εν ζωή ενταφιασμού. Ενδιάμεσα (αν και δεν είναι ωριμότητα να ψάχνεις ηθικούς αυτουργούς) μαζεύονται κι άλλοι πρόθυμοι γεμίζοντας τα κενά. Μη τυχόν και μείνει χαραμάδα ορφανή.

Μια, το πολύ δυο φορές το χρόνο (συνήθως τέτοιες μέρες, αν  δεν έχει ψοφόκρυο) πηγαίνω στους νεκρούς κι ανάβω ένα κερί, άμα θυμηθώ παίρνω και δυο λουλούδια στο χέρι. Δεξιά κι αριστερά δεν χασομεράω, βιαστικός πάω, τρεχάτος φεύγω, ακόμη κι εκεί. Πίσω στους ζωντανούς.

Φέτος έπεσα πάνω σ’ αυτό. Και το πήρα μαζί μου, με ένα κλικ.

Έμεινα να το χαζεύω ώρα κάμποση. Άμα μ’ έβλεπε έτσι ακούνητο όποιος  άναβε καντήλια, λουμίνια ή καρβουνάκια παραδίπλα, θα μ’ έπαιρνε για πολύ θρήσκο, πολύ πονεμένο ή απελπισμένο από κάποιο πρόσφατο χαμό. Μηδέν στα τρία. Ευτυχώς δεν υπήρχε ψυχή όρθια για να ασχοληθεί μαζί μου. Για τις υπεριπτάμενες δεν γνωρίζω, με τα μεταφυσικά και τα θρησκευτικά δεν καταγίνομαι, δεν το ΄χω.

Στους συμβολισμούς δεν πολυπιστεύω, εύπλαστοι είναι, τις πιο πολλές φορές εσύ είσαι ο υποβολέας κι αυτοί μιλάνε με τις δικές σου σκέψεις, λέξη προς λέξη. Αλλά μιαν εξαίρεση φέτος την έκανα.

Όταν γύρισα σπίτι δεν χρειάστηκε να σκεφτώ τα πώς και τα τι, ξήλωσα μια πέτρα. Ευτυχώς ήμουν -ανέκαθεν- αδέξιος χτίστης, τσιμέντο δεν έβαζα, η λάσπη -αν και παγωμένη, τόσο καιρό μετά- κουτσά στραβά ξύνεται, φεύγει, ξαναγυρνάει στη γη σαν κομμάτι της. Και μετά φεύγει κι η επόμενη πέτρα. Και η επόμενη, η επόμενη, κι άλλη. Μέχρι να το δεις ίσιωμα. Όσην ώρα γκρεμίζεις ακούς και τον άλλον, από πίσω, να κάνει ο,τι κι εσύ. Σα να περίμενε από καιρό. Κάποιος έπρεπε να βγάλει την πρώτη κοτρώνα, δεν έχει σημασία ποιος. Αρκεί στο τέλος να γίνουν νταμάρι οι πέτρες και να δεις παραπέρα, να δει κι αυτός. Όσα ωραία γκράφιτι και να βάψεις πάνω στο ντουβάρι (ότι τάχα μου δε με νοιάζει τι είπαμε, τι ζήσαμε και καπνίσαμε και φάγαμε παρέα, τι μαλακίες κάναμε μαζί, σε πόσα βιβλία βουτήξαμε, πόσα γέλια δεν τσιγκουνευτήκαμε, πόσα μπουκάλια αδειάσαμε) καμιά ζωγραφιά συγκάλυψης δεν είναι καλύτερη απ’ το χώμα που πατάει ο άλλος, τον ορίζοντα πίσω του. Και το πρόσωπό του.

Για όσα -ίσως- έπονται της κατεδάφισης (γιατί κανείς δεν ξέρει τι -κι αν- έπεται, οι καλές προθέσεις και οι φτιασιδωμένοι επίλογοι δεν αρκούν) τα τραγούδια τα λένε καλύτερα.

Πρώτα χωνόμαστε μαζί σ’ ένα μικρό καφέ, to hear the guitars play. Όπως παλιά. Μετά έρχεται η ώρα του Dubonnet on ice. Κι όταν γίνουμε και οι δυο κουρούμπελα, κασκόλ και γήπεδο. Εκεί που το ένδοξο και λατρεμένο μας Hull θα κατατροπώσει ακόμη μια φορά το ψηλομύτικο Λονδίνο με 4-0. Εκτός έδρας.

Μερικές φορές, λέω κι ελπίζω να μη το μετανιώσω, καλό είναι ν΄ αφήνεις τα γινάτια στην άκρη, ακούγοντας  τι σου λένε τα σπασμένα μάρμαρα. Και τα τραγούδια.

…..

