γλίτσα

Σε πέντε φανάρια χτες, μια μικρή χαρτονένια -μουσκίδι απ’ το ψιλόβροχο- πινακίδα στα χέρια τους έγραφε “ΠΕΙΝΑ”. Όχι “ΠΕΙΝΑΩ”. Αλλά “ΠΕΙΝΑ”. Όλα κεφαλαία.

Αυτοί  που το ‘γραψαν έτσι, ήταν μεγάλα τσογλάνια. Ξέραν καλά τι κάναν. Το “πεινάω” θα ήταν λιγότερο επώδυνο, αφού θα το ‘βλεπες  καρφιτσωμένο μόνο πάνω στους ανθρώπους με τις πινακίδες. Τους ληγμένους. Τους δεύτερης διαλογής. Το ελαττωματικό στοκ. Εγώ πεινάω, εσύ όχι. Η “πείνα” όμως είναι πανούκλα, δεν έχει πρόσωπο ούτε και απλωμένο χέρι. Μόνο μυρίζει άσχημα. Μέχρι ν’ ανάψει το πράσινο την ένιωσα πάνω απ’ το κεφάλι μου, λίγα εκατοστά πάνω απ’ τα κεφάλια των -ακόμη- χορτάτων, στα σταματημένα αυτοκίνητα. «Κανείς δεν θα γλιτώσει» είπε, «έχω σπείρει πολλά ορφανά τριγύρω, απ’ τα στομάχια σας ως την ψυχή σας». Η Μέδουσα ήταν πιο τρυφερή. Εκείνη μόνο σε πάγωνε, ετούτη σε έλιωνε από τρόμο και σε πάγωνε μαζί.

Παραδίπλα χαριεντιζόντουσαν για το πόσο κλεινόν άστυ έμεινε αγάμητο (τσάμπα ακκίζεται η Σαλονίκη για τον ερωτισμό της, που μυρίζει μπαγιάτικη μπουγάτσα με κιμά και γλίτσα στην άσφαλτο), οι σκατόψυχοι βγάλαν το καντάρι για να δείξουν πόσα δράμια αριστεροσύνη χώραγε μέσα του ο εκλιπών. Άλλοι γράφαν δελτία τύπου για επανιδρυτικά συνέδρια ίδρυσης. Για να βρεθεί μια κοινή γλώσσα.

Χάθηκε το κόκκινο, συμπλέκτης, πρώτη, έφυγα μακριά. Για να βρω την κοινή Πείνα. Το μόνο αναγνωρίσιμο μέσα στη Βαβέλ.

καλοί λογαριασμοί

Σε μια φτηνή κι απελπισμένη προσπάθεια να μας αποδείξουμε ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί -στους καθρέφτες έχουμε είδωλο αλλά μπορεί να είναι αποθαμένοι και οι καθρέφτες, δεν τους εμπιστεύομαι-  καθήσαμε χτες βράδι και ψάχναμε έναν τόπο κοντινό να μας φιλοξενήσει δυο νύχτες τον Δεκέμβρη. Όπως πολύ παλιά. Ούτε πολλές βενζίνες, ούτε πολλά μεγαλεία, ένα δωμάτιο ζεστό χωρίς παραπανίσια, βόλτες στο κρύο, κρασιά και τσίπουρα πλάι σε μια ξυλόσομπα (πάει κι αυτό το φολκλόρ, σε λίγο θα πηγαίνεις σε τράπεζα και θα καίνε ξύλα, καμιά μαγεία δεν θα απομείνει στον καταραμένο τόπο), ομίχλες και δέντρα που στάζουν, ίσως κανένα παλιό ξεχασμένο φιλί μετά στο δωμάτιο, ένοχοι που αφήνουμε ακόμη ορμόνες να κάνουν έστω για μια ώρα κουμάντο στα νούμερα που μας περιμένουν πίσω.

Δυο νύχτες, ίσα ίσα ν’ αδειάσει το κεφάλι για ν’ αφήσει χώρο στα άσχημα της χρονιάς που έρχεται, διώχνε λίγο κακό για να μη στριμωχτεί πολύ Κακό μέσα σου λέγαν οι παλιοί που ξέραν κι από κακό κι από καλό κι από ξυλόσομπες.

Καθισμένοι δίπλα δίπλα βλέπαμε εικόνες και αριθμούς σ’ αυτή την χιλιοταλαιπωρημένη από e-δανικές διαδρομές και ψεύτικα μακρινά ταξίδια οθόνη. Απελπιστήκαμε τριγυρνώντας, αυτή η χώρα έχει ωραίες γωνιές αλλά συνεχίζει να μην έχει μέτρο, εκτός κι αν (τι αν, σίγουρα) τα δικά μας μέτρα στενέψαν κι άλλο. Ξάφνου μια εικόνα ταίριαξε ωραία με έναν μικρό αριθμό, είπαμε με λαχτάρα «να, εδώ!», μετρήσαμε μετά τα χιλιόμετρα ως το «να, εκεί», μη ξεχάσεις και τα διόδια είπε, υπολογίσαμε με την παραμικρή λεπτομέρεια κάθε λογαριασμό ευζωίας, από το τσίπουρο με μεζέ ως το ζεστό κρασί σε πλαστικό στα όρθια (σαν αυτοσχεδιάζεις όρθια όλα είναι πιο βατά) κι από τον πρωινό καφέ που αν προβλεπόταν μόνο γαλλικός στη χρέωση του πρωινού μ΄αυτόν θα πορευόμασταν, αν βρίσκαμε έξω ελληνικό με ένα ευρώ θα τολμούσαμε κι αυτή την αποκοτιά, μέχρι κάποια ξεχασμένη κι απ’ το Θεό κι απ’ τον Στουρνάρα ταβέρνα θα υπάρχει -σκεφτήκαμε ριγώντας από την παράνομη σκέψη- που να βγάζει δυο πιάτα φαγητό και μια σαλάτα με μονοψήφια χρέωση.

Όσο μιλούσε -με περίσσιο ενθουσιασμό- ο ένας, ο άλλος έκανε το Casio. Σε λιγότερα από δέκα λεπτά αποφασίσαμε ότι κι αυτόν τον Δεκέμβρη θα καθήσουμε εδώ, που είναι άλλο από το «να, εδώ!» και πολλά χαμόγελα -και διόδια, εντάξει- μακριά από το «να, εκεί».

Τετρακόσια ευρώ χρειάζονται, είπε πικραμένη. Δεν περισσεύουν, με άλλα διακόσια πληρώνουμε φροντιστήρια, νερά και το τηλέφωνο. Και πάλι καλά να λέμε, με τόσο αίμα που χύνεται εκεί έξω.

Και πού να τα βρω τα άλλα διακόσια; τη ρώτησα όσο πιο χαμηλόφωνα μπορούσα, μην ακούσουν τα παιδιά και ξαναβγούν -βαριά ξεφτίλα- για κάλαντα κοτζάμ θηρία πια. Και πληγωθούν -σιγά μην- που όχι πόρτα αλλά ούτε ψυχή θ’ ανοίξει φέτος.

