όλες εκείνες οι ιστορίες που μπορείς να σκεφτείς

32089886 (1)

 

Tι κοιτάζουν, αν κοιτάζουν, δεν το ξέρει κανείς. Μόνον ο φωτογράφος, ίσως.

 

Μπορεί ένα μέρος που πνίγηκε κάποιος. Όχι απαραίτητα δικός τους άνθρωπος, όχι. Δεν χρειάζεται τόσο άμεση απώλεια για ν’ αποκτήσει νόημα η εικόνα. Κάποιος άγνωστος, παλιά. Πάρα πολύ παλιά. Τόσο παλιά που ούτε το νερό το ίδιο θυμάται την ιστορία του. Μπορεί να τον βρήκαν, μπορεί όχι. Ίσως τον κάναν παραμύθι, από κείνα που φτιάχνονται για να φοβίζουν τα παιδιά μέχρι να μεγαλώσουν. Μπορεί και να μη νοιάστηκε κανείς ποτέ γι αυτόν όμως, να ήταν μια απώλεια που πέρασε εντελώς άκλαυτη και απαρατήρητη. Αυτές οι ιστορίες είναι πολύ πιο φοβιστικές αλλά δεν ξέρω γιατί κατά βάθος ανακουφίζουν τους ανθρώπους. Ίσως γιατί νιώθουν πως η ορφανή απώλεια δεν τους αφορά.

 

Μπορεί, όμως, και να μη πνίγηκε κανείς εκεί. Να ‘χουν οι δυο τους απλώς τα κεφάλια χαμηλά επειδή είναι ξενυχτισμένοι, κουρασμένοι ή ταπεινωμένοι, θαμπωμένοι από τον ήλιο. Δεν χρειάζεται να σκαλίζεις να βρεις μυστήριο, πόνο ή απώλεια σε κάθε κλικ.

 

Αυτό μπροστά τους είναι -μάλλον- λίμνη. Ανέκαθεν με τρόμαζαν οι λίμνες. Δεν ξέρω τι είδους απελπισία οδηγούσε τους ανθρώπους να φωτογραφίζονται δίπλα σε λίμνες.

 

Το ρούχο της δείχνει σαν να βγήκε από το νοσοκομείο. Χωρίς κείνο το ανυπεράσπιστο άνοιγμα πίσω, ευτυχώς. Μάλλον δεν βγήκε από κει. Ευτυχώς. Του χαϊδεύει το κεφάλι, τα μαλλιά. Εκείνος τη μέση. Υπάρχει μια τρυφεράδα, κάτι σαν αγάπη την ώρα του κλικ στα δάχτυλά της. Μετά δεν ξέρω. Ούτε τι έχουν στο μυαλό τους ξέρω, δεν με νοιάζει κιόλας. Δεν τους ξέρω, δεν είδα ποτέ τα πρόσωπά τους.

 

Όσο περνάει η ώρα, είμαι σχεδόν βέβαιος πως υπάρχει απώλεια σ’ αυτό το κάδρο. Κάποιος ή κάτι λείπει. Τώρα που βλέπουμε την εικόνα μπορεί να λείπουν και οι δυο.

 

Στο δεξί της χέρι, χαμηλά, φοράει τρεις σειρές πέρλες. Ή μια γάζα. Είναι ανακουφιστικό να μην είναι ματωμένη η γάζα. Όπως και να ΄χει, όλα τα άσχημα είναι πίσω τους.

 

Μπορεί αυτός που τους φωτογράφιζε να τους είπε «σταθείτε εκεί, μη γυρίσετε τα πρόσωπά σας προς τα μένα, δεν θέλω να σας δω». Και να τους πυροβόλησε στο κεφάλι, μετά. Για να πέσουν μπρούμυτα στη λίμνη, με τα χέρια -ακόμη- εκεί που ήταν ένα κλικ πριν.

 

Μπορεί όμως να μην έγινε κι έτσι. Ίσως ήταν το παιδί τους αυτό που πάτησε το κλικ. Της μηχανής. Δεν ξέρω πόσων χρονών μπορεί να ήταν. Και πού ζει σήμερα. Αν μιλάνε. Ή αν έχει στα χέρια του αυτή τη φωτογραφία. Και να λέει, αν τύχει να τον ρωτήσει κανείς, «αυτός είναι ο μπαμπάς μου. Ήταν, δηλαδή».

 

Λάθος του. Στις φωτογραφίες δεν υπάρχει «ήταν». Μόνο «είναι» υπάρχουν, μέχρι να χαθούν, σε κάποια μετακόμιση, πλημμύρα, πυρκαγιά, σεισμό. Δεν ξέρω πώς αλλιώς χάνονται τα “είναι”. Εκτός από κείνα που σκίζονται ή καίγονται από έναν πάρα πολύ φτηνό αναπτήρα.

 

Δεν ξέρω πολλά γι αυτόν αριστερά. Φοράει ένα άσχημο παντελόνι, γουμίδι απ΄ την ταλαιπώρια. Μπορεί κι απ’ το ξενύχτι. Συνήθως τα βράδια υποφέρουν πιο πολύ τα παντελόνια που δεν αποχωρίζονται στιγμή το αφεντικό τους. Το χέρι του είναι πολύ χοντρό, αφύσικα σχεδόν. Με τρομάζουν τέτοια χέρια. Λίγο ακόμη να την σφίξει, μπορεί να της αφήσει μελανιές ακόμη και στο ρούχο. Δεν ξέρω γιατί δεν φοράει ζώνη. Αν τον γνώριζα και είχα το θάρρος, θα του ΄λεγα (με τρόπο) ότι τα εγκαταλειμμένα από ζώνες παντελόνια γερνάνε άσχημα πάνω σου.

 

Μπορεί να ήταν κι ένας άγνωστος αυτός που στεκόταν πίσω απ΄τον φακό. Κάποιος που απλά φωτογράφισε δυο άλλους άγνωστους, χωρίς να το καταλάβουν. Και να ‘φυγε μετά, χωρίς να μάθουμε το παραμικρό γι αυτόν. Ή γι αυτούς. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για μιαν ιστορία, που κάποια στιγμή -για εντελώς ανεξήγητους λόγους- σκέφτηκε να την γράψει ένας τέταρτος άγνωστος.

 

Μπορεί και όχι.

 

Αυτή, νομίζω, είναι μια κουρασμένη γυναίκα. Ο λαιμός της, όμως, ως εκεί που αρχίζουν τα μαλλιά της  μυρίζει πολύ όμορφα. Αν κάνεις μια μεγέθυνση στο 340%, θα καταλάβεις πόσο πολύ. Δεν θέλω να γράψω τίποτε περισσότερο.

 

***

(μαρκίζα δανεική απ’ τον Oλντμπόι)

burn!

fuck-you-you-have-really-depressed-me

 

 

-Πάρε τηλέφωνο όταν φτάσεις

 

-Δεν γίνεται, δεν θα ‘μαι μόνη

 

-Έστω sms

 

-Μα δεν κατάλαβες ; δεν θα ‘μαι μόνη λέω, δεν είμαι πια μόνη, δεν ακούς το «πια»;

 

-Ακούω

 

-Πίστευα πως θα το ‘χεις καταλάβει τόσο καιρό

 

-Σωστά

 

-Δεν γινόταν αλλιώς

 

-Ναι

 

-Έχω χρόνια μπροστά μου, χρειαζόμουν μιαν αγκαλιά, μια φωνή στο σπίτι, ν΄ ακούω βήματα, κλειδί στην πόρτα

 

-Φυσικά

 

-Κι εγώ άνθρωπος είμαι, με σάρκα , με αδυναμίες, με ανάγκες, καύλες

 

-Έτσι

 

-Λυπάμαι αλλά ίσως να ‘ναι καλύτερα «έτσι»

 

-Ίσως

 

-Εννοώ πόσο καιρό ακόμη θα άντεχες να παιδεύεις το μυαλό σου μαζί μου;

 

-Πολύ

 

-Μη το κάνεις πιο δύσκολο, η σωστή απάντηση είναι «καθόλου»

 

-Λάθος

 

-Και νομίζεις πως απαντώντας μονολεκτικά θα με κάνεις να νιώσω ένοχη;

 

-Όχι

 

-Για σένα το κάνω, επειδή σε νοιάζομαι, κόντευες να καταρρεύσεις

 

-Καλά

 

-Τι θα πει «καλά» ;

 

-Aυτό

 

-Μη θυμώνεις, ξέρω πώς νιώθεις αλλά για σένα το κάνω

 

-Αρχίδια

 

-Για σένα το κάνω, για να αναπνεύσεις μακριά μου, για σένα

 

-Για μένα

 

-Είδες ; πήγες στις δυο λέξεις, ήδη νιώθεις καλύτερα, δεν νιώθεις;

 

-Tι λες ;

 

-Μπράβο, αυτό είναι, συνέχισε

 

-Είσαι καλά;

 

-Ναι ρε γαμώτο, το ‘ ξερα πως είσαι δυνατός και πως θα το ξεπεράσεις

 

-Δεν πας καλά

 

-Τρεις ! τρεις ! ναι , είμαι περήφανη για σένα, πάντα ήμουν

 

-Είσαι τρελή

 

-Όχι, μη μου το χαλάς τώρα πάνω που πήγαινες για ολόκληρη πρόταση

 

-Είσαι εντελώς τρελή

 

-Μπράβο αγόρι μου, μπράβο , συνέχισε έτσι

 

-Είσαι εντελώς τρελή γαμώ την πουτάνα μου γαμώ

 

