Brixton to Phoenix

crumpled-paper-ball1

When Ι kick out your front door, you’ll be sleeping…

Εδώ και βδομάδες μέσα στο κεφάλι του κυρίου Μπράουν παίζαν λούπα το By the time I get to Phoenix και το Guns of Brixton ασταμάτητα. Aπό την ώρα που πάσχιζε να βγάλει μια στάλα οδοντόκρεμα απ’ το σωληνάριο μέχρι τη στιγμή που κοιτούσε -μουσκίδι στον ιδρώτα- το ξυπνητήρι πλάι του να δείχνει τέσσερις το πρωί.

Κάποιες νύχτες το οξυγόνο κρυβόταν σε τρύπες σκοτεινές και αχαρτογράφητες κι εκείνος έπαιρνε μικρές κοφτές ανάσες με δελτίο, πεινούσε, λιμοκτονούσε για αέρα που ήταν άφαντος. Knives replaced the air. Μην στρογγυλοκάτσεις κι εσύ τώρα, ήδη πνίγομαι με τ’ άλλα δυο, είχε σκεφτεί με τρόμο.

Ώρες ώρες, και με ήλιο και με σύννεφα και με μισό φεγγάρι και χωρίς φεγγάρι ακόμα, το μυαλό του κυρίου Μπράουν είναι Κολοσσαίο, τόπος απερίγραπτου μακελειού.

You can crush me, you can bruise me but youll find the note I left hanging on your door.

———— 

H2O

33672275

Oι θερινές μνήμες (μου) είναι εύπλαστες. Ξεγελιέμαι εύκολα με το λίγο μπρος-λίγο πίσω. Άλλωστε δεν έχω βάλει κολαούζο στις δεκαετίες κανέναν διορθωτή  για να κινδυνεύω  να μου επιστρέψει το κειμενάκι ως χρονικά ανακριβές. Πρόσωπα θυμάμαι, έστω με κάποια μικρή δυσκολία. Να τα τοποθετήσω σωστά στο χρόνο ζορίζομαι.

Από τη μέρα που συνειδητοποίησα πως διάβαζαν κι άλλοι τα όσα σκέφτομαι, ξεκινούσα την πληκτρολόγηση έχοντας -πρώτα- βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει κανείς που θα μπορούσε να διαψεύσει τις μνήμες μου. Καλού κακού αποφεύγω τα ονόματα. Στον εφηβικό και πρώιμο ενήλικο βίο μου πρωταγωνιστούν η Κ, ο Γ, η Σ, ο Κ, η Α, η Π, o Σ, η Μ, η Λ, ο Φ, η άλλη Σ. Ο δικός μου Περιοδικός Πίνακας. Αμφιβάλλω αν ο Mendeleev θα μπορούσε να καυχηθεί πως σκάρωσε κάτι σπουδαιότερο απ΄αυτό.

Γιατί όλοι (οι περισσότεροι θες; αυτό να πω) γράφουμε για ανθρώπους με τα αρχικά τους; Γιατί ρίχνουμε καπνό πάνω σε όσα συνέβησαν –ή δεν συνέβησαν, καν- τριάντα και σαράντα χρόνια πριν; Από τι μας -τους- προστατεύουμε; Γιατί δεν εξομολογούμαστε ολογράφως και περιοριζόμαστε σε ακατάληπτα μορς; Γιατί είναι κακό να μάθουν (δεν θα μάθουν) έστω και τώρα, έστω μ΄ αυτόν τον λίγο χλιαρό, λίγο θλιβερό, λίγο άδικο γι αυτούς τρόπο, ότι έστω και ερήμην τους μας χάρισαν μεγαλειώδη ξενύχτια, θριαμβευτικές στύσεις και άδοξες εκσπερματώσεις;

Δεν κερδίζεις, μου λέω, τίποτε -εξόν από λίγες παραγράφους- προσπαθώντας να θυμηθείς την Σ να αλλάζει το πάνω του μαγιώ της μιαν ανάσα μακριά σου (αντίθετα με το όνομα, το στήθος της ξεδιπλωνόταν πάντα ολογράφως), την μυρωδιά -αυτή τη ζεστή, αποπνιχτική κλεισούρα- της πρώτης μου εργένικης σκηνής, τις κλεφτές ματιές στα σφιχτά, μπόλικα πόδια της άλλης Σ (και στο άσπρο μαγιώ της, που φέγγριζε, σκούραινε βασανιστικά και ανελέητα), είκοσι -φοιτήτρια- αυτή, δεκαπέντε -σπυριάρης- εγώ, το Φιατάκι του Γ που ανέθρεψε δυο μεγάλους έρωτες (και τους πήγε και τέσσερα διόδια μακριά). Άντε να βγάλεις μισή ιστορία λειψού πάθους. Κέρδος το λες αυτό, σήμερα;

Το λέω. Αφού στίβεις κι ακόμη, τριάντα, σαράντα χρόνια μετά, βγάζουν ζουμί.

Kαι τι να γράψω –ρωτάω τον Φ– που δεν το ξεκοκάλισε ήδη ο ΠΘ; Με το νι, με το σίγμα, με ονοματεπώνυμα (ας είναι και κάλπικα) και ΑΦΜ. Όλοι των κρεβατιών, των καναπέδων, των πατωμάτων είμαστε, λέει. Αλλά εντάξει, μη το παίρνεις κατάκαρδα. Μπορούμε πάντα να επικεντρωθούμε στα ψίχουλα. Στα Μ, στα Σ, στα Λ, στα Α, στα Γ μας.

 

……

αριστεία

33621056Δεν είμαι σίγουρος ότι ξέρω να πω κάτι παραπάνω απ’ όσα οι περισσότεροι ξέρουν (ή καμώνονται πως ξέρουν) για την κατάθλιψη. Για την ακρίβεια γνωρίζω -ιατρικά, θεωρητικά μιλώντας- γι αυτήν λιγότερα απ΄ όσα για ένα Α320 κι ας μου είναι -αυτή η συγκεκριμένη γνώση- άχρηστη.

Κατά καιρούς διαβάζω από δω κι από κει για εννιά, δεκατέσσερα σημάδια (γιατί όχι στρόγγυλα δέκα, είκοσι, άραγε; ) που προειδοποιούν για κατάθλιψη, για τα -και σωματικά- συμπτώματά της, για τεστ κατάθλιψης, για τη διάγνωσή της, για την αντιμετώπιση. Δεν είναι καρκίνος, λένε. Υπάρχει γιατρειά.  Αρκεί να παραδεχτείς πως ζεί εντός σου ή εσύ εντός της, μην χαθούμε περιπλανώμενοι στα χωροταξικά.

Την πρώτη φορά που άνοιξα μια σελίδα να διαβάσω για τα συμπτώματα (περισσότερο από περιέργεια, για να δω τι τραβάνε οι άλλοι, πάντα «οι άλλοι») κατάφερα να φτάσω ως το 6 και σταμάτησα. Πρώτη φορά άγγιζα το άριστα, με  5 στα 6. Μπορεί και 6, αφού αμφιταλαντεύτηκα πολύ πριν ξεκαθαρίσω μέσα μου αν το να βγαίνω σπάνια έξω οφείλεται στην όλο και λιγότερο ελκυστική σύνθεση της παρέας ή στο κόστος ενός καφέ, μιας μπίρας, μιας -έστω τραγικά μέτριας- marguerita. Όμως θυμήθηκα πως ποτέ δεν έλειψε το δεκάευρο, αντίθετα με την ραγδαία καταποντισμένη διάθεση να ψάξω για παπούτσια, ζώνη, πουκάμισο, ένα μπλουζάκι έστω.

Τα άλλα πέντε, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήταν πιο τρομαχτικά. Ραμμένα, θαρρείς, για το σουράτι μου. Ούτε στην Savile Row, ούτε καν στην Old Bond Street θα τα καταφέρναν να τα καλουπώσουν πάνω μου καλύτερα. Υποθέτω, βλέποντας τριγύρω, πως δεν μπορώ να «καυχιέμαι» για μιαν αμφιλεγόμενη, ανύπαρκτη εν τέλει, μοναδικότητα. Αγνοώ αν είναι σύμπτωμα της εποχής, το βλέπεις όμως πως μεταλλαχθήκαμε πλέον σε άριστους ξενιστές, σε ιδανικά επωαστήρια αυτού, αυτών που μας τρώνε τα σωθικά.