Μήπως να μη πηγαίναμε τέσσερις νύχτες αντί για δυο; απάντησε και είδα το κουρασμένο πρόσωπό της να φωτίζεται.

Στο λέω, αν υπάρχει αγάπη και συνεννόηση σε ένα σπίτι, όσο Κακό και να στριμωχτεί απρόσκλητο, μια γωνιά σε έναν καναπέ για να κάνεις e-δανικές διαδρομές και μακρινά ταξίδια σε οθόνες θα υπάρχει πάντα. Αποφασίσαμε ότι του χρόνου το Δεκέμβρη δεν θα πάμε για δέκα νύχτες και πέσαμε για ύπνο ανακουφισμένοι. Δεν τόλμησα να γυρίσω να δω τα μάτια της.

—-

 

Happy Mondays

Νομίζω ότι πολλά blogs που γνώρισα πέθαναν. Κρίμα.

Εδώ και καιρό ήταν σαν τους γέρους στους οίκους ευγηρίας, διηγιόντουσαν πάντα την ίδια -κάποτε ζωντανή- ιστορία με μικρές παραλλαγές, ανάλογα με το τι έδειξε το ζάχαρο, το καρδιογράφημα ή το πιεσόμετρο εκείνη τη μέρα.

Στην αρχή πήγαινες να τους ακούσεις με κάποια αδιόρατη λαχτάρα. Μερικές φορές άφηναν την ιστορία μισοτελειωμένη, για να σε αναγκάσουν -με τον τρόπο τους- να ξαναπάς και την επόμενη μέρα, να τους κρατήσεις συντροφιά. Κάποιες ιστορίες, και κυρίως ο τρόπος που τις διηγιόντουσαν, άξιζαν λίγο απ’ το χρόνο που ξέκοβες από αλλού. Ιδίως όταν έβλεπες τα μάτια τους να λάμπουν, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Πάντα έξω απ’ το παράθυρο έβλεπαν όσο μιλούσαν, σα να θέλαν να σου πουν «ξέρεις, κι εγώ εκεί πέρα ήμουν κάποτε».

Πέρασε ο καιρός, το δωμάτιο άρχισε να μυρίζει γεροντίλα, κλεισούρα, φάρμακα και παραίτηση. Αέρας καθαρός δεν έμπαινε μέσα. Για λέξεις ούτε λόγος. Οι ιστορίες γίναν μια. Η φωνή έβγαινε με δυσκολία, οι παύσεις γινόταν όλο και μεγαλύτερες. Ο χρόνος σου λίγος, το ίδιο και ο δικός τους.

Κάποτε άκουγες στους διαδρόμους ότι στο νούμερο 5 φέραν νέο γέρο κι αποφάσιζες -περισσότερο από περιέργεια παρά από αληθινό ενδιαφέρον- να πας ν΄ακούσεις τι έχει να πει, παράξενο, αλλιώτικα ειπωμένο ή διαφορετικό. Στην αρχή ίσως είχε. Αλλά δεν ήταν παρά ακόμη ένα δωμάτιο που στο τέλος θα μύριζε -κι αυτό- γεροντίλα, κλεισούρα, φάρμακα και παραίτηση.

Άδικα περίμενε ο παλιός να φανείς στο άνοιγμα της πόρτας του. Μπορεί,όμως, και να ένιωθε ανακουφισμένος. Κουράστηκε να λέει την ίδια ιστορία μόνο και μόνο για να μη βλέπει άδειο το δωμάτιο και τη διπλανή καρέκλα, για να μη μένει μονάχος του τις νύχτες με την φοβερή και τρομερή Nurse Ratched. Κάποια στιγμή έπρεπε να ξεκουραστεί και να συρθεί ν’ ανοίξει, επιτέλους, εκείνο το παράθυρο απέναντι. Περιμένοντας μετά πάνω στα καθαρά σεντόνια τον «Chief» Bromden να δώσει ένα τέλος στην ταινία.

—-

 

 

I wanna be..

Εκείνη νόμιζε ότι θα τον κράταγε κοντά της για να περνάνε μέσα σε μια ζωή-κάδρο χρωματιστές μέρες και νύχτες σαν τη ζωγραφιά του Gustave Courbet. Της γυμνής γυναίκας που σκύβει να φιλήσει ένα σκυλί-φλοκάτη την ώρα που αυτό ακουμπάει στο αριστερό της γόνατο. Για να μπορεί να τον απωθεί -τρυφερά, δεν ήταν δα καμιά άκαρδη- με την πατούσα της κάθε φορά που θα την έπνιγε το σκυλίσιο βλέμμα του ή θα έβρισκε άσχημη τη γεύση απ’ τη γλώσσα του. Γιατί οι γλώσσες και η υγρασία τους, από μια μέρα και μετά δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους.

Εκείνος, πάλι, δέχτηκε να βάλει λουρί γιατί μια μέρα (νύχτα ήταν μάλλον) είδε στον ύπνο του πως ήταν ο Danny της (δεν είχε ποτέ ακούσει για τον Lux Interior, δυστυχώς) και πίστεψε πως θα ζούσε για πάντα εκεί, πλάι της ή ανάμεσα στα πόδια της (κυρίως ανάμεσα στα πόδια της), περιμένοντας ένα ψίχουλο, για να την προστατεύει από τα άλλα αγριόσκυλα. Με αντάλλαγμα αυτό το ψίχουλο, όποτε αποφάσιζε να του το δώσει. Ας ήταν κι ένα καρβέλι ολόκληρο, δεν έχει πια καμιά σημασία, η ιστορία παλιά είναι, πανάρχαια. Πιο παλιά κι απ’ τον πλανήτη.

Ετούτες οι αρρωστημένες διηγήσεις, που μόνο στη φαντασία των σεναριογράφων υπάρχουν, πάντα τελειώνουν άδοξα. Όταν εκείνη θα του πει :

If you can’t do what I’ve trained you to do, what fucking use are you? No fucking use is the answer. No fucking use at all.

(παίζεται και με αλλαγμένο φύλο, το σκυλί είναι μπαλαντέρ)

————–

εξ’αιτίας του Sraosha

tous les matins du monde

Στη διαδρομή για το Roissy, το λεωφορείο -το φτηνό αρθρωτό, του δεκάευρου, όχι το ξιπασμένο με τις οθόνες, τα ανακλινόμενα καθίσματα και το wi-fi- ανεβαίνει βόρεια κόβοντας δρόμο για να βρει την Périphérique. Εννιάμιση το πρωί, οκτωβριανός ήλιος, καθαρός, η συνηθισμένη κίνηση στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, στην γέφυρα της Rue Colaincourt κολλάμε. Για τρία, τέσσερα λεπτά.