ταμείο

32949072Οι καλύτερες στιγμές της χρονιάς που φεύγει: οι φορές που η αγκαλιά μου συναντούσε μιαν άλλη (ή και δυο και τρεις) σε σταθμούς ΚΤΕΛ, αεροδρόμια, εξώπορτες. Αφίξεις, πάντα. Με τις αναχωρήσεις είμαι λίγο μαλωμένος αν και δεν θα ΄πρεπε να είμαι αχάριστος μαζί τους, δίχως αυτές δεν έχει επιστροφές. Το βλέμμα των γιατρών (πριν καν μιλήσουν) που έλεγε τόσο εύγλωττα «τα μαζεύετε και πάτε στο καλό». Δυο-τρία ποτήρια με τους κατάλληλους ανθρώπους την κατάλληλη στιγμή· άλλες φορές δεν πετύχαινε η συνταγή κι ας ήταν ίδια κι απαράλλαχτα τα υλικά (δεν ήταν, ποτέ δεν είναι ίδια δεύτερη φορά). Μια αναπάντεχη καλή είδηση, όταν είχα πια ξεχάσει ότι την περίμενα.

Αναλογίζομαι, πατώντας το πλήκτρο για να βγει  το ζήτα, πόσο εύκολα θα μπορούσε η αγκαλιά να μείνει ανεπίδοτη. Ανάπηρη. Το βλέμμα των γιατρών να είναι σκοτάδι. Να έπινα μόνος ή με εντελώς λάθος υλικά στη συνταγή. Τα καλά νέα να μου κράταγαν μούτρα που τα ΄σβησα απ’ τη μνήμη μου, την ώρα που ταξίδευαν μερόνυχτα για να με βρουν. Και μετά να σταματούσαν οργισμένα -ή έστω παραμελημένα- στον προτελευταίο σταθμό, παίρνοντας το δρομολόγιο για πίσω, για αλλού.

Τίποτε αυτονόητο. Τίποτε δεδομένο. Τίποτε κατακτημένο ισόβια. Τα τοσοδούλικα φιλόδοξα interstellar μας  μπορεί να μην έχουν ούτε καν ένα χλιαρό χάπι εντ, από αύριο κιόλας, από την επόμενη ώρα. Αυτά σκέφτομαι και λέω είσαι τυχερός που έζησες ακόμη μια φορά τα απλά. Τα πολύπλοκα με μπερδεύαν, άλλωστε, παιδιόθεν.

 

—-

Vuelvo al Sur

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ούτε είκοσι χιλιόμετρα μείναν πίσω και η ομίχλη είναι ήδη πηκτή σαν πόριτζ. Χρειάζεσαι κουτάλι για να την παραμερίσεις, μπας και διακρίνεις κάποια γραμμή μπροστά, τις μπάρες δεξιά, να βρεις ένα στίγμα πορείας πριν συναντηθείς με φώτα κόκκινα και η κατάσταση γίνει ξάφνου εξαιρετικά πολύπλοκη. Και δεν είναι πολλά αυτά που μπορείς να κάνεις με το κουτάλι μετά.

Κλείνω το ραδιόφωνο. Ζόφος. Ομίχλη έξω, αναθυμιάσεις, δυσωδία μέσα. Σκαλίζω το ντουλαπάκι του συνοδηγού (πολύ επικίνδυνη μανούβρα) να ‘βρω cd μπας και πάρω αέρα, μείναν ακόμη κοντά διακόσια χιλιόμετρα, δεν βγαίνουν χωρίς ανάσα. Ούτε στο απέραντο γαλάζιο τα κάναν αυτά τα κόλπα κι εγώ είμαι βουτηγμένος από την ώρα που ξεκίνησα στο ατέλειωτο γκρίζο που όλο και βελτιώνεται, προσπαθώντας να αγγίξει την τελειότητα του αδιαπέραστου από φως.

Το Hammond του Matthew Fisher σπάει την ησυχία. Κάνει την θολούρα έξω ένα εκατομμύριο μικρά κομμάτια κι αυτά αυγατίζουν, γίνονται δυο εκατομμύρια, τρία, τέσσερα, δέκα, φτιάχνουν σχέδια σαν σε καλειδοσκόπιο και κολλάνε στο παρμπρίζ προσπαθώντας να το σπάσουν και να τρυπώσουν μέσα ή να βγουν έξω ή να μου πουν κάτι, αγνοώ τι. Σκέφτομαι σαν αμοιβάδα. Δεν έχω βάλει τίποτε στο στόμα, έναν καφέ μονάχα κι αυτός προσπαθεί φιλότιμα να ξεχυθεί από μέσα μου, I was  feeling kinda seasick  πάνω σε μια λωρίδα ξηράς, είμαι πιο pale κι απ΄ τα στιχάκια. Ποτέ ξανά νηστικός στο δρόμο. Κόκκινο φως μπροστά, φρένο, προσεύχομαι να κάνει το ίδιο κι ο από πίσω, αν υπάρχει. Για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και οι δυο.

Μόλις προσπέρασα μια μικρή πινακίδα δεξιά χαμηλά, που έγραφε -θαρρώ- 422. Στην οθόνη του cd γράφει -γι αυτό είμαι σίγουρος- Why. Θα ήταν αληθινά ανατριχιαστικό αν συνέβαινε το αντίθετο.

Why don’t you ever learn to keep your big mouth shut..