Οι γιατροί λένε πως ακόμη και δυο κουμπιά να ‘χεις απ΄ το κοστουμάκι αυτό, μπορεί και να αρκούν για την διάγνωση. Αν σκεφτείς πως ξεκίνησα με σκοπό να γράψω λίγες κουβέντες για την άνοιξη που (δεν) έρχεται κι αντ΄ αυτού κατάφερα να ανασύρω απ΄το μυαλό μου σκόρπιες ολοφώτεινες εικόνες, απ’ το Dawn του Otto Dix ως τα σκυλιά του Francis Bacon και, ασυναίσθητα σχεδόν, Nick Drake στα ακουστικά (όταν παλιά σμπρωχνόντουσαν όλοι οι άγιοι popάδες για να με βγάλουν έξω για πικ-νικ και μπίρες σε παγκάκια, γκαζόν και υγρή -ακόμη- άμμο), καταλαβαίνεις πως ακόμη και το 6 στα 6 με αδικεί κατάφωρα.

 

—-

Haunted Jukebox

33553404

O παππούς είχε μαγαζί με «Κυνηγετικά είδη» κοντά στα τούρκικα, στη διασταύρωση ενός πλακόστρωτου δρόμου που πήγαινε ανατολικά και ενός μικρού τυφλού στενού που δεν πήγαινε πουθενά και ήταν γεμάτος με μικρομάγαζα τούρκων που πούλαγαν παντόφλες, κιλίμια, καφέδες, βαφτιστικά και κοστουμάκια για το σουνέτ. Δεν είχαμε και δεν έχουμε άλλο όνομα γι αυτούς με τους οποίους μοιραζόμασταν και μοιραζόμαστε ως σήμερα την πόλη και την καθημερινότητά μας, δεν έχει νόημα να αναζητάς διπλωματία στις εκφράσεις όταν έχεις μεγαλώσει θεωρώντας κάποια πράγματα αυτονόητα, μέρος του βίου σου και όχι ρετάλι έντυπου αθηναϊκού φολκλόρ.

Ο παππούς πουλούσε δίκαννα, μονόκαννα, φλόμπερ, φυσίγγια και αξεσουάρ. Ό,τι μα ο,τι χρειαζόταν κυνηγός για να αρματωθεί και να ξαμοληθεί για μπεκάτσες, πέρδικες, λαγούς και φάσες,   θα το ‘βρισκες μέσα στα μεγαλύτερα δεκαπέντε τετραγωνικά του σύμπαντος, εκεί που περνούσε τις μέρες του. Καθισμένος πίσω από έναν χαμηλό πάγκο, γεμάτο με κουτιά από σκάγια -αριθμημένα, απ΄τα πιο ψιλά ως τα τούντσια- που γεμίζαν φυσίγγια που σφραγιζόντουσαν, μαρκαριζόντουσαν και μπαίναν στο κουτί τους με έναν τρόπο που κατάφερα να τελειοποιήσω από τα εννιά μου και μ’ έκανε να νιώθω σπουδαίος. Πήγαινα μόνο τα Σάββατα, μόνο μετά το σχολείο, εκείνες τις εποχές ήταν άλλης κατασκευής τα Σάββατα. Και στις διακοπές που όλα ήταν ευκολότερα αφιέρωνα λίγο παραπάνω χρόνο, λίγο, μια-δυο ώρες, ώσπου να πέσει το χαρτζιλίκι και να πάω να το κάνω Μίκυ, Σούπερ Σεραφίνο, γνώση. Κάτι σαν αυτοπεποίθηση με κυρίευε όχι γιατί συνδυαζόταν με χαρτζιλίκι αλλά γιατί (τώρα που το ξανασκέφτομαι) μόνο μικρός ινδός φακίρης θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο μέσα σε μια τρύπα που εκτός απ΄ τον παππού -κι εμένα, τις μέρες που δεν βαριόμουν να φτιάχνω πυρομαχικά- φιλοξενούσε σε τρεις καρέκλες κολημμένες στον τοίχο απέναντι απ΄τον πάγκο (μια σπιθαμή, ούτε καν, μισή σπιθαμή μακριά) τουλάχιστον άλλους τέσσερις μόνιμους θαμώνες-πελάτες, που διηγιόταν ο ένας στον άλλον τις Benelli και τις Saint Etienne ιστορίες τους και τα θαυμαστά τους κατορθώματα τις Κυριακές. Τότε κατάλαβα πως οι κυνηγοί είχαν τη δική τους θρησκεία, αφού την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος έτρεχε στις εκκλησίες και στα αντίδωρα, αυτοί τρέχαν στα μπαΐρια, στα μπαντάκια και σε βουνά που δεν ήξερα και δεν έμαθα ποτέ να προφέρω το όνομά τους.

Εκεί γύρω στα έντεκα, δώδεκα, στα τελειώματα του δημοτικού τέλος πάντων, αποφάσισα να μην επενδύσω σε περισσότερη γνώση και εμπειρία. Είχα, άλλωστε, καταρρίψει αμέτρητες φορές το ατομικό ρεκόρ εξυπηρέτησης πελατών, ετοιμάζοντας ως και δυο εικοσπεντάδες φυσίγγια (ένα προς ένα) σε λιγότερο από ένα τέταρτο. Καλό μαστοράκι ήμουν,  έτσι λέγαν οι αραδιασμένοι στις καρέκλες απέναντι, οι κριτές της καπατσοσύνης μου. Κάλυκας (πράσινοι, κόκκινοι, μαύροι, μπορούσες να σκοτώσεις έγχρωμα, το συνειδητοποίησα αργότερα αυτό), σέσουλα με σκάγια απ΄το σωστό ντενεκεδάκι, τάπωμα (χαρτί αλλά και μάλλινες, μερακλίδικες), πρέσα, πακετάρισμα, έτοιμος. Μια περηφάνια στα μάτια του -συνονόματου- παππού την διέκρινα, μα δυστυχώς έμεινε λειψή. Ποτέ δεν κράτησα καραμπίνα στα χέρια, ποτέ δεν πήγα κυνήγι, ποτέ δεν σημάδεψα ζωντανό. Ένα φλομπεράκι που σχεδόν καταναγκαστικά μου είχε δώσει για να αντρωθώ, πήγε στράφι. Το δάνειζα κρυφά σε επίμονα και τολμηρά γειτονόπουλα για να βαράνε τσίχλες και σπούργιτες, αποδεχόμενος –εξ ανάγκης- την ηθική αυτουργία της εξολόθρευσης των πτηνών της γειτονιάς. Βέβαια κι αυτά τον ατέλειωτο είχαν και ανακουφίστηκα κάπως όταν κατάλαβα πως για κάθε σπουργιτάκι που σκοτώνεις υπάρχουν άλλα δέκα που περιμένουν τη σειρά τους, όταν είσαι δώδεκα, δεκατρία, φτιάχνεις άλλοθι πιο γρήγορα κι από φυσίγγια.

Κάποια μέρα, στη εφηβεία πια εγώ, αποφασίσαν να κάνουν το πλακόστρωτο άσφαλτο για να βγαίνεις χωρίς αναταράξεις απ’ την πόλη, πηγαίνοντας ανατολικά. Σα να μην έφτανε αυτό, όλο το τετράγωνο που είχε μέσα του και την τρύπα του παππού θα γκρεμιζόταν για να γίνει μια μεγάλη, πολύ μεγάλη οικοδομή. Ξεκίναγε με λύσσα, και λίγη καθυστέρηση στα μέρη μας, εκείνη η θλιβερή  εποχή της αντιπαροχής που κατάπιε πολλά γκρεμούλια και μαζί τους, δεν γινόταν αλλιώς, και τα πίσω χρόνια μας. Η κατεδάφιση έχωσε και ανθρώπους μέσα στα χαλάσματα, δεν νοσταλγώ συνοικίες το όνειρο, απλά θυμάμαι κάποιους -με ονοματεπώνυμα- που μαράζωσαν με το που εμφανίστηκαν οι μπουλντόζες.

