άπνοια ΙΙ

ipad-150-18

 

 

Χίλιες τριακόσιες ογδόντα εφτά ημέρες μετά, το πήρα απόφαση πως τα τσιμέντα μουλάρωσαν και δεν κουνιούνται ρούπι. Ούτε κανάκεμα, ούτε ταξίματα, σπονδές, ευχέλαια, μήτε απειλές πιάνουν τόπο.

Kάποτε διάβασα τι γίνεται μέσα στην κοιλιά μιας αράχνης.

Τις νύχτες που οι τέντες ακούγονται να τρίζουν, σκέφτομαι ξανά και ξανά το Μπάουντι. Να γίνω Φλέτσερ ή να μείνω για πάντα Μπλάι;

 

—–

χωρίς κόκκινη γραμμή

Macro chocolate pieces isolated against a white background

 

 

Tα γράφω όσο μπορώ γυμνό από κάθε είδους συναισθηματισμό. Το μελό στριφογυρνάει ανάμεσα στα πόδια μου, χαϊδολογιέται, «παίξε με κι εμένα λίγο», το κλωτσάω, ξέρω ότι θα επιμείνει, ξέρει ότι λυγίζω εύκολα.

 

Στο μάρκετ, λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Σχετική ησυχία. Είμαστε τρεις άνθρωποι και ένα ταμείο για να αναμετρηθούμε μαζί του. Μπορούμε αν συνεργαστούμε να το κατατροπώσουμε αλλά θα είναι μια πύρρεια νίκη, ένα στο χώμα, χιλιάδες -ταμεία- στον αγώνα, ματαιοπονώ όταν καταστρώνω στρατηγικές έχοντας πάρει νωρίτερα ξοζάλ. Έχω παρατηρήσει πως ούτε muzak παίζουν πια, ίσως για να σ’ αφήσουν -σκέφτομαι, αφελώς- απερίσπαστο να παλέψεις με αριθμούς, προσθαφαιρέσεις και ανύπαρκτα ρέστα. Γυναίκα ακαθόριστης ηλικίας και περιγράμματος -τα μπερδεύω τα 60 με τα 65 και τα 70, προς το παρόν- μπροστά στο ράφι με τις σάλτσες και τους πελτέδες. Υπάρχουν ακόμη πελτέδες, λοιπόν. Πιάνει, αφήνει, μελετά, κοιτάζει τιμές, κάνει να φύγει, επιστρέφει, παίρνει μια μικρή κονσέρβα με πελτέ, την βάζει στο καλάθι. Χεριού καλάθι, όχι ροδάτο, δεν μπορείς να περιφέρεσαι με άδειο καρότσι ώσπου να φτάσεις στα ταμεία, οι ματιές των ανθρώπων μαχαιρώνουν πιο εύκολα κι απ΄ τον Τζακ. Υπάρχουν ακόμη πελτέδες, τελικά.

Η ίδια, δυο μέτρα παρακάτω. Κόλλησε το μάτι μου πάνω της, ήμουν και στον ίδιο διάδρομο, καλύτερα να παρατηρείς ανθρώπους παρά λινγκουίνι και σπαγκέτι νούμερο τρία. Κοιτάζει τις τιμές στα μακαρόνια. Τα ψαχουλεύει, σα να πρόκειται να διαλέξει ντομάτες ή ροδάκινα. Φοβήθηκα, για μια στιγμή, ότι μπορεί να τα μυρίσει κιόλας πριν αποφασίσει. Δευτερόλεπτα πριν απελπιστώ και φύγω σε άλλον διάδρομο, βάζει ένα πακέτο στο καλάθι. Δεν πρόσεξα τι νούμερο ήταν, έχει και η περιέργεια όρια.

Όρια έχει αλλά έχει και όρεξη η ρουφιάνα σαν μυριστεί αίμα. Προσπαθώ να συμπληρώσω γρήγορα τη λίστα, μη τη χάσω απ’ τα μάτια μου και προλάβει να πάει στο ταμείο χωρίς να είμαι εκεί. Έχεις δει αυτούς που τρέχαν στις κερκίδες να δουν τους πλουμιστούς με τα κολάν και τα παπούτσια-μπαλαρίνες να μαχαιρώνουν ταύρους; Τέτοιος ήμουν εκείνη την ώρα.

Βγάζει στο ταμείο τα μακαρόνια, τον πελτέ και κάτι ακόμη. Γέρνω λίγο το κεφάλι αριστερά, να δω. Μια σοκολάτα μια σταλιά, μια χαψιά, άντε δυο αν θες να παρατείνεις την ηδονή. Αποκλείεται να υποκύψει στην καύλα, θα ΄χει εγγονάκι, σίγουρα. Ψαχουλεύει το μικρό μαύρο πορτοφόλι, ούτε χαρτί βλέπω μέσα, ούτε ακούω μέταλλα να τρίβονται μεταξύ τους, δίνει δίευρο, παίρνει και ρέστα, τα βάζει με σεβασμό αντάξιο κυριακάτικου αντίδωρου πίσω. Μακαρόνια και πελτές μπαίνουν σε σακούλα, έχουν δει και καλύτερες μέρες αυτές οι σακούλες. Πριν φτάσει στην έξοδο βγάζει το περιτύλιγμα απ’ τη σοκολάτα, δαγκώνει μια, δυο, τρεις. Μπορεί και να μην έχει εγγόνι, τελικά. Μετράω μπουκιές μιας άγνωστης, ακαθόριστης ηλικίας, γυναίκας στις πέντε το απόγευμα σε ένα άδειο σουπερμάρκετ. Χειρότερος απ’ αυτούς που καυλώναν βλέποντας ταύρους να ξεψυχάνε κάτω απ’ τον ήλιο.

Δεν ξέρω τι μπορεί να είχε στο μυαλό της την ώρα που έλιωνε μέσα της η σοκολάτα. Ελπίζω κάτι καλό. Κάτι πολύ καλό που είχε χάσει και το ξαναβρήκε έστω για λίγα δευτερόλεπτα.

Χτες το απόγευμα ανακάλυψα ότι εκτός από πελτέδες, στα μάρκετ και στα μπακάλικα πουλάνε και ψυχοφάρμακα για να γλυκάνεις την πίκρα σου. Χωρίς κόκκινη γραμμή, δίχως συνταγογράφηση.