Πράσινα φανάρια, ψηλά. Μετέωρα. Γιρλάντες που κρέμονται απ΄ το πουθενά. Έχει κάτι το μεταφυσικό αυτή η ομίχλη, κατεβάζω κι άλλο ταχύτητα για να τα χαζέψω, πρώτη φορά παρατηρώ τόσο όμορφο χρώμα σε τόσο λερωμένο ουρανό. Θα μπορούσα να μείνω εδώ για ώρες, βουτηγμένος βαθιά σ’ αυτό το πράσινο. Μετά θα έμενα για πάντα, άσχημα στριμωγμένος ανάμεσα σε ζουληγμένες λαμαρίνες, κερδίζοντας -κάπως άδοξα, ομολογώ- τα  λίγα λεπτά που μου έταξε ο Warhol.

Μπροστά μου η μεγάλη ανηφόρα. Καμιά ανατριχίλα. Κάποτε έφτανα εδώ -το ψυχολογικό τέλος της διαδρομής, μόλις έφτανες στην κορυφή αντίκριζες την πόλη- και πετάριζε η ψυχή μου, στην ιδέα και μόνο τι καλούδια θα την ταΐσω. Τώρα λουφάζει. Tης είπα και ψέματα, νότο της υποσχέθηκα,  δυτικά λοξοδρόμησα. Έτσι μεγαλοπιάνομαι και στο τέλος πικρά θα μετανιώσω που χαριεντίζομαι τόσο παιδιάστικα μαζί της.

Στρίβω στον περιφερειακό, ξεμύτισε ήλιος, πολύ γρήγορα. Τόσο γαλαντόμος που τρυπάει τα μάτια, δίχως οίκτο. Όπως ο Sandman. Με προσπερνάνε -με 180, ίσως και παραπάνω- 428 εγγυημένες συντάξεις, πάνω σε τέσσερις ρόδες. Δεν ξέρω γιατί βιάζεται αυτός με το R8.  To cd έχει απαντήσεις για όλα. Everyone is trying to get to the bar.

Ιδέα δεν έχω τι ακούνε μέσα σε πανάκριβα αυτοκίνητα. Kαι τι ρότα δείχνει η πυξίδα τους. Ίσως προς τα εκεί που nothing ever happens. Δεν το ξέρουν όμως. Αυτό λένε τα στερεότυπα μου, αυτά εμπιστεύομαι σήμερα.

Έλα μωρό μου, σε ένα τέταρτο είμαι εκεί. Ήπιες καφέ; Ναι, έχουμε λίγη ώρα.

 

—-

time (III)

32849938 (1)

Στα νιάτα μου, εκεί γύρω στα εικοσιλίγα, σκεφτόμουν τα πρώτα -ήντα με τρόμο, απέχθεια, φόβο. Έλεγα πως δεν με αφορούν όμως, μιας και δεν πρόκειται να γνωριστούμε από κοντά εγώ κι αυτά. Όποιος έσπερνε Bauhaus, Leonard Cohen, Εyeless in Gaza και Birthday Party, αυτά τα μυαλά θέριζε. Στις σπάνιες φωτεινές στιγμές μου,  παρηγοριόμουν κι αλάφραινα το μέσα μου με την ιδέα πως αν από μια σπάνια εύνοια της τύχης το κοντέρ δείξει πενήντα, θα φροντίσω τουλάχιστον να ‘χω το σουράτι του Paul Weller, αν όχι του Jimbo,  και να ντύνομαι σαν τον Brian Ferry.

Μέσα από “μια σειρά ευτυχή γεγονότα”, το κοντέρ έφτασε και ξεπέρασε. Όλο και πιο συχνά όμως, βλέπω στον καθρέφτη το είδωλο κάποιου που  ώρες ώρες είναι ντυμένος σαν γερμανός κλειδούχος των DB. Και δεν μοιάζει του Jim αλλά περισσότερο του Van.

Το λες και εκδίκηση του χρόνου αυτό, επειδή τότε δεν πίστεψα πως παρότι τον χλεύαζα θα με περιμάζευε και θα μ΄ έφερνε μαζί του ως εδώ.

….

bête noire

32830257Σίτεψε πια, κουράστηκε. Φέτος έταξε στον εαυτό του το ακριβότερο δώρο που του ΄κανε ποτέ δεκεμβριάτικα: να μην αφήσει καμιά τύψη, καμιά ενοχή, κανένα «κι αν» ή  «αλλά» να μαγαρίσει τις τζινγκλμπελ ντέιζ.

Αν αυτά τα δαιμόνια τολμούσαν να δείξουν τα χαλασμένα τους δόντια, ήταν αποφασισμένος να τα αρπάξει απ΄τον λιγδιάρη λαιμό τους και να τα κρεμάσει σαν εξόριστα στολίδια στην πίσω πλευρά του δέντρου. Την σκοτεινή. Εκεί που ούτε λαμπιόνι, ούτε μπάλα, ούτε κορδέλα έζησε ποτέ. Γιατί ο,τι δεν βλέπεις δεν υπάρχει. Ποιός ο λόγος να το φτιασιδώνεις κιόλας;