Ο παππούς βρήκε άλλη μια τρύπα, μικρότερη από την προηγούμενη, στο τυφλό στενό από πίσω, είκοσι βήματα παραδίπλα. Κανείς δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό το στενάκι, ευτυχώς (τότε, δέκα χρόνια μετά ήρθε και η σειρά του). Μετέφερε όλη την πραμάτεια του εκεί -αν και οι glory days είχαν παρέλθει, ανοίξαν στο μεταξύ άλλα δυο «Κυνηγετικά είδη» φουλ εξτρά και λουσάτα-  κι έμεινε πίσω από τον πάγκο μέχρι τη μέρα που τον πήγα (εγώ, μόνος μου εγώ, δεν ήθελα κανέναν άλλον μαζί) πρώτα στον γιατρό, μετά στον ακτινολόγο και μετά στο σπίτι. Tο επόμενο πρωί ο πατέρας μου πήγε κι έβαλε πινακίδα «Kλειστόν» στο μαγαζάκι. Αυτά γίναν Ιούνιο. Τον Αύγουστο τον κηδέψαμε. Εκείνος 78, εγώ 18.

Οι γιατροί είπαν «καρκίνος στα πνευμόνια», η κόρη του είπε «μα δεν έβαλε ποτέ τσιγάρο στο στόμα», ο γαμπρός του αποφάνθηκε «ναι, αλλά όποιος έμπαινε εκεί άδειαζε μισό πακέτο τσιγάρα στην καθησιά», η γιαγιά είπε «τα σκάγια φταίνε, όλο το μπαρούτι μέσα του μπήκε, τριαντατόσα χρόνια» και η ετυμηγορία ήταν very much dead.

Σήμερα το στενό είναι κουλέρ λοκάλ πεζόδρομος,  οι accidental tourists χαζεύουν ψευτοεντυπωσιασμένοι απ’ την τάχα μου οριεντάλ γραφικότητα. Οι τούρκοι πουλάνε τα ίδια, παντόφλες, κιλίμια, καφέδες, βαφτιστικά και κοστουμάκια για το σουνέτ. Το τελευταίο μαγαζάκι του παππού -κι όμως, υπάρχει ακόμη- πουλάει βότανα, τσάγια, μπαχάρια, πάουερ φουντ. Το λες και ειρωνεία.

Επίσης, στο πατάρι έχω φυλαγμένο το Saint Etienne που μου άφησε. Όταν θυμάμαι το βγάζω, χαζεύω και χαϊδεύω τα συγκλονιστικά του σκαλίσματα, το γυαλίζω, το ξαναβάζω στη θήκη. Ούτε μια φορά, έστω προς τιμήν  ή εις μνήμην  έριξε. Αυτό δεν ξέρω πως το λες.

 

…..

το κουκούλι

33539315

Υπήρξαν στιγμές στον βίο μας, εμάς των αγοριών, που ο καθένας έφευγε κρυφά από τον άνθρωπό του, για δυο, τρεις νύχτες σαν κλέφτης  (με περίτεχνα ή θλιβερά ψέμματα), βάζοντας σημάδι στο χάρτη για έναν τόπο όπου πάντα λαχταρούσε να πάει, εκεί που ήταν σίγουρος (ή έτσι ήλπιζε, έτσι σχεδίαζε τουλάχιστον) πως θα υποδυόταν λίγες μέρες κάποιον «άλλον», που θα ‘ταν αόρατος από τον ξεχρωμιασμένο και χλιαρό κόσμο της μαρμότας τριγύρω.

Εκεί κανείς δεν θα μπορούσε να τον δει, ούτε καν ως αύρα, κανείς δεν θα ‘ταν μαζί του εκτός από την Βάλια Κέντρου.

Aυτή.

Κρυμμένη πίσω από τα μαύρα γυαλιά της σ’ όλη τη διαδρομή, πάλευε να βγάλει απ΄το πρόσωπο τα μαλλιά που τα ΄κανε αλάνι-τουφάνι ο αέρας που τρύπωνε απ΄ τα παράθυρα, έξυνε αφηρημένη το γυμνό της γόνατο ανασηκώνοντας μια στάλα -και δυο, και τρεις- το ύφασμα που προσποιούνταν ότι το έκρυβε, άλλαζε τραγούδια όταν της φαινόταν παράταιρα με τη στιγμή, κατέβαζε το καθρεφτάκι για να βεβαιωθεί -γι ακόμη μια φορά- πως το περίγραμμα των χειλιών της ήταν έτοιμο να υποδεχθεί τον εισβολέα (αχ αυτά τα καθρεφτάκια, σε πόσα πρόθυμα στόματα συνοδηγών ανταπόδωσαν το λάγνο βλέμμα τους), απλωνόταν ως το πίσω κάθισμα για να βρει κάτι μέσα στην τσάντα της, πάντα υπάρχουν αυτά τα χρήσιμα άχρηστα «κάτι» μέσα στις τσάντες τους που μας υπερβαίνουν. Απλωνόταν και η μυρωδιά της, απ΄το λαιμό, τις μασχάλες, τα χέρια, το στήθος της, γινόταν κουκούλι που σε έκλεινε προστατευτικά εντός του. Μέχρι να αποφασίσεις αν θα ξεμυτίσεις από κει μέσα πετώντας ή έρποντας.

Καθένας μας ταξίδεψε, έστω μια φορά, σαν κλεφτρόνι, με συνοδηγό μια Βάλια Κέντρου. Ο,τι όνομα κι αν είχε εκείνη. Μερικοί δεν επιστρέψαν. Άλλοι, πάλι, δεν φύγαν στ’ αλήθεια ποτέ. Τους τρώει σιγά σιγά το κουκούλι.

 …..

(αφιερωμένο στον Θάνο Κάππα και την Βάλια Κέντρου  του)

ασσόδυο σε περιβάλλον θέρους

33486756

Με κοιτάζουν πάρα πολύ επίμονα. Mπορεί και απορημένα, πλέον. Δυο αξιοθαύμαστοι, ακούραστοι αυχένες στριμμένοι προς τα μένα τόσα χρόνια. Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένουν να δουν. Αυτές μείναν τριάντα (ούτε καν κλεισμένα) στην φωτογραφία. Εγώ που δεν κατόρθωσα να μπω στο κάδρο, φορτώθηκα εικοσιτόσα καλοκαίρια πριν καν προλάβω να πατήσω το κλικ. Φώναξα «ελάτε, σας κοιτάζει το πουλάκι», θυμάμαι ότι απάντησε «δεν κάνει και τίποτε άλλο όλη μέρα»,  αμαρτία να πεις πως είχε κι άδικο.

I’m too sexy, o θεός και η παναγία, πώς καταλήξαμε εμείς οι ρόκερς σε τέτοιο πηγάδι;

Ωραία κορίτσια. Σαν τα δυο κουκλάκια της El Greco, την Ναταλί και την Νιόβη. Η μια καστανή, η άλλη ξανθιά στο φυσικό της, δεν θυμάμαι ποιά απ΄ τις δυό ήταν η brunette. Ωραία κορίτσια πάντως, έκαιγαν υπό σκιά. Και σήμερα καίνε, όταν η εμμηνόπαυση ή τα νεύρα χτυπάνε κόκκινα. Επιμένω να τις λέω ‘κορίτσια’ όταν βλέπω παλιές φωτογραφίες τους, σε γυναίκες μεταλλαχθήκαν αργότερα, όταν τις πλάκωσαν ασιδέρωτα σεντόνια και βρακιά, οι άπλυτες κατσαρόλες, οι κρέμες μέρας/νύχτας, τα ροχαλητά μας, τα πουκάμισα στις κρεμάστρες, τα λάστιχα απ΄τα εσώρουχα που τις «έκοβαν», το πρώτο τεστ-Παπ και η πρώτη μαστογραφία, το πρώτο ιοβόλο βλέμμα όταν μας έβλεπαν χωμένους και χαμένους και μουγκούς, σκεπασμένους με εφημερίδες ή περιοδικά σε κάποιον βουλιαγμένο καναπέ. Ώρες ώρες πιστεύω πως η δικιά μας μετάλλαξη ήταν η δική τους κόλαση, όχι το αντίστροφο.