-Το ‘ξερα ! το ΄ξερα πως μπορείς,  μπορείς να με ξεπεράσεις

 

-Εσύ ;

 

-Εγώ  τι ;

 

-Εσύ λέω

 

-Εγώ τι ρε μαλάκα;

 

-Εσύ μπορείς ;

 

-Είσαι πάρα πολύ κακός  μαλάκας, πάρα πολύ κακός, μα πάρα πολύ κακός, ναι ρε μαλάκα, μπορώ, μια χαρά μπορώ , θα δεις , μια χαρά

 

-Μπορείς ;

 

-Θα σε φοβηθώ νομίζεις; δεν υπάρχεις ρε, δεν υπάρχεις, δεν υπάρχω, έχω φύγει, μη με ψάξεις ρε μαλάκα

 

-Δεν

 

-Θα με ψάξεις ρε, δεν γίνεται να μη με ψάξεις

 

-Γίνεται

 

-Θα με ψάξεις, θα με ψάχνεις μέχρι ν’ ασπρίσουν τα κόκαλά σου

 

-Ούτε κόκαλο έμεινε. Ούτε χόνδρος. Δεν πρόκειται

 

-Θα με ψάξεις ρε μαλάκα, ακούς ; θα με ψάξεις , το ΄ξερα πως θα με ψάξεις αλλιώς δεν θα ΄φευγα, δεν γίνεται να μη ψάξεις να με βρεις σου λέω, δεν γίνεται

 

 

 

THE END

 

 

 

Διάρκεια: απροσδιόριστη, ακόμη. Μεσολαβούν σιωπές και urban sounds ανάμεσα στους διαλόγους, θα δείξει το τελικό μοντάζ (στόχος τα 5 λεπτά και τρία δευτερόλεπτα)

Kόστος: όσο μια DVD-R 30 λεπτών, ένα τάληρο ξέρω γω..

Σεναριο: Αρχαίο. Έως αρχέγονο. Θα ξαναδουλευτεί, με συνεχείς αυτοσχεδιασμούς

Μουσική: τίποτε, κανένας αναπτήρας και φύσημα καπνού ίσως

Συμμετοχές σε φεστιβάλ: Δράμα, μόνο (του 2016, 2017, εκεί τριγύρω)

Πρωταγωνιστές: τσούρμο, ουρές, ορδές

Σκηνοθέτης: έχω μέσον

 

—–

δυάρια δηλητήριο

pigeon01

 

 

Έξη βήματα στα δεξιά του, αν αποφασίσει να τα κάνει -αφήνοντας κρασί και ανοιχτήρι στο τραπέζι- βρίσκεται η ηττημένη σάρκα αυτοπροσώπως. Και το αίμα. Χλιαρό, πλέον. Ούτε καν. Σε θερμοκρασία δωματίου, που έχει βδομάδες να αεριστεί. Αν χώσει ένα δάχτυλο μέσα σ’ αυτό το αίμα (μέσα της, ενδεχομένως) δεν θα καταλάβει διαφορά θερμοκρασίας, ούτε καν υγρασία. Εκείνη τη γνώριμη που -κάποτε- τρύπωνε στο είναι του και του ‘λιωνε τα γόνατα. Μπορεί να πάει με το μπουκάλι, σηκώνοντας τη φούστα της. Για να μη ξαναβάλει τα δάχτυλά του σε δοκιμασία να σέρνονται ξοπίσω από μνήμες σαν ανάπηροι πολέμου στα χωράφια που συναντήθηκαν με τη νάρκη τους.

Δεν θα το κάνει όμως. Έχει σφηνώσει το τιρμπουσόν και δεν θέλει να την κάνει κομμάτια. Όχι τόσο, όχι σήμερα στα γενέθλιά της.

Εκείνη βγάζει μια μια τις ρέγκες από το βάζο, τις απλώνει στο πιάτο ανάμεσα σε φέτες από αγγουράκι τουρσί και κλαράκια άνηθο. Δεν τη βλέπεις μα αυτό κάνει. Αν δεν είσαι εξοικειωμένος με το θέαμα, θα νομίσεις πως έκλεψε μια γυάλα με πεθαμένα φίδια από μουσείο φυσικής ιστορίας.  Ίδια κι απαράλλαχτα μ’ αυτά τα ολοζώντανα που ζουν στο σπίτι και δηλητηριάζουν κάθε τοίχο, κάθε καρέκλα, διακόπτη, λάμπα και σεντόνι  του μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τόσα πολλά φίδια για τόσα λίγα τετραγωνικά.

Έξη βήματα πίσω και αριστερά της παλεύει με έναν φτηνό φελλό η αήττητη -θαρρεί- σάρκα αυτοπροσώπως. Και το μυαλό του. Αν χώσει ένα φίδι μέσα στο κεφάλι του (βρίσκοντας κάποιο τρόπο να βγάλει τα μάτια του, που κόβουν το δρόμο) εκείνο θα κουρνιάσει εκεί για να ξεχειμωνιάσει. Ρουφώντας όσο δηλητήριο βρει, για να ‘χει να πορεύεται όταν ξανάρθει η άνοιξη.

Δεν θα το κάνει όμως. Θα αφήσει τα φίδια ατάιστα, μήπως και σωθεί κάποια στιγμή το απόθεμα απ’ το φαρμάκι τους.

Ανάμεσά τους, τρία βήματα μακριά απ΄τον καθένα, πάνω σε ένα -λίγο κακοραμμένο στη μια γωνιά του- πατάκι αγορασμένο έξη ευρώ και σαράντα λεπτά απ’τις ευκαιρίες του ΙΚΕΑ, ζει ένας λεκές από άγραφο στιχάκι του Peter Hammill. Kαι τρία ξεφτισμένα κρόσσια από ένα σκιαχτικό βογγητό της Diamanda Galas που δεν ηχογραφήθηκε ποτέ.

 

φάστερ Σεπτέμπερ! ρέιν! κιλ!

 

32018489.tura

 

Τον περυσινό Σεπτέμβρη ο φίλος μου ήταν, ακόμη, εδώ. Παρά τις δυσκολίες και τα ήξεις-αφήξεις μαντάτα απ΄ τη δουλειά του, απόδιωχνε απ’ το μυαλό την πιθανότητα το επόμενο φθινόπωρο να χάζευε πεσμένα φύλλα, παιδιά στο δρόμο για το σχολείο τους και βρεμένα παγκάκια κάπου αλλού.

Έτσι νόμιζα. Γιατί αρνιόμουν να δω αυτό που τον έτρωγε, όπως τα Langoliers τρώγαν χωράφια, αεροδρόμια, σπίτια, τρακτέρ και ανθρώπους. Μιλούσαμε για ο,τι θες να φανταστείς (στην περίπτωση των δυο μας, καλύτερα να μη θες). Αλλά για φευγιό ποτέ δεν μιλήσαμε κι από μια μέρα και μετά που κάτι άρχισα να ψυλλιάζομαι, άρχισα να αποφεύγω να τον κοιτάζω μέσα στα μάτια. Καλά τα λέει η κολομβιάνα για τα hips αλλά και τα μάτια κακοί ψεύτες είναι.

Πίναμε τσίπουρα στο μπαλκόνι (δικό του, δικό μου, δεν έχει σημασία, ένας δρόμος που χωρούσε δυο αυτοκίνητα τα χώριζε), μετά το δεύτερο καραφάκι οι γυναίκες πιάναν τα λίγο βαρετά δικά τους (σπίτια, παιδιά, λογαριασμοί, οργασμοί) κι εμείς  ως συνήθως λοξοδρομούσαμε. Τις ξαναθυμήθηκα αυτές τις κουβέντες μας χτες βράδυ, διαβάζοντας ότι σήμερα ξεκινάει το μικρομηκάδικο φεστιβάλ στη Δράμα. Τα τελευταία εφτά χρόνια καταστρώναμε σενάρια για το ταινιάκι που θα στέλναμε, κάποια μεγάλη μέρα. Πολλά σενάρια, το ένα συναρπαστικότερο απ’ το άλλο. Ερχόταν ένα πρωί που ανακαλύπταμε ότι είχαμε χάσει την προθεσμία και λέγαμε -ανακουφισμένοι- «δεν πειράζει, αυτοί θα χάσουν, του χρόνου».

Το τελευταίο -αβάσταχτα πρωτότυπο- στόρυ ήταν για ένα ζευγάρι, άγνωστων μεταξύ τους, που εγκλωβίζονται στο τρίτο υπόγειο σε ένα πάρκινγκ την ώρα που αυτό κατεβάζει ρολά, κατά τις μιάμιση το βράδι και ως το ξημέρωμα ψάχνουν μαζί τρόπο να βγουν. Το ένα κινητό έκλεισε από μπαταρία μόλις κατέβηκε το ρολό, το άλλο δεν υπήρχε καν. Το τηλέφωνο ανάγκης ήταν σκισμένο στα τρία τελευταία νούμερα. Επί πέντε ώρες κανένα αυτοκίνητο δεν μπήκε, κανένα δεν βγήκε. Πρόσβαση σε ασανσέρ μόνο με κάρτα που πήραν μπαίνοντας, η μια είχε απομαγνητιστεί επειδή ήταν με τις ώρες πλάι στο κινητό, η άλλη κάρτα δεν βρέθηκε ποτέ. Συναγερμός υπήρχε αλλά κάτι θα βρίσκαμε για να μη μπορέσουν να τον ενεργοποιήσουν.  Άμα έχεις δει πολύ σινεμά στη ζωή σου, από λεφτά μπορεί να ξεμείνεις, από κλισέ ποτέ.