Τα αποφάσισε και τα οργάνωσε όλα, με κάθε λεπτομέρεια. Είναι όμως κάποιες παράξενες νύχτες -την ώρα που τα ραδιόφωνα περιθάλπτουν βαριά τραυματισμένους ποιητές- που γεννοβολάνε με απερίγραπτες ωδίνες φρικιαστικές σκέψεις. Ότι δηλαδή σαν έρθει η ώρα να ξεστολίσει και να ξαναβάλει τα άπαντα της  εθιμικής καταναγκαστικής αλλεγκρίας  πάλι μέσα στα κουτιά τους και μετά στο πατάρι, αυτά τα καλικαντζάρια δεν θα είναι πάνω στο δέντρο. Θα περιμένουν υπομονετικά, βυσσοδομώντας, ακονίζοντας τα νύχια τους, καλά κρυμμένα μέσα στους τοίχους του σπιτιού για να αρχίσουν να πριονίζουν ξανά τον κύριο Μπράουν. Ζητώντας αίμα, εκδίκηση για τις μέρες και νύχτες που πέρασαν μακριά του. Για να πληρώσει ακριβά την αποκοτιά του να ζήσει χωρίς αυτά, λίγες χρονιάρες μέρες.

τρία κιλά

32797765Mετράω  τα παγάκια και τη στάθμη στο ποτήρι. Λίγα. Χαμηλή. Πέρασαν έξη μέρες ώσπου να ξαναβάλω αλκοόλ στο στόμα (με την εξαίρεση μιας μπίρας, που χειμωνιάτικα λογίζεται ως κάτι το αναπόφευκτα και επώδυνα ουδέτερο) και ουδεμία συγκίνηση προέκυψε. Παραγνωριστήκαμε, ίσως, μα ούτε  η απομάκρυνση μας έκαμε καλό. Κανένα ρίγος, εκατέρωθεν.

Ξεφυλλίζω το manual του ορθού δρόμου στη θεματολογία του γράφειν δημοσίως. Στην αρχή μου δαγκώνουν πλευρά και συκώτι οι τύψεις επειδή δεν με βρίσκω στα περιεχόμενα, ούτε καν στις σημειώσεις. Μετά ανακουφίζομαι. Όχι επειδή καμώνομαι πως βρίσκω παράδρομους αλλά γιατί αυτός ο δρόμος όλο με πέταγε έξω, αφού δεν είχα το αντίτιμο για τα διόδια. Πάντα κάτι έλειπε.

Έχει βγει δέκα, άντε είκοσι λεπτά πριν, απ’ το μπάνιο, ρίχνοντας μια στάλα άρωμα πάνω της. Μισό μέτρο μακριά, μιλάει, σκύβει, χειρονομεί, πίνει, γελάει, θυμώνει, κατσουφιάζει, λέει ψέματα, σταυρώνει πόδια, ξύνει το γόνατο,  όλη η κίνηση -ακόμη και οι σκέψεις- μετατρέπονται σε μυρωδιά που κατατροπώνει τον αντίπαλο. Συντριπτικές ήττες άνευ αγώνα. Άνευ αντιπάλου, στην ουσία. Καμιά σωματική της ατέλεια (δεν είναι και λίγες) δεν είναι αντικίνητρο, είναι εκμαυλιστές συνειδήσεων και θρασύτατοι ψευδομάρτυρες οι κήρυκες του αψεγάδιαστου. Όταν μιλάει την κοιτάζω πάντα μέσα στα μάτια, ακόμη κι αν απευθύνεται στα ντουβάρια απέναντι. Μερικές φορές σκέφτομαι σαν κανίβαλος. Λαχταρώ να φανώ αντάξιος του John Doe. Θέλω να βγάλω το μικρότερο κόκκαλο από μέσα της (κάπου στο αυτί θυμάμαι πως ζει αυτό) και να το γλύψω. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσω να το ξαναβάλω στη θέση του μετά αλλά δεν έχει σημασία, δεν θέλω να της μιλήσω. Μπουχτίσαμε από λόγια, όλοι. Προχτές διάβαζα, δεν θυμάμαι πού, ότι το μεγαλύτερο όργανο του ανθρώπινου σώματος του ενήλικα είναι το δέρμα, τίποτε πάνω μας δεν ζυγίζει τρία κιλά παρά μόνον αυτό. Δεν είναι εύκολο να φας τρία κιλά δέρμα όσο και να το λαχταράς, όσο ωραία και να μυρίζει, με απωθεί η ιδέα. Αλλά να είσαι σφουγγάρι και να τρίψεις κάθε χιλιοστό, ακόμη (ειδικά) κι εκεί που το δέρμα σβήνει, χάνεται και γίνεται σπλάχνο, μυς, λίπος, ναι. Αυτό ναι. Δεν ξέρω, ποτέ δεν κατανόησα γιατί οι άνθρωποι θεωρούν ευτελές να επανέρχονται στη ζωή σαν σφουγγάρια. Μια πιθανότητα να βρεθούν στο σωστό σώμα επάνω, στη σωστή του γωνιά (κι ας μη τη βλέπει ποτέ το φως, ο ήλιος) πάντα υπάρχει. Τώρα σκύβει για να ξύσει τον αστράγαλό της. Αποστρέφω το βλέμμα μου, διώχνω τις σκέψεις. Δεν παίζουν με τους αστραγάλους, δεν συναρμολογούνται εύκολα αυτοί. Καλύτερα σφουγγάρι, σκέτο. Απ’ αυτά τα υπομονετικά, που καθαρίζουν αγόγγυστα (ευγνωμονώντας, μάλιστα) κάθε μικρογραμμάριο από τα τρία κιλά. Σαν σκάνερ. Περιφέρεσαι στο δέρμα, διαβάζεις το μυαλό.