 So you gotta let me know
Should I stay or should I go?

Ένα τάβλι δίπλα τους και από ένα μπουκάλι μπίρα ανάμεσα στα πόδια τους, το θυμάμαι. Beck’s ήταν, οι άλλες δεν είχαν προλάβει να κρυώσουν. Εγώ τις είχα φέρει τις μπίρες, απ΄ το ταβερνάκι στην άλλη γωνιά της παραλίας, δέκα λεπτά πηγαινέλα. Άμα κολλάς ένσημα έρωτος και καύλας δεν μετράς βήματα σε άμμο που λαμπαδιάζει. Απορώ πως άντεχε αυτό το μπουκάλι ήρωας και δεν λύσσαγε με τέτοια θέα, πώς συγκρατιόταν και δεν έσπερνε δεξιά κι αριστερά τους αφρούς του πριν καν το αγγίξει ανοιχτήρι.

 κάθε βράδι χορεύαμε I love to hate you, σιγά μη καταλαβαίναμε τα στιχάκια τότε

Μαύρα μαγιώ, έχω συγκρατήσει κάθε λεπτομέρεια. Πώς κούμπωναν, πώς ξεκούμπωναν, πού είχαν βασανιστεί ανεπανόρθωτα απ’ τον ήλιο. Στέγνωναν πάνω τους, δεν πολυνοιαζόντουσαν γι αυτά τα μαμαδίστικα τότε. Τα πάνω μισά λιαζόντουσαν κρεμασμένα στην ομπρέλα. Πολλές φορές έβγαζα τα γυαλιά, τα μαύρα, για να κοιτάζω καλύτερα τις ρώγες τους. Χωρίς παρεμβολές. Με κοιτάζαν κι αυτές, με θράσος. Μέχρι που αλλάζαν χρώμα, γινόντουσαν αγνώριστες αν φύσαγε λίγο παραπάνω, αν τα αφεντικά τους βάζαν κάτι στο μυαλό τους, αν έπεφτε καμιά αδέσποτη σταγόνα από κύμα πάνω τους. Κι όταν βγαίναν απ΄ τη θάλασσα. Ή μπαίναν κάτω απ’ το ντους, λίγα μέτρα παραπίσω. Τυχερό το νερό που έκανε βόλτες πάνω τους. Άτυχα τα αλάτια που δεν μακροημέρευαν.

Σε κάποια κασσέτα ήταν γραμμένο το  All together now, τόσο ωραίο, τόσο θερινά παράταιρο

Ήταν εποχές που δεν χρειαζόταν να πεις και πολλά. Λίγο αεράκι μπορούσε να κάνει το σώμα να τα ομολογήσει όλα, αυτό κι αν ήταν ορός της αλήθειας. Σήμερα ρίξαν μπούρκα πάνω τους. Πάλι τα μισά λιάζονται πάνω στην ομπρέλα αλλά τα καφτάνια της παραλίας αναλαμβάνουν να κρύψουν τα κάποτε εν δήμω. Τα εν οίκω μας καταπίνουν μπουκιά μπουκιά, κάποιες φορές ανόρεχτα, ευτυχώς κάποιες λαίμαργα, σχεδόν στο πόδι. Τζανκ φακ. Σπάνιο μα εμφανίζεται που και που. Καλύτερο, όσο να ΄ναι, από το καλοσιδερωμένο. Αφεθήκαμε βολεμένοι, μπουχτισμένοι, κουρασμένοι να μας μασουλάνε οι τσακίσεις αλφάδι, τα μέριτο της επανάληψης και τα κολλαρίσματα.

Tainted love σε ρεμίξ με Shamen. Ω Μαρκ, προφήτη των μικρών και των μετρίων  tainted lovers!

Ωραία κορίτσια. Τρελλά και αγαπησιάρικα. «Για σπίτι». Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει αυτή η χυδαιότητα αλλά εκ του αποτελέσματος κρίνονται όλοι. Αν αφήσεις το σπίτι να σε χώσει βαθιά μέσα στα μπετά του και γίνεις ένα με την καθαρή λίγδα που δεν ξεκολλάει απ’ τα ντουβάρια του όσο συχνά και να τα βάφεις, αποδεικνύεται οτι οι γέροι κάτι παραπάνω ξέραν από μας. Αντιστεκόμαστε, ναι. Αλλά αυτά τα αποφθεύγματα των γέρων είναι απέθαντα. Θα ζήλευε ο Ρομέρο, πάω στοίχημα.

 Ήταν η χρονιά που o  αληθινός scarface τραγούδαγε και τα ‘λεγε χύμα

Έκτοτε μεσολάβησαν διάφορα και στις δυο. Η ιστορία της ζωής όλων μας, με λίγα ή πολλά λόγια. Και χωρίς λόγια, παραπανίσια είναι, μη κοιτάς εμένα που καταγίνομαι ακόμη. Γιατροί, νοσοκομεία, κάμποσες ενδοσκοπήσεις, μερικές βιοψίες, μαγνητικές, υπέρηχοι, ράμματα, ευρήματα, πορίσματα, αγωνίες, ανακουφίσεις, γέννες, σχολειά, διαβάσματα, ιώσεις, εκδρομές, εξετάσεις, χαρές, απογοητεύσεις, ταξίδια, αιφνίδιες αναχωρήσεις, κιλά που φεύγαν και επέστρεφαν (πάντα βρίσκαν το δρόμο της επιστροφής, χειρότερα κι από πιστά σκυλιά), βαφτίσια, κηδείες, μνημόσυνα, γενέθλια, γιορτές, χαρές, καταβυθίσεις, χάπια, αλκοόλ, καφέδες, βιαστικά γραμμένα -και σβησμένα- sms, ζυγαριές, χαλασμένα φερμουάρ, συνεντεύξεις, απολύσεις, ταμεία ανεργίας, λογαριασμοί, ξενύχτια για καλό και για κακό, λαχτάρες, νεύρα, πολλά νεύρα, άσπρο, μαύρο, και γέλια, ναι γέλια, δεν έμαθα ποτέ -μπορεί να ‘ναι και για καλό- αν βρέθηκαν κι άλλοι δίπλα τους, μιαν ανάσα από το στήθος τους κι αν κάναν στενή κι αχώριστη παρέα οι βαριές ανάσες και οι ιδρώτες τους αλλά αυτά συμβαίνουν στη ζωή, όχι μόνο στο σινεμά και στα βιβλία, μερικά φιλμ καλό είναι να μη τα πολυσκαλίζεις, δεν ξέρεις τι θα δεις που δεν μπόρεσες να αντικρίσεις εικοσιτόσα χρόνια.

But we’re never gonna survive unless
We get a little crazy

Τώρα που το ξαναβλέπω, με ξαπλώστρες δεν είχαμε ανοίξει παρτίδες. Δυο ψάθες, μια πετσέτα ήταν η σουίτα μας. Οι γυναίκες της διπλανής πετσέτας. Κι αυτό το χάσαμε. Eξυπακούεται ότι ο πληθυντικός αφορά εμάς τους τέσσερις, που ήμασταν εκεί, μέσα και έξω απ΄το κάδρο. Εσύ μπορείς κάλλιστα να μην έχεις χάσει το παραμικρό. Δεν θα το μαρτυρήσω στον Ρομέρο, υπόσχομαι.

 Δεν την βρίσκω εκείνη την κασσέτα. Καλύτερα. Μπορεί να μύριζε  από το αντηλιακό τους και τα πράγματα να παίρναν απροσδόκητη τροπή.

Εν μέρει είχαν δίκιο να τρέμουν το φακό οι Κομάντσι. Ακόμη κι αν στεκόντουσαν πίσω του.

 

…..