Βρήκαμε την τοποθεσία (πόσα υπόγεια πάρκινγκ να ΄χει μια πορδή πόλη), ούτε καν χρειάστηκε να κάνουμε αυτό το location scouting πωστολένε, περιγράψαμε -αχνά- την ιστορία, εκείνος -που έπιανε το χέρι του- είπε ότι θα είχε έτοιμο το storyboard πριν μπει ο Οκτώβριος, το μπάτζετ ήταν αστεία υπόθεση, θα ψάχναμε κάποια στιγμή αυτούς τους δυο ναυαγούς του υπόγειου και μετά θα ξεκινούσαμε να προλάβουμε τις προθεσμίες.

Μετά το τρίτο τσίπουρο άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια κάποιες μικρές διαφωνίες, ήσσονος -νομίζαμε- σημασίας. Εγώ, ο πιο συντηρητικός του ντουέτου των Κοέν των πολύ φτωχών, επέμενα για αγόρι-κορίτσι. Εκείνος είχε κατά νου δυο άντρες ή δυο γυναίκες. «Έτσι θα έχουμε πρόσβαση και σε LGBT φεστιβάλ, αφήνοντας δυο τρία υπονοούμενα να αιωρούνται στους διαλόγους και κάτι να υποβόσκει ανάμεσα σ’ αυτούς ή σ’ αυτές τις δυο. Μη σκέφτεσαι στενά, δες την καταξίωση έξω». Εδώ  τη  Δράμα δεν καταφέραμε επί πέντε χρόνια να πλησιάσουμε, που ήταν τρία τσιγάρα δρόμος μακριά μας (αν καπνίζαμε), ήθελε και εξαγωγή ο παπάρας.

Στο τέταρτο τσίπουρο λύγισα, παραλίγο να συγκατένευα. «Υπό έναν όρο: δεν θα τους βάλεις να φιλιούνται με γλώσσα, πιο κλισέ απ’ τον φλώρο δεν θα γίνουμε, νταξ;». Με κοίταξε λοξά, ούτε ονόματα  χρειαζόταν να πούμε μεταξύ μας. «Εντάξει μαλάκα, νίκησες. Θα βάλω γυναίκες στο σενάριο. Η μια θα είναι ντυμένη σαν την Tura Satana στο Φάστερ Πούσικατ, η άλλη φτυστή η Leia Organa. Και δεν θα ανταλλάξουν ούτε μισή κουβέντα. Μόνο με τα μάτια θα συνεννοούνται. Και με τυχαία αγγίγματα, στα μπράτσα και στα γόνατα. Να πάρεις κανένα πονηρό πουκαμισάκι για τα βραβεία, όχι με ριγέ και σιελάκια. Και χιπστερογυαλιά να πάρεις, εγώ βρήκα στο παζάρι, τα είχε ανάμεσα στα βρακιά και στις ΚΕΜ». Εκεί αυτός, γινάτι.

Για πολύ καλή της τύχη η συμπαθής πόλη της Δράμας δεν είδε τι σπάνιες ράτσες γυναικών κυκλοφορούν μονάχες τους ξημερώματα στην μικρή μας πόλη και δεν πλάνταξε στο κλάμα, απ’ τη ζήλια για τη μεινστριμίλα και τη μετριότητα που κατατρώει τα σωθικά της. Η Δράμα γλίτωσε γιατί με το που τον πήρα τηλέφωνο -ένα απόγευμα Παρασκευής- να του πω ότι αν αργήσουμε κι άλλο ψάχνοντας κομμωτήριο για αυτήν που διαλέξαμε ως Leia, θα πάμε για το διαγωνιστικό του 2015, μου ξεστόμισε τα νέα. «Τα μαθαίνεις πρώτος, ούτε στη μάνα μου, ούτε στην αδερφή μου τα είπα, μόνο στους τρεις μέσα στο σπίτι». Δεν μίλησα, τι να πεις. Κανένα χαζοκλισέ θα έλεγα, άσε που δεν είμαι καλός στα ψέματα «αν είναι για καλό, τι να κάνεις πια εδώ» ή «κάτι θα βρεθεί ώσπου να φύγεις και θα το ακυρώσεις το εισιτήριο». Γιατί έχει το κακό συνήθειο, κι αυτός, να με κοιτάει στα μάτια όταν μιλάω και ξέρει να μεταφράζει καλά, ο αλήτης o σκηνοθέτης.

 

Πέρυσι τέτοιες μέρες, μπορεί και λίγο αργότερα, τον βοήθησα να τσουβαλιάσουμε τα ξύλα και να τα κατεβάσουμε στην αποθήκη, στο υπόγειο. Εκείνος θα ΄φευγε αλλά οι άλλοι τρεις θα μέναν πίσω, δεν αφήνεις γυναικόπαιδα να παλεύουν μονάχοι τους με κοτζάμ χειμώνα. Κοντά τέσσερις ώρες ντανιάζαμε και δεν είπαμε λέξη. Μόνο νερό πίναμε. Και στα διαλείμματα χαζεύαμε, πολύ διακριτικά, κάποιες ωραίες μαμάδες εκεί στα σύνορα των δεύτερων -άντα που κατηφορίζαν προς το κέντρο της πόλης και μας κοιτούσαν με οίκτο μέσα από τα μεγάλα μαύρα γυαλιά τους. Σε μερικές περιπτώσεις, το λέω με καμάρι, σκανάρουμε αλήθειες και κάτω από μαύρα γυαλιά.

Μου είχε πει την προηγούμενη (όταν έμαθα ότι θα του φέρναν τα ξύλα και τον πήρα τηλέφωνο να ρωτήσω τι ώρα να κατέβω, εκείνος κιχ δεν έβγαλε, όλα μόνος του ήθελε να τα κάνει) «ούτε να το διανοηθείς, με τα ζόρια που τραβάς με τη μέση σου». Του απάντησα «να πας να γαμηθείς, που θα με πεις και μεσήλικα».

Αυτό με τρώει, ακόμη. Να πας να γαμηθείς, του είπα. Όχι να μπει σε ένα αεροπλάνο και να πάει στου διαόλου τη μάνα. Και να περνάει η μια Δράμα μετά την άλλη χωρίς εμάς, το ημιφωτισμένο -3, το συνωστισμένο σουτιέν της Tura και την κουπ της Leia μέσα…

 

….

where’s Danny Torrance now?

 

31978128

 

Χτες βράδυ χασμουριόμασταν βλέποντας τον ζουμπά τον  Ίθαν Χαντ και βάλαμε τη «Λάμψη». Δέκατη πέμπτη φορά και ξανανατρίχιασα -κάποιες στιγμές- με τον παλαβό. Σήμερα το πρωί ο δρόμος μου ήταν έξω από σχολείο, πάγωσα βλέποντας την αυλή να γεμίζει. Τριανταέξη χρόνια πέρασαν και πάλι το τιμόνι κόντεψε να μου φύγει απ΄ τα χέρια, έφυγα στο πεζοδρόμιο (έχουμε πολλα χαμηλά πεζοδρόμια σ’ αυτή την άσχημη πόλη μα ούτε ένα ενδιαφέρον πάρκο για να χαθείς στα σωθικά του), μια γριά -που δεν είχε σαπίσει ακόμη- γλίτωσε στο τσαφ. Μετά αντί να με καταραστεί, γελούσε σα σεληνιασμένη κουνώντας πέρα-δώθε τα χέρια της, ευτυχώς ντυμένη. Ήταν που ήταν τρομαχτικές οι γριές, τις αποτελειώσαν με τις συντάξεις. Οι τρίχες μου ακόμη αρνούνται να ηρεμήσουν, πρέπει να χαράξω διαδρομές που δεν περνάνε έξω από σχολεία.

Είδα την ευγενική καθαρίστρια στον διάδρομο. Σήμερα σφουγγάριζε μόνη. Ρώτησα -από ενδιαφέρον- τι κάνουν τα χαριτωμένα κοριτσάκια της. Είπε ότι σήμερα έχουν αγιασμό στο σχολείο. Σκέφτηκα «καλύτερα τσεκούρι». Από μέσα μου. Της είπα «χαιρετισμούς στον Ντέλμπερτ», δεν ξέρω πως μου ‘ρθε, λάθος κοινωνικότητα. Αν κρίνω από το απελπισμένο βλέμμα της, μάλλον πρέπει να ψάχνουμε καινούρια καθαρίστρια από αύριο.

Πηγαίνοντας προς το ασανσέρ, είδα πως ήταν σταματημένο στο 2.  Εκεί που δεν ζει κανείς. Τώρα που το ξανασκέφτομαι και το 237 στον δεύτερο ήταν. Κάποιος, θυμάμαι, μου εκμυστηρεύθηκε ότι ο παπάς στο μοναστήρι στο βουνό κάνει καλούς και εγγυημένους -για τρία χρόνια- εξορκισμούς. Ποιος κάθεται όμως να ψάχνει κίτρινο σκαραβαίο για να φτάσει ως εκεί πάνω. Με κορεάτικο χιλιάρι δε νομίζω να γίνεται σωστή δουλειά.

Να ορίσω μια συνέλευση οικοδομής για το Σάββατο το απόγευμα. Τα μάρμαρα στους διαδρόμους είναι πολύ βαρετά και πολύ μικροαστικά πλέον. Τύπωσα και θα τους δείξω τη μοκέτα του Overlook. Εύχομαι να τους πείσω να αναβαθμισθούμε.