Είμαστε ψηλά. Λίγα μέτρα κάτω από τα πόδια μας το κοιμητήριο της Μονμάρτρης, απλωμένο δεξιά κι αριστερά. Πέτρα, μάρμαρο, πράσινο, γκρι, μούχλα, πλακόστρωτο, κι άλλη πέτρα κι άλλο πράσινο κι άλλη μούχλα. Και ησυχία. Από κάτω μας Νιζίνσκι, Μπερλιόζ, η Νταλιντά, ο Ντεγκά, ο Χάινε, ο Stendhal, ο Sax, o  αγαπημένος μου Τρυφώ. Ψηλά εμείς, βιαστικοί πεζοί και σταματημένα ανυπόμονα αυτοκίνητα πάνω στη γέφυρα, τριάντα άνθρωποι μέσα στο λεωφορείο, με τα εισιτήρια και τα διαβατήρια στις τσέπες μας, τις βαλίτσες σωριασμένες στο πάτωμα, αφού και να τις ξανασηκώσεις πάλι θα ξαπλώσουν στην πρώτη στροφή. Η ζωή μας ένα εισιτήριο, ένα ρολόι και πέντε ρούχα σε μια βαλίτσα. Μια όρθια, μια ξαπλωμένη, μια άδεια, μια γεμάτη.

Όλοι κοιτάζουμε έξω και κάτω, τους σινιέ, τους διόροφους, τους τάφους χαμόσπιτα. Τα μάτια μας αγωνίζονται να μπουν στην ίδια ευθεία με τις σκέψεις μας, ίσως το καταφέρνουν για λίγα δευτερόλεπτα και βλέπουν μάλλον αμήχανα την τελευταία στάση μας, το έσχατο terminal. Εκεί που το λεωφορείο σβήνει τη μηχανή και ο οδηγός σου λέει «ως εδώ». Μπορεί η διαδρομή να κρατήσει δέκα χρόνια από σήμερα, τριάντα χρόνια, δέκα μήνες, δέκα ώρες, μισή ώρα από αυτή τη στιγμή. Κανείς δεν το προγραμματίζει αυτό το ταξίδι, κανένα πρακτορείο δεν το πουλάει. Κρυφοελπίζεις μόνο ότι το τελευταίο check in θα σε βρει με υπέρβαρες αποσκευές, με μια ζωή γεμάτη κι όχι ακινητοποιημένη πάνω σε μια γέφυρα, ανάμεσα σε πεθαμένους που παριστάνουν τους ζωντανούς.

Δυο τελευταίες όρθιες βαλίτσες πέφτουν, ξεκινήσαμε πάλι. Νιώθω ελάχιστα σοφότερος, αφού ψευτοφιλοσόφησα, αφορμής δοθείσης. Ο Φρανσουά θα ‘ταν περήφανος για μένα.

…..

Σαράντα λεπτά νωρίτερα, περπατώντας φορτωμένος την Auber, περνάω από εσοχές και εισόδους γεμάτες με ψευτοστρώματα, κουβέρτες, υπνόσακους, φιάλες από νερό, σακούλες γεμάτες ανεκτίμητες περιουσίες, που γράφουν Relay, Monoprix, Leclerc, ακόμη και Lafayette. Και ανθρώπους. Πολλούς ανθρώπους. Σκεπασμένους ως το μέτωπο. Όχι γιατί ντρέπονται. Για να ντρεπόμαστε εμείς, οι ξεσκέπαστοι.

Ως τη γωνιά Scribe και Auber, διακόσια μέτρα διαδρομή, μετράω πάνω από εφτά τέτοια «σπίτια».  Η ψυχή μου σφίγγεται, το στομάχι μου αρχίζει να πονάει, δεν είναι επειδή δεν έφαγα πρωινό γιατί βιαζόμουν. Είναι γιατί πλάι σε κάθε υπνόσακο, σε κάθε αυτοσχέδιο κρεβάτι, σε κάθε άνθρωπο που πέρασε τη νύχτα του μισή σπιθαμή απ’ τα τσιμέντα, είναι απιθωμένη -από κάποια άγνωστα χέρια- και μια χάρτινη σακούλα με μια μπαγκέτα φρέσκο, πρωινό ψωμί μέσα της. Ένα ανθοδοχείο σε κάθε σπίτι. Με το ωραιότερο λουλούδι που έχω δει στη ζωή μου. Όλα τα πρωινά του κόσμου μαζί, δεν είχαν τόσο φως όσο αυτό.

Σταματώ, ψάχνω στην τσάντα, βγάζω τα μυωπικά, φοράω τα ηλίου. Ο ήλιος δεν είναι ακόμη ψηλά αλλά με υγρά μάτια σε ξένο τόπο δεν θέλω να με δουν. Ειδικά ο Φρανσουά.

…..

Σε όλη τη διαδρομή για το αεροδρόμιο, τις ώρες της αναμονής εκεί, τις ώρες που ήμουν στον αέρα, οδηγώντας για το σπίτι, ένας άγγελος έπαιζε μουσική με τα φτερά του. Τον ίδιο σκοπό. Επέστρεψα σπίτι κρυωμένος. Άλλη φορά δεν θα καθίσω, ο απερίσκεπτος, πολύ κοντά στα φτερά..

ένα -σχεδόν- άδειο πακέτο μάρλμπορο σκληρό

………

Εμάς τους δυο μας χώριζε ένα τάβλι που μύριζε καπνίλα, σομπίλα, τσιγαρίλα άφιλτρη, ξέφτια του χειμώνα που πέρασε. Και τα μαύρα μας rayban, έστω κι αν ο ήλιος εξακολουθούσε να είναι χλωμός σαν να του ‘πεσε ξάφνου ο αιματοκρίτης στο 25.

Είχαμε καταλήξει στο καφενείο στον πλάτανο. Μη ρωτάς όνομα, κανείς δεν θυμάται πώς λένε τα καφενεία που είναι κάτω από έναν πλάτανο, όλα αβάφτιστα είναι. Λες «θα βρεθούμε στο καφενείο στο πλατάνι» και τέλειωσες. Ούτε χάρτες, ούτε δορυφόροι, ούτε GPS, ούτε ταμπέλες, τίποτε. Τυφλός να ‘σαι, πάνω του θα πέσεις.

Φύγαμε με το πάσο μας απ’ τη Βίλα κάτι πριν μιάμιση ώρα και χάσαμε στο τσαφ το καραβάκι για τη Βάθη εξαιτίας ενός καινούριου πακέτου Μάρλμπορο που θα ξέπλενε τα χτεσινοβραδινά.

«Καλά, με χιλιάρικο θες ν’ αγοράσεις τσιγάρα; χασίσι με βλέπεις να πουλάω;» μ’ άρπαξε πρωινιάτικα ο περιπτεράς κι έκανε δέκα λεπτά να δώσει ρέστα αφού μ’ ανάγκασε να πάρω και τρεις σερενάτες που τις μοίρασα στα κορίτσια γιατί δεν την άντεχα τόση γλυκατζούρα πρωί πρωί ο μπίτερμαν.

Δίκιο είχαν για το νησί, πολλά δίκια. Ωραίο μέρος αρκεί να το γυρίσεις ανάποδα και να το τινάξεις δυο τρεις φορές -σαν τραπεζομάντηλο στα κάγκελα- για να πέσουν από πάνω του οι ντόπιοι. Μετά παράδεισος.

