τιμής ένεκεν

27196060

Απ’ τον Ιούλιο πήρε σβάρνα τα τηλέφωνα και καναδυό κουδούνια. Όχι πως του ΄χαν απομείνει και περισσότερα δηλαδή, άλλοι του το ξέκοψαν, «δεν υπάρχει μια φέτος», άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι είχαν μωρά, άλλοι -το ‘μαθε καθυστερημένα- ξενητεύτηκαν, μονάχος κανείς δεν έμεινε. Εκτός από κείνον.

Δεν είναι δύσκολο να ξεμείνεις. Μια λάθος κουβέντα, ένα όψιμο «ναι» (που δεν ειπώθηκε ποτέ), ένα πρόωρο «όχι», μια σειρά από ατυχή γεγονότα. Τι νομίζεις ότι είναι το «μόνος» δηλαδή; Καμιά ανίατη αρρώστια; κάποιος καρκίνος που σου τρώει τις νύχτες και τα απογεύματα χωρίς τελειωμό, επειδή εσύ τον προσκάλεσες; Ένα αυτοάνοσο είναι, που άλλοτε το παλεύεις κι άλλοτε σε βάζει κάτω και σε σαβουρντάει, σε χτυπάει σα χταπόδι.

Βγήκε ο Ιούλιος, μπήκε ο Αύγουστος, δεύτερος -ή δεύτερη- δεν βρέθηκε να του πει ένα ναι, για τρία τέσσερα βράδια, έστω. Καθένας χωμένος στην ιστορία του, να μετράει και να ξαναμετράει τις ατάκες του και κάθε φορά να τις βρίσκει όλο και πιο λειψές, μα σε ιστορία αλλουνού να μην αποφασίζει να μπει, μη τυχόν και χάσει τα λόγια. Άδεια η θέση του συνοδηγού, ένας καφές στο καράβι, ένα βιβλίο στην άμμο, ένα ζευγάρι γυαλιά, μονά όλα. Αλλά -το αποφάσισε- στην πόλη δεν θα ξεκαλοκαίριαζε, αφού έτσι ήρθαν τα πράγματα (και θα ‘μεναν, όπως ήταν ξεκάθαρο, για καιρό) είπε να ξεπληρώσει ένα παλιό χρέος. Όχι βαρύ. Αλλά θα τον ξαλάφρωνε.

Αν ήταν ένα τρυφερό γλυκόπικρο ταινιάκι (απ΄ αυτά που κάνουν τους κυνικούς στη γαλαρία να πουν «έλα μωρέ τώρα»), θα τον έβλεπες στις εφτάμιση το πρωί του Σαββάτου να ξαναβάζει το αγαπημένο του χαχόλικο πουκαμισάκι και το παλιό ξεθωριασμένο τισερτ μέσα στο σάκο της μικρής θερινής απόδρασης. Εκδρομή τιμής ένεκεν, κι ας τα ‘φερνε αφόρετα πίσω, για όλα τα καλοκαίρια που πέρασαν αγόγγυστα μαζί του, ως τώρα.

Αύγουστος

27142271 (1)

 

 

Είμαι ο Έρνεστ Γουόκερ και θέλω να σας διηγηθώ το μικρό παράπονό μου.

Έφτασα δεκατρία και η μάνα μου δεν μ’ έστειλε ποτέ σε κατασκήνωση, για την ακρίβεια μ’ έστειλε μόνο μια φορά για τρεις μέρες και την τέταρτη περίμενε -βάφοντας ,νυχτιάτικα, κοραλλί τα νύχια της- το ταξί που με γύρισε πίσω, προσφορά του διευθυντή της κατασκήνωσης «Οι Τυφλές Φώκιες»¹ στο Κίτερυ Πόιντ που -όπως έμαθα αργότερα- της είπε στο τηλέφωνο «Νέλλυ, κάτι δεν πάει καλά με το βλαστάρι σου, στον επιστρέφω για να επιληφθείς».

Όταν επιλήφθηκε κατάλαβα πως το μόνο μου αμάρτημα ήταν που επέμενα τα βράδια-τρία πρόλαβα όλα κι όλα-να μαζεύω γύρω μου τα άλλα παιδιά για να τους λέω τις ιστορίες που αγαπούσα να βλέπω στον ύπνο και στον ξύπνιο μου : για το μαύρο τριχωτό καβούρι με τις εφτά δαγκάνες που κομμάτιαζε τα τζούφια κρανία των κακομαθημένων αγοριών που το παίζαν αρχηγοί, το ακέφαλο φίδι με τα τρία κεφάλια στην ουρά που είχε συνήθειο να τρυπώνει στα κρεβάτια και ύστερα ανάμεσα στα πόδια των κοριτσιών που φορούσαν σιδεράκια και μίλαγαν πολύ και φίλαγαν λίγο, για τον λύκο που είχε όχι μόνο τα μαλλιά αλλά και τη φωνή της κοκκινοσκουφίτσας μα σκότωνε πιο αλύπητα κι από τον Χίτμαν² , για τη νεροχελώνα που είχε σαγόνια σαν του μεγάλου γαλάζιου καρχαρία -αλλά όχι στο στόμα μα στην κοιλιά της- και σάρωνε ο,τι ζωντανό και πεθαμένο βρισκόταν στο δρόμο της, για την διάσημη κότα Bostonian³ που είχε ενάμιση μέτρο ύψος και έναν χαυλιόδοντα αντί για ράμφος, για τα φριχτά μοβ σκουλήκια που ζούσαν πάνω στις άρρωστες λεύκες και τρεφόταν με τις τσίμπλες από τα μάτια όσων παιδιών αργούσαν να ξυπνήσουν το πρωί (μερικές φορές, κάποια γέρικα τυφλά σκουλήκια ζαλισμένα από την πείνα έτρωγαν ακόμη και τα μάτια αλλά το ορκίζομαι ότι δεν το έκαναν από κακία), για τα χωρίς πόδια σκυλιά που δεν μπορούσαν να γαβγίσουν αλλά δείχναν μόνο τα άσχημα και βρωμερά δόντια τους κουνώντας σα τρελά το κεφάλι τους δεξιά κι αριστερά μέχρι που αυτό ξεκόλλαγε απ’ τη θέση του και κατρακυλούσε ως τα κόκκινα βράχια που κάναμε το απογευματινό μας μπάνιο, για τα διάφανα ψάρια που είχαν δυό ζευγάρια πόδια, βράγχια στην πλάτη  και δεν κολυμπούσαν αλλά καρτερικά περίμεναν τα κεφάλια των σκύλων που κατηφόριζαν προς τη θάλασσα κάθε απόγευμα (ποτέ δεν μάθαμε ως σήμερα τι έκαναν με τα κεφάλια αυτά κι αν έτσι γεννιούνται τα σκυλόψαρα αλλά μου φαίνεται πολύ ανόητος τρόπος για να γεννηθεί ένα σκυλόψαρο), ακόμη και για το τρελό παγώνι τους είπα, που είχε σπαθιά αντί για φτερά στην ουρά του κι αλίμονο σ όποιον άκουγε μέσα στη νύχτα την τρομερή κραυγή του και τον ήχο από λάμες που κομματιάζουν ανθρώπους, ζώα και φυτά. Ήθελα να τους πω και για τα άσπρα μυρμήγκια που τρώγαν ζωντανούς όσους δεν είχαν ακόμη κλείσει τα δεκατρία την μέρα που ήταν η δεύτερη πανσέληνος του σκοτεινού μήνα Αύγουστου, ενώ την ώρα που ξεκίνησα να τους διηγούμαι για τη χοντρή γιγάντια βδέλλα που βγαίνει από την τρύπα της τουαλέτας και ρουφάει βαθιά μέσα στο υγρό χώμα αυτούς που ρίχνουν απερίσκεπτα ακαθαρσίες πάνω της και μερικά μαμμόθρεφτα σαν τον Νίκυ Μπλαντ άρχισαν να μυξοκλαίνε, μπήκε απρόσκλητος ο ομαδάρχης που είχε δεν είχε κλείσει τα δεκάξι και αρπάζοντάς με από το μπράτσο (εκείνο που μελάνιασε από την Κλαίρ Ο’Χάρα  που με κρατούσε σφιχτά όσο η βδέλλα ανέβαινε στην επιφάνεια) με πέταξε έξω από τον θάλαμο κοιτάζοντάς με σαν κακό γκόλουμ που πρέπει να το ρίξουν μέσα σε δυό σακιά αναμμένα κάρβουνα ελπίζοντας να πεθάνει αργά, βασανιστικά και τελετουργικά.