Ελπίζω όταν γυρίσω σπίτι κατά τις έξη να λείπει η -πολύ πιο όμορφη- Γουέντι μου. Ο Ντάνι είπε ότι θα πάει για sreeb με τον Τόνι. Eυκαιρία να μπορέσω να γράψω μισό κεφάλαιο ανενόχλητος. Μια παράγραφο, έστω. Δέκα λέξεις. Πέντε. Τσάμπα ρεύμα καίει ο καταψύκτης.

Κάπου είχα κρυμμένο ένα μπαλάκι του τένις.    Ίσως να’ταν και του μπέιζμπολ.  Ντουβάρια υπάρχουν.

 

#

ιστορίες από τον πέμπτο (και τέταρτο και τρίτο και πρώτο) όροφο

 

31946656

 

 

 

Προχτές μπήκα διαδοχικά σε δυο ασανσέρ (σε κτίριο που στεγάζει  δικηγόρους, γιατρούς, και  λογιστές), λέγοντας “καλημέρα”. Στο πρώτο ήταν άλλος ένας μέσα που κατέβηκε στον τρίτο όροφο, στο δεύτερο μια μαμά με το δεκάχρονό της κι ένας παπάς που πάτησαν «ισόγειο». Κανείς δεν μου απάντησε.

Ή βλέπω ανθρώπους που δεν υπάρχουν ή δεν με βλέπουν. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι είναι ανησυχητικότερο.

*

Κάθε Πέμπτη απόγευμα -λίγο πριν, λίγο μετά τις έξη- την ώρα που επιστρέφω στο σπίτι, το ασανσέρ μυρίζει Escape. Καμιά άλλη μέρα. Μόνο τα απογεύματα της Πέμπτης. Τη μέρα που θα δω και τον καθρέφτη του να δακρύζει, θα προτείνω στη συνέλευση να το χρησιμοποιούμε τις Πέμπτες 6-8μμ σαν παρεκκλήσι. Θα ειδοποιήσουμε και την γειτονιά, είναι ανόητο να μην εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα κεριά των λαβωμένων από την Escape.

*

Μετά την κρίση, στον δεύτερο όροφο της πενταόροφης οικοδομής μας είναι άδεια και τα τέσσερα διαμερίσματά του. Περιμέναμε μάταια επί δυό χρόνια και εφτά μήνες να ξανακούσουμε πόρτα στον δεύτερο να ανοίγει. Ένα μεσημέρι Κυριακής οι υπόλοιποι, παρά τις αντιρρήσεις μου, το πήραν απόφαση και ξήλωσαν με μανία την πινακίδα 2 από την πόρτα του ασανσέρ. Και μετά το κουμπί 2 από κάθε πίνακα.  Με τη φόρα που πήραν φοβάμαι ότι κάποια μέρα που θα ανηφορίζω προς το σπίτι, θα κοιτάξω προς τα πάνω και θα μετρήσω τέσσερις ορόφους.

*

Όλον τον Αύγουστο ο πίνακας ήταν χαλασμένος και για να πας στον τέταρτο έπρεπε να ανέβεις στον πέμπτο, να βγεις από το ασανσέρ, να ξαναμπείς και  να πατήσεις 4. Είχα έτσι την ευκαιρία να δω για πρώτη φορά ότι και ο πέμπτος όροφος έχει ωραίο μακρύ φοβιστικό διάδρομο, πόρτες  και κουδούνια έξω από τα διαμερίσματα, παλιοκαιρίσια φωτιστικά και το ίδιο άσχημο χρώμα στους τοίχους. Κάποια μέρα είχα την παρόρμηση να βγω στον τρίτο και να μπω μετά για να πατήσω 4 αλλά δεν ήμουν προετοιμασμένος για το τι θα αντικρύσω και ξαναπάτησα 5. Ντρέπομαι για την ατολμία μου, μα ανέκαθεν με τρόμαζαν οι μεγάλες προκλήσεις.

*

Είναι κάποιες στιγμές που τρέμω σαν σκέφτομαι το πώς χειρίζονται αυτό το πολύπλοκο μηχάνημα οι αναλφάβητοι. Νομίζω πως πρέπει να προσθέσουμε ένα άρθρο στον κανονισμό της οικοδομής ώστε να απαγορεύσουμε τη χρήση του σε όσους δεν γνωρίζουν αποδεδειγμένα αριθμητική. Δεν είναι πρέπον, μα ούτε και ασφαλές, να τριγυρίζουν διάφοροι αμόρφωτοι στις σκάλες της οικοδομής.

*

Αντιπαθώ τα γυάλινα εξωτερικά ασανσέρ. Από μιαν ηλικία και μετά το αυχενικό (και ένας ελάχιστος αυτοσεβασμός) σε εμποδίζει από το να παρατηρείς -εκστασιασμένος, από την υψηλή τεχνική του κατασκευαστή- το σάρκινο περιεχόμενό του.

*

Κάθε εβδομάδα, πλάι στον πίνακα ανακοινώσεων στην είσοδο της οικοδομής, βρίσκουμε ένα κολλημένο χαρτάκι (πάνω απ’ τα προηγούμενα):

«ΕΛΕΓΧΘΗΚΕ, ημερομηνία, σφραγίδα, υπογραφή, ο συντηρητής του ανελκυστήρα»

Αν σκεφτείς ότι o συντηρητής έχει πεθάνει πριν ενάμιση χρόνο, το γραφείο του έχει γίνει πια τυροπιτάδικο και έκτοτε αποφασίσαμε να συντηρούμε το ασανσέρ μόνοι μας (με τακτικά ευχέλαια, εικονίτσες και σκόρδα που κρεμάμε μέσα του), νομίζω ότι θα πρέπει ν’ αρχίσω να παραμονεύω για να δω ποιος είναι αυτός που δεν θέλει να αφήσει το ασανσέρ μας να μάθει την πικρή αλήθεια.

*

Στις, όχι και πολύ σπάνιες πλέον, επισκέψεις μου σε κλινικές και νοσοκομεία, πάντα χρησιμοποιώ το ασανσέρ μεταφοράς ασθενών. Είναι λιγότερο κλειστοφοβικό και τυχόν συνάντησή σου με γεμάτο φορείο, σε πλημμυρίζει με ένα αίσθημα ανωτερότητας. Για να αποφύγω παρατηρήσεις από τους νοσηλευτές, φοράω πάντα γραβάτα και νομίζουν πως είμαι κάποιος πολύ σπουδαίος, οπότε πάντα μου χαμογελούν. Ευτυχώς δεν μου κάνουν παράπονα για τα μισθολογικά τους και το συνταξιοδοτικό.

*

Όταν πηγαίνω επίσκεψη σε σπίτια ανθρώπων που αντιπαθώ ( πηγαίνω όμως, άπαξ, δις του έτους, για να μην ενταφιαστεί οριστικά και αμετάκλητα η κοινωνικότητά μου) ξεκινάω πάντα ένα ημίωρο πριν την ώρα που με καλούν και χρησιμοποιώ το ασανσέρ τους ανεβοκατεβαίνοντας επί ένα εικοσιπεντάλεπτο σε τυχαίους ορόφους. Είναι η μικρή, ελάχιστη συμβολή μου στην οικονομική τους καταστροφή.

*

Παρακάλεσα επανειλημμένα (με, ευγενική αλλά σαφή, απειλή μείωσης αμοιβής) την καθαρίστρια της οικοδομής να ντύνει πιο σικάτα τα δίδυμα κοριτσάκια της που την βοηθούν στο σφουγγάρισμα του ασανσέρ. Οφείλουμε, της είπα, να χαρίσουμε έστω μια μικρή Λάμψη στη γκρίζα μας καθημερινότητα.

***

στα κόκκινα φανάρια

31919274

 

 

Με σταματήσαν ένα, δυο, τρία κόκκινα, το τέταρτο το πέρασα -αφηρημένος και εγκληματίας- με κατάρες πεζών και εποχούμενων, το πέμπτο ήταν αδύνατον να το αψηφήσω. Όταν φτάνω εκεί πάντα κόβω ταχύτητα, γυρίζω από συνήθεια το κεφάλι ψηλά και δεξιά, να δω τι είδους άνθρωποι κάθονται έξω στα μπαλκόνια, τι σχήμα και μορφή έχουν, ανθρώπους δεν είδα ποτέ, κάμποσα χρόνια μετά μου είπαν σχεδόν συνωμοτικά (έτσι λέγονται αυτά, ποτέ φωναχτά) ότι κανείς δεν βγαίνει στο μπαλκόνι, αφού τα τριπλοκλειδώνουν, για να μη σε βάλει η ανοιχτή μπαλκονόπορτα σε πειρασμό. Ο σατανάς -μπορεί κι ο Θεός, που δοκιμάζει-λένε- τις αντοχές των ανθρώπων, σαν τεστ κατάταξης στην άλλη ζωή, αυτά που μουρμουρίζουν για ψευτοπαρηγοριά οι παπάδες και οι απελπισμένοι- το ‘χει χούι να κάνει αστειάκια, να σε τσιγκλάει just do it!, αυτό που οι παπουτσάδες κόπιαραν ξεδιάντροπα χωρίς να του ακουμπήσουν φράγκο τσακιστό για τα royalties αλλά ποιος διάολος δίνει δεκάρα για τα εύσημα και τον τραπεζικό λογαριασμό του, αυτά είναι για τους μέτριους θεούς των ακόμη πιο μέτριων που πιστεύουν σ’ αυτούς.