 

Και άντε και γαμήσου μαλακισμένο που κατασκήνωσες ανάμεσα στα πόδια μου, που τρίβεσαι και μου δείχνεις με κάθε ευκαιρία τα κίτρινα δοντάκια σου, ηλίθιο κατασκεύασμα.

 

……….

Brixton to Phoenix

crumpled-paper-ball1

When Ι kick out your front door, you’ll be sleeping…

Εδώ και βδομάδες μέσα στο κεφάλι του κυρίου Μπράουν παίζαν λούπα το By the time I get to Phoenix και το Guns of Brixton ασταμάτητα. Aπό την ώρα που πάσχιζε να βγάλει μια στάλα οδοντόκρεμα απ’ το σωληνάριο μέχρι τη στιγμή που κοιτούσε -μουσκίδι στον ιδρώτα- το ξυπνητήρι πλάι του να δείχνει τέσσερις το πρωί.

Κάποιες νύχτες το οξυγόνο κρυβόταν σε τρύπες σκοτεινές και αχαρτογράφητες κι εκείνος έπαιρνε μικρές κοφτές ανάσες με δελτίο, πεινούσε, λιμοκτονούσε για αέρα που ήταν άφαντος. Knives replaced the air. Μην στρογγυλοκάτσεις κι εσύ τώρα, ήδη πνίγομαι με τ’ άλλα δυο, είχε σκεφτεί με τρόμο.

Ώρες ώρες, και με ήλιο και με σύννεφα και με μισό φεγγάρι και χωρίς φεγγάρι ακόμα, το μυαλό του κυρίου Μπράουν είναι Κολοσσαίο, τόπος απερίγραπτου μακελειού.

You can crush me, you can bruise me but youll find the note I left hanging on your door.

———— 

Summercard Gold

33831138

Όλες οι συναλλαγές πάνω από 70 ευρώ θα γίνονται με κάρτα στα νησιά, είπε.

Αλλά σε νησιά με πληθυσμό πάνω από 3.000 άτομα, συμπλήρωσε.

 

Και  πήγε η καρδιά των αγονογραμμητών στη θέση τους. Χωρίς τσαλακωμένα τάληρα και φραγκοδίευρα στο πορτοφολάκι (ντρέπομαι να πω κατοστάρικα και πεντακοσάρικα, μη τυχόν και δεν καταλάβει κανείς ότι μιλάω για δραχμές), όλη η «αφήγηση» καταρρέει. Eξαϋλώνεται η μαγεία -πικρή, δεν αντιλέγω- του αποχωρισμού με το νησί, να βλέπεις τα εικοσάρικα, τα δεκάρικα, τα κέρματα να λιγοστεύουν μετρώντας αντίστροφα μέρες ως τα τελευταία απρόθυμα βήματα στην προβλήτα, αυτό το βασανιστικό δικό μας green mile. Ενώ με το πλαστικό «πληρώνω», το θέρος -έστω και ως ψέμα, ως αυταπάτη- παρατείνεται. Χωρίς άδεια τσέπη, βασανιστικά αφαιμαγμένη, δεν έχει γεμάτο βιβλίο όμως.

Το ‘χω βάσανο κρυφό, εξομολογημένο τώρα πλέον, που δεν μπορώ να σκαρώσω ούτε μισήν ιστορία για λίγες νύχτες σε ένα νησί σαν αυτά τα ερημονήσια που όλοι ξέρουν να περιγράφουν, καλύτερα κι από το πετσί τους. Όχι σε μια σελίδα, σε εκατό, σε διακόσιες. Όλα τα χωράνε μέσα. Τις μέρες, τις νύχτες, τους λιγοστούς ανθρώπους του, τους φασαριόζους (με το άλλοθι των νιάτων τους) εισβολείς, την άμμο, τα βότσαλα, τα μεθύσια, τους έρωτες, τα σπέρματα πάνω σε ιδρωμένους υπνόσακους, τη γύμνια, τις ζήλειες, τους καφέδες με τσιμπλιασμένα μάτια, τα νοικιασμένα Hondaκια, τα σε δυο παλάμες μετρημένα -sold out, ήδη από το περασμένο θέρος- αλμυρίκια, τις καμένες πλάτες, τα φιλιά που δόθηκαν αλλά κι εκείνα που μείναν ανεπίδοτα μέσα σε σκηνάκια ή σε δωμάτια 3Χ3, το λιγοστό νερό, το άφθονο, σπάταλο μπλε, το ογκώδες φως.

Εντάξει, και τις εθιμικές φωτιές στις παραλίες. Tους μικρούς φάρους των δεκαοχτώ, είκοσι, άντε εικοσπέντε μας. Με τους ύμνους κάθε εποχής, από στόματα αγοριών που είχαν κρεμασμένα πάνω τους -στολίδια, λάφυρα- όλα τα ξέμπαρκα κορίτσια. The answer is blowing ξανά στο τίποτα στο γενικά εσύ.

Τα φέραμε από δω, τα φέραμε από κει μωρό μου, δεν κατηφορίσαμε ποτέ.

 

…..

καλά, εσύ ξεδιπλώθηκες νωρίς

il_fullxfull.372384156_6qgj

Βιάστηκες, νωρίς ξεδιπλώθηκες αλλά θα έρθω. Έτσι σκοπεύω, δηλαδή. Τις φοβάμαι αυτές τις σιγουράντζες υποσχέσεις που βγαίνουν απερίσκεπτα απ΄το μυαλό και δεν είναι στο χέρι μας.

Θα βογγήξει, θα φτύσει αίμα το πανί σου φέτος. Δεν είναι μόνο τα νεοσύλλεκτα κιλά μου. Βαρύς ήταν κι ο χειμώνας, τον σέρνω πάνω μου, κάθε μήνα, μέρα, ώρα του. Βάστα ν΄αντέξεις ακόμη ένα καλοκαίρι μαζί μου, σάμπως έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις;

Θα χαζεύουμε μαζί μεγάλα κορίτσια. Και τις λατρεμένες τους ατέλειες. Τη χαλάρωση στα γόνατα, τα σημάδια στο δέρμα, το κουρασμένο στήθος τους. Τα όλο και πιο δυσδιάκριτα λακκάκια εκεί χαμηλά, πίσω, ανάμεσα στη γύμνια και στο λάστιχο.