Σακιά με κάρβουνα δεν είχαν, αυτά γινόταν την εποχή που ο μπαμπάς μου πήγαινε κατασκήνωση στο Σάουθ Φρήπορτ † και τρώγαν διάφορα ξεράσματα. Εμείς τώρα είχαμε γκριλ και ωραίες ηλεκτρικές ψηστιέρες για σωστό μπάρμπεκιου, κι έτσι αποφάσισαν να μη με κλείσουν ανάμεσα σε δυό αντιστάσεις γιατί έχει και το αργά τα όριά του, με παρουσίασαν -λοιπόν- μπροστά στον διευθυντή της κατασκήνωσης που ήταν και πορτιέρης στην εκκλησία του Αγίου Λουκά στο Πόρτλαντ του Μέιν όπου κηδέψαμε το μπαμπά μου αλλά πουλούσε και υφάσματα όταν έκλεινε η κατασκήνωση το Σεπτέμβρη, από αυτά τα φτηνιάρικα που έφερνε τακτικά στο σπίτι αφού πέθανε ο μπαμπάς και η μάνα μου του έλεγε πως ούτε καναπέδες δεν θα καταδέχονταν να τα φορέσουν, αυτός λοιπόν αφού με κοίταξε απ τα νύχια ως τα σκονισμένα μαλλιά μου είπε στους άλλους που στεκόταν τριγύρω του «βγάλτε τη μάνα του μαλακισμένου στο τηλέφωνο και φωνάξτε ένα ταξί, δεν θα περιμένω να ξημερώσει».

Δεν ξέρω τι τους είπε η μάνα μου στο τηλέφωνο περασμένα μεσάνυχτα αλλά ξέρω πως είναι πολύ μεγάλη αγένεια να ξυπνάς τους άλλους στα καλά του καθουμένου, ξύπνησαν και ένα ταξί στο διπλανό ψαροχώρι το Κατς Άιλαντ ή μάλλον τον  οδηγό του γιατί τα ταξί ποτέ δεν κοιμούνται, δεν είμαι όμως και σίγουρος γιατί είχα ακούσει παλιά μια ιστορία για ένα κίτρινο ταξί που κυκλοφορούσε τις νύχτες και κατάπινε παιδιά, ούτε ήμουν και βέβαιος αν το ταξί που περίμενε έξω από την σιδερόπορτα για να παραλάβει εμένα και τη μικρή μου τσάντα ήταν αυτό το κίτρινο ταξί που πεινούσε αλλά ίσως να μην ήταν γιατί δεν ήταν κίτρινο αλλά πορτοκαλί, ίσως πάλι απλά να άλλαζε χρώμα όσο περνούσε η ώρα και χόρταινε, δεν πρόλαβα να δω ποιος καθόταν πίσω από το τιμόνι όταν κόλλησε η πλάτη μου στο κάθισμα και μέσα σε ένα σύννεφο από σκόνη και άσχημες βρισιές (που ντρέπομαι να τις γράψω κι αυτές εδώ) να με ακολουθούν, κατηφορίσαμε το στενό δρόμο που έβγαζε στη διασταύρωση και μετά στην άσφαλτο.

Σ όλη τη διαδρομή στην 95 δεν έβγαλα μιλιά. Το ίδιο κι ο οδηγός που μου φαινόταν να ροχαλίζει αλλά ούτε στιγμή δεν λοξοδρομήσαμε, ούτε ένα φως μας τύφλωσε από απέναντι. Ήταν πράγματι ένας καταπληκτικός οδηγός που θα ήταν άξιος αντίπαλος του Ρόμπυ Γκόρντον* αν οδηγούσε κι αυτός μια ασπροκόκκινη γυαλιστερή Σεβρολέ Τζιμ Μπιμ κι όχι ένα πορτοκαλί ταξί που είχε κρεμασμένη μια φωτογραφία κάποιας μισόγυμνης ξανθιάς στον καθρέφτη του και έναν μαυροντυμένο κύριο για συνοδηγό που δεν κατόρθωσα να τον δω καλά και τραγουδούσε μονότονα «Because you’re mine, I walk the line», αν γίνω οδηγός ταξί όταν μεγαλώσω θα έχω τη Σακίρα συνοδηγό, μπορεί και τον Μπίλυ Τζο** αν δεν δεχτεί η Σακίρα και το ταξί θα το έχω συνεταιρικά με τον φίλο μου τον Τζέισον που πέθανε πριν τρία χρόνια την ώρα που δοκίμαζε να καταπιεί μια ολόκληρη τομάτα ενώ η μάνα του φώναζε «θα πνιγείς ηλίθιο, φτύσ’την βλαμμένο» και πνίγηκε, πριν πνιγεί έγινε κόκκινος σαν την τομάτα, μετά πράσινος σαν καρπούζι και στο τέλος κίτρινος σαν τις μπανάνες Εκουαδόρ που σιχαίνομαι, έτσι όμως είναι οι φιλίες και δεν πεθαίνουν εξαιτίας μιας τομάτας, το ταξί θα το έχουμε μαζί και τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν θα κάθεται δίπλα μου ούτε ο Μπίλυ ούτε η Σακίρα αλλά ο Τζέισον κι ας είναι κίτρινος και πράσινος και κόκκινος μαζί. Χτες το βράδυ όταν τους έλεγα πως τις νύχτες δεν φοβάμαι να τριγυρνάω έξω από τους θαλάμους μόνος γιατί κρατάω τον Τζέισον από το χέρι, αυτά έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν γιατί δεν είχε κανέναν Τζέισον η κατασκήνωση, καλύτερα έτσι γιατί τα βράδια που ο φίλος μου ερχόταν να κοιμηθεί στο κρεβάτι μου δεν ήθελα κανείς να του μιλάει γιατί ήταν δικός μου φίλος και σε κανέναν δεν τον χάριζα, σιγά τις φιλίες που κάνουν οι μεγάλοι, όλο παρέα κι όλο γκρίνια και μαχαιρώματα πισώπλατα, «Ντόναλντ μην αφήσεις τον Τεντ να σου ξαναπουλήσει μούρη για το εξοχικό στο Κέιπ Ελίζαμπεθ» έλεγε η μάνα μου στον μπαμπά πριν τον βρει πεσμένο μισό μέσα στη μπανιέρα και μισό έξω , «θα δεις τι αμάξι θα σου πάρω γω μωρό μου» της είχε πει αυτός όταν είδε το καινούριο Ντοτζ της κυρίας Κίντμαν αλλά ούτε που πρόλαβε να βγει απ’το μπάνιο και έμεινε η μαμά μόνη με μένα και το παλιό Φορντ, οι μεγάλοι το μόνο που ξέραν να μοιράζονται ήταν ένα λογαριασμό κάθε Σάββατο που πηγαίναν για αυγά με σπαράγγια στο diner του Γιούρι στο Ιστ Εντ και τις ντάιετ Πέπσι και τις μπύρες για το μπάρμπεκιου πάρτι στις τέσσερις Ιουλίου, εγώ ολόκληρο ταξί θα μοιραστώ κι ας το μετανιώσω αργότερα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε στη γωνία του σπιτιού και είδα το φως αναμμένο, κανείς δεν με περίμενε έξω αλλά έτσι πρέπει, είμαι μεγάλο παιδί και δεν είχα ανάγκη από χαϊδολογήματα, πήρα αγκαλιά την μικρή μου τσάντα με τα ρουχαλάκια μου, έβαλα το κλειδί στην πίσω πόρτα και είπα μπαίνοντας «πάλι εδώ είμαστε» και η καημένη η μαμά μου δεν κατάλαβε πάλι τι πάει να πει «είμαστε» αλλά ήταν πολύ νυσταγμένη και κατάφερε μόνο να πει -ανακατεύοντας με τα δάχτυλά της που μύριζαν όζα τα μαλλιά μου – «θα τα πούμε το πρωί, εντάξει;»

Είμαι ο Έρνεστ Γουόκερ και θέλω να σας πω ότι ακόμη δεν καταλαβαίνω γιατί είναι πιο τρομαχτικός ο μαύρος κάβουρας με τις εφτά δαγκάνες από την ιστορία της σιντερέλλα***, κάποια μέρα ξεκίνησε να μου διηγείται γι αυτήν την κακόμοιρη η γιαγιά μου που ζει τώρα σε ένα σπίτι μόνο για γέρους , αυτή η καημένη κοπέλα λοιπόν όλη μέρα σφουγγάριζε ένα σπίτι με τρεις σοφίτες σαν της θείας Ώντρει που την έστελνε ακόμη ο θειος Σάιρους -ο αδερφός του μπαμπά- να δουλεύει στο Γουολ Μαρτ ‡ της λεωφόρου Ντίρινγκ, κι έτρεχε μετά -η σιντερέλλα, όχι η θεία μου- στους ορθοπεδικούς για τα τσαλακωμένα της γόνατα και ούτε ένα ευχαριστώ δεν άκουσε για το παρκέ και το σιδέρωμα που της ρούφηξαν τα νιάτα της και σα να μην της έφταναν όλα αυτά, έρχεται μετά κι ένας περίεργος που έκανε τη δουλειά του πρίγκιπα και της φοράει ένα παπούτσι τριανταδύο νούμερο που ούτε το φλιτζάνι του καφέ χώραγε μέσα του αλλά αυτή πόναγε κι έκλαιγε και το φόραγε και πάλι έκλαιγε, κάτι τέτοια κάνει κι η μάνα μου με τα ρούχα της αλλά την αγαπάω γιατί είναι μάνα μου κι ας μη με ξανάστειλε σε κατασκήνωση αλλά στον κύριο Σ.Ε.Κίνγκ ®© που όλο με ρωτάει τι βλέπω στον ύπνο μου και τι όταν είμαι ξύπνιος και γράφει και σβήνει και μιλάει σε ένα μικρό κασετοφωνάκι τρίβοντας ευτυχισμένος τα χέρια του, αλλά ποτέ δεν ρωτάει και τον Τζέισον που κάθεται πάντα δίπλα μου γιατί αν τον ρώταγε θα ήξερε πως έτσι είναι οι φίλοι, όλα από μισά τα έχουν και ποτέ δεν διαμαρτύρονται γιατί δεν είναι όλα τα καλά του κόσμου δικά τους….