Οι άλλοι τέσσερις καθήσαν παραδίπλα, όλοι σε ένα τραπέζι. Οι δυο κρατούσαν βιβλία, το ένα νομίζω ήταν Στίβεν Κινγκ, οι ιστορίες απ’ τη «Νυχτερινή Βάρδια», δικό μου, ένα από τα αμέτρητα δανεικά κι αγύριστα των διακοπών. Λιγότεροι ήταν οι αγνοούμενοι στις αναζητήσεις του Ελληνικού Ερθρού Σταυρού στο ραδιόφωνο. Διάβαζαν ή παριστάναν οτι διάβαζαν, δεν θυμάμαι να γύρισαν σελίδα επί δέκα ολόκληρα λεπτά. Ο Χάρης και η Γιάννα πίναν φραπέ αμίλητοι, σε ποτήρια χύτρες. Άμα είχαμε τέτοια ποτήρια σα φοιτητές, λίγα χρόνια πριν, θα βγάζαμε ξύπνιοι όλη την εξεταστική με έναν καφέ. Μπορεί και με μια γουλιά.

Κι εμείς κάναμε πως παίζαμε τάβλι.

Καθισμένοι σε απόσταση ασφαλείας μεταξύ μας, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον μέσα από μαύρα γυαλιά.

«Την γάμησες», «όχι», «κόψε τις μαλακίες, τη γάμησες, φίδι», «ούτε καν χείλια άγγιξα».

Πινγκ πονγκ στο mute, λέξη δεν βγήκε απ’ το στόμα μας όσην ώρα βλέπαμε -και οι δυο- την Μαρία στο διπλανό τραπέζι, να έχει ακουμπισμένα στα πόδια της τον κωλόφαρδο τον Κινγκ και τις ματιές μας. Όρκο δεν παίρνω αλλά κάποια στιγμή μου φάνηκε πως είδα το χνούδι απ’ το δέρμα της να ανασηκώνεται, έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια -το ζήλεψα, το μίσησα αυτό το χέρι – και τα ΄σφιξε. Θεέ μου! Ούτε ανακόντα έσφιγγε με τέτοια τελειότητα, γιατί να μην ήμουν εγώ το αθώο της θύμα;

Δεν ξέρω τι την ανατρίχιασε. Να ήταν που κρύφτηκε ξανά ο ήλιος, να ‘ταν κάτι πολύ τρομαχτικό που μόλις διάβασε, να ήταν τα μάτια μου που πήγαν πιο ψηλά από κει που στόχευαν, κάποιος ή κάτι που σκέφτηκε, μπορεί να ήταν και μια ανυπόμονη κύστη, δεν ξέρω να σου πω. Ξέρω μόνο πως ένας είπε «δώδεκα παρά δέκα, θα πάμε για το καραβάκι ή θα βγάλουν εδώ ρίζες οι κώλοι μας;» κι αποφασίσαμε να τους ξεριζώσουμε. Αφήσαμε τον πλάτανο μονάχο του με εφτά γερόντια. Φτηνή τουριστική καρτ ποστάλ. Μόνο το γραμματόσημο και το σήμα «Ασπιώτη-ΕΛΚΑ» της έλειπε.

Είχε αρχίσει να ζεσταίνει. Μια σταγόνα ιδρώτα εμφανίστηκε στο μέτωπό μου. Χάθηκε όμως πριν διασχίσει έστω και δυο εκατοστά. Εντελώς μα εντελώς απροπόνητη.

——

(καρτποστάλ από βουλιαγμένα νησιά)

alien town

Φύλλα παντού. Σε δρόμους, πεζοδρόμια, στενά, μονόδρομους, εξώπορτες, περβάζια. Δεν είναι ότι έχουμε πολλά δέντρα, τα φάγαν τα μπετά, αλλά αφού δεν καθαρίζει κανείς, ζούμε το παραμύθι μας χαρωποί μέσα στο Παραμυθένιο Δάσος. Δεν.

Περνάς έξω από φούρνους, που όσο αντέχει ο καιρός έχουν ακόμη ανοιχτές τις πόρτες τους, μυρίζεις κανέλα, σταφίδα, ζεστό ψωμί, σουσάμι, ελιά. Βούτυρο δεν μυρίζεις, είναι μαλωμένοι οι φούρνοι μας με το βούτυρο. Αν βρεις κρουασάν, το τρως αβουτύρωτο. Δεν.

Το πρωί βλέπεις όλα μα όλα τα μουσουλμανάκια στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και στο γυμνάσιο να φοράνε μαντήλες. Ευτυχώς μόνο τα κορίτσια. Πέρυσι ούτε τα δυο στα δέκα φορούσαν, φέτος όλα. Βάζουν κι ένα παράξενο πρόσθετο στο πίσω μέρος του κεφαλιού, μοιάζουν σαν όμορφα χρωματιστά Alien.

Στην ουρά για να πληρώσω τηλεφωνικό λογαριασμό. Ένα καστανό κεφάλι δυο θέσεις μπροστά μυρίζει Escape. Είναι η πρώτη φορά που στέκομαι σε μια ουρά και εύχομαι να μη τελειώσει, εισπνέω με λύσσα, σαν να μου τελειώνει το οξυγόνο. Δυστυχώς τα ταμεία δουλεύουν με συνέπεια. Το καστανό κεφάλι πληρώνει, γυρίζει, περνάει από δίπλα μου. Δεν.

Φύλλα στους δρόμους, μυρωδιές από φούρνους, μαντήλες στα κεφάλια, αδέσποτα αρώματα. Είναι ωραίο να ζεις πρωινιάτικα τον Οκτώβρη στο Παρίσι σου. Δεν.

.-.

λαθραίες πευκοβελόνες

……

«Την επόμενη φορά». Δεν υπήρξε επόμενη φορά. Ποτέ. Πώς να το ξέρεις κάτι τόσο άγριο από τότε;

Προλάβαμε το φέρι των οκτώ αφού πρώτα μοιραστήκαμε τέσσερις μερίδες λουκουμάδες -οι τρεις με μέλι και τριμμένα καρύδια, ο άλλος με σιρόπι και κανέλλα- κι εφτά ποτήρια νερό. Ο Χάρης κουβάλαγε δυο κουτιά με σύκο και καρυδάκι γλυκό, παραγγελιά της αδερφής της σχωρεμένης της μάνας του. Η Μαρία ξετρύπωσε ανάμεσα σε χίλια δυο άχρηστα ένα μικρό ξύλινο σταυρουδάκι με σκοινένιο κορδόνι και το φόρεσε στο αριστερό της πόδι. Σωστή. Πόσους τελευταίους πειρασμούς πια να ξαναζήσει ο εσταυρωμένος στην ιερή γραμμή ανάμεσα στα στήθη της; Η Γιάννα πήρε ένα πακέτο τσιγάρα, για το δρόμο. Η Λένα ένα κρεμαστό καντήλι, μικρό, το ‘λεγες και όμορφο, «για να βρίσκεται». Κορίτσι για σπίτι, από πάντα.