οι Joanne στα κουβούκλια

33424875

Στην επιστροφή βάζω δέκα συνεχόμενες φορές το Sketch for Joanne. Στα διόδια πάντα χαμηλώνω την ένταση, ο,τι κι αν ακούω. Δεν θέλω να τρομάξω τα κορίτσια που ανοίγουν τα παράθυρα κι απλώνουν τα περιποιημένα χέρια τους σε αγνώστους.

Μια μέρα νόμισα ότι ένα κουρασμένο ξανθό κορίτσι -περασμένα μεσάνυχτα- μου χάιδεψε το χέρι δίνοντάς μου την απόδειξη και τα ρέστα. Θα ήμουν κι εγώ πάρα πολύ κουρασμένος, μάλλον, φαντάζομαι διάφορα. Εκτός κι αν έχουν όντως αναβαθμίσει τις υπηρεσίες τους για τους μεσήλικες που ξεχνάνε να βγάλουν τις γραβάτες στη διαδρομή.

Έξη, δεν νύχτωσε μα είναι βράδυ, δεν είναι βροχή αυτό το πράμα εκεί έξω αλλά η υγρασία μπαίνει μέσα απ’ τις λαμαρίνες. Και δεν φυσάει για να ανοίξει μια χαραμάδα στον ορίζοντα, να βγει μια στάλα φως.

Ανατολικά πηγαίνεις ανόητε, ανατολικά. Δεν υπάρχει τώρα φως εκεί.

A hug can be just a hug, λέει. Κάτι ανακαλύψεις που κάνουν οι πιτσιρικάδες, όσο δεν βρίσκουν χάρτη ή GPS για το a fuck can be just a fuck.

Εκατόν πενήντα, εκατόν εξήντα, κόφτης. Να μείνει μια στάλα βενζίνη και για αύριο. Δεν με έχει προσπεράσει κανείς. Δεν βιάζονται, μάλλον. Ή ξέμειναν από λεφτά. Ή είμαι μόνος στο δρόμο. Είμαι μόνος στο δρόμο. Διασταυρώνομαι με φώτα μετά από τρεις -ακόμη- Joanne.

Η Joanne έφερε αψέντι, λέει. Θυμάμαι είχα πρωτοδεί μπουκάλι στο αεροδρόμιο στην Πράγα. Φλώρικο, σίγουρα καμιά σχέση με κείνο που άδειαζε κάθε νύχτα ο Τουλούζ Λωτρέκ σκετσάροντας κορίτσια, μπούτια, μπούστα. Δεν πήρα, ήταν αργά, νύχτα, κλειστά τα μαγαζιά, σαν στοιχειωμένο το αεροδρόμιο. Ευτυχώς είχε αεροπλάνα.

Θέλω να βγάλω το δισκάκι και να ψάξω Radio Warszawa στα μεσαία. Ο,τι και να παίζουν, ξέρουν από τζαζ αυτοί. Χτες βράδυ μπήκα σε ένα φαρμακείο, όσην ώρα αυτή με την άσπρη ρόμπα έγραφε στο αυτοκόλλητο «ένα το πρωί, ένα το βράδυ, μ.φ», από το λάπτοπ της ακουγόταν Τσέτ Μπέικερ. «Δεν μου ξανάτυχε σε φαρμακείο» της είπα χαμογελώντας. Χαμογέλασε κι αυτή. Σίγουρα χρειαζόταν ορθοδοντικό. Η μουσική όμως ήταν αψεγάδιαστη. Αλφάδι. Το ίδιο και οι σλάβικες γωνίες στο πρόσωπό της.

Η Joanne πετάει ψίχουλα στους κύκνους. Το έκανα κι εγώ, κάποτε. Σε πάπιες. Και σε ανθρώπους που με αγαπούσαν στ΄ αλήθεια. Δεν ζούμε όλοι μέσα σε ωραία στιχάκια.

Φως στο κινητό. Το ξέχασα στο αθόρυβο. Χτυπάει μια, δυο, τρεις, έξη, δέκα. Μπορεί να μην ψάχναν εμένα. Με ανακουφίζει αυτή η σκέψη. Φως, χτυπάει ξανά. Εμένα ψάχνουν. Δεν κρατάει πολύ η ανακούφιση.

Τελευταία διόδια στον ορίζοντα. Επιτέλους, λίγο χρώμα. Μπούχτισα με γκρι, μαύρο, λερί άσπρο.

Σκέφτομαι να πω της κοπέλας στο κουβούκλιο,  την ώρα που θα μου δίνει την απόδειξη, «θέλεις να σου πάρω δώρο ένα ποδήλατο για το Πάσχα;», αφού περάσαν τα Χριστούγεννα. Φοβάμαι όμως πως δεν θα καταλάβει. Δεν πειράζει. Επιβραδύνω σιγά σιγά, εκατόν είκοσι, ογδόντα, εξήντα. Θα της το πω, έστω κι αν αυτή πει μετά it’s too much. Πενήντα, τριάντα. Δεν θα με ξαναδεί άλλωστε. Είκοσι, φρένο. It’s a boy. Δεν απαντώ καν «ευχαριστώ» όταν λέει «καλό ταξίδι», δεν με νοιάζει, δεν θα με ξαναδεί άλλωστε, αύριο θα είμαι αλλιώς.

Τα βράδια θα έπρεπε να απαγορεύεται να βάζουν αγόρια στα κουβούκλια. Ή να απαγορεύουν μούζικες στα αυτοκίνητα, έστω.

Πριν βάλω καν πέμπτη, πατάω το πλήκτρο για ν’ ακούσω το μήνυμα. Τα γνωστά. She can close me down, like I let no one else do.

Γιατί θεέ μου παίζω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια;

….

songs about the human heart

33317827

Tις μικρές, ανήλικες αμαρτίες μου τις εξομολογούμαι και τις βγάζω συχνά βόλτα γιατί οι κλειδωμένες είναι πολύ βαρετές.