Αν υπήρχε παράσημο «εκτός θέματος, τόπου, χρόνου» τα χρόνια που ζούμε, με αυτά  -τα αδιανόητα, ως προχτές- που ζούμε, θα το ‘χα στο τσεπάκι. Όχι και πολύ περήφανα, όχι. Αλλά δεν έχει πια τόση σημασία.  Ο Ρωμανός σώθηκε μα ούτε για την ουσία ούτε για τον συμβολισμό είχα έστω και μια λέξη, εκατό άλλοι πήραν σειρά να πεθάνουν. «Κλείνει η καρδιολογική, δυο γιατροί φεύγουν, μένει με δυο» μου είπε στο τηλέφωνο πριν δέκα λεπτά, «με δυο γιατρούς όχι κλινική, ούτε ιατρείο κρατάς σε πόλη εξήντα χιλιάδων». Καιρός να αρχίσουμε να τρέχουμε νυχτιάτικα, με εκατόν εξήντα -και βάλε- στο κοντέρ, πενήντα και εκατό χιλιόμετρα ανατολικά και δυτικά. Για να αποκτήσουν τα εμφράγματα και τα ισχαιμικά μας ένα κάποιο μπιτ στυλ, on the road.

Κάπου εδώ, στο τέλειωμα, μου είπε να απιθώσω δέκα λέξεις της Λούξεμπουργκ κι άλλες δέκα του Bakhtin για να είναι εντυπωσιακός (και καθόλου απολογητικός) ο επίλογος. Με τρόμαξε. Ακόμη ένας λόγος για να μη κάνουμε χωριό, το manual κι εγώ.

κτηματολόγια ακτημόνων

32768827Όταν αυτό το ημερολόγιο καταστραφεί, μια κάποια τυχαία μέρα, ο άνθρωπος που πληκτρολογεί  θα συνεχίσει, ασφαλώς, να υπάρχει. Όταν ο άνθρωπος που πληκτρολογεί εξαφανιστεί, μια κάποια τυχαία μέρα, το ημερολόγιο θα συνεχίσει, ενδεχομένως, να υπάρχει.

Ο χρόνος που είτε το ένα είτε ο άλλος θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν εκεί έξω μόνοι τους, μέχρι νομοτελειακά να χαθεί και το δικό τους στίγμα από τα ραντάρ μνήμης μια τυχαία μέρα, είναι οριοθετημένος ανάμεσα στο «ασφαλώς» και στο «ενδεχομένως».

Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να αποτυπώσει με ακρίβεια αυτά τα όρια. Αλλάζουν κάθε μέρα και παρασέρνουν τον χρόνο μαζί.  Ο,τι  δίκαιο φόρο σου ζητήσουν να πληρώσεις γι αυτόν σήμερα, θα είναι ελάχιστος ή αβάσταχτος αύριο.

 

knockin’ on heaven’s door

maxresdefault

Ποτέ δεν την είχε δει. Του είπε «θα σε πάω εγώ». Λίγο πριν φτάσουν, αυτός, ο πολυταξιδεμένος του ψιθύρισε πως ούτε κι εκείνος την είχε αντικρίσει  ποτέ. Μόνο από εικόνες, σε γυαλί, σε χαρτί, κι από καλοφτιαγμένες προτάσεις (που δεν μυρίζαν αφρούς κι αλάτι, όσο επιδέξιος κι αν ήταν ο τεχνίτης τους) «ήξερε» πώς είναι η θάλασσα.

Με το που φτάσαν απέναντί της, δεν ανταλλάξαν λέξη. Ούτε καν μια ματιά. Αυτή η σιωπή τους ήταν αντάξια εκατό βιβλίων και χίλιων τραγουδιών, μαζί.

…..

ο Φίντσερ των πτωχών

32753008

Δεν ξημέρωσε στάλα σήμερα. Υγρασία, σαπίλα, νερό, λάσπη, στρατιές από μαύρα και γκρι πανωφόρια, κακώς ο Φίντσερ έτρεχε να φιλμάρει αλλού, απ’ όλα τα καλούδια είχαμε να τον τρατάρουμε στα μέρη μας. Με λίγη προσπάθεια θα άλλαζε και τον τίτλο σε Eight, Nine. Ten ενδεχομένως. Για ερασιτέχνες και δευτεράντζες αμαρτωλούς τα εφτά. Εδώ παλεύουμε φιλότιμα να αγγίξουμε το διψήφιο.