Κι εγώ;

Eγώ τους τράβηξα και τους τέσσερις μια φωτογραφία, σε ένα Fuji 24ρι των 100 ASA, για να τους θυμάμαι. Ο ένας δίπλα στον άλλον, με την πλάτη γυρισμένη στο λιμάνι, στο τελευταίο κατάστρωμα -δυο είχε όλα κι όλα άλλωστε- ακριβώς τη στιγμή που σε ένα παγκάκι πίσω μου, κάτω από μια σωσίβια λέμβο, δυο αλλέγκροι τύποι of a certain age έλεγαν σόκιν ανέκδοτα σε τρεις ζουμερές μεγαλοκοπέλες, τόσο ζουμερές που η κυταρίτιδα ξεχείλιζε κι από τους αστραγάλους τους. Οι αλλέγκροι ήρθαν, συμφώνησαν, φεύγαν. Ήδη η Χώρα είχε γεμίσει με αφίσες τους. «Από 20 Ιουνίου μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο, κάθε Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή, οι αδερφοί Κατσάμπα στην Αρκούδα. Ξεφάντωμα, γλέντι, χορός».

Οκτώ και τρία ακριβώς, ανέβηκε η πόρτα. Στις εννιά παρά πέντε κατέβηκε το πρώτο αυτοκίνητο, απέναντι. Μόλις κατέβηκε και το εικοστό δεύτερο, έσβησαν οι μηχανές. Μαζί τους και η Δευτέρα, ανήμερα Αγίου Πνεύματος, εικοσιπέντε, ίσως και παραπάνω, χρόνια πίσω. Μπορεί εικοσιτρία, μπορεί και εικοσιεφτά. Πολλά πάντως. Όσα και οι πευκοβελόνες που έφερα -άθελά τους- πίσω.

——-

(μια μπουκιά από κάτι σαν μνήμη)

 

απογεύματα

Τα σαββατιάτικα απογεύματα είναι το πιάνο του Achim Roedelius στο «By this river».

Δεν θέλω να κοιμάμαι τα μεσημέρια, όταν μικραίνουν οι μέρες. Ξυπνάω μέσα σε σκοτάδια και σε βουνά και δεν βρίσκω το δρόμο για τα βραδινά όνειρα. Αν θυμώσουν που τα έστησα, γίνονται εφιάλτες και τρόπο να τα βάζω μαζί τους δεν μου ‘δειξε κανείς παλιός.

Όταν πήρα το δίσκο, σφραγισμένο, και έλειπαν από μέσα οι τέσσερις ζωγραφιές του Schmidt ένιωσα πως μου ‘κλεψαν τη μουσική. Πως ήμουν εξάχρονο και κάποιο δωδεκάχρονο με κορόιδεψε, μου πήρε τα χαρτάκια απ΄τις γκοφρέτες που μήνες μάζευα ένα ένα. Από πείσμα έκανα τρεις βδομάδες να βάλω το δίσκο στο πλατώ. Όταν το κατόρθωσα ήμουν δεκαεννιά. Το εξάχρονο είχε χαθεί.

«Κοιμήσου και μη σκοτίζεσαι» είπε. «Δεν θα ΄ναι σκοτάδι. Σάββατο απόγευμα θα ΄ναι»

—————————-

memento

Οκτώμιση το βράδι -ο Φελίνι και οι προβλέψιμες φτήνιες του δεν έχουν καμιά δουλειά εδώ- δέκα μέρες πριν τα χριστούγεννα, μπήκε με χιόνια στο τούνελ του Δρίσκου, όπως πήγαινε ο καιρός σε μια ώρα θα ‘κλεινε ο δρόμος πίσω τους. Tέταρτη, πέμπτη. Το Sleepless παίζει για έκτη φορά, κοντεύει να κλείσει μισάωρο. Κανείς μπροστά, μόνο από πάνω του, τσιμέντα, φως πορτοκαλί, κίτρινο, χλωμό, ιώδιο μέσα, ιώδιο έξω, ιώδιο στο στομάχι του, μπορεί και βολφράμιο. Πιάνει το χέρι της, χαϊδεύει το γόνατο πάνω απ’ το παντελόνι, σιχαίνεται τους μήνες που κάνουν τα πόδια της να τυλίγονται μέσα σε παραπανίσια υφάσματα, σηκώνει ένα τσουλούφι που πέφτει στη μύτη της, προσπαθεί να το στερεώσει, ξαναπέφτει, ακουμπά το εξωτερικό της παλάμης του στο μάγουλό της, μια νυσταγμένη φωνή -με μάτια ακόμη κλειστά- τον ρωτάει «πού είμαστε;». Δεν απαντά. Βάζει έκτη, πατάει γκάζι, βγαίνει φάτσα με τον Παγασητικό, εξήμιση το πρωί Ιούλιο μήνα, λέγαν ότι η θέα απ΄την Άνω Γατζέα είναι σαν διπλός ελληνικός, μα έσφαλλαν, τριπλός ristretto είναι, ξυπνάς χωρίς να χρειαστεί να ρίξεις μισή σταγόνα νερό στο πρόσωπό σου. Εκείνη κοιμάται ακόμη στον καναπέ στον πάνω όροφο, του το ΄χε πει ότι έχει κλειστοφοβία μα νόμιζε πως άλλα ντουβάρια ήταν αυτά που την φόβιζαν. Ξύπνησε στις τρεις το πρωί κι εκείνη έλειπε, το ΄χε δει και σε ταινίες αυτό αλλά είναι πιο άσχημο αν είναι αληθινό, ανέβηκε πάνω και την σκέπασε κατεβάζοντας το ανασηκωμένο της νυχτικό. Πρόλαβε όμως και φίλησε τα λακκάκια στη μέση της, μύριζαν ακόμη Dove, με δυσκολία κρατήθηκε να μη μυρίσει χαμηλότερα και  ξανακυλήσει και θελήσει να δοκιμάσει με τη γλώσσα του για να βεβαιωθεί αν είναι αυτή η ίδια που ήξερε τόσα χρόνια. Μετά στο μπαλκόνι μόνος, τα ξανάζησε αυτά, τσιγάρα, σκέψεις, Memento και ιώδιο στο στομάχι, μπορεί και βολφράμιο. Ιδέα δεν έχει τι ψελλίζει ο ιταλός εκτός από κάτι ξώφαλτσα nostalgia, resistenze emotionale, memorie, ξαναγυρνάει μέσα, σκύβει και μυρίζει το λαιμό της, το κάνει άγαρμπα, ανορθόγραφα, μια νυσταγμένη φωνή -με μάτια που δεν ανοίγουν- τον ρωτάει «πού είμαστε;». Δεν απαντά. Απλώνει το χέρι στο διακόπτη κι ανάβει το φως στην κουζίνα, σε έναν παράδρομο ανάμεσα Παπάφη και Στρατού, σε λίγες βδομάδες έρχεται άνοιξη, «να σου κάνω καφέ;», «ναι αν πιείς κι εσύ», σε μια ώρα θα πάρει το ΚΤΕΛ για την επιστροφή, τώρα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, γυμνή, μισοσκεπασμένη μ’ ένα μονό πάπλωμα, άβαφη, αχτένιστη, ξενυχτισμένη, έξη χρόνια νεότερη, πάντα όμορφη. Την ώρα που πιάνει το κουτί με τη ζάχαρη και κάνει την αποκοτιά να σκεφτεί από μέσα του Now Ifalling, think of you,  την ακούει να σκέφτεται  Ι’so sorry, Iso tired. Σκέτο. Χωρίς ζάχαρη, χωρίς γάλα. «Θα σε πάω εγώ στο ΚΤΕΛ» της λέει, «ήδη κανόνισα για ταξί» απαντά. Σκέτα, ούτε αγάπες, ούτε έρωτες, ούτε καύλες, black. Δεν μιλάει, βγάζει από την τσέπη του ένα βαρύ κλειδί -με χαραγμένο πάνω σ’ ένα κομμάτι βρώμικο μέταλλο το 403- ανοίγει την πόρτα, όχι το φως, πηγαίνει προς το λιγοστό φως απέναντι, τραβάει τις κουρτίνες που μυρίζουν τσιγαρίλα, Escape και wake up calls. Το στομάχι του προσπαθεί να χωνέψει τη θέα έξω. Gare St Lazare. Με μια φωτεινή επιγραφή στην κορυφή του σταθμού : «what journey, so hard to describe».