♫♪

Σημειώσεις του μεταφραστού

¹   “The Blind Sea-Dogs “, παράρτημα της Y.M.C.A του Maine

²    Πρωταγωνιστής 3ps βίντεο γκέιμ , γνωστός και ως «Κωδικός 47»

³    Eκ Βοστώνης ορμώμενη, απλή συνωνυμία με την εγχώρια πουκαμισερί

†   Camp στο Casco Bay που λειτούργησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 60 οπότε και  καταστράφηκε ολοσχερώς από επιδρομή τερμιτών

*  Οδηγός των NASCAR  και ο πρώτος Αμερικανός που κέρδισε σε σκέλος του Παρίσι-Ντακάρ

**    Τραγουδιστής και πρώτη μούρη πίστα των Καλιφορνέζων ρόκερς Green Day

***    γνωστή στην ημεδαπή και ως Σταχτοπούτα

‡   ο Νο 1 μπακάλης παγκοσμίως

®©   Ναι, Aυτός

31.07.2013

Trainspotting2

 

 

Μούσκεμα. Ο ανεμιστήρας πασχίζει φιλότιμα αλλά δεν καταφέρνει να τρομάξει τον ιδρώτα που εγκαταλείπει απελπισμένος κάθε πόρο μου.

Λήθαργος. Το στρώμα από κάτω μου έχει ποτίσει. Ώρες ώρες νομίζω πως ακούω κύματα. Θα χρειασθεί άλλαγμα μετά το σεντόνι. Μετά. Τώρα ακόμη και το να πνιγώ μέσα στον ιδρώτα μου φαίνεται ευλογία. Όχι σαν τους ανόητους ερασιτέχνες που πνίγηκαν, όπως λένε τα τραγουδάκια, μέσα στα δικά τους δάκρυα. Αν το κάνεις, καν’ το σωστά. Αντρίκια. Στα βαθιά.

Να παρακαλάς να γίνει το ταβάνι Αμαζόνιος και Νείλος μαζί, να κατέβει και να σε πνίξει. Και να μη κουνιέται ρούπι. Γαμώ τους πολιτικούς μηχανικούς σας γαμώ, που φτιάχνατε και σπίτια. Πολυτεχνεία σου λένε μετά.

Είμαι ξαπλωμένος πιέζοντας την καρδιά μου. Αριστερά. Δεν κάνει να τη ζορίζεις σαν ξεκουράζεσαι, λένε. Αδιαφορώ, δύναμη να γυρίσω ανάσκελα δεν έχω. Κοιτάζω το ξυπνητήρι ανοίγοντας το δεξί μου μάτι, το αριστερό είναι βουλιαγμένο σ’ αυτό που πριν κάμποση ώρα έμοιαζε μαξιλάρι.

Έξη και μισή. Άργησε σήμερα.

Πρέπει να σηκωθώ να ποτίσω τα λουλούδια. Η τριανταφυλλιά, η μεγάλη, ψυχορραγεί. Τη σώζω δεν τη σώζω. Αν όμως πεθάνω εγώ, πεθαίνει κι αυτή μαζί μου. Αν κάνω πως σηκώνομαι τώρα, πεθαίνω. Ας περιμένει, δυο απώλειες σε μια μέρα δεν μπορεί να τις διαχειριστεί μαζωμένες αυτό το μπαλκόνι.

Εφτά παρά είκοσι. Άργησε.

Τελευταία μέρα για να πληρώσω τη ΔΕΗ στο προποτζίδικο, αύριο λήγει και πρέπει να τρέχω σε γκισέδες. Γαμώ τα ρεύματά σας γαμώ. Στάλα συμπόνια δεν έχετε για την κούραση του άλλου. Μα στάλα.

Η από πάνω ξαναφόρεσε τακούνια. Την ακούω σαν σε home cinema. Όλο το ταβάνι ένα ηχείο. Πού πας με τακούνια στις εφτά το απόγεμα, Ιούλη μήνα; πού; Χτυπάει το τηλέφωνό της τώρα. Εκεί πάει. Στην άλλη άκρη της γραμμής. Χαρά στο κουράγιο της. Με τριανταπέντε βαθμούς έξω, να παριστάνεις την Αριάδνη.

Κοντεύει παρά τέταρτο. Δεν θα ΄ρθει.

Ελπίζω να μην κόψαν πάλι το νερό. Κάθε απόγευμα η ίδια ιστορία. Ένας λαβωμένος σωλήνας φταίει, λένε. Αυτοί που δεν φτιάχνουν υπερσωλήνες φταίνε. Τι είναι οι σωλήνες; άνθρωποι είναι; Γαμώ τα νερά σας γαμώ. Πείτε μας τουλάχιστον να μάθουμε να ζούμε μόνο με τα δικά μας, να πλενόμαστε μ’ αυτά, μ’ αυτά να σφουγγαρίζουμε, αυτά να πίνουμε. Να μη σκουπιζόμαστε, να στραγγιζόμαστε. Πείτε το όμως.

Ήρθε.

Αν στην Κόλαση έχουν τραγούδια στα μεγάφωνα, τη μέρα που θα με υποδέχονται, δεν θα βρουν καλύτερο καλωσόρισμα. Ας ψάχνουν και στους χειρότερους φόβους μου, ας τους κάνουν ανωκάτω, να μ’ αφήσουν να συγυρίζω αιώνες μετά. Πιο άγριο απ’ αυτό δεν θα βρουν.

Σ’ αγαπώ γιατί ‘σαι ωραία. Με προφορά σλάβικη, μόνο το ρεφρέν. Μετά μόνο ακορντεόν. Μετά πάλι ρεφρέν. Σ’ αγαπώ γιατί ‘σαι ωραία. Να τριγυρνάει κάτω, στο δρόμο, δέκα λεπτά για να διασχίσει ένα τετράγωνο-και δεν είμαστε δα στο Μανχάταν-. Κι αυτό το πηγαινέλα της φυσούνας να μπαίνει μέσα σου και να σου λέει «δεν υπάρχει σωτηρία, ακόμη κι αν μια μέρα δεν έρθω, εσύ αυτό θ’ ακούς να βγαίνει απ΄το δρόμο που βράζει».

Κάθε απόγευμα η ίδια ιστορία. Η ίδια σλάβικη προφορά. Οι ίδιες νότες. Η ίδια ζέστη. Ο ίδιος κι απαράλλαχτος Ιούλιος.

Τον Αύγουστο εξαφανίζεται. Δεν ξέρω πού πηγαίνει. Ίσως είναι καλεσμένος να παίξει στο πανηγύρι της Κόλασης αλλουνού.

τέσσερις, μεσημέρι, Ιούλιος

26830805

Side one τζιτζίκια.

Side two τζιτζίκια.

Η ίδια κι απαράλλαχτη εξηντάρα κασέτα.

Νομίζεις. Πάτα το rewind και ξαναπαίξ’την.

 

Ένα εκπαιδευμένο στις ζέστες αυτί, κάπου στο βάθος αριστερά θ’ ακούσει τα φύλλα μιας λεύκας να κάνουν σαν παλαβά, λυσσώντας να πάρουν πρόωρο διαζύγιο απ΄ τα κλαριά τους. Στην εξηντάρα. Στην ενενηντάρα χωράγαν και πλατάνια. Λίγο δεξιότερα η ταλαιπωρημένη εξάτμιση από ένα μικρό ενενηντάρι Honda φορτωμένο με ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, με το αλάτι ακόμη κολλημένο -θα τ’ ακούσεις κι αυτό- πάνω τους. Ο αέρας θα στείλει για δευτερόλεπτα δίπλα σου -σχεδόν από πάνω σου, ίσα που πρόλαβες να σκύψεις- ένα σαρανταπεντάρι από αρχαίο τζουκμπόξ, Γιώτα Λύδια σίγουρα, την ώρα που ένα πηρούνι θα τσιμπάει το τελευταίο κομμάτι τηγανητής μελιτζάνας, αυτόν τον ήχο μια φορά να τον ακούσεις και δεν τον μπερδεύεις μ’ άλλον ποτέ. Ποτέ. Μετά ξανά τζιτζίκια. Για μια στιγμή θα νομίσεις πως ακούστηκε ακριβώς πίσω σου η κόρνα απ’ το ψιλοσακάτικο MAN, αν το χάσεις χάθηκες, επόμενο κτελ μετά από τρεις ώρες. Μπορεί να μην ήταν κόρνα όμως, ίσως να αποτρελάθηκαν κι άλλο τα τζιτζίκια. Μια φωνή λίγο πριν τελειώσει η πρώτη πλευρά σου λέει «θες παγωτό;», μια άλλη μέσα σου απαντάει -μόλις πατήσεις play στην side Β- «έχει κρύες χένινγκερ νομίζω, φέρε», μάλλον άνθρωποι, εκτός κι αν τα τζιτζίκια αποφάσισαν να μάθουν ανθρώπινα. Μπορεί. Όλα γίνονται στις τέσσερις το μεσημέρι, Ιούλη μήνα. Ακόμη και να τ’ ακούσεις να λένε «έρχεται το επόμενο κύμα, μη χασομεράς με caps lock και backspace, τρέχα, εμείς εδώ θα ‘μαστε να σε περιμένουμε».