Κοιτάζω την μπλε πινακίδα, πιάνει ίσα με τρεις, μπορεί και τέσσερις ορόφους ύψος, μη τυχόν και λαθέψεις στο τι κοιτάς. Το πρωί αντέχεται, κάποιες φορές το μάτι σου λοξοδρομεί, τις νύχτες όμως κολλάει πάνω στα γράμματα όπως οι πεταλούδες και τα μυγαράκια στη λάμπα στο μπαλκόνι.

Θ-Ε-Α-Γ-Ε-Ν-Ε-Ι-Ο

Τώρα που τα ξαναθυμάμαι και τα γράφω (ανάθεμά με κι αν ξέρω γιατί), πίνω ένα μάλλον φτηνό, μάλλον ισπανικό, μάλλον ροζέ. Σίγουρα μέτριο, μπορεί και λίγο κάτω απ’ το μέτριο, εκτός κι αν φταίει η μνήμη μου, μετά από τόσα μέτρια αρχίζεις να πίνεις αμήχανα. Ούτε από πού το αγόρασα θυμάμαι, μπορεί να ΄ταν και αδέσποτο, μερικές φορές αυτά βγαίνουν καλύτερα από ράτσας, τις πιο πολλές κοπριτάκια αλλά ποιος διάολος δίνει δεκάρα για το τι πίνεις όσο γράφεις. Ποιος δίνει δεκάρα για το τι γράφεις, δηλαδή. Τι κι αν είναι μελό, ξαναμασημένο, ασύνταχτο, ασυνάρτητο, μερικές φορές είναι λυτρωτικό να γράφω σαν πρωτάκι στο δημοτικό,  για μένα μόνο. Και καναδυό άγνωστους που αγνοούμε εκατέρωθεν (ή αμοιβαία; ένα απ΄τα δυο θα είναι σωστό) την ύπαρξή μας. Σιγά μη κάθεσαι να εφευρίσκεις λέξεις, να σκαρώνεις πιασάρικα τιτλάκια ή να φτιασιδώνεις παραγράφους στα φανάρια. Ας τα κάνουν οι λόγιοι αυτά.

Ματιά αριστερά.

Μ-Ι-Κ-Ε-L

Δεν ξέρω τι ράτσας άνθρωποι κάθονται να πιουν καφέ απέναντι από εφτά; οκτώ; εννιά πατώματα και δεν ξέρω (ούτε θέλω και να μάθω) πόσα υπόγεια γεμάτα καρκίνους με παράξενα ή οικεία ονόματα, απ’ αυτά τα καθημερινά κι εύκολα (εύκολα, λέξη κι αυτή) που ποτέ δεν μπορείς να μάθεις να προφέρεις σωστά χωρίς να κομπιάσεις και να χρειαστείς δυο γουλιές νερό για να κατεβούν οι συλλαβές ως τα χείλια σου. Δηλαδή, θέλω να πω, καλύτερα να κρυφτείς μέσα στο σπίτι σου, απέναντι από τέσσερα ντουβάρια που τα σιχάθηκες και μπούχτισαν κι αυτά να σε βλέπουν, παρά να κάθεσαι εκεί αντικρίζοντας Αυτό.

Κοιτάζω αυτούς που κάθονται στα τραπέζια, με έναν καφέ κι ένα νερό μπροστά τους. Κάνω συνειρμούς κι αντιστοιχίσεις. Κανείς τους δεν είναι καθαρός, το βλέπω στα μάτια τους, στον τρόπο που σταυρώνουν τα χέρια τους, στα κουρασμένα ρούχα τους, στα σβηστά τσιγάρα μπροστά τους.  Όλοι κουβαλάνε κι έναν Δαίμονα μέσα τους, που τον αφήσαν για λίγο παρέα με τον ξενιστή του σε κάποιο δωμάτιο, τρίκλινο, τετράκλινο, δενξερωγωτι, απέναντι. Πετάγομαι για ένα νερό και ξανανεβαίνω. Ντρέπονται, ίσως, να πουν καφέ. Και τσιγάρο. Και πετάγονται απέναντι, παραγγέλνουν, ζάχαρη, αφρόγαλα, κρέμα κι άλλη ζάχαρη να κοντράρει την πίκρα, ή σκέτο, για να μη τους δαγκώσουν οι τύψεις. Επειδή στερούν την παρουσία τους δέκα λεπτά, δεκαπέντε, απ’ τις ματιές των άλλων, των ανήμπορων να βγουν παραέξω. Κι επειδή κανείς δεν ξέρει -ούτε καν εγώ, που μετά από τρία ποτήρια θαρρώ ότι τα ξέρω όλα, ακόμη κι αυτά που δεν έγιναν ακόμη- αν αύριο αυτά τα δέκα λεπτά, τα δεκαπέντε θα είναι ακόμη εξαργυρώσιμα. Ή αν δεν υπάρχει καν ματιά απέναντι, κάτσε να σε δω λίγο ακόμη, άσε με να φύγω γιατί δεν αντέχω να σε βλέπω να λιώνεις.

Ένας ανυπόμονος κορνάρει, πίσω μου. Λογικό, αφού αν ήταν μπροστά δεν θα ΄χε κανένα λόγο να βιαστεί να με βγάλει απ’ το δρόμο του. Δεν ξεκινάω αμέσως, δεν έχεις λόγο να βιάζεσαι σε τέτοια φανάρια. Να κάθεσαι με τις ώρες πρέπει, να διαβάζεις τις μπλε επιγραφές, και τα μάτια των ανθρώπων που μπαινοβγαίνουν σ’ Αυτό. Κι εκείνων που κάθονται και παραγγέλνουν έναν καφέ, κοιτάζοντας μια το κινητό, μια τον τρίτο, πέμπτο, έκτο όροφο απέναντι, μια εκείνον που κάθεται πλάι τους, που φοράει μαύρα γυαλιά και καπνίζει τσιγάρα με τέσσερις ρουφηξιές, τα φτάνει στη μέση και τα τσακίζει, τα κάνει δυο κάτια στο τασάκι που δεν προλαβαίνει ν΄αδειάσει. Αν μπορούσαν αυτά τα συγκεκριμένα σταχτοδοχεία να γράφαν την ιστορία όσων τα γέμισαν, θα ΄πρεπε να τα γκρεμίσουμε τα blogs και να τα αποτεφρώσουμε μετά. Πληρώνοντας αν χρειαστεί, όσο όσο.

Ξεκινάω για να μη με πυροβολήσει ο πίσω. Πριν βάλω πρώτη, κατεβάζω το καθρεφτάκι. Όχι για να δω τον ανυπόμονο, μα εμένα. Για να  βεβαιωθώ πως έχω είδωλο. Και να υποσχεθώ (πάλι ψεύτικα, το ξέρω) πως μέρα φεύγει, μέρα μπαίνει, θα κόψω τη γκρίνια και τα ναι μεν αλλά. Για χάρη εκείνων που είναι ξαπλωμένοι και κουρασμένοι δεξιά, μόνο τα ναι πρέπει να κοιτάς. Τα μεν αλλά είναι παραπανίσιες, ηλίθιες, άχρηστες πολυτέλειες.

Περνάω αργά αργά δίπλα απ’ το «Πωλούνται περούκες παθήσεων». Δέκα, είκοσι, τριάντα μέτρα μπροστά, ζωή ξανά. Αυτή που συνεχίζεται, ερήμην κάποιων. Kαι των παθήσεων. Σιγά μην σου αποκάλυψα και κάτι καινούργιο δηλαδή.

 

—–

stirred, not shaken

 

31821120

 

 

Καμιά ανατριχίλα βλέποντάς την στα εικοσιτρία, μόνο λίγο ψευτολίκνισμα ψυχής με τα παλιοκαιρίσια τραγουδάκια. Τότε που είσαι -ήσουν, εκείνα  τα  πιο φαρδύκαρδα χρόνια- λίγο, πολύ, αθάνατος, το τρυφερό πετσί σου περί άλλων τύρβαζε. Σκεφτόσουν με το δέρμα, αυτό ήταν αφέντης στο μυαλό. Φτάσαμε στα τριαντακάμποσα,  κάποιοι σταθήκαμε τυχεροί, γλιτώσαμε τις αιφνίδιες αναχωρήσεις και τα αναπόφευκτα μαζώματα, όπου ανακαλύπτεις πως αυτά που έχεις να πεις είναι τα κλισέ του κερατά που ανέκαθεν σιχαινόσουν, μη ξαναχαθούμε, να βρισκόμαστε για κανένα ποτό, να πάμε το καλοκαίρι τρεις μέρες κάπου παρέα, αυτά τα κάπου, κάπως, κανένα, τα κάλπικα. Μετά τα σαρανταπέντε χαθήκαμε για τα καλά, οι περισσότεροι, και γλιτώσαμε τα ψέματα. Τώρα που σκαρφαλώσαμε στα -ήντα,  τα παιδιά μας είναι ακόμη μικρά -έτσι κοροϊδευόμαστε- για παντρειές, οπότε σαν ανταμώνουμε με κάποιους της συνομοταξίας μετράμε στο παρουσιολόγιο ένα γάμο για δυο κηδείες. Ίσως κάποια στιγμή αλλάξει το ισοζύγιο, αν και δεν βλέπω προθυμία για επίσημα ζευγαρώματα σήμερα. Μερικές φορές μου περνάει απ’ το μυαλό (αυτό που κρατάει πια μούτρα στο δέρμα) πως άμα ρούφαγες λίγο απ’ το αίμα μας, μπορεί να δηλητηριαζόσουν απ’ το αξιοθρήνητο καναπεδίσιο chill out. To big chill άφαντο στην επίγευση. Προσπαθούμε, είν’ αλήθεια, αυτό το λίγο αίμα που μας έμεινε να το φέρνουμε σε σημείο βρασμού, που και που. Έστω να κοχλάσει, να ζεματίσει, να ξεχλιαρέψει μια στάλα. Άλλοι τα καταφέρνουν, άλλοι βασανίζονται με το θερμοστάτη. Αλλά το παλεύουμε. Έχοντας συνειδητοποιήσει, καλό ή κακό δεν ξέρω, ότι ο -κάθε- Alex died for most of us a long time ago.