 

Kάθησε στο διπλό κρεβάτι, σχημάτισε έναν αριθμό, «αφήστε μήνυμα, τώρα λείπω».

 

Άφησε.

 

Σε χύνω. Ξανά. Με λέξεις αυτή τη φορά. Μη μπεις στο μπάνιο μετά, μη σκουπιστείς. 

.-

το καταφύγιο

Πάει, τέλειωσε, σβήστηκε, ξεθώριασε, έφυγε, ξεχάστηκε, στέγνωσε, εξαϋλώθηκε, σίγησε, ξεθύμανε.

 

Δικά σου αυτά. Τα έγραψες, τα διάβασες, τα διόρθωσες, τα στοίχισες, τα τύπωσες. Από τότε τριγυρνάνε στα πόδια σου, τις πιο ακατάλληλες στιγμές, εκλιπαρώντας  να τους δώσεις λίγη σημασία. Αδιαφορείς. Περήφανος για το σπουδαίο σου κατόρθωμα, καγχάζεις πως με τις λέξεις μπορείς να τα βάλεις όποτε το αποφασίσεις. Ο,τι θες τις κάνεις αν έχεις βολικό πληκτρολόγιο και καλά προπονημένα δάχτυλα.

Αν όμως το φέρει ξανά ο Οκτώβρης,  ο διάολος κι ο χρόνος αυτά τα ίδια δάχτυλα να ξαναγγίξουν το δέρμα της, να χαϊδέψουν εκείνο το σημάδι στο γόνατο, αν βρουν δρόμο ν΄ανηφορίσουν ανάμεσα στα πόδια της, γίνεσαι -μέσα σε μια στιγμή- αναλφάβητος. Ξανά. Ούτε πληκτρολόγια, ούτε λέξεις σου χρειάζονται μετά. Και μιλάς μόνο με με το στόμα, με το δέρμα και με τα δάχτυλα. Δεν πα’ να καταστρέφεται ο κόσμος ολόγυρα, κι εσύ μαζί του. Μέσα της είναι καταφύγιο. Μέσα της.

Είσαι αρκετά σοφός πλέον για να ξέρεις πως δεν κρατάει για πάντα αυτό, δανεικό είναι, μια τοσοδούλα στιγμή στο χρόνο, ένα σκουπιδάκι στο μάτι, μετά θα χρειαστεί να  ξανασκαρφαλώσεις έξω για να ξαναμαζέψεις κομμάτια, να σφουγγαρίσεις αίματα, να ξεπλένεις χυμένα μυαλά και να πολεμάς με αριθμούς αήττητους. Αλλά θα πεισμώσεις να μείνεις ζωντανός, περιμένοντας πότε θα ‘ρθει η ώρα να ξαναμπείς μέσα στο σώμα της για μια στάλα αέρα, για να  πάρεις λάφυρο λίγο μύρο ακόμη, ν’ απλώσεις τη γεύση της στο στόμα σου πριν ξαναβγείς στον Χαμό.

 

 

three imaginary boys*

Τρία αγόρια.

Καθένα τράβηξε μια γραμμή. Πολύ κόκκινη. Πάρα πολύ κόκκινη. Σαν τη μπέρτα της Κοκκινοσκουφίτσας. Ή την ψυχή του Στάλιν. Μπορεί και σαν τη γλώσσα ενός χαμαιλέοντα, την ώρα που στέκεται απέναντι απ’ το πανί ενός ματαντόρ και δεν ξέρει τι γυρεύει και πώς βρέθηκε μέσα στην αρένα.

Τα χέρια τους ήταν σταθερά κρατώντας το κόκκινο μολύβι. Ήξεραν πια πως κανείς δεν θα τους ζητούσε το λόγο αν η γραμμή δεν ήταν ίσια. Αν ήταν διακεκομμένη. Αν ήταν μισή. Αν ήταν ξεθωριασμένη. Ή αν δεν υπήρχε καν γραμμή.

Οι τρεις γραμμές -έστω και λίγο άτεχνα- ενώθηκαν, γίναν μια φαρδιά κόκκινη, μπορούσες να κάνεις ως και πιρουέτες πάνω της, μπορούσες να διασχίσεις και τρεις ωκεανούς χωρίς να πάρεις ανάσα.

Έγνεψε το ένα στο άλλο, «εσύ πρώτο».

Με τη σειρά, αφού μούτρωσαν λίγο γιατί εγώ πρώτος κι όχι εσύ, πέρασαν απέναντι. Το τελευταίο πήρε μια σβήστρα κι εξαφάνισε τη γραμμή.

Εντάξει, γύρισε και είπε στα άλλα δυο το τρίτο το μεγαλύτερο, που ήταν και το πιο ψυχοπονιάρικο. Πάμε τώρα να τραβήξουμε κι άλλη μια να φτάνει κάτω, στο γκρεμό. Υπάρχουν άνθρωποι σακατεμένοι εκεί πέρα. Aς τους δείξουμε ότι κάποιος επιτέλους νοιάζεται και τραβάει ωραίες καθαρές κόκκινες γραμμές για λογαριασμό τους.

Τα άλλα δυο αγόρια κούνησαν το κεφάλι συμφωνώντας. Πιάσαν το κόκκινο μολύβι και φτιάξαν μια γραμμή που σταμάταγε χαμηλά, κάτω, εκεί που ήδη μύριζε πολύ άσχημα. Για σιγουριά όμως σβήσαν τη γραμμή στη μέση.

——————-

*thanks Robert

 

 

η ψυχοταḯστρα

Φυσικά και προβληματίστηκα για το αν έπρεπε να φτάσω ως εδώ, σε τέτοιαν εικόνα, τέτοιες μέρες. Τέτοια μέρα. Κατάντια, θα πεις. Χοντροπετσιά. Αδιαφορία. Αντικοινωνικότητα. Ξεπεσμός. Ανωριμότητα. Πες κι άλλα.