 

Pause

♪ ♫

οι σπονδές

26517909

 

Σήμερα την ώρα που ξεπάρκαρα από την πυλωτή, οι απέναντι του τρίτου όροφου -νέα, ωραία παιδιά- έφευγαν για να συναντήσουν το θέρος αλλού. Το κατάλαβα γιατί γέμιζαν το αυτοκίνητο, από τα πίσω καθίσματα ως το πορτ μπαγκάζ, με τα ωραία αχρείαστα που κάποτε κουβαλούσα κι εγώ μαζί μου όταν έφευγα. Κάποτε, όταν.

Και τώρα φεύγω. Μα με το αυτοκίνητο σχεδόν άδειο. Με τόσα παραχωμένα μέσα στο μυαλό -άλλα σιδερωμένα, άλλα γουμίδια- ούτε αναρτήσεις, ούτε λάστιχα θα μπορέσουν να το κρατήσουν στο δρόμο αν το φορτώσω και με παραπανίσια. Δεν θέλεις και πολλά μαζί, άλλως τε. Με τον καιρό το μαθαίνεις κι αυτό.

Σκέφτομαι τις μέρες που ξεκινούσαμε με τρία, τέσσερα χιλιάρικα στην τσέπη, μπορεί και λιγότερα. Περπατούσαμε ως το -κατά φαντασία- ξενοδοχείο με το γυναικείο όνομα, βίλα τάδε, Νικολέτα, Κατερίνα, Αλεξάνδρα, κάποια τέτοιας ράτσας πάντως, ξεκλειδώναμε τα δωμάτια με τα σουηδικά φτηνοέπιπλα, αφήναμε το σάκκο στη ντουλάπα, πετάγαμε τα ρούχα μας στην μια και μοναδική καρέκλα και ως σπονδή στις μέρες που θ’ ακολουθούσαν πηδιόμασταν χωρίς καθυστέρηση πάνω σε σεντόνια κρύα, που μύριζαν ΟΜΟ, ντουλαπίλα και υγρασία. Εδώ είναι βοράς, ακόμη κι ο Ιούλιος ανέκαθεν αργούσε να ‘ρθει. Κάποιες χρονιές δεν ήρθε καθόλου, μα δεν του κράτησα μούτρα όταν ξανασυναντηθήκαμε.

Χρόνο με το χρόνο όσο πιο ακριβά γινόταν τα έπιπλα, όσο πιο φαρδιά η ντουλάπα, όσο η καρέκλα γινόταν πολυθρόνα, τόσο οι σπονδές μας χλώμιαζαν. Μέχρι που κανείς θεός δεν καταδέχτηκε να ασχοληθεί με τα παλιά καλοκαίρια μας που θέλαμε ντε και καλά ν’ αναστήσουμε κι επιτέλους καταλάβαμε, χωρίς αδιέξοδες πικρίες, πως ο,τι ήταν να πάρει από μας το πήρε. Και σταματήσαμε να ψάχνουμε βωμούς να μας φιλοξενήσουν.

Δεν τα είπα αυτά στους απέναντι την ώρα που πέρναγα, με ανοιχτό παράθυρο, από δίπλα τους. Πρέπει να είσαι πολύ κακόψυχος για να θες να καταστρέφεις τα παραμύθια των άλλων, από την πρώτη κιόλας σελίδα.

chemo beach

26451345

Κάθησε απέναντι απ΄τη θάλασσα περίπου οκτώ ώρες. Πάρκαρε εκεί κοντά -σ’ ένα ψευτοπάρκινγκ, κάτω από τρία ξελιγωμένα δέντρα- περασμένες δώδεκα το μεσημέρι, σηκώθηκε και μάζεψε σιγά σιγά πετσέτα, τσιγάρα κι αποτσίγαρα κατά τις οκτώ. Την ώρα που τα κουνούπια ήδη δείχναν δόντια. Με αιματοκρίτη 32 δεν το ρίσκαρε για αναμέτρηση. Είχαν τελειώσει οι χημειοθεραπείες και ο γιατρός του το ξέκοψε, «όχι πολλά πολλά  τον πρώτο καιρό. Μακριά απ’ τον ήλιο, όχι μπάνια μέχρι να μπει ο Σεπτέμβρης και βλέπουμε. Ένα ένα».

Μέχρι πέρυσι, ακόμη και τις μέρες που έβραζε ο τόπος, συνήθιζε να λέει – παραχωμένος στο γραφείο, περασμένες πέντε και έξη και εφτά πολλές φορές- «δεν φεύγει η θάλασσα, εκεί θα είναι κι αύριο». Μέσα σε λίγους μήνες έμαθε πως ακόμη κι αν αυτή δεν φεύγει, φεύγεις εσύ. Και πως το αύριο είναι μια έννοια σχετική, που ούτε στα δάχτυλα την παίζεις, ούτε την ορίζεις, ούτε κολλητή σου θα γίνει ποτέ. Ώμο να σου δώσει να γείρεις αποκλείεται. Έτσι είναι τα αύριο. Σ’ αφήνουν έτσι, στα καλά του καθουμένου για να πάνε να ζήσουν αλλού. Πουλώντας ωραίο, βολικό παραμύθι και ξεσπιτώνοντας το σήμερα.

Την ώρα που έπεφτε ο ήλιος, χαράχτηκε πάνω στο χάρτινο δέρμα του ένα λειψό χαμόγελο. Τόση ομορφιά, τόσο κοντά, τόσα χρόνια. Μπορεί να μην είχε ούτε χνούδι στο κεφάλι του, μα μεγάλες, μακριές, ωραίες τούφες -κι ας λέγαν οι άλλοι, οι ανίδεοι, πως δεν ήταν τίποτε άλλο από ξέφτια- πέφταν μπρος στα μάτια του και κρύβαν μια τον ήλιο, μια τον ορίζοντα, μια τα όλο και πιο αχνά κύματα. Αυτά που ερχόταν από τόσο μακριά και σβήναν πάνω σε λίγες σπιθαμές άμμο, τρία μέτρα μακριά απ΄τα πόδια του. Σήμερα, τώρα. Όχι αύριο.

..

οι γυναίκες της διπλανής ξαπλώστρας

26093845

 

Πίνει εμφιαλωμένο νερό κρατώντας μια Βαμβουνάκη. Τίτλο δεν κατάφερα να δω. Αγνοώ γιατί οι εκδότες χαλαλίζουν πάντα για τις υπογραφές τη μεγαλύτερη γραμματοσειρά κι όχι για τον τίτλο. Δεν καταλαβαίνω γιατί ποτέ δεν δοκιμάζουν κάτι πέρα απ’ το πλατσούρισμα στα ρηχά και πεπατημένα. Όχι ότι θ’ αγχωθώ κιόλας. Πιο εύκολα βγάζω έρπη παρά βιβλίο.

Δεν είμαι σίγουρος ότι διαβάζει, δεν διακρίνω μάτια να κινούνται κάτω από τα μαύρα της γυαλιά. Τζάμια αυτή, τζάμια κι εγώ, δύσκολο έργο η παρατήρηση μετ΄εμποδίων. Ίσως γύρισε σελίδα, κάποια στιγμή που άλλαξε ρότα το βλέμμα μου. Κουρασμένο μα ευσυνείδητο, προπονημένο βλέμμα. Όχι σαν το σβέρκο του λύκου, δεν είναι καθηλωμένο μονόμπαντα στη γραμμή του ορίζοντα απέναντι. Αν κοιτάς συνέχεια εκεί σκέφτεσαι το φευγιό, μετά δεν έχεις καλό τέλος.

Το σώμα της είναι αξιοθέατο. Ωριμασμένο τριάντα, τριανταπέντε χρόνια το πολύ, χωμένο -όμως- μέσα σε άσχημο περιτύλιγμα. Πώς τους πουλάνε τόσο αντιερωτικά μαγιώ, τόσο άσχημα φλοράλ, σαν δειγματολόγιο από τούρκικα τραπεζομάντηλα, ένα νούμερο μεγαλύτερο το κάτω, δυο νούμερα μικρότερο το πάνω, κανένα δεν ταιριάζει πουθενά. Γυμνή θα ήταν πολύ καλύτερη, σκέφτομαι. Ριγώ με την σοφία μου. Γυμνή, με μαύρο γυαλί -ας είναι και των πέντε ευρώ, απ’ τον brother Louie που ήρθε απ’ την Kaduna για να πουλάει κινέζικα IWC και Πάνο Κιάμο κάνοντας ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στην ελληνική άμμο και τους χρυσαυγίτες- και νερό να κυλάει απ’ τα χείλια της στο στήθος και μετά στην κοιλιά και μετά πιο κάτω. Μερικές σταγόνες είναι πολύ πολύ τυχερές, ασυζητητί.