Νωρίς στην λαϊκή για ψάρια. Κοιταζόμαστε λοξά στα μάτια με δυο λαβράκια. «Μη τα κοιτάς, πρώτο πράμα, δέκα το κιλό, στα καθαρίζω και φεύγεις». Ρωτάω, αφελώς, αν είναι καλλιέργειας, «ε ναι αγορίνα μου, δεκατέσσερα τα αλανιάρικα». «Δεν έχουν και μεγάλη διαφορά» τολμάω να ξεστομίσω. Ένας παππούς που ψώνιζε χτεσινή σαρδέλα δυο κάσες παραδίπλα, δεν άντεξε «σιγά τη διαφορά;  κοντά ενάμιση χιλιάρικο το κιλό; να σε πω εγώ τι πέρναμε με ενάμιση χιλιάρικο; θες να σε πω;». Τελικά πήρα μισό κιλό γάβρο κι έφυγα άρον άρον, δεν είχα καμιά διάθεση να ακούω ιστορίες με χιλιάρικα στις εννιά παρά το πρωί. Καλύτερα να ψωνίζεις σιωπηλά, δείχνοντας, μόνο. Και απορώ, ύπνο δεν έχουν τα γερόντια; Ή καλό στασίδι θα πιάνουν ή σειρά στη λαϊκή; Βρέξει, χιονίσει;

Την ώρα που ξεπάρκαρα απ’ το μανάβικο μου χτύπησε το τζάμι ένα βαριά βαριά δεκάχρονο με ένα μωρό στο χέρι. «Μια ντραχμή θείο». Είχα ήδη ανεβάσει πίεση απ’ τον παππού. Άνοιξα παράθυρο, «δικό σου είναι», «ντικόμ», «γιατί λες ψέματα;», «αλήθεια, ντικόμ», κέρματα δεν είχα, γάβρο δεν θα έδινα, έκλεισα παράθυρο κι έφυγα. Ή οι γυναικολόγοι μας λένε μαλακίες ή κακώς ανοίγω κουβέντα με δεκάχρονα αφού χαλιέμαι μετά. Δεν θα σου πω ψέματα ότι έκανα τον κύκλο (αφού στο μεταξύ πλήρωσα ψωμιά και είχα ρέστα) για να τις ξαναβρώ, άρχισε να ξαναβρέχει πάρα πολύ και μαζί με τις βρώμικες λαμαρίνες ξέπλυνα και τις τύψεις μου.

Κάποιοι ισχυρίζονται πως η πόλη είναι στολισμένη για τα Χριστούγεννα. Περίπου με τον ίδιο τρόπο που ήταν ρυμοτομημένη η Δρέσδη όταν έβγαινε ο Φεβρουάριος του 1945. Βλέπω τα τσουρούτικα φώτα και κάτι λυσσασμένο δαγκώνει την ψυχή μου. Όλα εκεί βρίσκουν λίγη ψίχα να δαγκώσουν, δεν θα μείνουν πολλά πράματα στο τέλος. Φοβάμαι.

Δυο μέρες στους δρόμους, δεν νοιάστηκα να μάθω  τι έγινε στον κόσμο. Το λες και ευλογία. Περιμένοντας στην ουρά για να πάρω αυτά τα λατρεμένα χλωμά έμενταλ (ξαπλωμένα βαμπίστικα, φιλήδονα σχεδόν, κάτω από τα σκληρά άσπρα φώτα των ψυγείων), παίζω με την οθόνη, διαβάζω για τον Κουμανταρέα. Τα πιο σκληρά, τα πιο ρεαλιστικά βιβλία γράφονται ερήμην του συγγραφέα τους. Πενήντα μέτρα απ΄την παλιά μου φοιτητογειτονιά, τριανταπέντε χρόνια πριν. Τότε που θυμάμαι κι εγώ τι γλυκιά ζωή αγοράζαμε με ενάμιση χιλιάρικο, παπού.

Αφήνω σακούλες στον πάγκο, αδειάζω, τακτοποιώ. Σκοτάδι έξω, βρέχει δίχως οίκτο, σκοτάδι μέσα. Δεν ανάβω φως, γινάτι, όχι φως στις έντεκα το πρωί. Βάζω μούζικα και νερό να βράζει.

Δεν είναι τόσο το γαμημένο το πιεσόμετρο που πείσμωσε κάθε δυο και τρεις  να μου κολλάει δυο «εκτός προδιαγραφών» αριθμούς και την ταυτότητα με την ημερομηνία γέννησης στα μούτρα. Είναι που ανατριχιάζω πλέον από καύλα με το τσικ τσικ των καλοριφέρ που παίρνουν μπρος και όχι με το τσικ τσικ του Al Jackson,Jr και του Steve Cropper. Από melting pot σε recycle bin, τόσο γρήγορα.

 

….

national geographic

32730011

Έχω χαρτογραφήσει κάθε σπιθαμή, κάθε χιλιοστό σου μέσα και έξω. Με αίμα, ιδρώτα, δάκρυα, υπομονή κι επιμονή, μέρα, νύχτα, χρόνια τώρα. Ανταμείφθηκα όμως, κανένας δεν θα το αμφισβητήσει ποτέ αυτό. Κανένας, ούτε καν εσύ. Όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουν οι γεωγράφοι ή οι δορυφόροι του μέλλοντος, κανένας, ναι κανένας δεν πρόκειται να μάθει τίποτε καινούριο για σένα που δεν το ξέρω ήδη εγώ και που δεν με εκπλήσει κάθε -μα κάθε- φορά που το αντικρίζω, σαν να ‘ναι η πρώτη, πάνω σου.