 

(καλά, όχι εσύ)

 

….

postcards from italic

31760885

Τα μέρη που περπάτησες, σημαδεμένα με italic. Εκεί που ήπιες λίγες εικόνες παραπάνω, μαρκαρισμένα και με bold.

Αποφασίζεις να μη γράψεις τίποτε, κλείνεις το word. Ανοίγεις το Aperol.

Από αύριο μια προς μια οι πέτρες που όλο το χρόνο σε πλακώνουν -μισός τόνος, και βάλε, η καθεμιά- αφού μπήκαν για λίγα εικοστετράωρα (δίχως έγνοιες, χρονοδιαγράμματα και ξυπνητήρια) παράμερα, θα ξαναστοιβιαστούν στη θέση τους, πάνω σου, για να μείνει το θέρος σου μέσα. Προστατευμένο από μάτια αδιάκριτα και κάθε λογής επιδρομείς, που κάθε φορά -όμως- εύχεσαι να συναντήσεις.

Στις ανασκαφές που θα γίνουν πέντε, δέκα χρόνια αργότερα -αν δεν θαφτεί ενδιάμεσα το βλογ κάτω από όγκους λήθης και βαρεμάρας- κάποιος θα ανακαλύψει μιαν ακέφαλη πρόταση. Συλημένη απ’ το χρόνο. Ίσως ακατανόητη και ασύντακτη.

Αφήνεις πίσω καρτ ποστάλ με κενό το όνομα του παραλήπτη. Ο,τι καταφέρεις και προλάβεις να στριμώξεις σε μιαν άσπρη, άγραφη πλευρά μέχρι να τελειώσει το ταξιδάκι. Αυτό είν’ όλο.

 

….

δεν έχω τίτλο

4420321547_141f465cea_b

 

 

Η κούραση είναι κακός συμβουλάτορας. Δεν δίνει καν συμβουλές, πολλές φορές δεν μιλάει. Ούτε διακρίσεις κάνει. Και κουφός και τυφλός κι ανάπηρος να είσαι, μια μέρα (που μπορεί να ‘ναι και νύχτα) θα σε αρπάξει απ’ το χέρι, απ’ τον ώμο, απ’ ότι βρει και θα σε σύρει σε  μια ερημιά (που μπορεί και να ‘ναι γεμάτη με ανθρώπους) απ’ όπου δεν ξέρεις πολλούς τρόπους να γυρίσεις. Θα σου μείνει μια καθαρή μελανιά για να θυμάσαι τη διαδρομή ως εκεί. Για να τη βλέπεις και να μην αναρωτιέσαι, σαν Byrne των μετρίων, how did I get here?

Η κούραση είναι άσχημο σαράκι. Δεν της δίνεις σημασία βδομάδες, μήνες, χρόνια αλλά τη δουλειά της την κάνει ήσυχα ήσυχα, με ζήλο, ακούραστη (δεν κουράζεται η κούραση, θα ‘ταν πολύ ανόητο να πόνταρες σε κάτι τέτοιο) χωρίς δεύτερες σκέψεις και τύψεις. Δεν μ’ ακούς. Θα σε λιώσω. Μετά θα με πιστέψεις.

Η κούραση δεν καταλαβαίνει από ψέματα. Αδύνατον να την κοροϊδέψεις. Είτε Νοέμβριος είναι, είτε της Παναγίας, είτε άνοιξη μπαίνει. Σε ξέρει σαν την τρύπα στην τσέπη της, εσύ ποτέ δεν θα αξιωθείς να τη μάθεις καλά κι ας λες πως έμαθες να την αναγνωρίζεις σαν βρεθείτε κοντά.

Η κούραση είναι καλά κρυμμένη λέξη. Μακάρι να ‘ξερε κανείς πόσες συλλαβές έχει και  με πόσα γράμματα γράφεται. Μακάρι να ‘ξερες από ποια γωνιά έρχεται με φόρα, με κλειστά φώτα, καταπάνω σου. Δεν μ’ άκουσες. Σε έλιωσα. Τώρα είσαι δικός μου. 

—-

τα φτερά

31568428

 

 

To ‘λεγε με καμάρι, πίνοντας την τελευταία -ανύπαρκτη- γουλιά απ’ το φραπέ της.

 «Όχι που θα καθόταν εδώ να σκοτώνεται με φροντιστήρια και μαθήματα και μετά εξετάσεις για σχολές της πλάκας και πτυχία του κώλου»

Έψαξε τσιγάρο, έπιασε το προτελευταίο. Από πακέτο πρωινό και η ώρα ήταν δεν ήταν εφτάμιση.

«Στο φινάλε το θέμα είναι να κάνουν αυτό που αγαπάνε, όχι να ψάχνονται για αρχιτέκτονες και να καταλήγουν φυσικοί. ‘Η να θέλουν να γίνουν μοριακοί βιολόγοι και στο τέλος να καταγίνονται με ουλίτιδες, σφραγίσματα κι απονευρώσεις. Σιγά μην έμπαινε σε τέτοια διαδικασία το παιδί»

Είχε πάρει φόρα. Δεν είναι σίγουρο ότι οι άλλες δυο την άκουγαν, καθεμιά είχε τα δικά της ζόρια. Της μιας της τέλειωσαν τα τσιγάρα και δεν τόλμησε να κάνει τράκα βλέποντας τα μόλις δυο αλλότρια, το κοντινότερο περίπτερο ήταν διακόσια μέτρα μακριά και είχε βολευτεί καλά κάτω απ’ τον ανεμιστήρα. Της αλληνής πάλι της ξανάρθε περίοδος σήμερα, δεύτερη φορά σε δυο βδομάδες. Δεν την απασχολούσε τόσο η εμμηνόπαυση που της έκλεινε, πλέον, παιχνιδιάρικα το μάτι. Ότι θα ΄πρεπε να ειδοποιήσει τον άλλον για αλλαγή πλάνων την ένοιαζε, να μη σκάει κι εκείνος να σκαρφίζεται σενάρια για να σερβίρει στην γυναίκα του. Στράφι τόσο γαλάκτωμα σώματος, τόση λεπτομερής φροντίδα στην ευαίσθητη περιοχή. Tου ‘στειλε μήνυμα όσο σιχτίριζε από μέσα της, χαμογελώντας αφηρημένα, για άλλο ένα χαμένο γαμήσι.

«Μας το ξέκοψε απ’ την αρχή, δεν ξέρω τι έχετε εσείς στο μυαλό σας μας είπε, εγώ σ’ αυτό το κωλοσύστημα δεν μπαίνω, άμα έχετε λεφτά να δώσετε για ένα χρόνο έχει καλώς, αλλιώς δώστε μονο τα εισιτήρια να φύγω και σας χρωστάω αγάπη αιώνια, άμα στο θέτει έτσι δεν της κόβεις τα φτερά, τα κόβεις;»

Aυτή με το χαραμισμένο γαλάκτωμα σκέφτηκε  -προς στιγμήν-  να πει «ε καλά, με δεκατρία απολυτήριο δεν τα λες και αετίσια τα φτερά» αλλά έβγαλε το σκασμό. Είχαν άλλωστε συνθηκολογήσει άτυπα οι τρεις τους, πως όταν βρισκόταν  καθεμιά θα έλεγε τα δικά της (κι ας ήταν και ψέματα που θα ‘καναν τον παπάρα τον Μινχάουζεν να αυτοκτονήσει από ζήλια καταπίνοντας με τη μιας 50 χάπια αλήθειας) και οι άλλες θα συγκατένευαν χλιαρά, ούτε «αλλά», ούτε «όμως», τσιμουδιά. Ωραίες παρέες, στην κορυφογραμμή των σαράντα, εκεί που παραμονεύει (μόλις σκαρφαλώσεις) η αφιλόξενη στέπα των πενήντα.

Μίλησε η άλλη, η χαρμάνω.

«Και τι σου λέει τώρα; Τακτοποιήθηκε όπως ήθελε; Δυσκολεύτηκε; Καλά με τη γλώσσα, πρόβλημα δεν θα ‘χε με δέκα χρόνια ιδιαίτερα και εκατό σορμπόν αλλά με τη ζωή εκεί;»

Πήγε για μια τελευταία γουλιά καφέ πριν απαντήσει, ρούφηξε αέρα. Ευτυχώς διακριτικά.