Αφήνει χάμω τη Βαμβουνάκη, πιάνει το κινητό. Δείχνει ακριβό, βαριά τριψήφιο. Πληκτρολογεί. Κάποιος, κάποια, παίρνει μήνυμα. «Ένας μαλάκας απέναντι με γδύνει με τα μάτια του». Smart girl..

Ενάμιση μέτρο δεξιά. Τα ice tea δεν είναι ice πλέον, στέκουν ανέγγιχτα πάνω από ένα τέταρτο. Από την ώρα που τα έφερε το -πολύ – εικοσάχρονο, με μαύρισμα Χάλι Μπέρι. Δεν μ’ αρέσει η Χάλι, το εικοσάχρονο όμως άξιζε κάθε γραμμάριο απ΄το βάρος των πουρμπουάρ -μισάευρα, μη φαντασθείς τίποτε πολύ φανταχτερό- που μάζευε απ’ τους άντρες. Γυναίκα που να της έδωσε φιλοδώρημα δεν είδα τριγύρω. Άντρες όμως που χαζεύαν κορίτσια -όπως αυτή- στην ηλικία της κόρης τους, κάμποσους. Ναμπόκοφ στα όρια της νομιμότητας. Τα αρσενικά μπορούμε να ξεφτιλιζόμαστε υποδειγματικά μέχρι τα βαθιά γεράματα, σπουδαία κατάκτηση δε τη λες.

Ανάμεσα στα ice tea δυο φίλες, συγγενείς, ζωντοχήρες, κουμπάρες, ποιος ξέρει…Ηλικία απροσδιόριστη, αυτή που λες «της περιποιημένης προεμμηνόπαυσης» και ξεμπερδεύεις στο χωροχρόνο ανάμεσα στα -άντα και τα -ήντα. Μαλλί βαμμένο, σιγουράντζα ανταύγεια επαρχιακού κομμωτήριου, πιασμένο πίσω και οι δυό. Η μια φοράει παράταιρη μαντήλα, αγορασμένη απ΄το παζάρι της Δράμας, της Ξάνθης, από κει τριγύρω, γυαλιά τεράστια κρύβουν τα πάντα. Μέτωπο, ζυγωματικά, με δυσκολία διακρίνω μύτη. Η Χόλι Γκολάιτλι της γειτονιάς. Αυτή, αριστερά, έχει ωραία πόδια. Απ’ αυτά που η γαμιόλα η κυτταρίτιδα τα κάνει να μοιάζουν πιο επιθυμητά (γίνεται κι αυτό, με τον καιρό μαθαίνεις πως όλα γίνονται), ειδικά όταν τελειώνουν σε ένα μαύρο μαγιώ. Εκεί που λαχταράς να βάλεις τα δάχτυλά σου για να ανακουφίσεις το δέρμα της απ’ το κόκκινο σημάδι του λάστιχου. Η άλλη φοράει μια κοραλί πουκαμίσα, που και που σκαλίζει μια τσάντα και βγάζει από κει μέσα ένα ένα τα Άπαντα του Hondos. Παρατηρώ τα δάχτυλα των ποδιών της, μια ανάσα απ’ τα μάτια μου, περιποιημένα, πονηρά, περπατημένα, προσεχτικά βαμμένα. Είναι πικρό να σε σκανάρει ο άλλος και να γράφει πόρισμα μόνο για τα δάχτυλά σου αλλά καμιά μαγνητική δεν είναι τέλεια κάτω απ το φως του πρώτου καλοκαιρινού μπάνιου. Του κάθε χρόνο κι ακριβότερου, πιο απρόσιτου, λιγότερο καθαρμένου.

Δεν μιλάς

Ξεχάστηκα

Πάω να βουτήξω, θα ‘ρθεις;

Να τελειώσω τη μπίρα, μη γίνει εντελώς κάτουρο κι έρχομαι..

Και κλείσε αυτή την ρημάδα την εφημερίδα, χράτσα χρούτσα, σπάει νεύρα

Ποτέ δεν έχω δει γυναίκα να διαβάζει εφημερίδα, πίνοντας μπίρα απ’ το κουτί. Ίσως να φταίνε οι παρέες μου, ίσως οι θάλασσες που συχνάζω. Ίσως οι εφημερίδες. Μπορεί, πάλι, να θέλουν να σε κοιτάζουν χωρίς παρεμβολές για να γράψουν μετά για τους άντρες της διπλανής ξαπλώστρας. Αποκλείεται, δεν ασχολούνται με τη ράτσα μας. Μα όπως και να ‘χει, δεν θα ‘θελα ποτέ μα ποτέ να το διαβάσω αυτό..

η συνταγή

25179753

Αναζητώ τα βασικά του θέρους. Κάθε χρονιά η συνταγή γίνεται όλο και πιο απλή. Με τα ακριβότερα, τα σπανιότερα όσων θεωρούσα κάποτε -ο ανόητος- ευκολόβρετα υλικά.

Μια αυλή με βρεμένο τσιμέντο, ούτε ακριβά κεραμικά πλακάκια, ούτε τερακότες, ούτε φρεσκοκουρεμένο γκαζόν, μήτε χρωματιστά χαλίκια -άθλια ρέπλικα βότσαλων- που προσφέρονται σε σακιά, είκοσι κιλά ένα δεκάρικο. Τσιμέντο  παλιοκαιρίσιο, βελούδινο, που φιλοξενούσε κιλίμια και κουρελούδες και τα γυμνά μας πόδια πάνω του. Δεν ξέρω πώς το φτιάχναν, ξέρω ότι εκείνο ψάχνω και μαστόρια δεν βρίσκω.

Ένα τραπέζι μικρό, μεταλλικό, τα αρχαία βαμμένα και ξαναβαμμένα μπλε των καφενείων που χωράγαν πάνω τους τρεις καφέδες ελληνικούς -πες τους και τούρκικους, δεν χαλάμε καρδιές για έναν καφέ- και τρία ποτήρια νερό, εκείνα τα πλισέ που γράφαν Yula στον πάτο τους. Τα ίδια τραπέζια που όταν φεύγαν οι καφέδες χωρούσαν δυο μικρά πιάτα μ’ ελιές ξυδάτες, ντομάτες αληθινές με ρίγανη, λίγη φέτα, δυο μπαστουνάκια κασέρι, σπάνια δυο μπουκιές παστουρμά, ίσως ο,τι τουρσί βρισκόταν πρόχειρο, λίγες αντσούγιες ή μια φέτα παλαμίδα απ΄το μπακάλικο του Αδαμίδη. Ψωμί ψωμένιο, που όταν ξέμενε λίγες μέρες γινόταν παξιμάδι, όχι δειγματολόγιο μούχλας. Τρία, τέσσερα ποτήρια. Μπορεί και δυο. Και μισό μπουκάλι ούζο Τσότρα. Με παγωμένο νερό, κατευθείαν απ΄το παλιό Kelvinator.

Ψάθινες καρέκλες. Ξέρεις, από κείνες που το χέρι σου πήγαινε  από κάτω και άρχιζε να στρίβει και να στρίβει την ψάθα που περίσσευε μέχρι να κόψεις το κομμάτι, να το φέρεις στη μύτη σου κι αν ήσουν τολμηρός να το βάλεις και στο στόμα. Αθώες εποχές, αλλιώτικες. Τις στείλαν στον παράδεισο των καθισμάτων και των καλοκαιριών οι γαμημένες οι alibert.

Κληματαριά. Φορτωμένη, έτοιμη να με θάψει από κάτω της. Μέλισσες, σφήκες, σπούργιτες στα σωθικά της, ένα βουητό τρία μέτρα πάνω απ΄το κεφάλι μου. Πεσμένες ρώγες τριγύρω, φρέσκες, πατημένες, σταφιδιασμένες. Μυρμήγκια να παλεύουν για μια μπουκιά τους. Απ’ τα κανονικά μυρμήγκια που μπορούσες να τα κοιτάξεις στα μάτια, όχι τα σημερινά των μπαλκονιών που ούτε ψίχουλο από φτηνιάρικα καρβέλια μπορούν να τρομάξουν.

Ένα ραδιοφωνάκι. Για τα βράδια εκείνα που το ποτήρι πάνω στο τραπέζι δεν ζευγαρώνει ως το πρωί. Μια φωνή, γυναικεία, αντρική, δεν έχει σημασία, δεν ακούω τι λέει, παρέα θέλω όχι στιχάκια, όχι ρεφρέν, όχι νότες, παρέα. Για να μη μείνω μόνος με τη νύχτα και μου πιάσει την κουβέντα, τα τι και τα πως και τα αν και τα γιατί κι άκρη μαζί της δεν βγάζεις, είναι άσχημη γλωσσού η νύχτα.