 -ΤΕΛΟΣ-

Ο κύριος Μπράουν διόρθωσε βαριεστημένα (αλλά ακραιφνώς επαγγελματικά) το εκπλήσσει στην τελευταία από τις 476 χειρόγραφες σελίδες (συνεπαρμένος από τον οίστρο, ο άγνωστός του νεαρός επίδοξος συγγραφέας είχε παραλείψει ένα σίγμα) και παρά τις ρητές εντολές του εργοδότη του, αποφάσισε – σφόδρα ενοχλημένος από τα απανωτά και υπερφίαλα «κανένας» – να απαντήσει.

time (κι άλλο)

intime_head

 

Στην αίθουσα αναμονής. Τριγύρω  αραδιασμένοι σε καρέκλες και καναπέδες (και καναδυό όρθιοι) φάκελοι με ανθρώπους. Δεν βλέπω πρόσωπα ή σώματα, μόνο φακέλους. Όλοι οι φάκελοι σιωπηλοί. Το ίδιο και οι άνθρωποι, άλλοι από φόβο, άλλοι από σεβασμό στο φόβο των διπλανών. Aνοίγει η πόρτα, βγαίνει ένας φάκελος που σέρνει έναν άνθρωπο ξοπίσω του, περνάει ανάμεσα από άλλους φακέλους, παίρνει το δρόμο για τα σκαλιά ή το ασανσέρ, μετά κανείς δεν ξέρει ποιός πάει ποιόν πού. Είναι η σειρά άλλου φάκελου να μπει μέσα, παρέα με τον άνθρωπό του. Για να ξεκινήσει αυτή η σιωπή των δέκα, είκοσι, τριάντα, άντε σαράντα δευτερολέπτων, που διαρκεί -σαν βουβός ρόγχος- μερικούς αιώνες. Αυτή η επικοινωνία των ανθρώπων με τα άσπρα με τους φακέλους των άλλων, είναι ο επανακαθορισμός του χρόνου, η αληθινή -μια και μόνη- Διαστολή του. Μαθηματικοί τύποι, ρολόγια, κλεψύδρες, καμπάνες, φως, σκιά, άχρηστα όλα.

 

**

 

Την κοίταζε όσο ντυνόταν. Εκείνη προσπαθούσε, αν και πριν λίγα λεπτά δεκάρα δεν έδινε για τη γύμνια της καθισμένη πάνω του, να βρει μια γωνιά τέτοια που να κρύψει απ’ τα μάτια του τις δίπλες στην κοιλιά, τα σημάδια της χαλάρωσης, την επέλαση της κυταρίττιδας. Σε λιγότερο από ένα λεπτό ήταν ντυμένη, η βιασύνη της να οχυρωθεί ξανά μέσα σε πανιά ήταν τέτοια που χτύπησε άσχημα το γόνατό της στην άκρη του κρεβατιού. Bόγγηξε, μούδιασε, ο πόνος υποχώρησε, μετά δεν νοιάστηκε. Καρφί δεν σου καίγεται για τις μελανιές όταν αφήσεις πίσω σου τα τελευταία -άντα, όλο και κάπου θα ΄χει σακατευτεί το κορμί σου κάνοντας την παρτ τάιμ δούλα στο σπίτι, μετά τη δουλειά. Σιγά μη το πρόσεχε κιόλας το σημάδι. Ο άλλος, στο σπίτι. Αυτός εδώ την ξέντυνε, ακόμη. Όσα ρούχα και να ΄ριχνε πάνω της, τα μάτια του τα πέταγαν στο πάτωμα.

Τι ώρα είναι; τον ρώτησε, χτενίζοντας το μαλλί

Κοντεύει εφτάμιση

Όχι ρε πούστη μου, όχι, όχι. Με περίμεναν στις εφτά, πότε πέρασαν δυο ώρες; Και στο είχα πει γαμώτο μου, γιατί δεν μιλάς τόσην ώρα;

Αυτή η ερήμην του μυαλού επικοινωνία των ανθρώπων με το δέρμα -κι ακόμη παραμέσα- των άλλων, είναι ο επανακαθορισμός του χρόνου. Μαθηματικοί τύποι, ρολόγια, κλεψύδρες, φως, σκιά, ρούχα, άχρηστα όλα.

 

**

time

32686796

Ο κύριος Μπράουν έφτιαξε προσεκτικά τον κόμπο της γραβάτας του. Και δυο αλανιάρες τρίχες στο δεξί του φρύδι. Μετά από μια τελευταία -τάχα μου φευγαλέα-  ματιά στον καθρέφτη, βγήκε ανήμερα των γενεθλίων του, την Κυριακή 30 Νοεμβρίου στις εφτάμιση το απόγευμα για να κεραστεί μια Γκίνες.