Κι αν κουραστείς να αραδιάζεις αφηρημένα πταίσματα, ξεκίνα ν’ αντιγράφεις συλλαβή προς συλλαβή τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα για να τα επισυνάψεις, με λυσσαλέα χαρά, στο κατηγορητήριο. Θα αποδεχτώ ενοχή, σε όλα. Όσα ελαφρυντικά θα έρθουν να μου σφίξουν το χέρι λέγοντας «μη σκας, εγώ είμαι δω» θα τα διώξω. Με τρόπο σκαιό.

Στο λέω, είναι μάταιο να ψάχνεις ανούσιες -εν τέλει- λέξεις και να υποκρίνεσαι πως σ’ ενοχλεί αυτό που βλέπεις. Δεν ξέρω τι λένε τα εγχειρίδια, δε με νοιάζει αν σκιάζεσαι τη λοιδωρία των φίλων σου, καρφάκι δεν μου καίγεται για τις εν δήμω αδιάβροχες ιδέες σου και τα μανιφέστα του word που με περισσή δεξιοτεχνία σκαρώνεις. Όταν τελειώσουν όλα -και θα τελειώσουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- από κει θα πάρεις μιαν ανάσα για να ξαναξεκινήσεις.

 

 

 

gentlemen take polaroids

πέντε κλικ

————

Η μνήμη μου δεν είναι πια συνεργάσιμη μα άλλην δεν έχω. Ξέχασα αν ήταν Έλενας Βενιζέλου και Πέτρου Κυριακού ή ακόμη χαμηλότερα, στη Δορυλαίου. Ένα μικρό δισκάδικο, εκεί το ’81 με ’82, δεν θυμάμαι, oι χρονιές μοιάζουν μεταξύ τους σαν γεράσουν. Σκάλιζα ράφια, άκουγα απ’ τα ηχεία το πρώτο των Sphinx, χάζευα ωραία κορίτσια που μπαινόβγαιναν χωρίς αγόρια, κόντευε Μεγάλη Βδομάδα, είχα το εισιτήριο του ΚΤΕΛ στο πορτοφόλι, περίσσευαν λίγα κατοστάρικα, το πήρα παραμάσχαλα, νύχτωνε, έβαλα σημάδι τα φώτα απ’ το περίπτερο ανάμεσα Σούτσου και Βουρνάζου.

Kent κι έναν bic

Θα το κάψουμε σήμερα.

Jinx, Tuxedomoon

———————-

Πλατεία Αγίου Θωμά, ανηφορίζω, φτάνω.

“τι θα πιεις;”

“o,τι υπάρχει”

Πάντα κάτι υπήρχε. Σε λίγο βγαίνει απ’ τη θήκη του, καθόμαστε στο πάτωμα, η βελόνα μπαίνει στο πρώτο αυλάκι, όπως μπαίνει στη φλέβα το αναισθητικό. Ζέστη, γαλήνη και χάσιμο.

Εκείνη η πλατεία έχει ήχο, είχε τότε, Οκτώβριο, Φεβρουάριο, Μάιο, αρχές καλοκαιριού, έχει και σήμερα, όσες φορές κι αν τύχει να ξαναπεράσω, όλη η πλατεία ένα τεράστιο Steinway και οι άνθρωποι μέσα και τριγύρω της τα πλήκτρα.

Τhe Köln Concert – part one, Keith Jarrett

—————–

Τσόχα 32. Τρίτος. Θέα ακάλυπτος. Ευάερη και ευήλια όμως, αστική θέα, όχι μικροαστική. Φώτα ολόγυρα, στόρια μισοκατεβασμένα, μισοανεβασμένα, όπως το δεις.

“θα πάμε Bάϊντα, είσαι μέσα;”

“όχι”

“δεν θα βγεις;”

“κόψε, συγκάτοικοι είμαστε, δεν παντρευτήκαμε κιόλας”

“καλά ρε,τι θα κάνεις μόνος;”

“έχω παρέα, πήρα ένα δισκάκι σήμερα, καλά να περάσετε, να ευθυμήσετε κι όταν γυρίσεις ούτε που να το σκεφτείς να μου διηγηθείς την ταινία γιατί και απο μάρμαρο να είσαι θα σε πονέσω”

Knives replace air, Eyeless in Gaza

————–

Όταν σώνονται τα λεφτά πριν τελειώσουν οι διακοπές σημαίνει πως κάτι πήγε πολύ στραβά ή πολύ καλά. Δυο μέρες πριν την Κυριακή της επιστροφής μετράμε κατοστάρικα, πενηντάρικα, βενζίνες, διόδια, τσιγάρα και μελανιές πάνω μας, από τις κροκάλες στο Χορευτό κι από χέρια που δεν ξέραν τι πάει να πει «χαïδεύω». Καλά κάναν. Χορτάτα γέρασαν.

Λίγο πριν τα τσίπουρα του αποχαιρετισμού, βιτρίνα με δισκάκια. Ένα με κοιτάζει, σχεδόν παρακλητικά. Πάρε με. Ξαναμετράω κατοστάρικα. «Κι εγώ όλα κι όλα τρία κατοστάρικα έχω, μη κάνεις μαλακίες». Δεν πειράζει μωρό μου, θα πιω ένα σκέτο και θα σε φάω με τα μάτια μου ξανά. Χορταίνω κι έτσι.

Stars are stars, Echo & the Bunnymen

————–

Όταν μεγαλώσεις θα σε θέλουν όλα τα αγόρια. Μπορεί να ξανάρθεις στην ίδια παραλία. Σίγουρα θα ‘ρθεις. Μπορεί να βρεις μια ξεχασμένη βάρκα -σαν κι αυτήν- να ακουμπήσεις την πετσέτα σου πάνω της. Αν και δε σε βλέπω να συμβιβάζεσαι με λιγότερο από ξαπλώστρα. Θα τους φας την ψυχή, δεν υπάρχει περίπτωση. Και θα τους αρέσει κι από πάνω. Έχεις τον τρόπο εσύ.

«παγωτό;»

«έφαγες ένα»

«θέλω παγωτό»

«ένα φτάνει»

«φάντα;»

«θα φάμε σε λίγο»

«φάντα»

«με το φαγητό, όχι τώρα»

«τότε και παγωτό και φάντα μετά»

«καλά μωρό μου, κάτσε να σου βάλω κι άλλο αντηλιακό τώρα στην πλατούλα, πριν αρχίσουν ν’ απλώνουν χερούκλες οι μαντράχαλοι»

Sodade, Cesaria Evora

 

————-

(placebo, ελλείψει συνταγογράφησης, αλλά the music’s not over yet)

the carpet crawler

Στον πλακόστρωτο δρόμο ανεβαίνοντας για την τράπεζα. Αριστερά, ψηλά, κοντά στο τέλος. Μια χαμηλοτάβανη τρύπα ήταν, όχι πάνω από δέκα τετραγωνικά, άλλωστε όλα παλιούρια ήταν τότε εκεί πάνω. Ωραία παλιούρια όμως, σήμερα τα κάναν όλα σαν τα μούτρα τους. Μέσα ένας φτηνιάρικος πάγκος για τα μηχανήματα, δέκα ράφια για τα δισκάκια, άλλα δυο για τις κασέτες, Scotch, TDK, BASF, μερικές γραμμένες της ΕΜΙ-Columbia, τέτοια. Τέσσερα άτομα χωρούσαν δεν χωρούσαν. Αν ερχόταν πέμπτος περίμενε έξω μέχρι να τελειώσει η Θεία Λειτουργία.