Ούτε στο σπίτι, στο ραδιόφωνο, το πρωί μα ούτε και στο αυτοκίνητο στη διαδρομή συνηθίζω να βάζω Μπρίτεν, Μπαχ, Βάγκνερ, Ραβέλ, Χάιντν. Ούτε και στατουσάρω εκστασιασμένος γι αυτά που δεν ακούω. Τα απογεύματα, αργά, δεν εντρυφώ στις εκλεκτικές συγγένειες Λακάν και Πλάτωνα. Μ’ αυτούς τους Ζίζεκ και τα συναφή ή τα αντίρροπα, ουδέποτε συναντήθηκα. Όλο και πιο σπάνια είναι τα βράδια που σκέφτομαι να βάλω να δω Μπέλα Ταρ ή Ρόι Άντερσον. Τα βλέπω όλα τους στον ύπνο μου, μετά. Ότι φιλμάρει ο Γουες Άντερσον δεν το ψάχνω απεγνωσμένα, ίσως κρύβομαι κιόλας μη με ψάξει αυτός. Ό,τι όμως ηχογράφησε ο Γουες Μοντγκόμερι -σχεδόν ό,τι δηλαδή- έκανα το σκατό μου παξιμάδι και το σπίτωσα. Αυτήν την Ντόνα Ταρτ δεν την διάβασα ακόμη. Πολεμάω να τελειώσω έναν MακΓιούαν κι έναν Ράνκιν εδώ και ενάμιση μήνα. Προσπάθησα, όχι με ζέση ομολογώ, να δω Game of Thrones, το έκλεισα σε πέντε λεπτά. Το Breaking Bad το έβαλα λόγω πίεσης του μεγάλου, μια ολόκληρη εξεταστική δεν κατάφερα να την τελειώσω, κόπηκα στο έκτο, στο έβδομο μάθημα. Μπλογκζ σταμάτησα να διαβάζω συστηματικά, είναι επειδή μας αγαπώ όσους ακόμη γράφουμε και δεν θέλω να γίνομαι μάρτυρας ψυχορραγήματος. Ο Ντέιβιντ Λυντς μηδένισε μετά το Blue Velvet. Ραδιόφωνο ακούω αφηρημένος, πιο πολύ για να μην φοβάται το σπίτι απ΄την σιωπή. Σπάνια έως ποτέ ακούω τι λένε όσοι μιλάνε πάνω ή ανάμεσα απ΄ τις μουσικές, κάτι δικά τους θα λένε που μπορεί και να με αφορούν μπορεί και όχι. Άνθρωπο όμως που παίζει Fad Gadget, τον βάζω στη μνήμη, στο 1. Δεν έχω άποψη για τον Αγγελόπουλο. Έχω για τον Brian Eno. Ποτέ δεν αγόρασα ούτε μισό δισκάκι του Ντίλαν, κανένα τραγούδι του δεν βρίσκεται στα cd που έφτιαχνα παλιά. Άμα σκαλίσεις τα εγχώρια βινύλια και τα cd μου μόνο λίγους Χατζιδάκιδες θα βρεις, ένα Στέρεο Νόβα, λίγο Νάστα, δυο Παυλίδηδες, τρεις Πλάτωνος, νομίζω αυτά. Έχω και πέντε, έξη cd με Πασχάλη Τερζή, Νατάσα Θοδωρίδου, Μαζωνάκη, τέτοιας συνομοταξίας, για όταν έχουμε κουράγια να παριστάνουμε τους κεφλήδες ερωτοχτυπημένους, οι μεσήλικες. Νομίζω ότι κάπου έχω και δυο Κραουνάκηδες, home made collections, για το αυτοκίνητο, με ανοιχτά παράθυρα μακριά από την πόλη. Ο Φον Τρίερ είναι σαν τα μπρόκολα, ή σ’ αρέσουν ή τρως ντομάτες έστω κι εκτός εποχής. Σφίγγω καρδιά και τρώω ντομάτες. Κάποτε άκουσα δεκατέσσερις φορές συνεχόμενες το «Κάτι μου κρύβεις». Δεν είχαν βγει τα prozac τότε. Kαι επί διακόσια τριάντα χιλιόμετρα, στο πήγαινε, κι άλλα διακόσια τριάντα στο έλα, Richard Hawley. Διάβασα εικοσιεφτά σελίδες απ’ τον Οδυσσέα, ποτέ όλη την Οδύσσεια. Τρεις φορές, όμως, διάβασα την τριλογία του Καπισίνσκι, αν ήταν τετραλογία θα  ήμουν χωμένος μέσα ακόμη. Όταν πετύχω Βασίλη Παπακωνσταντίνου είμαι απαρηγόρητος, ούτε τα zanax, ούτε ωτοασπίδες, ούτε ανηχοïκοί θάλαμοι με πιάνουν. Αν δεν μπορούσα να είμαι ο House για μια μέρα, ας ήμουν και το vicodin του, έστω το μπαστούνι του. Έχω ότι έχει και δεν έχει γράψει ο Καβάφης, ακόμη και τα αποκηρυγμένα, ως και τις σημειώσεις στα τραπεζομάντηλά του και τα Je voudrais pas crever του Μπορίς Βιαν (στην αγγλική βερσιόν, τα γαλλικά μου περιορίζονται στα στιχάκια του Cristophe) χωρίς να τα έχω βαρεθεί δευτερόλεπτο. Είναι κάποιες μέρες που ο Jesus Ignacio Aldapuerta μου φαίνεται σαν τη Θεία Λένα.  Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα Παρίσι και Ρώμη, θα διάλεγα να μείνω -έστω άφραγκος- στο στενό ανάμεσα στα πόδια της. Αν ήταν να μπω για λίγο οικότροφος σε μυαλό, θα με έτρωγε το δίλημμα «στου Χάνεκε ή στου Ταρκόφσκι;». Aν και στο Στάλκερ (όπου με έσυρε ο βλαμμένος ο συγκάτοικος, 11 το βράδι, μετά από εντεκάμιση ώρες πάνω στο ΚΤΕΛ) κοιμήθηκα πριν καν φτασουν στην Ζοne. Το είδα μετά που τριαντάρισα, τρις, και εξιλεώθηκα. Το Atonement όμως δεν με άρεσε, όπου παίζει η Κίρα Νάιτλι είναι σαν τον τύφο. Ή την Μεγάλη Πανώλη του 1348. Κουμανταρέα δεν έχω διαβάσει, ούτε Καρυστιάνη, τρέιλερ μόνο από τα γκρέιτεστ χιτς τους. Από συναυλίες (η τζαζ έξω, αυτά δεν μετράνε, είναι rituals) θυμάμαι ότι έχω πάει U-2 (δις), Μπράιαν Φέρι, Νιτς (δις), Πολίς, Φίσερ-Ζ, Τομ Ρόμπινσον, Διονύσιο Σαββόπουλο, Ανδρέα Μικρούτσικο και Πασχάλη. Τρεις φορές πήγα θέατρο, σε «highly recommended» τη μια φορά έφυγα στο διάλειμμα, τη δεύτερη στο εικοσάλεπτο (καθόμουν στη γαλαρία της γαλαρίας, κατάφερα να βγω έρποντας απαρατήρητος). Καμία γυναίκα δεν θα μπορέσει ποτέ να σύρει καράβι όπως ο Brian Sweeney Fitzgerald.  Ο Στίβεν Κινγκ είναι πλέον σαν τα τυρογαριδάκια, ούτε μισό δώρο έκπληξη μέσα στο σακουλάκι. Ανάμεσα στη Μόνικα και στην Σάρον, καλύτερη είναι η Άβα Γκάρντερ. Το τσάι το αντιπαθώ αλλά αν βρισκόμουν σε τσαγάδικο με την Έλεν Μίρεν, την Τζούντι Ντεντς, την Μάγκι Σμιθ και την Κέιτ Μπλάνσετ (έστω και μια από αυτές) θα λουζόμουν όλη τη φετεινή σοδιά του Darjeeling και των γιασεμοχώραφων του πλανήτη αγόγγυστα. Ποτέ δεν λείπει από το αυτοκίνητο το tonotil σιντί με τους Metallica. Enter oldman. Α ναι, και ο Γκάρι, λατρεία. Αν έπαιζε αυτός τον Alex, o Anthony Burgess θα έραβε το βιβλίο πάνω του, απ’ την αρχή. Είναι κάποιες μέρες που νομίζω ότι ζω μέσα στο Sleuth. Πιο συχνά όμως με βρίσκω να τριγυρίζω στις ερημιές του Μακ Κάρθι. Ι love the smell of coffee in the morning, αν αρχίσω να νοσταλγώ τη μυρωδιά των napalm θα πρέπει να μου δώσω μια πολύ μεγάλη άδεια.

 

Αυτά τα ασυνάρτητα γράφτηκαν (μη ρωτάς γιατί) νύχτα, βαθιά, μετά από ένα καραφάκι τσίπουρο, δυό μπουκάλια μαύρο κόκκινο και ενάμιση σφηνάκι σναπς από κεράσι, για ανάνηψη, την ώρα που στην τηλεόραση έδειχνε κάτι θλιμμένες χαμογελαστές μισόγυμνες, με σάρκα τρίτης διαλογής και εσώρουχα τέταρτης. Κρίνοντας απ’ όσα μόλις διάβασα, δεν ανένηψα ποτέ. Μεγάλες προσδοκίες είχα απ’ το σναπς.

 

—-

the fall by the house of Usher

33225110

Την ώρα που ο κύριος Μπράουν επέστρεφε βιαστικά με τα πόδια στο σπίτι κρατώντας μια χαρτοσακούλα με τα επείγοντα χρειαζούμενα (ένα μπουκάλι  γάλα, τσάι, ζάχαρη, μπισκότα πορτοκαλιού και ένα κουτί -προσφοράς- γατοτροφή, για το οποίο λογομάχησε με την ταμία, η οποία επέμενε πως η προσφορά είχε λήξει μια ώρα πριν), κοντοστάθηκε για λίγο στο αγγελτήριο θανάτου του που ήταν κάπως άτσαλα κολλημένο σε έναν βρώμικο μισογκρεμούλι τοίχο ανάμεσα στα σπίτια των Usher.