Θα ξαναχύσω μπίρα πάνω σου. Μπορεί και καφέ. Αυτά θα είναι τα δικά σου παράσημα για φέτος. Αυτά και τα αλάτια που θα σε γεμίζω, κάθε φορά που θα παλεύω να ξεπλύνω -με βουτιές τάχα μου καθαρτικές-  ρύπους και σκέψεις σκοτεινές που ακούσια φορτώθηκα τόσους μήνες.

Λένε ότι φέτος δεν θα ματώσουν τα αυτιά και το μέσα μας μ΄ αυτή την υπόκωφη δυσώδη βοή, που όπου και να κρυφτούμε μας μαστιγώνει χρόνια τώρα. Αν είμαστε τυχεροί θ’ ακούμε μόνο κύμα, ίσως κανένα τζιτζίκι, τον αέρα που θα παλεύει να απογειώσει την ομπρέλα και τις σκέψεις των κοριτσιών δίπλα μας. Που θα πιάνουν κουβέντα με τις δικές μας. Έστω ερήμην των σωμάτων. Τα “θέλω” μας δεν θα χρεοκοπήσουν ποτέ. Ούτε τον Μάιο, ούτε τον Ιούνιο, ούτε τον Αύγουστο, ούτε καν τη μέρα που θα ξαναδιπλωθείς για το πατάρι.

Όχι κι άσχημα, σχεδόν υπέροχα.

 

…….

the future now

stones-beach-summer-vintage-Favim.com-473306

Πριν λίγο καιρό ήταν πολύ μακρινό. Τώρα τους ακούς όλο και πιο συχνά, «έλα ρε, δυο ώρες με το αεροπλάνο, τίποτε», «ένα κατοστάρικο πηγαινέλα, έλα, μη χαλιέσαι, πιο φτηνά κι από ΚΤΕΛ», «δεν χανόμαστε, σκάιπ, μέιλ, θα κατεβαίνουμε, θα ανεβείτε κάποια στιγμή, μεγάλο σπίτι έχουμε», εντάξει λες (σε κοροϊδεύεις, μα το λες), δεν είναι και δράμα, εδώ ολόκληρος κόσμος μια σταλιά είναι, οι άνθρωποι ψάχνουν το καλό όπου το βρουν, δεν είναι γεννημένοι για να ζουν και να πεθαίνουν χωρίς να παλέψουν να βρουν λίγο καθαρό αέρα, τουλάχιστον οι δικοί μας θα πατήσουν χώμα, δεν θα τους ψάχνουμε μέσα σε θάλασσες, να σαπίζουν μέσα σε σφραγισμένα αμπάρια.Μόνο που και πάλι, ενώ βλέπεις την αληθινή κόλαση σφίγγεται η ψυχή σου (έτσι είναι οι ψυχές, αχάριστες, δεν έχει νόημα να τα βάζεις μαζί τους) όταν σκέφτεσαι ότι απ’ αυτή τη χώρα δεν θα απομείνουν πολλά περισσότερα από κατεβασμένα στόρια, κλειστά σπίτια, άδεια μαγαζιά, γεμάτα -βρώμικα- πεζοδρόμια. Και γέροντες. Και μια προσμονή για λίγες μέρες χλιαρό καλοκαίρι, που θα παλεύει, θα ματώνει προσπαθώντας να μπαλώσει ένα χιλιοτρυπημένο ρούχο, να μαντάρει όλα τα (θες να τα πεις ενοχικά, θες να τα πεις ηττοπαθή, πες τα όπως θες) “τι πήγε στραβά; τι κάναμε λάθος; τι κάνουμε τώρα;”.

Ναι. Δεν μπαίνουν όλοι οι πνιγμοί στην ίδια ζυγαριά. Kαι τι μου το λες;

 

……

Side 3

33646780

Eδώ και πολύ καιρό οι μέρες μας είναι λιγόλογες, ράθυμες και φοβισμένες. Και οι νύχτες απρόθυμοι συμπαραστάτες τους. Αλλάζουν βάρδιες χωρίς ν’ αλλάζουν κουβέντα, σαν τους τσολιάδες στα γυαλισμένα μάρμαρα. Θαρρείς και φοβούνται το ποινολόγιο που καραδοκεί, αν αποπειραθεί να διηγηθεί η μια την ιστορία της στην άλλη. Δεν μιλιούνται αυτές, την πληρώνουμε εμείς. Θυμήσου από πότε έχεις να δεις στον ύπνο σου κάτι τόσο ωραίο που σε έκανε κομμάτια με το που ξύπνησες, γιατί ήταν ψεύτικο. Δεν θυμάσαι κι εσύ.

Είναι ψέμα πως η μουσική μέσα στις κασέτες αναπνέει ακόμη. Αυτές οι ψευτονοσταλγίες είναι εφευρήματα για να γεμίζουν τάχα μου πιασάρικα κειμενάκια που ζουν μια δυο μέρες σε οθόνες. Σαν αναμμένη λάμπα που μαζεύει τα μυγαράκια τριγύρω της, αυτά τα εφήμερα, σβήνει, φεύγουν, πεθαίνουν. Μια στις τόσες σκαλίζουμε τα κουτιά που είναι φυλαγμένες, θαυμάζουμε (με κάποιον ελαφρύ σαρκασμό) την καλλιγραφία -ως πρόθεση που προδόθηκε οικτρά από το αποτέλεσμα- πάνω τους, πασχίζουμε να θυμηθούμε ποιος μας τις χάρισε, σε ποιόν «ξεχάσαμε» να τις επιστρέψουμε ή για ποιόν ανομολόγητο έρωτα τις προορίζαμε (αυτά τα κρυφά νοήματα στην Side1 και οι υπαινιγμοί στις Side2, αυτά μας έφαγαν), τις πάμε μπρος-πίσω ψάχνοντας το τραγούδι της ζωής μας (κάθε βδομάδα, κάθε κασέτα και διαφορετικό, τι ωραίο να ξέρεις πως έζησες τόσες ζωές), τις ξανακολλάμε εκεί που ήταν μασημένες μπας και σώσουμε τι; Αλήθεια δεν ξέρω. Το TEAC, εξάλλου, έγινε αραχνοφωλιά. Μόνο ο Ziggy Stardust λείπει από κει μέσα, μα μεγαλοπιάστηκε κι έχει κόψει τις κουβέντες με τις αράχνες. Εμείς το πληρώνουμε, κι αυτό.