«Ναι, βολεύτηκε μια χαρά, τα είχε σχεδιάσει όλα μήνες πριν αυτή, απ’ τα Χριστούγεννα κιόλας. Όλη μέρα στα μέιλ και στα φέισμπουκ, σιγά μη δεν έβρισκε άκρη. Ο μπαμπάς της είχε κατά καιρούς κάτι παράξενες εξάρσεις, και που θα πας, μικρό κορίτσι μόνο, μεγάλη πόλη, χάος, ακριβό μέρος, στο τέλος ημέρεψε, να ‘χεις ανοιχτό σκάιπ, να απαντάς στο κινητό όταν σε παίρνουμε, να μαγειρευεις καμιά φορά σπίτι, να προσέχεις τι βάζεις στο στόμα σου, το πήρε απόφαση. Το ‘χει και καμάρι όμως, δεκαοχτώ χρονών παιδί, μαθητευόμενη-έστω-, αν τα πάει καλά της είπαν σε ένα χρόνο θα αρχίσει να πληρώνεται κιόλας, προς το παρόν στέλνουμε, και μετά θα στέλνουμε δηλαδή, ο φούρνος να είναι καλά, αλλά άμα την ακούς να σου λέει ότι δουλεύει στα γραφεία του Marie Claire ως τα μεσάνυχτα δεν της κόβεις τη χαρά, την κόβεις;»

Ήρθε μήνυμα, αθόρυβο, στο κινητό της φρεσκοπλυμένης. «ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΑΤΥΧΙΑ ΜΑΣ.ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΕ ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ ΔΗΛΑΔΗ;». Πόσο μαλάκες είστε όλοι και πόσο ίδιοι, σκέφτηκε. Πληκτρολόγησε «ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΑΜΠΟΝ» και τον άφησε με το σμαρτφον στο χέρι, την ώρα που κούναγε επιδοκιμαστικά τα φρύδια, σουφρώνοντας τα (ωραία, πανάθεμά τα) χείλια της  λέγοντας «άξιο παιδί, άξιο, όχι, δεν την κόβεις».

Την ίδια ώρα το άξιο (αληθινά άξιο) παιδί, που έκανε αμάν να φύγει μιαν ώρα αρχύτερα απ΄ το σπίτι των τρελλών και μπήκε μονάχη της στο αεροπλάνο την ίδια  μέρα που έδωσε το τελευταίο μάθημα για το απολυτήριο (απαράβατος όρος του φούρναρη μπαμπά, χωρίς απολυτήριο δεν πας πουθενά, σάματις θα μπορούσε να πάει και κάπου δηλαδή εκτός του πουθενά), έμπαινε στο μετρό για να φτάσει σε μια μεγάλη αποθήκη στο Saint-Denis όπου αφού άλλαζε ρούχα θα έμπαινε μαζί με άλλες εννιά -κάθε φυλής και ηλικίας- στο βανάκι που θα τις πήγαινε μαζί με τις ηλεκτρικές σκούπες, τα γάντια, τα πανιά και τα αστραφτερά απολυμαντικά τους εκεί που ανέκαθεν ήθελε να μπει με κάθε τρόπο. Όχι και τόσο ανέκαθεν βέβαια, αφού πρώτα η καθαριστική που είχε συμβόλαιο με την Vogue της ξεκαθάρισε ευγενικά (μήνες πριν) ότι λυπάται πολύ μα δεν πληροί τα προσόντα.

Πάντα κουβάλαγε μαζί της μια μικρή τσάντα με διαφορετικά, κάθε φορά, ρούχα. Την ώρα που κόντευαν να τελειώσουν -περασμένα μεσάνυχτα- για να ξαναμπούν στο βαν που τις περίμενε κάτω, εκείνη έβγαινε από το WC σαν Σταχτοπούτα. Για την ώρα της σέλφι, για την ώρα της λάμψης στον τοίχο της. Άξιο παιδί. Και προνοητικό. Όταν τέλειωνε από την μαθητεία στο Marie Claire θα πήγαινε κάπου αλλού. Ίσως στο Μuteen. Άλλωστε θα ήταν μόλις δεκαεννιά. Μέχρι να βαρεθεί, θα πέρναγε καιρός.

Ένα χιλιόμετρο πιο βόρεια απ’ το «γραφείο» της, τα βράδια ένας πεθαμένος με διάσημο τάφο τραγούδαγε (θαρρείς για κείνη, που ποτέ δεν τον άκουσε βέβαια, έχοντας τα ακουστικά με τη Lady Gaga βυθισμένα στ’ αυτιά της)

You’re lost little girl

You’re lost

Tell me who

are you?

Νομίζω οτι τα κορίτσια καλά κάνουν και δεν ακούν φωνές από πεθαμένους ποιητές. Μπορεί να καψαλίσουν τα φτερά τους και να πέσουν -τι κρίμα- πιο γρήγορα στην στέπα.

….

black milk

IlluminatiWatcherDotCom-The-Shining-46

 

 

-You’re not my eater

 

-I’m not your food

 

Γαμιόμαστε. Μεταφορικά. Το κυριολεκτικά δεν έχει πέραση. Ως και η επιθυμία -όχι μόνο για τη σάρκα, όχι- αδυνατίζει κάθε μέρα, σα να την τρώει καρκίνος ή να τη λιώνει το ζάχαρο. Σχεδόν ντρεπόμαστε να την ομολογήσουμε, αν το κάνουμε πασχίζουμε να ‘ναι χαμηλόφωνα. Για να μη τρομάξουν -αυτά τα ρετάλια επιθυμίας, τα ξέφτια των «θέλω» που επέζησαν- και κλείσουν την πόρτα πίσω τους για πάντα. Αν δούμε να το κάνει άλλος, τον επιτιμούμε με φωνή τελάλη, «ε όχι και να παραιτηθείς απ’ τις εφήμερες μικρές χαρές, ε όχι να αφεθείς στην αγκαλιά της παραίτησης και της σκουριάς, ε όχι να σε δένουν με σπάγκο οι ενοχές όπως οι λιλιπούτειοι τον Γκιούλιβερ, ε όχι!». Μετά που θα φανούμε λιοντάρια ξαναλουφάζουμε, για να τελειοποιήσουμε τον ψίθυρό μας.

Γαμιόμαστε. Μέσα σε κακοφωτισμένα δωμάτια. Στην άκρη ενός κρεβατιού, καναπέ, γραφείου, καρέκλας. Το μόνο που με μπερδεύει, ακόμη, είναι αν τα θέλω μας είναι γονατιστά και μασκαρεμένα ή εμείς. Ποιος ο eater, ποιος το food. Δεν έχει και μεγάλη σημασία αυτό όμως, όχι. Εκείνο που με φοβίζει είναι μην ανοίξει κανείς απρόσκλητος την πόρτα και μας δει να αγκαλιαζόμαστε, γονατιστοί ή στα τέσσερα. Με κλειστό ή ανοιχτό φερμουάρ. Να μη δει ότι τελικά ο πόθος, η λύσσα για τα θέλω -κι ας τα ψιθυρίζουμε- δεν σβήνει εύκολα, όσοι καρκίνοι κι αν τα πολεμάνε.

δίχως σημάδια από λάστιχο

 

amour7

 

 

Η σχετικότητα της γύμνιας και οι εποχές της ενταφιασμένης αθωότητας, σκέφτομαι με μια δόση πίκρας γιατί η κατάσταση των πραγμάτων βρίσκει πάντα (σχεδόν πάντα) τον τρόπο να θριαμβεύει, αγκαζέ με το χρόνο. Αυτός ο κύκλος, που πασχίζει να κλείσει την ουρά του, που μουλάρωσε να σου αποδείξει πως τίποτε δεν είναι γραμμικό, όπως σε βόλευε όταν το σχεδίασες.

 

Το «μαμά δεν φοράω βρακάκι» των τριών, πέντε, έξη χρόνων. Σπάνια «μπαμπά», το βλέπουν, το νιώθουν τα παιδιά και ανάλογα στοχεύουν, οι μπαμπάδες είναι απασχολημένοι με άλλα, φτηνά, που τους εμποδίζουν να χαρούν με την ψυχή τους αυτή την πολύτιμη γύμνια που πολύ αργότερα ίσως εκτιμήσουν μέσα από φωτογραφίες ή μικρές ταινιούλες, «παιδιά – καλοκαίρι 1996».

 

Μετά έρχεται το «δεν φοράω τίποτε από κάτω» την ώρα που σε κοιτάζει βαθιά, πάρα πολύ βαθιά μέσα στα μάτια κι ας σου ΄χει γυρίσει την πλάτη. Το νιώθουν κι εκείνες και ανάλογα στοχεύουν, οι μπαμπάδες έχουν πεθάνει και δώσαν -προσωρινά- τη θέση τους σε άντρες, που παραμερίζουν τα άλλα, τα φτηνά, που θέλουν να τους εμποδίσουν να χαρούν με ψυχή και σώμα αυτή την πολύτιμη γύμνια, που πολύ αργότερα ίσως ξαναθυμηθούν, χωρίς φωτογραφίες και φιλμάκια, δίχως πειστήρια, αποδείξεις, μάρτυρες και σίγουρα δίχως τύψεις.

 

Μ’ εκείνο το «κοίτα, δεν φοράω εσώρουχο», που συνοδεύεται από ένα αφηρημένο, απροσδιόριστο, ελάχιστα ντροπαλό (θα το ΄λεγες και παιχνιδιάρικο)  χαμόγελο και μια απόπειρα των ογδονταπεντάχρονων χεριών, σακατεμένων απ’ τα αρθριτικά, να σηκώσουν το ελαφρύ καλοκαιρινό ρούχο, παλεύοντας να σου αποδείξουν πως δεν λένε ψέματα, ότι μπορούν και θυμούνται ακόμη, ότι το μυαλό τους δεν απέδρασε μέσα απ’ το ανταριασμένο κεφάλι τους, μ’ αυτό είναι που δεν ξεμπερδεύεις εύκολα.