Oι Usher, δυο δίδυμα αδέρφια που είχαν από καιρό κλείσει τα εβδομηνταοκτώ, δεν είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους ούτε μια κουβέντα εδώ και μια γενιά (τριανταδυο χρόνια και τρεις μήνες, πιο συγκεκριμένα). Ούτε και με τον κύριο Μπράουν είχαν πάρε-δώσε. Για την ακρίβεια κανείς από την πόλη δεν θυμάται να είχε ποτέ οποιαδήποτε παρτίδα, μιαν ελάχιστη τυπική συναναστροφή μαζί τους, ειδικά μετά τη μέρα που πέθαναν οι γονείς τους (σε ένα τραγικό ατύχημα με αερόστατο που έγινε πρωτοσέλιδο σε όλη την κομητεία, ακόμη και στις γειτονικές). Ήταν, λέγαν οι γλώσσες, δύσκολοι άνθρωποι, μονόχνωτοι, απότομοι, σχεδόν αγενείς. Ο μόνος που έμπαινε και στα δυο σπίτια ήταν η ίδια καθαρίστρια. Η κυρία Nevermore. Μόνο αυτή θα μπορούσε να πει μια κουβέντα παραπάνω και για τους δυο, να φωτίσει έστω μια γωνιά του βίου τους, μα κρατούσε -άγνωστο με τι αντάλλαγμα, υλικό ή άυλο- το στόμα της ερμητικά σφραγισμένο.

Στο θέμα μας, όμως. Στο αγγελτήριο.

Ο κύριος Μπράουν ξεκόλλησε -με εμφανώς τσαλακωμένο το φλέγμα του- το μαβί χαρτί με το όνομά του, προσέχοντας να μη το καταστρέψει. Το δίπλωσε όσο καλύτερα μπορούσε, αφήνοντας την χαρτοσακούλα ανάμεσα στα πόδια του. Μετά το έβαλε στο πορτοφόλι, ανάμεσα στην κάρτα ασφάλισης και στην loyalty  κάρτα της Tesco. Ξαναπήρε την σακούλα στα χέρια και έκοψε δρόμο, ανάμεσα από τα σπίτια των Usher, εκεί που έχασκε μια τεράστια ρωγμή (αφύσικα μεγάλη για τόσο μικρό τοίχο), για να προλάβει να φτάσει τρία λεπτά νωρίτερα στον προορισμό του.

Οι πρώτες ψιχάλες ήδη έπεφταν. Ο ουρανός είχε το χρώμα μιας πάρα πολύ καταθλιπτικής κυριακάτικης νύχτας (μια απόχρωση σκοτεινότερη από gloomy) κι ας ήταν μόλις πέντε και δέκα, απόγευμα μιας κοινής καθημερινής ημέρας. Στο τέταρτο βήμα, μέσα στα χορταριασμένα χαλάσματα ανάμεσα στα σπίτια των Usher, ο κύριος Μπράουν παραπάτησε -μάλλον από την ταραχή του, για όσα προηγήθηκαν- και σωριάστηκε καταγής.

Το μπουκάλι με το γάλα έσπασε και πότισε το χώμα τριγύρω. Αυτή ήταν και η μόνη φωτεινή, σχεδόν λευκή, γραμμή μιας ιστορίας με πολύ χαμηλή νέφωση.

….

Déjà 0 vu 4

33153532

 

Tο London 0 Hull 4 δεν είναι απλά η συντριβή του σπουδαίου, του μείζονος, των προτεραιοτήτων  και της “πρέπει” βιτρίνας. Είναι, πιο πολύ απ’ όλα, η δικαίωση των μικρών στιγμών που δεν μπορείς να αγοράσεις με χρήμα. Είναι η αποθέωση των κρυμμένων στο ημίφως συναισθημάτων, εκείνων που δεν αξιώθηκαν ποτέ δεύτερης ματιάς, κάποιες φορές ούτε καν πρώτης.

Πάντα London 0 Hull 4. Πάντα με το Hull. Ακόμη κι αν παίζουμε με παίχτη λιγότερο, ακόμη κι αν το γήπεδό μας είναι κλειστό, τιμωρημένο, αραχνιασμένο από καιρό. Ακόμη κι αν οι κερκίδες γίναν καυσόξυλα ή μπάζα για την προβλήτα,  από κει που πάντα σαλπάρουμε για τα Λονδίνα.

Συμπληρώνοντας  δεν συμπληρώνοντας ενδεκάδα, πάντα θα κατεβαίνουμε στο χορτάρι. Για να βλέπουμε στο τέλος της μέρας εκείνο το London 0 Hull 4 στα μάτριξ απέναντι. Για να μας κρατάει όρθιους, μέσα στο παιχνίδι, ως το τελευταίο -θριαμβευτικό- σφύριγμα αυτό το déjà vu που δεν ζήσαμε ποτέ.

 ….

(κι αντίθετα μ΄αυτόν και μ’ αυτόν, δεν μπορώ να υποσχεθώ ούτε καν σε μένα πως αυτή θα είναι η εσχάτη μου απόπειρα για αυτοσυγκινησιακή αμπελομελοφιλοσοφία, αφού η ηδονή των απανωτών φαντασιακών θριάμβων είναι βαθιά εθιστική)

Μονόπρακτα Δωματίων (καπνός)

33019188

 

Xρόνια, πολλά χρόνια, πάρα πολλά, την παρακαλούσε να το κόψει.

Θα σε πεθάνει. Τι να σε κάνω πεθαμένη μετά;

Το ‘ξερε κι εκείνη, χαζή δεν ήταν. Αλλά απόφαση δεν το ‘παιρνε. Το ελάττωσε, δεν το ‘κοψε. Ημίμετρα, πάλι θα την πέθαινε.

Εκείνος θύμωνε. Πολλές φορές οι περαστικοί μαζεύαν τσαλακωμένα πακέτα -απ’ όπου μπορούσαν να σώσουν τρία, τέσσερα τσιγάρα, έστω και μισά- που ξαφνικά πέφταν απ΄τον ουρανό. Τον τρίτο, συγκεκριμένα.

Της έταξε, την απείλησε, την ικέτεψε, τη φόβισε, όλα τα προσπάθησε. Και το καλό και το κακό. Τίποτε δεν κατάφερε. Καναδυό φορές είπε «αν δεν το κόψεις θα φύγω» αλλά ήταν τόσο ατάλαντος όταν ξεστόμιζε το «θα φύγω» που ούτε σε παράσταση πρώτης δημοτικού θα ‘βρισκε θέση κομπάρσου.

Κι εκείνη θύμωνε, «εντάξει, κόφτο, δεν βαρέθηκες; την άλλη βδομάδα τέρμα, είπαμε», ίσα για να ξεφορτωθεί τη γκρίνια του. Πόσες άλλες βδομάδες περάσαν; Πεντακόσιες; Χίλιες; Ποιος κάθεται να μετράει..

Ένα απόγευμα τον ρώτησε αν θέλει καφέ, είπε «όχι». Εκείνη έκανε, άναψε και τσιγάρο.

Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν προετοιμασμένη, το ΄χε ξαναζήσει εκατοντάδες φορές αυτό, κοιτούσε αλλού.

Χτες είπες «το τελευταίο»

Μεθαύριο τέρμα

Χτες είπες

Τι θες τώρα; για δυο μέρες; Πέμπτη τέρμα, αδειάζει αυτό το πακέτο και δεν παίρνω άλλο.

Εκατό φορές το άκουσα αυτό

Εκατόν μία. Μη μου σπας τα νεύρα, είπαμε τέρμα, μη κάνεις τον κουφό

Μετά τις εκατόν μία θα έχει κι άλλες εκατό, το ξέρω το «τέρμα» σου

Ε αφού το ξέρεις κόφτο, δεν ωφελεί η συζήτηση, δεν βοηθάς έτσι

Χίλιες φορές παιγμένη σκηνή. Σχεδόν επαγγελματικά. Χωρίς πάθος, συγκίνηση, ένταση. Άμα τελειοποιήσεις κάτι με την επανάληψη, καμιά ανατριχίλα δεν προλαβαίνει να ενηλικιωθεί. Δηλαδή πόσες τρίχες να υψώσουν ανάστημα με το Satisfaction σε encore σήμερα; Μια, δυο, άντε τρεις;

Έκλεισε το τάμπλετ. Έτσι κι αλλιώς σαχλαμάρες έβλεπε.