Η ώρα άλλαξε. Πάει εφτάμιση κι ακόμη το φως, όμορφο, χορταστικό, δεν βιάζεται να φύγει. Θυμήθηκα τις επισκέψεις στους παππούδες, στα τελευταία τους. Το ρολόι στο χέρι με βασάνιζε, να πω δυο κουβέντες τυπικές, να φύγω, να πάω να βρω εκείνην, να πάω έξω στους ζωντανούς. Ήμουν το φως τους και δεν το καταλάβαινα. Τώρα με τρώει.

Η ντουλάπα περιμένει αναδιάρθρωση χειμερινού χρέους. Να φύγουν τα φετινά XL, να έρθουν τα περυσινά L. Ποτέ αντίστροφα. Μικρές εαρινές τραγωδίες που επαναλαμβάνονται με το πέρας της Μεγάλης Βδομάδας, ίσως και λίγο αργότερα. Αυτό το «να φτιάξω ντουλάπες», «να σηκώσω τα χειμωνιάτικα» ενώ θα έπρεπε να λειτουργεί ως Κάθαρση, ως τονωτικό ψυχής εν όψει προσμονής γυμνού -επιτέλους- δέρματος, σε γεμίζει με ένα μη διαχειρίσιμο βάρος που πάνω του είναι θρονιασμένες οι τύψεις. Υπέρβαρα, plus size όλα. Μόνο τα αβίαστα γέλια βγαίνουν λειψά στο ζύγι.

Όμως το θέρος (όπως και να το βαφτίσεις, τα τζιτζίκια θα συνεχίσουν να φλυαρούν μη δίνοντας δεκάρα για τις δημιουργικές ασάφειες που γίναν περισσότερες κι απ΄τα μυρμήγκια πάνω στο παρατημένο, κομμένο καρπούζι· κι ο αέρας από τη θάλασσα θα κάνει φωλιές πάνω στα αρμυρίκια) πλησιάζει. Όχι πες μου, τo λέει η καρδιά σου να το υποδεχτείς φορώντας χειμωνιάτικα;

…..

αριστεία

33621056Δεν είμαι σίγουρος ότι ξέρω να πω κάτι παραπάνω απ’ όσα οι περισσότεροι ξέρουν (ή καμώνονται πως ξέρουν) για την κατάθλιψη. Για την ακρίβεια γνωρίζω -ιατρικά, θεωρητικά μιλώντας- γι αυτήν λιγότερα απ΄ όσα για ένα Α320 κι ας μου είναι -αυτή η συγκεκριμένη γνώση- άχρηστη.

Κατά καιρούς διαβάζω από δω κι από κει για εννιά, δεκατέσσερα σημάδια (γιατί όχι στρόγγυλα δέκα, είκοσι, άραγε; ) που προειδοποιούν για κατάθλιψη, για τα -και σωματικά- συμπτώματά της, για τεστ κατάθλιψης, για τη διάγνωσή της, για την αντιμετώπιση. Δεν είναι καρκίνος, λένε. Υπάρχει γιατρειά.  Αρκεί να παραδεχτείς πως ζεί εντός σου ή εσύ εντός της, μην χαθούμε περιπλανώμενοι στα χωροταξικά.

Την πρώτη φορά που άνοιξα μια σελίδα να διαβάσω για τα συμπτώματα (περισσότερο από περιέργεια, για να δω τι τραβάνε οι άλλοι, πάντα «οι άλλοι») κατάφερα να φτάσω ως το 6 και σταμάτησα. Πρώτη φορά άγγιζα το άριστα, με  5 στα 6. Μπορεί και 6, αφού αμφιταλαντεύτηκα πολύ πριν ξεκαθαρίσω μέσα μου αν το να βγαίνω σπάνια έξω οφείλεται στην όλο και λιγότερο ελκυστική σύνθεση της παρέας ή στο κόστος ενός καφέ, μιας μπίρας, μιας -έστω τραγικά μέτριας- marguerita. Όμως θυμήθηκα πως ποτέ δεν έλειψε το δεκάευρο, αντίθετα με την ραγδαία καταποντισμένη διάθεση να ψάξω για παπούτσια, ζώνη, πουκάμισο, ένα μπλουζάκι έστω.

Τα άλλα πέντε, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήταν πιο τρομαχτικά. Ραμμένα, θαρρείς, για το σουράτι μου. Ούτε στην Savile Row, ούτε καν στην Old Bond Street θα τα καταφέρναν να τα καλουπώσουν πάνω μου καλύτερα. Υποθέτω, βλέποντας τριγύρω, πως δεν μπορώ να «καυχιέμαι» για μιαν αμφιλεγόμενη, ανύπαρκτη εν τέλει, μοναδικότητα. Αγνοώ αν είναι σύμπτωμα της εποχής, το βλέπεις όμως πως μεταλλαχθήκαμε πλέον σε άριστους ξενιστές, σε ιδανικά επωαστήρια αυτού, αυτών που μας τρώνε τα σωθικά.

Οι γιατροί λένε πως ακόμη και δυο κουμπιά να ‘χεις απ΄ το κοστουμάκι αυτό, μπορεί και να αρκούν για την διάγνωση. Αν σκεφτείς πως ξεκίνησα με σκοπό να γράψω λίγες κουβέντες για την άνοιξη που (δεν) έρχεται κι αντ΄ αυτού κατάφερα να ανασύρω απ΄το μυαλό μου σκόρπιες ολοφώτεινες εικόνες, απ’ το Dawn του Otto Dix ως τα σκυλιά του Francis Bacon και, ασυναίσθητα σχεδόν, Nick Drake στα ακουστικά (όταν παλιά σμπρωχνόντουσαν όλοι οι άγιοι popάδες για να με βγάλουν έξω για πικ-νικ και μπίρες σε παγκάκια, γκαζόν και υγρή -ακόμη- άμμο), καταλαβαίνεις πως ακόμη και το 6 στα 6 με αδικεί κατάφωρα.

 

—-

blogs wide shut

33513681

Εδώ και δυο βδομάδες έχω στο χείλος της υπέρβαρης (από χίλιους δυο λαθρεπιβάτες) βιβλιοθήκης δέκα βιβλία το ένα πάνω στ΄ άλλο, έτοιμα να σωριαστούν στα μάρμαρα και δεν έχω φυλλομετρήσει κανένα. Άλλοθι δεν υπάρχει, ούτε καν η εκμαυλιστική άνοιξη που αγνοείται, red alert και τα συναφή. Βογγάνε οι λέξεις μέσα, πιο στριμωγμένες κι από πρόσφυγες σε σαπιοκάραβο. Και επιμένω, ο άθλιος, να μη τους δίνω άσυλο, χώμα, μάτια να πατήσουν.