Θάλασσα πέντε μέτρα μακριά. Ας είναι και δέκα, όχι παραπάνω. Μετά τα τσιμέντα να πατήσω κατευθείαν άμμο ή βότσαλο. Να μετρήσω δέκα βήματα και να βρω νερό. Μπω δεν μπω. Με ήλιο ή με φεγγάρι. Να ακούω το κύμα. Να μ’ ακούει κι αυτό, τι σόι γείτονες είμαστε αν δεν μιλάμε ο ένας στον άλλον. Ανάμεσά μας τίποτε, δέκα ανεμπόδιστα βήματα μονάχα. Κάποια νύχτα μια φωτιά πενήντα, εξήντα μέτρα μακρύτερα, μια παρέα, ας μη παίζουν έντεχνα τουλάχιστον, ούτε το blowin’ in the wind, ούτε dust in the wind, μη, μη μιλάς άλλο γι αγάπη, μη λες τίποτε, βγάλε τον σκασμό, φίλα την μονάχα, χάιδεψε τα πόδια της, άπλωσε μια πετσέτα, μπες και τέλειωσε μέσα της, άσε τον Χάρη και τον Πάνο και τον Λαυρέντη σπίτια τους καλέ μου, να χαρείς τα νιάτα σου..

Κι ένα βιβλίο, με μαλακό εξώφυλλο. Ταλαιπωρημένο. Με σελίδες λερωμένες από ανθρωπίλα, αντηλιακό και μπίρες. Δεν είναι το Ιερό Δισκοπότηρο για να το αγγίζω με δέος. Όχι με βαριές υπογραφές, ούτε με σκαλιστές λέξεις και νοήματα ρετιρέ. Ένα βιβλιαράκι με μικρές ιστορίες, της μιας, μιάμιση σελίδας. Μια ιστορία δυο γουλιές, τρεις με τον αφρό. Να την τελειώνω, να βγάζω τα πρεσβυωπικά και να χαζεύω το γαλάζιο απέναντι. Ή τα φώτα απ’ τα καΐκια μακριά. Να βάζω τις ιστορίες μέσα στο καλοκαίρι μου, όχι να στριμώχνω αυτό μέσα στις σελίδες. Όχι άλλα «ξέρω τι διάβασες πέρυσι το καλοκαίρι».

Μ’ αυτά νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω. Και με λιγότερα μπορώ αν έρθεις κι εσύ. Υπόσχομαι να μη ροχαλίζω πολύ τα βράδια. Κι αν θες στο υπογράφω κιόλας, κι αυτό και ότι θα σηκώνομαι εγώ κάθε νύχτα να μονομαχώ με τα κουνούπια. Κάθε βράδι θα ετοιμάζω εγώ το καρπούζι και το τυρί, κάθε πρωί θα σου λέω πόσο όμορφες είναι οι ευρυαγγείες σου την ώρα που θα μιλάω με την κυτταρίτιδα σου χαμηλόφωνα, για να μη σε ξυπνήσουμε, λίγο πριν πεταχτώ στον φούρνο για δυο κουλούρια και μια τυρόπιτα,  λίγο μετά που θα φτιάχνω τον καφέ, μέτριος διπλός εγώ, γλυκός φραπέ με γάλα (μια αηδία αλλά στο συγχωρώ) για σένα, λίγο πριν τα επόμενα καλοκαίρια, λίγο μετά τα προηγούμενα, όσα γινάτια και να κάνουν θα ‘ρθουν και -το καλό που μας θέλω- κοίτα να μας βρουν εδώ και να μας βρουν μαζί. Μόνο αυτό λέει η συνταγή…

—-

η κάθοδος

24789479

Φτάσαμε πάνω απ’ τη μικρή παραλία λίγα χιλιόμετρα μακριά απ’ το μοναστήρι, βοήθειά μας. Κεριά δεν ανάψαμε περνώντας απ’ έξω, οι μισοί ντράπηκαν τους άλλους μισούς και φτιάξαμε μια ντροπή ολόκληρη σκέτη ομορφιά και πατήσαμε γκάζι, «να φτάνουμε μια ώρα αρχύτερα». Τώρα έπρεπε να παρκάρουμε τα αυτοκίνητα σε ένα τοσοδούλι πλάτωμα κάτω απ’τον ήλιο και να βρούμε ανάμεσα στα τσαλιά το μονοπάτι που θα μας έστελνε εκεί που «το νερό, ένας μικρός καταρράκτης, πέφτει από πέντε μέτρα ύψος μέσα στη θάλασσα». Αυτό μας είχαν πει άλλοι γενναίοι σέρπα, που είχαν κατέβει πριν από μας. Δεν βρίσκεις εύκολα τέτοια τεχνικολόρ θεάματα, είπαμε χαλάλι το ανέβασμα μετά. Στο κατέβασμα κουτσά-στραβά θα τα καταφέρναμε.

Αμ δε..

Δυο αγόρια, τρία κορίτσια, κόντρα σε μια κλίση που θα τρόμαζε κάθε αλφάδι και τελεφερίκ, χωμένοι μέσα σε μια στρατιά από ανθρωποφάγα πουρνάρια και έναν ήλιο που εκείνη τη μέρα το ‘βαλε γινάτι ο καργιόλης να δείξει ποιός είναι το αφεντικό. O μεγαλύτερος ήταν εικοσιοκτώ χρόνων -η Γιάννα δεν μέτραγε- οπότε και τριακόσια να ήταν τα χιλιόμετρα  στην κατηφόρα, και εβδομήντα μοίρες η κλίση, και σαράντα βαθμοί το κοντέρ στο θερμόμετρο, πάλι θα ξεκινούσαμε για την «δικιά μας» παραλία. Σ’ αυτές τις ηλικίες πας -έτσι λέγαμε τότε- κόντρα με ο,τι γουστάρεις, αδιαφορώντας για το τι λένε οι αριθμοί. Τα νούμερα και τα μαθηματικά είναι για τους δειλούς και τους οικογενειάρχες που μετράνε το κάθε τι δέκα φορές, με σινιέ κομπιουτεράκια Texas Instruments, επαληθεύσεις και λογαριασμούς και ξανά επαληθεύσεις. Εμείς μπορούσαμε και λάθος να κάνουμε. Τόσο χειρότερα για το λάθος. Ήμασταν ικανοί -αυτό πιστεύαμε- να στριμώξουμε το λάθος μας στη γωνιά και να του αποδείξουμε, με το καλό ή με το στανιό, ότι είναι το σωστό.

Αρκετά χρόνια μετά έμαθα ότι κάποιος Alex Garland μας έκλεψε το πρότζεκτ. Αλλάζοντας τα ονόματα και τις τοποθεσίες, για να μη τον τσακίσουμε στα ασφαλιστικά μέτρα και τις μηνύσεις.

—-

(ψίχουλο απ΄τις «αρχαίες γυναίκες»)

—–

Dirty2

24244908 (2)

Πες κάτι καινούριο

Στα δεκαεννιά ήμασταν σ’ αυτό το ίδιο κάδρο. Πηγαίναμε απέναντι. Με ένα σακ βουαγιάζ και λίγα χιλιάρικα, γενναίο χαρτζιλίκι τότε. Χωρίς κράτηση, πάντα κάτι βρίσκαμε για πεντέξη μέρες.

Κάτι καινούριο είπα

Τζιν, μπλουζάκια φρουτ οφ δε λουμ, σταράκια, ένα σπίντο ή αρένα στο σάκκο, δυο πετσέτες. Βερμούδες δεν θυμάμαι να είχαμε τότε, έκοβες ένα ετοιμοθάνατο τζιν και έφτιαχνες μια. Άβολη αλλά κολάκευε τα σώματα των εξηνταπέντε, εβδομήντα κιλών. Δεκαεννιά είπαμε.

Κάτι καινούριο δεν είπαμε

Είπαμε. Δεκαεννιά. Ολοκαίνουργος. Του κουτιού. Έβγαινες απ’ τη θάλασσα κι έμπαινες αλατισμένος μέσα της. Κυριολεκτικά, όχι μεταφορικές αηδίες. Δείκτης προστασίας μηδέν. Μηδέν σε όλα. Εκτός απ’ το Fuji που ήταν 24ρι, λεφτά να εμφανίσουμε 36ρι δεν υπήρχαν στην επιστροφή.

Όλοι τα κάναν αυτά

Το ξέρω. Είτε σε δωμάτια με φτηνά σουηδικά ξύλα, είτε μέσα σε αντίσκηνα, είτε πάνω στην άμμο. Το ξέρω, και λοιπόν; Τη φωτογραφία χαζεύω, είμαστε πολλές χιλιάδες πάνω στο καράβι. Όπως στα ινδικά σαπάκια που φορτώνουν πεντακόσιους αντί πενήντα, όλοι για απέναντι συνωστιζόμαστε κάθε χρόνο, θαρρείς και θα βρούμε κανένα σοβαρό απομεινάρι από αγόρια, κορίτσια, μόνα, διπλά, μαζί, χώρια. Τόσα χρόνια, άλλοι πήγαν πάτο, άλλοι γλιτώσαμε. Γελάσαμε πολύ όμως.