We’ve got to get in to get out..

Τον ραδιοενισχυτή τον αγάπησα παράφορα, at first sight, ένας Marantz 4230, εκείνος που ήταν ντυμένος με ξύλο, όχι ο γυμνός. Ποτέ μα ποτέ δεν θα μπορούσες να ξεχάσεις την γραμματοσειρά στη βιτρίνα του. Τόσην αβάσταχτη  καλλιγραφία στο Model, τέτοιαν ομορφιά στα selector, dimension, phones, δεν ξανάδα. Ούτε τόσο ζεστό μπλε, σαν αυτό που έβγαινε από μέσα του τα απογεύματα του χειμώνα που σκοτείνιαζε νωρίς και ξέκλεβα δέκα λεπτά απ’ το φροντιστήριο για να εκκλησιαστώ. Ήμουν σίγουρος πως κι ο Ευκλείδης κι ο Καραθεοδωρή(ς) αν αντίκριζαν εκείνο το μπλε θα μου δίναν άφεση αμαρτιών για τις απιστίες μου.

Δυο πικάπ είχε δεξιά κι αριστερά του, όπως στις αγιογραφίες, αλλά σ΄εκείνες δεν βάζαν τέτοια, βάζαν αγγελάκια πάνω απ΄την Παναγία, κακώς, κάκιστα. Ένα ασχημόπαπο Garrard 25ρι (μαζί με την τσαγιέρα και την ομπρέλα το ΄βρισκες σε κάθε εγγλέζικο σπίτι) κι ένα Philips 408, ξυλί. Κούκλα. Τα νούμερα δεν τα ξεχνώ, κρατούσα σημειώσεις πάνω στο βιβλίο των Μαθηματικών, ακόμη το έχω. Τόσες σημειώσεις για πικάπ, ενισχυτές, κεφαλές και ηχεία, σε κανένα τέτοιο δεν θα βρεις, πουθενά στο σύμπαν. Μετά από κάμποσα χρόνια με έπιασα να αναρωτιέμαι αν ο Marantz είχε δυο εξόδους phono αλλά ήταν ιερόσυλη τέτοια σκέψη και την ράντισα με αγιασμό. Ξεμπέρδεψα μαζί της.

Κεφαλές Stanton και στα δυο, όμως δεν έφτανε το περιθώριο της σελίδας στο βιβλίο, ξεψυχούσε και το bic, το 68 το ξεχωρίζω, δεν είμαι σίγουρος αν ήταν 680 ή 681 και πόσα Ε σέρναν ξοπίσω τους.

Τα ηχεία του καμάρωνε ότι ήταν ιδιοκατασκευή. Της μόδας τότε το do it yourself kit. Γλίτωνες μερικά χιλιάρικα και τραβιόσουν με καπλαμάδες, νοβοπάν, καρυδιές, θαρρείς και ήσουν μαραγκός. Στράφι η μαγεία. Δεν μ’ αρέσανε ποτέ, όχι πως ο ήχος που βγάζαν είχε κάτι που μ΄ενοχλούσε στα -απροπόνητα, ένεκα εφηβείας- αυτιά μου αλλά να, ή είσαι όμορφος απ’ τη γέννα σου ή δεν είσαι. Αυτά δεν ήταν. Δυο ξυλοκούτια, ένα λερί πανί μπροστά, τόσο διάφανο όμως που φαινόταν το woofer που έχασκε, σα στόμα έτοιμο να σε ρουφήξει αν ξεχνιόσουν κι έλεγες «τα χάλια τους έχουν». Ποτέ δεν το είπα. Γιατί  αντί να κοιτάζω αυτά χάζευα στο πιο ψηλό ράφι, κοντά στο ταβάνι, ένα ζευγάρι Wharfedale Denton, που ήταν τα «καλά», για πούλημα. Μικρά αλλά και η Νάταλι Γουντ μια σπιθαμή ήταν. Κάποια στιγμή τον ρώτησα πόσο κάνουν, νούμερο δεν θυμάμαι, το διέγραψα απ΄τη μνήμη, μάλλον θα πληγώθηκα ανεπανόρθωτα. Το W όμως έμεινε αξέχαστο.

Μ’ αυτά τα ονόματα μεγάλωσα, δεν ντρέπομαι να το πω.  Περισσότερα ήξερα τότε για ένα Linn Sondek παρά για τον Μαρκ Τουέν. Ας με ρώταγες για έναν Harman Kardon, παρά για τον Παπαδιαμάντη. Τις διαφορές ανάμεσα σε ένα Celestion κι ένα KLH  τις ήξερα απ΄έξω κι ανακατωτά, τη σχέση μεταξύ Καριωτάκη και  Πολυδούρη όχι. Δικαίως. Σ΄εκείνη την τρύπα, με αυτά ενηλικιώθηκα. Έμαθα, άκουσα, ανατρίχιασα.

Δισκάκι όμως δεν πήρα ποτέ από κει, κανένα. Γιατί, ξέχασα να σου πω, πικάπ στο σπίτι δεν υπήρχε. Ένα Sanyo κασσετοφωνάκι μόνο -που το τάιζα κασέτες που μου έγραφε σ’ ένα ξαπλωτό National Panasonic RS269, έτσι λέει το σκονάκι μου- κόντρα στα θεριά εκεί έξω. Σιγά τα θεριά, θα πεις. Ναι, αλλά αυτό άργησα λίγο ακόμη να το μάθω, μέχρι που μπήκε στο σπίτι το Thorens. Ο Yamaha. Το Νakamichi. Και τα B&W. Είδες; Πέρασαν τόσα χρόνια αλλά W μπήκε στο σπίτι, έστω και με συντροφιά.

Και η μουσική; πού είναι η μουσική;

Α, η μουσική δεν σταμάτησε στιγμή να με εκδικείται. M’έλιωσε, με τσάκισε. Όσες φορές και να ‘παιξε  το Carpet crawler με μένα χυμένο στο χαλί, σφιχταγκαλιασμένο μ’ ένα ποτήρι, με μάτι θολό και  φώτα κατεβασμένα, ούτε μισή φορά ακούστηκε η κιθάρα του Hackett τόσο παραπονεμένη όπως στο γκρεμούλι, ούτε μια φορά η φωνή του Gabriel είπε τόσο καθαρά  Thereno hiding in my memory , Thereno room to avoid  όπως τότε.

.