Σκαλίζοντας τα βινύλια, στην ίδια υπέρβαρη, ανακάλυψα μια Κλειώ Δενάρδου. Ελπίζω να με έχει συγχωρέσει η μάνα μου, είκοσι χρόνια την έψαχνε μάταια. Πολύ παχύς αυτός ο ίσκιος του θεού, όλα τα κρύβει, όρθια ή γονατιστά (inside joke, μη δίνεις σημασία αν είσαι κάτω από σαράντα ή δεν ξέρεις τι θα πει ΥΕΝΕΔ). Θα της επιστρέψω το δισκάκι σήμερα και δεν θα το πάρει χαμπάρι, σα να βγήκε μόλις από την κάσκα είναι. Αφού μυρίζει λακ, ακόμη.

Χτες βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι ήμουν στη Βιέννη, σε ένα σίξτις κοινόβιο με κορίτσια αξύριστα (all over) και άλουστα σαν την Janis ενώ αγωνιζόμουν να βρω την Νικόλ για να την βοηθήσω να κατεβάσει το φερμουάρ. Δεν θυμάμαι τι διάβασα ή τι έφαγα πριν πέσω για ύπνο, πάντως πρέπει να ήταν πολύ χειρότερο απ’ αυτό που έφαγε ο Kane στο πρώτο Alien.

Προσπαθώ να γράψω κάτι μελλοντολογικό που διαδραματίζεται  γύρω στο 1990 και τα προβλέπω όλα. Με κάθε λεπτομέρεια. Too scary.

Όταν είδα για πρώτη φορά την διάσημη σκηνή με τον Μπράντο και την Σνάιντερ, έκανα μισό χρόνο να φάω βούτυρο. Νόμιζα ότι όλα μύριζαν. Μετά έκανα άλλο μισό χρόνο να φάω γιατί δεν μύριζε κανένα, τίποτε παρά μόνο αδιάφορη βουτυρίλα, και απογοητεύτηκα. Σήμερα που το ξανασκέφτομαι, δεν θα ΄θελα να είμαι στη θέση του παντελονιού της Μαρίας.

Τα μεσημεριανά τσίπουρα του Σαββάτου είναι επώδυνα. Ειδικά όταν περιμένουν να πάρουν σειρά τα νυχτερινά Jameson. Όταν αρχίσω να ξυπνάω τις Κυριακές απ΄τις εφτά για να πιάσω καλό στασίδι, θα πρέπει να κόψω ένα από τα δυο. Προς το παρόν κάθομαι μέσα τα Σάββατα για να μη μου πέσει πολύ βαριά η πρώτη Κυριακή στο «Εξαιρέτως». Την ώρα που θα κάθομαι πίσω απ΄ τη γριά με  tattoo έναν μαύρο κύκνο στo εσωτερικό του καρπού. Θα τη ζήσουμε τη Δευτέρα Παρουσία στα στασίδια, να το θυμηθείς.

Οι ιστορίες του Κυρίου Μπράουν γίναν εικοσιεφτά. Αυτό δεν σημαίνει τίποτε απολύτως πέρα από το γεγονός της πίστης μου στον κύριο Μπράουν. Μου υποσχέθηκε ότι στην τριακοστή ιστορία θα τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Για να πέσουν οι λέξεις στον δρόμο, κάτω, να τις πάρουν όποια πετεινά του ουρανού τριγυρίζουν ψάχνοντας απομεινάρια σκέψεων. Μετά θα ησυχάσουμε επιτέλους  και οι δυό μας. Για τα πτηνά δεκάρα δεν δίνω.

Έχει καεί η μια λάμπα δαπέδου στο σαλόνι. Εδώ και τρεις βδομάδες αρνούμαι να την αλλάξω. Ενδόμυχα ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα ξανανάψει. Έχω διαβάσει πολλές ιστορίες για λάμπες που ζωντάνεψαν. Σκέψου, άλλωστε, τον τρόμο που θα νιώσει κάποιος ανύποπτος που θα πάει νυχτιάτικα να πετάξει σκουπίδια σε έναν ζεστά φωτισμένο κάδο.

Μπορεί τελικά να γράψω κάτι που θα διαδραματισθεί το 1980. Ένας guru που εμπιστεύομαι μου είπε ότι πονάει πολύ, αλλά λιγότερο από το 1990. Για το 1975 δεν το συζητώ, αποκλείεται να κλείνει το φερμουάρ της χρονοκάψουλας.

Κάποτε, δεν πάει πολύς καιρός, έσπρωξα -καθόλου διακριτικά, ομολογώ- προς μια ωραία γυναίκα που καθόταν παραδίπλα μου (ανάμεσα σε κρασιά, βότκες και γουίσκια) μια χαρτοπετσέτα που πάνω της είχα γράψει FIDELIO. Με κοίταξε πολύ περίεργα. Την αναποδογύρισε και έγραψε WTF. Δεν ξαναβρεθήκαμε.

 

—-

ένα κι ένα δυό

33440784.last2

Μετράω μια μια τις βδομάδες, τις μέρες, μέχρι να ξανασυναντηθώ με τις γυναίκες της διπλανής ξαπλώστρας. Όλοι μας ένα χειμώνα μεγαλύτεροι. Mπορεί και σοφότεροι.

Θα ‘χουν κάμποσες ιστορίες να διηγηθούν τα ξεσαλωμένα μυαλά μας. Τα σώματα έχουν πάψει από καιρό να φλυαρούν. Όση σάρκα προσθέτουν πάνω τους, τόσες παραπανίσιες, αχρείαστες κουβέντες αφήνουν πίσω. Ένα κι ένα δυό. Καθαρά πράματα.

 

….