Πες κάτι καινούριο

Πήγα και πέρυσι. Μέσα στο ίδιο κάδρο. Το μπογιάντισα λίγο με το Phixr. Όλα τα καλοκαίρια τα διορθώνει, retro, sepia, temperature, brightness, vibrance, saturation, soften. Το κάνεις και λίγο Dirty2 και τέλειωσε. Σα να μη πέρασε ούτε ένας χρόνος. Για τα γέλια δεν βρήκα ακόμη εργαλείο.

—-

ένα -σχεδόν- άδειο πακέτο μάρλμπορο σκληρό

………

Εμάς τους δυο μας χώριζε ένα τάβλι που μύριζε καπνίλα, σομπίλα, τσιγαρίλα άφιλτρη, ξέφτια του χειμώνα που πέρασε. Και τα μαύρα μας rayban, έστω κι αν ο ήλιος εξακολουθούσε να είναι χλωμός σαν να του ‘πεσε ξάφνου ο αιματοκρίτης στο 25.

Είχαμε καταλήξει στο καφενείο στον πλάτανο. Μη ρωτάς όνομα, κανείς δεν θυμάται πώς λένε τα καφενεία που είναι κάτω από έναν πλάτανο, όλα αβάφτιστα είναι. Λες «θα βρεθούμε στο καφενείο στο πλατάνι» και τέλειωσες. Ούτε χάρτες, ούτε δορυφόροι, ούτε GPS, ούτε ταμπέλες, τίποτε. Τυφλός να ‘σαι, πάνω του θα πέσεις.

Φύγαμε με το πάσο μας απ’ τη Βίλα κάτι πριν μιάμιση ώρα και χάσαμε στο τσαφ το καραβάκι για τη Βάθη εξαιτίας ενός καινούριου πακέτου Μάρλμπορο που θα ξέπλενε τα χτεσινοβραδινά.

«Καλά, με χιλιάρικο θες ν’ αγοράσεις τσιγάρα; χασίσι με βλέπεις να πουλάω;» μ’ άρπαξε πρωινιάτικα ο περιπτεράς κι έκανε δέκα λεπτά να δώσει ρέστα αφού μ’ ανάγκασε να πάρω και τρεις σερενάτες που τις μοίρασα στα κορίτσια γιατί δεν την άντεχα τόση γλυκατζούρα πρωί πρωί ο μπίτερμαν.

Δίκιο είχαν για το νησί, πολλά δίκια. Ωραίο μέρος αρκεί να το γυρίσεις ανάποδα και να το τινάξεις δυο τρεις φορές -σαν τραπεζομάντηλο στα κάγκελα- για να πέσουν από πάνω του οι ντόπιοι. Μετά παράδεισος.

Οι άλλοι τέσσερις καθήσαν παραδίπλα, όλοι σε ένα τραπέζι. Οι δυο κρατούσαν βιβλία, το ένα νομίζω ήταν Στίβεν Κινγκ, οι ιστορίες απ’ τη «Νυχτερινή Βάρδια», δικό μου, ένα από τα αμέτρητα δανεικά κι αγύριστα των διακοπών. Λιγότεροι ήταν οι αγνοούμενοι στις αναζητήσεις του Ελληνικού Ερθρού Σταυρού στο ραδιόφωνο. Διάβαζαν ή παριστάναν οτι διάβαζαν, δεν θυμάμαι να γύρισαν σελίδα επί δέκα ολόκληρα λεπτά. Ο Χάρης και η Γιάννα πίναν φραπέ αμίλητοι, σε ποτήρια χύτρες. Άμα είχαμε τέτοια ποτήρια σα φοιτητές, λίγα χρόνια πριν, θα βγάζαμε ξύπνιοι όλη την εξεταστική με έναν καφέ. Μπορεί και με μια γουλιά.

Κι εμείς κάναμε πως παίζαμε τάβλι.

Καθισμένοι σε απόσταση ασφαλείας μεταξύ μας, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον μέσα από μαύρα γυαλιά.

«Την γάμησες», «όχι», «κόψε τις μαλακίες, τη γάμησες, φίδι», «ούτε καν χείλια άγγιξα».

Πινγκ πονγκ στο mute, λέξη δεν βγήκε απ’ το στόμα μας όσην ώρα βλέπαμε -και οι δυο- την Μαρία στο διπλανό τραπέζι, να έχει ακουμπισμένα στα πόδια της τον κωλόφαρδο τον Κινγκ και τις ματιές μας. Όρκο δεν παίρνω αλλά κάποια στιγμή μου φάνηκε πως είδα το χνούδι απ’ το δέρμα της να ανασηκώνεται, έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια -το ζήλεψα, το μίσησα αυτό το χέρι – και τα ΄σφιξε. Θεέ μου! Ούτε ανακόντα έσφιγγε με τέτοια τελειότητα, γιατί να μην ήμουν εγώ το αθώο της θύμα;

Δεν ξέρω τι την ανατρίχιασε. Να ήταν που κρύφτηκε ξανά ο ήλιος, να ‘ταν κάτι πολύ τρομαχτικό που μόλις διάβασε, να ήταν τα μάτια μου που πήγαν πιο ψηλά από κει που στόχευαν, κάποιος ή κάτι που σκέφτηκε, μπορεί να ήταν και μια ανυπόμονη κύστη, δεν ξέρω να σου πω. Ξέρω μόνο πως ένας είπε «δώδεκα παρά δέκα, θα πάμε για το καραβάκι ή θα βγάλουν εδώ ρίζες οι κώλοι μας;» κι αποφασίσαμε να τους ξεριζώσουμε. Αφήσαμε τον πλάτανο μονάχο του με εφτά γερόντια. Φτηνή τουριστική καρτ ποστάλ. Μόνο το γραμματόσημο και το σήμα «Ασπιώτη-ΕΛΚΑ» της έλειπε.

Είχε αρχίσει να ζεσταίνει. Μια σταγόνα ιδρώτα εμφανίστηκε στο μέτωπό μου. Χάθηκε όμως πριν διασχίσει έστω και δυο εκατοστά. Εντελώς μα εντελώς απροπόνητη.

——

(καρτποστάλ από βουλιαγμένα νησιά)

iAugust

Ένα αγόρι ακουμπά την παλάμη του στο τζάμι του λεωφορείου που φεύγει, η ώρα είναι δυόμιση. Από τη μέσα πλευρά η παλάμη της. Το τζάμι ανάμεσα στα δυο χέρια λιώνει. Παρατηρώ αμήχανος, ακίνητος κι αμίλητος τα δυο δεκαοχτάχρονα. Λαθραίος. Εκείνη φέρνει τα δάχτυλα στα χείλια της, εκείνος ακουμπάει με το δεξί χέρι το στήθος του, πάνω απ’ την καρδιά.  Με το αριστερό βγάζει το κινητό, τη φωτογραφίζει. Σε δυο λεπτά έβαλε μπρος, έκλεισε πόρτες,  έστριψε, τα γράμματα SETRA εξαφανίστηκαν. Τη συνέχεια μόνο αυτά την ξέρουν. Μάλλον ούτε κι αυτά.

Στο δρόμο σκέφτομαι τα παιδιά μου. Μέσα και έξω απο λεωφορεία. Τι ζει μέσα στο μυαλό τους; Πόσα τζάμια θα αγγίξουν τα χέρια τους;

Ώρα τέσσερις, μου στέλνουν στο κινητό μια φωτογραφία με έναν ογδοντάρη ναυαγισμένο σε μια καρέκλα καθωσπρέπει καφενείου. Πίσω του το μαγαζί κλειστό, ανήμερα της Παναγίας. Όλες οι καρέκλες δίπλα άδειες, «κλειστό μέχρι 20/8». Μέχρι να μείνει σκέτο το κλειστό και ορφανές οι καρέκλες. Το κεφάλι του χωμένο μέσα στο δεξί του χέρι, ξεκουράζεται, ψευτοκοιμάται, σκέφτεται, χάθηκε, βλέπει όνειρα, ταξιδεύει με κάποιο αρχαίο ΚΤΕΛ, σκέψου ο,τι χρώμα alert θες. Κουράστηκα να προσπαθώ να τρυπώσω στο μυαλό των αλλωνών, κάποια μέρα θα με πιάσουν και θα ζητήσουν να πληρώσω αναδρομικά.

Μπαίνω στο σπίτι, στόρια κατεβασμένα, ανοίγω το φέισμπουκ, o Φώτης, ο Αλέξης, ο Πάολο, παιδιά, σκυλιά, γατιά, μωρά, καφέδες, ψέματα, αίματα, ξαπλώστρες, τραγούδια, καλημέρες, καληνύχτες, ποιηματάκια, ηλιοβασιλέματα, κλεμμένες ζωές, δανεικές ζωές, δραχμές, δεν θέλω να σκέφτομαι, make like not sex.