Συνεπαρμένος από τον κόσμο τριγύρω, στον πάγκο, στα τραπέζια, ακόμη κι έξω απ΄το μαγαζί,  ξεχάστηκε. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ήταν κιόλας Δεκέμβριος.  Τρομοκρατημένος από την αποκοτιά του να επιτρέψει στο χρόνο να κυλήσει τόσο γρήγορα, έκανε έναν μήνα (με μετρημένες μια προς μια τις ημέρες) μέχρι να αποφασίσει να βγει ξανά τόσο αργά για μια μπίρα. Και -φαντάσου- έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι να ξαναγιορτάσει τόσο παράτολμα τα γενέθλιά του.

η μικρή Περσεφόνη στο Quartier de la Madeleine

32669957 (2)

 

H Nίνα Κουλετάκη δεν γράφει την Περσεφόνη «σαν» κοριτσάκι. Γι αυτήν δεν υπάρχουν «σαν». Τέτοιο βρωμόστομο μετανήπιο, μίγμα μικρής Λουλούς, Μαφάλντα και  Composition Doll παραμένει και θα παραμείνει δια βίου. Όσα αίματα, εγκλήματα, hypersexual  και επαναστατικά  κι αν μας χαρίσει (διόλου τσιγκούνικα, δεν το «χει» το μέτρο ευτυχώς) ενδιάμεσα.

Η πρώτη σελίδα, η πρώτη ιστορία, ξεκίνησε την ώρα της αναμονής στο αεροδρόμιο. Άλλες δεκαεφτά διάβασα μέχρι να πιάσουμε Ιταλία, ψηλά. Θα μπορούσα να το είχα τελειώσει όλο, μα άφησα αίμα (και μεδούλι) για το βράδυ. Για την ώρα που ξεπορτίζουν τα βαμπίρια των πίσω χρόνων μας. Όχι ως νοσταλγία. Ως τιμωροί. Γιατί τα θάψαμε κάτω από καθωσπρέπει ρούχα και σοβαρά προφίλ.

Πίνοντας δυο ποτήρια κόκκινο κρασί (γωνία Capucines & Caumartin) συν ένα τρίτο για ανάνηψη, έριξε αυλαία και η τελευταία (τελευταία; ) ιστορία της Περσεφόνης. Μετά τριγύρναγα παρέα με τη μικρή στο χέρι στα παραδιπλανά στενά και λιγότερο στενά, έχοντας κατά νου να μην παρανυχτωθώ  για να μην έχω την τύχη του Elijah Wood. Τρεις ρουφηξιές τσιγάρο μακριά ήταν η Madeleine, άλλωστε.

Ή για να έχω την τύχη του. Αυτό, μάλλον.

Ένα μικρό, περίεργο, σαματατζίδικο, αχόρταγο βαμπίρ είναι η Περσεφόνη. Ανιψάκι της Olga. Το συνειδητοποίησα την ώρα που ο παραδιπλανός μου, στην πτήση της επιστροφής, ήθελε (της έριξε τρεις, τέσσερις, πέντε λοξές ματιές) μα δεν τόλμησε να την κρατήσει στα χέρια του. Βέβαια δεν ορκίζομαι πως η μικρή θα του ΄δινε σημασία, ζήτημα να ‘χε κλείσει τα τριάντα. Άμα όμως σε δει να έχεις αφήσει πίσω σου τα δεύτερα -άντα (πόσο μάλλον αν ήδη σκούπισες πόδια έξω απ΄την πόρτα των –ήντα), βρίσκει ύπουλα μια φλέβα που σε συνδέει -σαν ακέραιος, ανέγγιχτος ομφάλιος λώρος- μαζί της και αρχίζει να ρουφάει. Χωρίς προσχήματα και καθωσπρεπισμούς. Κι αντί να σε βρει πελιδνό και άψυχο το τέλος (τέλος άραγε; ) της ιστορίας της, φτάνεις να αποζητάς «κι άλλο». Γιατί αυτά τα χρόνια, τα σαλόνια με τις φορμάικες, τους ένστολους θείους, το πρώτο ποδήλατο, τα ακατάληπτα χαμηλόφωνα λόγια των μεγάλων, τα γκριν παρκ ραδιόφωνα,  τα κλειδωμένα δωμάτια, την ΥΕΝΕΔ, τα Σινεάκ και την αγάπη (που δεν μπορούσαμε τότε να μεταφράσουμε αλλά ελπίζω κάτι να καταφέραμε αναδρομικά) τα περπατήσαμε  παρέα κι ας ήμασταν στα δυο άκρα αυτής της χώρας που είναι γεμάτη από δευτεράντζες βουρκόλακες κάθε κοψιάς, ράτσας, φύλου. Νεκροζώντανους, μάλλον, με κουρασμένη οδοντοστοιχία.

Ευτυχώς υπάρχει κι αυτό το μοβόρο, αιωνίως πεινασμένο πεντάχρονο για να ελπίζουμε σε μεταγγίσεις ζωντάνιας. Με αντάλλαγμα ευτελές και ανισοβαρές για κείνην, λίγο χλιαρό αίμα εμείς, δυο δόντια «μην ξεχνάς» εκείνη μεταμφιεσμένα σε άσπρο εξώφυλλο και σαραντατόσες ιστορίες από το μέσα της, μας. Fair enough, θαρρώ.