ο ήχος της δραχμής *

33251899 (1)

 

Warning: contains spoilers

 

Κάποιες Κυριακές σκαλίζω βινύλια. Το κάνω περισσότερο από συμπόνια, για να δουν λίγο φως. Παραχλώμιασαν και σακατεύτηκαν όρθια, στριμωγμένα, σφηνωμένα, σα γιαπωνεζάκια στο βαγόνι πρωινιάτικα. Τα δικά μου, αντίθετα, δεν πάνε πουθενά. Μερικά ήδη σαραντάρισαν και η μόνη διαδρομή που αξιώθηκαν είναι μισό, ένα μέτρο, μέχρι να ανταμωθούν και τρυπηθούν με την Stanton. Παλιά τρυπιόντουσαν με Pickering, μετά μεγαλοπιάστηκαν με κάτι Shure, κάτι Grado, στο τέλος είδαν κι απόειδαν, βολεύονται και με στομωμένη πολυμεταχειρισμένη βελόνα. Τζάνκι ξεχασμένα, παραπεταμένα, χαρμάνια. Ντροπή. Μοιρασμένη. Το πιο νέο εκεί μέσα πρέπει να ‘χει την ηλικία του γιου μου. Ελπίζω να του μιλάνε τα άλλα. Έχουν μούρη όσα σπιτώθηκαν πριν το ’76.

Τα περισσότερα δεν είναι αδέσποτα, τα λες και ράτσας αφού έχουν λαιμαριά επάνω τους. Και ταυτότητα. Και ρυτίδες στο χαρτόνι, μπόλικες. Και ουλές  αναπόφευκτα, όσο τρυφερό χέρι κι αν έχεις όταν τα αγγίζεις.

Stereodisc, NTO-ΡΕ-ΜΙ, Music Corner, Happening, 7+7, Βlow up, Πάτσης, Jazz Rock, Pop Eleven.

Aπό Τζίνα δεν ανακάλυψα στικεράκι. Θα ‘ναι κάποιο κρυμμένο, μέσα στ’ άλλα. Όπως κι απ΄ το New Wave. H Λαρίσης και τα θηράματα «εισαγωγής» σηματοδοτούσαν την καθιερωμένη μηνιάτικη χρεωκοπία μου. Αλλά στα είκοσι δεν υπάρχει χρεωκοπία στο λεξιλόγιο. Υπήρχαν μακαρόνια, υπήρχε κέτσαπ, υπήρχαν οι Tuxedo Moon. Και το  Oh well που ανακαλύψαμε ριγώντας. Και ο Jarrett. Ιδίως ο Jarrett.

ΔΡ  95, 200, 400, 800, 1200. Και 1800. Tότε που τα ρέστα του διχίλιαρου γινόντουσαν μπίρες στα όρθια, ακούγοντας -όψιμα, ομολογώ- Love Puppets στου Λάσκαρη. Μαζί με άλλους μνηστήρες.

«Βγάλτο στην άκρη, το παίρνω εγώ. Savage Republic ήρθαν;»

Δεν πάει καιρός που έπεσα πάνω στην Yma Sumac. Είχε υγρά μάτια, χείλια που τρεμόπαιζαν, γυμνούς ώμους, απλωμένα χέρια.  Σα να εκλιπαρούσαν, «παίξε με». Τα τρύπησα. Κι από μέσα τους εχύθη Gopher.

ΔΡ 500 έγραφε το ρούχο της.

 

—-

 

* (οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι ασυμπτωματική)

δυο μελιτζάνες τον Αύγουστο

33012990

Στις μιάμιση το πρωί πετάχτηκε αλαφιασμένη από το κρεβάτι. Θες τα σεντόνια που ήταν μουσκίδια, θες η σαφρακιασμένη φασαρία (ένα σακατλίδικο τσακίρ κέφι δηλαδή)  απ΄τους κάτω -τα άπαντα του Μάλαμα που δεν είχαν τελειωμό στα ηχεία-, θες η μεσημεριανή σιέστα που την χόρτασε ξεκούραση, θες μια ξινίλα όταν είδε ένα ανεπιθύμητο πρόσωπο στον λειψό της ύπνο, ήρθαν όλα, μπήκαν στη συνταγή και βγάλαν ξυπνητήρι δίχως ήχο.

Μιάμιση.

Σε μια πόλη που βολόδερνε δίχως ήλιο, χωρίς φως, με υγρασία και άπνοια που θα τις ζήλευε ως και κατακόμβη. Έβραζε η καργιόλα η φτωχομάνα στο βορεινό ζουμί της, παλιά αυγουστιάτικη  συνήθεια για όσους ξέρουν τα χούγια της.

Λιγούρα.

Με μια σαλάτα απ’ τις δώδεκα το μεσημέρι ήτανε. Μια ντομάτα, τρεις μπουκιές κριθαροκούλουρο, δυο καπαρόφυλλα και τέσσερις σταγόνες λάδι για να γλιστράει στον οισοφάγο. Με τρία ποτήρια νερό για να ξεπλύνει την αηδία, πέντε μέρες τα ίδια και τα ίδια, μη τυχόν και ανέβει γραμμάριο η ζυγαριά, μη τυχόν και πετάξει σάρκα στο πλάι του μαγιώ πάνω απ΄τα λάστιχα, μη τυχόν και διαμαρτυρηθεί το παντελόνι που βρήκε αντίσταση στο ανέβασμα.

Βγήκε με το εσώρουχο στο μπαλκόνι. Μετά τα μεσάνυχτα όλα αμβλύνονται. Και οι αντιστάσεις και τα αδιάκριτα βλέμματα από τριγύρω και οι ατέλειες. Κοίταξε χαμηλά, λοξά, ως τη θάλασσα. Μισό χιλιόμετρο μακριά και μύριζε άσχημα ως εδώ, ψηλά μέχρι τον πέμπτο.

Εκείνη ωραία μύριζε όμως. Ιδρώτα πλυμένο -απ’ τις εντεκάμιση το βράδυ- και Ultraviolet. Κι ας ήξερε οτι δεν θα βγει απόψε.

Πείναγε. Τι να σου κάνουν πέντε μπουκιές και τρεις σουρωτές ολημερίς.

Έβγαλε δυο μελιτζάνες απ΄το ψυγείο. Μπαμπατζάνικες, μελανιασμένες, απ’ αυτές για ψήσιμο, δεν είχε απ’ τις άλλες, τις ριγέ αλλά άμα πεινάς όλα σετάρουν. Έβαλε λάδι στο τηγάνι να κάψει. Έψαξε για σκόρδο, είχε. Και μισό κουτί ντομάτα στον τρίφτη, στο ψυγείο.