Ένα εκατομμύριο εικόνες, χαράς και ευτυχίας. Νο instagram, no summer.

.

 

 

 

ψάχνοντας το Μπρόνκο Πουέμπλο

Το ρολόι δείχνει τεσσεράμισι. Το θερμόμετρο 39. Δεν μπορείς να δώσεις αντιπυρετικό στον καιρό, να πάει έστω στο 37,8, να ανοίξει το μάτι του λίγο. Ούτε η αντιβίωση τον πιάνει.

Μέσα στο σπίτι το κλιματιστικό βογκάει. Πασχίζει. Πρέπει να σώσει τέσσερις ναυαγούς καταμεσής θέρους. Καθένας έχει πιάσει και ένα κρεβάτι, μια γωνιά καναπέ, προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανός μέχρι να δούμε στον ορίζοντα αριθμούς που να λένε 33….34 και να ξαναπιάσουμε στεριά.

Ανοίγω τη μπαλκονόπορτα. Πεντέξι πόντους, ίσα για να νιώσω αν κατεβάσαν τα καζάνια της κόλασης απ’ τη φωτιά.

Δεν τα κατέβασαν. Θα τα ‘χουν εκεί, μέχρι να λιώσουμε μέσα τους, λίγη ξασπρισμένη σάρκα πάνω σε γυμνά κόκκαλα, πολύς σαματάς για τόσο λίγο ζουμί.

Σέρνομαι ως το διπλανό δωμάτιο. Ανεμιστήρας στο ταβάνι, ανεμιστήρας στο δάπεδο. Δυο σε έναν ανοιγμένο καναπέ, αναπνέουν νομίζω. Δεν τόλμησα να βάλω καθρεφτάκι κάτω απ’ τα ρουθούνια τους. Ο εικοσάχρονος βλέπει καταδύσεις. Με ένα μάτι στο βατήρα και το άλλο στην οθόνη του κινητού. Ακίνητος.

 

Από τα πόσα μέτρα; ρωτάω, όχι γιατί με νοιάζει αν θα σπάσουν το σβέρκο τους πέφτοντας αλλά για να σιγουρευτώ πως είναι ζωντανός

Από τα δέκα. Και από εκατό θα βούταγα τώρα αν ήταν να δροσιστώ.

Η θάλασσα είναι λιγότερο από εκατό μέτρα μακριά, του λέω. Φύγε για κει, νέος είσαι εσύ, θα φτάσεις κάποια στιγμή. Εμείς δεν μπορούμε.

Ξέχνα το. Ώσπου να φτάσω θα λαμπαδιάσω.

 

Παίρνω κάμποσα Λούκι Λουκ από  μια στοίβα με πενήντα, μπορεί και εξήντα. Με κοιτάζει λοξά.

Τι θα τα κάνεις αυτά;

Δεν απαντώ. Eπειδή παίζουν τα φέισμπουκ και τα sms και τα γουόρκραφτ στα δάχτυλα νομίζουν πως τα ξέρουν όλα. Τίποτε δεν ξέρουν. Τι μπορείς να κάνεις με μια αγκαλιά Λούκι Λουκ εκτός απ’ το να βουτήξεις σαράντα χρόνια πίσω, ελπίζοντας να βρεις λίγη δροσιά; Εκλιπαρώντας για ένα δράμι κρύου αέρα, αληθινού, όχι βγαλμένου μέσα από ένα πλαστικό κουτί με γρίλιες.

Ζεστή, καυτή σοκολάτα. Κόκκινες καραμέλες. Πίσσα και πούπουλα. Έρημος. Κάκτοι. Στριφτά τσιγάρα. Ουίσκι χύμα. Σκόνη.  Στριμωγμένος στον καναπέ της κουζίνας. Πάνω σε ένα σεντόνι που είναι μουσκίδι, ακουμπισμένος σε ένα μαξιλάρι που στάζει ιδρώτα και όποια  υγρασία κατόρθωσε να επιζήσει μέσα στο στόμα μου.

Σε πέντε λεπτά νυστάζω, αφήνω τις ανοιγμένες σελίδες πάνω στο κεφάλι μου. Στο τέλος δεν κατόρθωσα να φτάσω. Τα αδιάβαστα τα άφησα στο πάτωμα δίπλα μου, κακό χούι να νομίζεις πως είσαι ακόμη δώδεκα και μπορείς να διαβάσεις δέκα ιστορίες μονοκοπανιά περιμένοντας να πάει έξη, να βάλεις τα ζίτα ελλάς, να πάρεις στο χέρι μια φέτα ψωμί και έναν κρύο κεφτέ και να αμολυθείς στο δρόμο για να βρεις την υπόλοιπη συμμορία που θα στήσει διπλό, εσύ Φακέτι, αυτός Ζεπ Μάγιερ, εσύ Νέσκενς, εσύ Κρόιφ, εσύ Τοστάο.

Όταν ξύπνησα -περασμένες εφτά- και βγήκα στο μπαλκόνι, τα καζάνια καίγαν ακόμη. Aυτό που έβγαινε από μέσα τους μύριζε υγρασία ανακατεμένη με σκουπιδίλα.  Τα δωμάτια άδεια. Οι πετσέτες και τα μαγιώ τους λείπαν απ’ την απλώστρα. Στη θέση τους άπλωσα σεντόνι και μαξιλαροθήκη. Μπορούσες να ανοίξεις κουβέντα με τον ιδρώτα μου πάνω τους. Άνοιξα το ψυγείο για να βρω λίγο κρύο νερό μα μετάνιωσα πριν καν το πιάσω.

Έξω ο κόσμος καιγόταν. Ο πυρετός του δεν έλεγε να πέσει. Κι εγώ θα σκότωνα για λίγη ζεστή σοκολάτα. Και ένα σακκουλάκι κόκκινες καραμέλες. Με δέκα δραχμές θα έπαιρνα και ρέστα…

wasp me baby

Σφήκες ολόγυρα στην πιατέλα με το κατσικάκι. Και πάνω του, δοκιμάζουν, κόβουν, τρώνε, στρατιά ολόκληρη. Όπως οι Λιλιπούτ πάνω στον Γκιούλιβερ, μόνο που εκείνοι φέρθηκαν πιο πολιτισμένα. Δεν τις σιχαίνομαι τις σφήκες, δεν είναι μύγες. Λατρεύουν τη σάρκα, πιο πολύ κι από πεινασμένο -για γυμνό κορμί- άντρα. Άμα τους πάρεις το φαί δαγκώνουν αλύπητα. Έχουμε κάτι συνωμοτικά κοινό.

Μη τις διώχνεις, ούτε να κάνεις κινήσεις άγαρμπες, μπορεί να σε τσιμπήσουν άσχημα.  Άσε, θα φέρω να κάψεις λίγο καφέ.

Φέρνει δυο κουταλιές ελληνικό, τούρκικο, όπως θες πες τον, μέσα σ’ ένα διπλωμένο αλουμινόχαρτο. Ανάβει τον καφέ με έναν αναπτήρα πλαστικό, της οκάς. Κινέζικο, σίγουρα. Και το αλουμινόχαρτο, κι αυτό από κει μάλλον. Ο καφές ευτυχώς όχι, ακόμη. Θα πελαγώσουμε μετά.

Μυρίζει ωραία. Κάτι ανάμεσα σε παλιό καφενείο και αρχαία χρόνια, τότε που μου ‘δινε η μάνα μου να καταπιώ μια κουταλιά καφέ με στυμμένο λεμόνι, όταν πόναγε η κοιλιά μου και δεν μπορούσα να σηκωθώ από την τουαλέτα. Μετά βγήκαν τα Imodium και τα γιατροσόφια άρχισαν σιγά σιγά να ξεψυχάνε. Τώρα θα ξανάρθουν, σίγουρα θα ξανάρθουν, οι εποχές της ευμάρειας θάφτηκαν μαζί με τη λειψή συνταγογράφηση.

Σκύβω και μυρίζω τον καπνό. Τον χώνω βαθιά στα πνευμόνια, κλείνοντας τα μάτια για να μη δακρύσω, εισπνοή. Τσιγάρο δεν βάζω μέσα, κάτι πρέπει να τα ταΐσω κι αυτά για να νιώθουν πως ενηλικιώθηκαν.

Μπορείς να φας με την ησυχία σου τώρα, μέχρι να σου φέρω και λίγο καρπούζι. Τότε θα έρθουν και οι μύγες. Μυρμήγκια δεν έχουμε πολλά, ένα φου να κάνεις θα φύγουν.

 

Είναι ωραία τα καλοκαίρια, σκέφτομαι. Ακόμη κι αν έχει μόνο ένα πιάτο στο τραπέζι, ποτέ δεν τρως μονάχος σου. Μα τσιμπάει άσχημα ο Ιούλιος κάποιες φορές και σε μεταμορφώνει μέσα σε μια νύχτα σε Struldbrugg. Που μυρίζει αιώνια  ναφθαλίνη και αμμωνία…