 

 

πλέι μολέξεις

 

2014-07-12 13.27.09

 

 

Κοντά ενάμιση μήνα με παρακαλώ να γράψω τρεις γραμμές για το «πλέι μολέξεις». Όχι τις τρεις που έστειλα ιδιωτικώς στον συγγραφέα, μ’ αυτόν έχω κλείσει λογαριασμούς. Θα σου πω μετά γιατί. Τώρα έχω να ομολογήσω άλλα, σαν σέλφι. Για να καταλάβεις γιατί μου πήρε ενάμιση μήνα.

Διαβάζω. Έτσι υποθέτω. Όχι φανατικά, όχι συγκροτημένα, όχι αφοσιωμένα, όχι τακτικά, δεν κάνω τίποτε που μπορεί να με χαρακτηρίσει ορκισμένο βιβλιόφιλο. Τα αγαπάω τα βιβλία, το χαρτί, τη μυρωδιά τους, τον ήχο που κάνουν οι σελίδες όταν φεύγουν, τα ωραία εξώφυλλα, τις καθαρές γραμματοσειρές, φτάνω στα όρια του να ζωστώ την κορδέλα του φετιχιστή αλλά ως χλιαρός αυτοσυγκρατούμαι. Αν τύχει να βρω μέσα κάτι που θα με κάνει να ριγήσω έστω άπαξ (όχι από συγκίνηση ή κάποιου είδους αναπόληση που βγήκε στον αφρό αλλά από μια καθαρή, ειλικρινή, δημιουργική ζήλια επειδή δεν θα αξιωθώ ποτέ να γράψω έστω μια παράγραφο αντάξια αυτού του ρίγους), τότε μπορούμε και να συζήσουμε για λίγο καιρό δίπλα δίπλα, αλλιώς η βιβλιοθήκη, τα σκοτεινά της πίσω ράφια, περιμένει άλλο ένα -έτσι νομίζει- τρόπαιο. Τα αγαπάω με τον τρόπο μου τα βιβλία, δεν λιώνω για χατίρι τους, σπάνια τους δείχνω πόσο σημαντικά θα μπορούσαν να είναι -άλλα είναι, άλλα διόλου- για μένα.

Μερικές φορές θυμώνω, λίγο, με κάποιους που αραδιάζουν κατεβατά και λίστες για τα πέντε, δέκα, είκοσι «αγαπημένα» τους βιβλία. Μάλλον με μένα, παρά μ’ αυτούς. Ίσως γιατί είμαι εύπιστος και νιώθω ενοχές διαβάζοντας -ίσως, ίσως- καλοφτιαγμένα ψέματα, γιατί δεν αξιώθηκα να ‘χω διαβάσει έστω ένα, δυο, τρία απ’ αυτά τα είκοσι. Πέντε απ΄τα εκατό. Πενήντα στα χίλια. Κάποιο αξιοπρεπές ποσοστό, τέλος πάντων. Υποθέτω καλοπροαίρετα, όμως, ότι αυτοί τα ΄χουν διαβάσει όλα εκείνα για τα οποία μιλάνε με λατρεία και αυτομαστιγώνομαι ήπια, ενώ παράλληλα με τον πόνο, μου υπόσχομαι ότι θα γίνω -επιτέλους- ένας καθωσπρέπει αναγνώστης. Με τις σωστές (θα υπάρχουν, δεν μπορεί, κάπου θα είναι γραμμένες) προδιαγραφές.

Έχοντας διαβάσει αρκετά (για τα μέτρα μου, τις αντοχές, το χρόνο μου) μα όχι τόσο ώστε να μπορώ να σταθώ έστω στο πλάι κάποιου αξιοπρεπούς βήτα διαλογής βάθρου, την άποψή μου για τα βιβλία και τον συγγραφέα τους την κρατάω για μένα. Πού και που την εκφέρω δειλά, ιδιωτικά, χωρίς bold και  italic διατυπώσεις, δίχως στόμφο και υπερβολές, ενθουσιασμούς και επικίνδυνες υποκειμενικότητες (αλλά πώς αλλιώς; ). Αυτές οι πολύτιμες υποκειμενικότητες είναι που με κάνουν να σιωπώ ενώπιον πιο διαβασμένων -ή διαβαστερών- προτιμώντας να λαθρακούσω παρά να φανώ γυμνός, αφού αυτοί (θα) ξέρουν καλύτερα.

Πριν κάμποσα χρόνια -το βιβλίο λέει 1998 αλλά ίσως να ήταν λίγο αργότερα- ο Βασίλης μου ‘κανε δώρο ένα βιβλίο. Με σαρανταέξη μικρές ιστορίες. Εκατόν είκοσι σελίδες. Με λόγια έγχρωμα και ασπρόμαυρα. Και ωραίο σκληρό εξώφυλλο. Το άνοιξα, μπήκα μέσα και ξαναμπήκα και δεν σταμάτησα να μπαινοβγαίνω έκτοτε. Το βιβλίο ζει πλάι μου, στη δική μου γωνιά του κρεβατιού, εκεί που ζουν μόνο ξυπνητήρια, που και που κάποιο κινητό, ένα ραδιοφωνάκι, ένα κοντρόλ τηλεόρασης, ένα πορτατίφ. Βιβλία άλλα ζήσαν, κατά καιρούς, μα πήγαν μετά να εγκατασταθούν μόνιμα στο ξύλινο μεγάλο ψηλό (πάνω από δυόμισι μέτρα) σπίτι τους. Μερικές φορές βγαίναν βόλτα, σε άλλα σπίτια αλλά πάντοτε επέστρεφαν (κάτι που έμαθα πως δεν είναι διόλου αυτονόητο). Λοιπόν, όταν θέλω να γίνω Αλίκη στη θέση της Αλίκης, χώνομαι σ΄ αυτές τις εκατόν είκοσι σελίδες. Εκεί ήθελα να καταλήξω. Σ’αυτή τη λαγότρυπα, τριάντα πόντους δίπλα μου.

Το βιβλίο του ΟldBoy εδώ και ενάμιση μήνα έχει εγκατασταθεί πλάι μου, στη δικιά μου γωνιά του κρεβατιού. Kολλητά, πλάτη με πλάτη, με το άλλο. Υπογράφει Κώστας Κωστάκος αλλά (συγχωρέστε με, κι ο συγγραφέας το ίδιο, μα δεν είναι πάντα σωστός δρόμος αυτός της αντικειμενικότητας) μέσα, σε κάθε ιστορία, θα μπορούσε να λέει η υπογραφή Per Olov Enquist. Ή Michel Tournier. Ή Paul Wühr. Ή Javier Tomeo. Ή Antonio Tabucchi. Και Μilan Kundera, αμέ. Μπορεί να μην έχει ζωγραφιές του Κβιντ Μπούχολτς το βιβλιαράκι του (μια παλάμη πράμα, λεπτό σαν το μικρό μου δάχτυλο, μα τόσο μεγάλο όσο δεν μπορείς να το πιστέψεις αντικρίζοντάς το) αλλά αν ήμουν Μπούχολτς και διάβαζα τον «άνθρωπο με τις ερωτήσεις» θα του ‘στελνα την ίδια μέρα κιόλας μια ζωγραφιά μου, εξώφυλλο για το επόμενο δημιούργημά του. Αυτά τα δυο λόγια σχετικά με τον κορεάτη ήθελα να πω. Μαζί με ένα ευχαριστώ, γιατί -εν αγνοία του- μεγάλωσε κι άλλο την λαγότρυπα πλάι στο κρεβάτι, για να πηγαινοέρχομαι ευκολότερα εκεί που εν γνώσει του με, μας, στέλνει.

 

fcukin’ by numbers

31405111 (1)

 

Την δέκατη όγδοη συνεχόμενη ημέρα που ξανάκουσε από το (ωραία βαμμένο) στόμα της «θα σπάσει το κεφάλι μου μωρό μου», αφού είχαν προηγηθεί εικοσιτρείς σερί ημέρες «έχω ακόμη περίοδο καρδιά μου», συνειδητοποίησε ότι ο πόθος του γι αυτήν είχε πλέον αυτοκτονήσει πάρα πολύ σιωπηλά. Κλείστηκε, λοιπόν, στο δωμάτιό του με τα δυο ντιβιντί του Τρίερ, άνοιξε παρένθεση και δεν έβγαλε το πρώτο παρά μόνο μετά από εκατοντριανταδύο επαναλήψεις (χωρίς καμιά διακοπή, ούτε καν μισό pause) για να ακολουθήσουν εκατονεξηνταοκτώ προβολές -επίσης αδιάκοπα- του δεύτερου. Στο τέλος έβαλε να παίξουν το ένα μετά το άλλο και πάτησε το stop.

Όταν κάποια στιγμή έκλεισε η παρένθεση, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε (αγνώριστο φάντασμα, φοβιστική σκιά του χειρότερου εαυτού του), εκείνη δεν τόλμησε να τον ρωτήσει πώς ήταν δυνατόν να έχει αντέξει χωρίς τροφή, ύπνο και νερό, χωρίς να απαλλαχθεί από το βάρος των σωματικών του εκκρίσεων, υγρών και στερεών,  εικοσιπέντε ολόκληρα μερόνυχτα. Λέξη δεν είπε. Είχε, άλλωστε, λερωμένη (αν και μοσχομυριστή) τη φωλιά ανάμεσα στα πόδια της.