Σε πέντε λεπτά το σπίτι είχε ντουμανιάσει απ΄την λαδίλα, την καπνίλα, την σκορδίλα, που ήρθαν και τακίμιασαν με την υγρασία και κολλήσαν στα ντουβάρια, στις κουρτίνες, στις καρέκλες, όπου βρήκαν, αφού τρυπώσαν πρώτα σε κάθε πόρο της, ούτε Ultraviolet επέζησε ούτε ωραία ιδρωτίλα, no prisoners, όλα πεθαμένα, μόνο καπνός, καμένο λάδι πιτσιλισμένο δεξιά κι αριστερά, σκόρδο και πείνα. Ο καπνός ήταν τόσος που αυτή που σεκλέτιαζε από κάτω με την πριγκηπέσα νωρίτερα, σκέφτηκε σκιαγμένη να καλέσει το 199. Ευτυχώς δεν το ‘κανε γιατί χώθηκε μέσα στο -ας πούμε- ρεφρενάκι από την Βασίλισσα καρδιά κι έμεινε για πάντα εκεί, ερωτοχτυπημένη, με σημάδια στο παράθυρο και καπνό στα μάτια.

Έριξε την ντομάτα. Ξέχασε να βάλει καπάκι, ως και το πάτωμα βάφτηκε κόκκινο.

Δε γαμιέστε όλα, είπε. Και οι ντομάτες και τα κριθαροκούλουρα και τα σταγονόμετρα και τα νερά και τα μαρούλια και τα τοσοδούλικα μαγιώ και ο κοπανιστός αέρας και τα πατώματα και τα πλακάκια. Και η άδεια πόλη, αυγουστιάτικα. Κάθε χρόνο, Αύγουστο. Δε γαμιέστε όλα, όλοι.

Πήρε σα μωρό στα χέρια το πιάτο με τις μελιτζάνες και βγήκε στο μπαλκόνι. Μισόγυμνη, όπως πριν. Aνέβασε τα πόδια στα κάγκελα, βολεύτηκε.

Στην πρώτη μπουκιά (με κουτάλι, για να μη χαθεί στάλα απ’ τη σάλτσα) ρίγησε το είναι της σύγκορμα. Παπούδιασε απ΄τα νύχια ως την τελευταία τρίχα στο κεφάλι της. Στην δεύτερη έμεινε ολόγυμνη. Ανυπεράσπιστη. Ελεύθερη. Περασμένες δυο, πρωί, Παλαιών Πατρών Γερμανού και Παύλου Μελά γωνία.

 

….

(μια αληθινή ιστορία)

chiaro

33002033

Eξερεύνησις αγνώστου δέρματος. Χαρτογράφηση αργότερα, αν η χώρα -οι χαράδρες, τα φαράγγια, οι πλαγιές της, τα βουνά της- δεν αποδειχθεί αφιλόξενη, άνυδρη, φουρτουνιασμένη, ακατάλληλη για ζωή. Λίγο πριν περιπλανιόσουν σε ένα δάσος από κερατίνη, παραμερίζοντας με τα δάχτυλα για να ανοίξεις μονοπάτια. Κατηφορίζεις  ξανά στο ξέφωτο, γύρω απ΄ τον αφαλό, να πάρεις ανάσες, πριν την επόμενη διαδρομή στο άγνωστο. Που -λένε οι παλιοί- πρέπει να ταξιδέψεις νότια να το αναζητήσεις. Αυτή τη φορά στέλνεις τη γλώσσα για να ιχνηλατήσει. Επιστρέφει αποκαμωμένη, αδύνατον  να εξηγήσει με λόγια τι συνάντησε. Αυτή, η φλύαρη. Συγκεντρώνεις ενισχύσεις, βρέχει, γλιστράει. Και ο τόπος ολόγυρα βράζει, καίει, λαμπαδιάζει.

 

(μεταφρασμένο, εξ αφής, από το πρωτότυπο)

 

….

a voter of a certain age

33004226

Αν εξαιρέσεις τους  εγχώριους ναζί  (που δεν έχουν ιδεολογία, μόνον αυτή του μίσους προς τους μη «ομοίους» τους), με όλους τους άλλους -έστω, τους περισσότερους-  που θα κατέβουν στις εκλογές μπορώ να βρω ένα, δυο, τρία κοινά σημεία. Δηλαδή, για την ακρίβεια της διατύπωσης, αυτοί υιοθετούν μια, δυο, τρεις αδιαπραγμάτευτες, έως και αρχετυπικές θέσεις μου. Μερικά συν δεν κάνουν πλην μα ούτε και ξέρεις τι θα γεννήσει η πρόσθεση.

Το πρόβλημα είναι πως με τους ίδιους έχω και μια, δυο, τρεις, πέντε διαφωνίες, από αυτές με δ αλλά -φευ- και με Δ. Συμψηφισμούς δεν δέχομαι να κάνω, ούτε και να αντιμετωπίσω σοβαρά τους μη σοβαρούς ντελάληδες του  «έλα γι αυτά που συμφωνούμε και στην πορεία θα βρούμε και τα υπόλοιπα». Υποκρισία η «πορεία». Αφού αυτοί μένουν ακίνητοι. Αν τύχει να μετακινηθούν, χάνουμε τα ένα, δυο, τρία κοινά σημεία. Τα πλην αυγατίζουν. Και φτου κι απ’ την αρχή με τα δάχτυλα ή το κομπιουτεράκι.

Το αληθινά ιλαρό στην ιστορία αυτή είναι να θεωρείς πως μετέχεις ισότιμα στις προσθαφαιρέσεις. Και ως αδύνατος στην ειδική τους sur mesure αριθμητική (ή απλά γινατσής, ίσως και φανατικός αντι-κάτι, αυτή η χώρα είναι εύφορος τόπος για τα κάθε λογής «αντί») να εξακολουθείς να γαβγίζεις δυνατότερα ακόμη κι απ΄ τα μαντρόσκυλα ράτσας που αμείβονται με σάρκα για να υπηρετούν τα αφεντικά τους. Αντί να αποδεχτείς (και να ανακουφιστείς, ευλογία είναι) το οτι για αυτούς δεν είσαι παρά ένας κατά περίπτωση χρήσιμος κοπρίτης. Όχι «δικός» τους, αφού δεν στήθηκες -κουνώντας ουρά- να σου φορέσουν κολάρο, δηλωτικό ιδιοκτησίας.

Δεν τολμώ να ισχυριστώ, προκλητικά, πως όλοι έχουμε ίσα δικαιώματα στη σάρκα. Όσοι δεν απεκδύονται του δικαιώματος να βλέπουν τα στραβά (που μέχρι χτες το manual τα είχε καταχωρημένα ως ίσια) δεν έχουν καν θέση σε -έστω και άυλα- payrolls. Αλλά το να γλυκοκοιτάζεις τα κόκκαλα που σου κουνάνε πέρα δώθε και να μαλώνεις με άλλους όμορφους κοπρίτες για τη μοιρασιά, ήταν ανέκαθεν κάτι που με ξεπερνούσε.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.thegreekcloud.com/ )

τρία κιλά

32797765Mετράω  τα παγάκια και τη στάθμη στο ποτήρι. Λίγα. Χαμηλή. Πέρασαν έξη μέρες ώσπου να ξαναβάλω αλκοόλ στο στόμα (με την εξαίρεση μιας μπίρας, που χειμωνιάτικα λογίζεται ως κάτι το αναπόφευκτα και επώδυνα ουδέτερο) και ουδεμία συγκίνηση προέκυψε. Παραγνωριστήκαμε, ίσως, μα ούτε  η απομάκρυνση μας έκαμε καλό. Κανένα ρίγος, εκατέρωθεν.

Ξεφυλλίζω το manual του ορθού δρόμου στη θεματολογία του γράφειν δημοσίως. Στην αρχή μου δαγκώνουν πλευρά και συκώτι οι τύψεις επειδή δεν με βρίσκω στα περιεχόμενα, ούτε καν στις σημειώσεις. Μετά ανακουφίζομαι. Όχι επειδή καμώνομαι πως βρίσκω παράδρομους αλλά γιατί αυτός ο δρόμος όλο με πέταγε έξω, αφού δεν είχα το αντίτιμο για τα διόδια. Πάντα κάτι έλειπε.

Έχει βγει δέκα, άντε είκοσι λεπτά πριν, απ’ το μπάνιο, ρίχνοντας μια στάλα άρωμα πάνω της. Μισό μέτρο μακριά, μιλάει, σκύβει, χειρονομεί, πίνει, γελάει, θυμώνει, κατσουφιάζει, λέει ψέματα, σταυρώνει πόδια, ξύνει το γόνατο,  όλη η κίνηση -ακόμη και οι σκέψεις- μετατρέπονται σε μυρωδιά που κατατροπώνει τον αντίπαλο. Συντριπτικές ήττες άνευ αγώνα. Άνευ αντιπάλου, στην ουσία. Καμιά σωματική της ατέλεια (δεν είναι και λίγες) δεν είναι αντικίνητρο, είναι εκμαυλιστές συνειδήσεων και θρασύτατοι ψευδομάρτυρες οι κήρυκες του αψεγάδιαστου. Όταν μιλάει την κοιτάζω πάντα μέσα στα μάτια, ακόμη κι αν απευθύνεται στα ντουβάρια απέναντι. Μερικές φορές σκέφτομαι σαν κανίβαλος. Λαχταρώ να φανώ αντάξιος του John Doe. Θέλω να βγάλω το μικρότερο κόκκαλο από μέσα της (κάπου στο αυτί θυμάμαι πως ζει αυτό) και να το γλύψω. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσω να το ξαναβάλω στη θέση του μετά αλλά δεν έχει σημασία, δεν θέλω να της μιλήσω. Μπουχτίσαμε από λόγια, όλοι. Προχτές διάβαζα, δεν θυμάμαι πού, ότι το μεγαλύτερο όργανο του ανθρώπινου σώματος του ενήλικα είναι το δέρμα, τίποτε πάνω μας δεν ζυγίζει τρία κιλά παρά μόνον αυτό. Δεν είναι εύκολο να φας τρία κιλά δέρμα όσο και να το λαχταράς, όσο ωραία και να μυρίζει, με απωθεί η ιδέα. Αλλά να είσαι σφουγγάρι και να τρίψεις κάθε χιλιοστό, ακόμη (ειδικά) κι εκεί που το δέρμα σβήνει, χάνεται και γίνεται σπλάχνο, μυς, λίπος, ναι. Αυτό ναι. Δεν ξέρω, ποτέ δεν κατανόησα γιατί οι άνθρωποι θεωρούν ευτελές να επανέρχονται στη ζωή σαν σφουγγάρια. Μια πιθανότητα να βρεθούν στο σωστό σώμα επάνω, στη σωστή του γωνιά (κι ας μη τη βλέπει ποτέ το φως, ο ήλιος) πάντα υπάρχει. Τώρα σκύβει για να ξύσει τον αστράγαλό της. Αποστρέφω το βλέμμα μου, διώχνω τις σκέψεις. Δεν παίζουν με τους αστραγάλους, δεν συναρμολογούνται εύκολα αυτοί. Καλύτερα σφουγγάρι, σκέτο. Απ’ αυτά τα υπομονετικά, που καθαρίζουν αγόγγυστα (ευγνωμονώντας, μάλιστα) κάθε μικρογραμμάριο από τα τρία κιλά. Σαν σκάνερ. Περιφέρεσαι στο δέρμα, διαβάζεις το μυαλό.

Αν υπήρχε παράσημο «εκτός θέματος, τόπου, χρόνου» τα χρόνια που ζούμε, με αυτά  -τα αδιανόητα, ως προχτές- που ζούμε, θα το ‘χα στο τσεπάκι. Όχι και πολύ περήφανα, όχι. Αλλά δεν έχει πια τόση σημασία.  Ο Ρωμανός σώθηκε μα ούτε για την ουσία ούτε για τον συμβολισμό είχα έστω και μια λέξη, εκατό άλλοι πήραν σειρά να πεθάνουν. «Κλείνει η καρδιολογική, δυο γιατροί φεύγουν, μένει με δυο» μου είπε στο τηλέφωνο πριν δέκα λεπτά, «με δυο γιατρούς όχι κλινική, ούτε ιατρείο κρατάς σε πόλη εξήντα χιλιάδων». Καιρός να αρχίσουμε να τρέχουμε νυχτιάτικα, με εκατόν εξήντα -και βάλε- στο κοντέρ, πενήντα και εκατό χιλιόμετρα ανατολικά και δυτικά. Για να αποκτήσουν τα εμφράγματα και τα ισχαιμικά μας ένα κάποιο μπιτ στυλ, on the road.

Κάπου εδώ, στο τέλειωμα, μου είπε να απιθώσω δέκα λέξεις της Λούξεμπουργκ κι άλλες δέκα του Bakhtin για να είναι εντυπωσιακός (και καθόλου απολογητικός) ο επίλογος. Με τρόμαξε. Ακόμη ένας λόγος για να μη κάνουμε χωριό, το manual κι εγώ.