Όταν πεθάνεις θα βρω μια που δεν θα καπνίζει

Όταν πεθάνω κάνε ο,τι θες. Καμιά άκαπνη δεν θα σ΄αντέξει άλλωστε. Κι άσε με να πιω τον καφέ μου σαν άνθρωπος, να χαρείς

Και θα την βάλω και στο σπίτι

Να αερίσεις καλά πρώτα και μετά βάλ’την και στη βιβλιοθήκη. Και στο ψυγείο θα σου ‘χω αφήσει χώρο.

Και στο κρεβάτι θα την πάω

Και στον πάγκο της κουζίνας αν αγαπάς, ο,τι πεις αγόρι μου, όσα αντέχει η μέση σου κι ο κώλος της, αν τον χωρέσει και τον αντέξει ο πάγκος

Για πρώτη φορά, από την ώρα που έβαλε τον καφέ δίπλα της, γύρισε και τον κοίταξε.

Να σε ρωτήσω κάτι;

Σαν τι;

Και στο κρεβάτι; όχι και στο κρεβάτι ρε μαλάκα, όχι και στο κρεβάτι

 

—-

Berlin

32978962

Tα ντουβάρια δεν χτίζονται μόνα τους. Ένας -τουλάχιστον ένας- πρόθυμος πρέπει να βάλει την πρώτη πέτρα και τη λάσπη ή το τσιμέντο πάνω της. Μετά ο άλλος απέναντι, θες από γινάτι, θες από θυμό, θες επειδή τον τρώει κανένα σαράκι, θες από δυσφορία ή φρένιασμα (ότι τρώει και τον χτίστη δηλαδή) βάζει μεγαλύτερη πέτρα, διπλή δόση γέμιση, ρίχνει κι ένα γκράφιτι στο τέλειωμα. Και μια μαύρη πέτρα γυρίζοντας την πλάτη. Δυο μαύρα λιθάρια, δυο. Κανείς δεν αφήνει στον άλλον την τελευταία λεπτομέρεια του όρθιου και εν ζωή ενταφιασμού. Ενδιάμεσα (αν και δεν είναι ωριμότητα να ψάχνεις ηθικούς αυτουργούς) μαζεύονται κι άλλοι πρόθυμοι γεμίζοντας τα κενά. Μη τυχόν και μείνει χαραμάδα ορφανή.

Μια, το πολύ δυο φορές το χρόνο (συνήθως τέτοιες μέρες, αν  δεν έχει ψοφόκρυο) πηγαίνω στους νεκρούς κι ανάβω ένα κερί, άμα θυμηθώ παίρνω και δυο λουλούδια στο χέρι. Δεξιά κι αριστερά δεν χασομεράω, βιαστικός πάω, τρεχάτος φεύγω, ακόμη κι εκεί. Πίσω στους ζωντανούς.

Φέτος έπεσα πάνω σ’ αυτό. Και το πήρα μαζί μου, με ένα κλικ.

Έμεινα να το χαζεύω ώρα κάμποση. Άμα μ’ έβλεπε έτσι ακούνητο όποιος  άναβε καντήλια, λουμίνια ή καρβουνάκια παραδίπλα, θα μ’ έπαιρνε για πολύ θρήσκο, πολύ πονεμένο ή απελπισμένο από κάποιο πρόσφατο χαμό. Μηδέν στα τρία. Ευτυχώς δεν υπήρχε ψυχή όρθια για να ασχοληθεί μαζί μου. Για τις υπεριπτάμενες δεν γνωρίζω, με τα μεταφυσικά και τα θρησκευτικά δεν καταγίνομαι, δεν το ΄χω.

Στους συμβολισμούς δεν πολυπιστεύω, εύπλαστοι είναι, τις πιο πολλές φορές εσύ είσαι ο υποβολέας κι αυτοί μιλάνε με τις δικές σου σκέψεις, λέξη προς λέξη. Αλλά μιαν εξαίρεση φέτος την έκανα.

Όταν γύρισα σπίτι δεν χρειάστηκε να σκεφτώ τα πώς και τα τι, ξήλωσα μια πέτρα. Ευτυχώς ήμουν -ανέκαθεν- αδέξιος χτίστης, τσιμέντο δεν έβαζα, η λάσπη -αν και παγωμένη, τόσο καιρό μετά- κουτσά στραβά ξύνεται, φεύγει, ξαναγυρνάει στη γη σαν κομμάτι της. Και μετά φεύγει κι η επόμενη πέτρα. Και η επόμενη, η επόμενη, κι άλλη. Μέχρι να το δεις ίσιωμα. Όσην ώρα γκρεμίζεις ακούς και τον άλλον, από πίσω, να κάνει ο,τι κι εσύ. Σα να περίμενε από καιρό. Κάποιος έπρεπε να βγάλει την πρώτη κοτρώνα, δεν έχει σημασία ποιος. Αρκεί στο τέλος να γίνουν νταμάρι οι πέτρες και να δεις παραπέρα, να δει κι αυτός. Όσα ωραία γκράφιτι και να βάψεις πάνω στο ντουβάρι (ότι τάχα μου δε με νοιάζει τι είπαμε, τι ζήσαμε και καπνίσαμε και φάγαμε παρέα, τι μαλακίες κάναμε μαζί, σε πόσα βιβλία βουτήξαμε, πόσα γέλια δεν τσιγκουνευτήκαμε, πόσα μπουκάλια αδειάσαμε) καμιά ζωγραφιά συγκάλυψης δεν είναι καλύτερη απ’ το χώμα που πατάει ο άλλος, τον ορίζοντα πίσω του. Και το πρόσωπό του.

Για όσα -ίσως- έπονται της κατεδάφισης (γιατί κανείς δεν ξέρει τι -κι αν- έπεται, οι καλές προθέσεις και οι φτιασιδωμένοι επίλογοι δεν αρκούν) τα τραγούδια τα λένε καλύτερα.

Πρώτα χωνόμαστε μαζί σ’ ένα μικρό καφέ, to hear the guitars play. Όπως παλιά. Μετά έρχεται η ώρα του Dubonnet on ice. Κι όταν γίνουμε και οι δυο κουρούμπελα, κασκόλ και γήπεδο. Εκεί που το ένδοξο και λατρεμένο μας Hull θα κατατροπώσει ακόμη μια φορά το ψηλομύτικο Λονδίνο με 4-0. Εκτός έδρας.

Μερικές φορές, λέω κι ελπίζω να μη το μετανιώσω, καλό είναι ν΄ αφήνεις τα γινάτια στην άκρη, ακούγοντας  τι σου λένε τα σπασμένα μάρμαρα. Και τα τραγούδια.

…..

time (III)

32849938 (1)

Στα νιάτα μου, εκεί γύρω στα εικοσιλίγα, σκεφτόμουν τα πρώτα -ήντα με τρόμο, απέχθεια, φόβο. Έλεγα πως δεν με αφορούν όμως, μιας και δεν πρόκειται να γνωριστούμε από κοντά εγώ κι αυτά. Όποιος έσπερνε Bauhaus, Leonard Cohen, Εyeless in Gaza και Birthday Party, αυτά τα μυαλά θέριζε. Στις σπάνιες φωτεινές στιγμές μου,  παρηγοριόμουν κι αλάφραινα το μέσα μου με την ιδέα πως αν από μια σπάνια εύνοια της τύχης το κοντέρ δείξει πενήντα, θα φροντίσω τουλάχιστον να ‘χω το σουράτι του Paul Weller, αν όχι του Jimbo,  και να ντύνομαι σαν τον Brian Ferry.

Μέσα από “μια σειρά ευτυχή γεγονότα”, το κοντέρ έφτασε και ξεπέρασε. Όλο και πιο συχνά όμως, βλέπω στον καθρέφτη το είδωλο κάποιου που  ώρες ώρες είναι ντυμένος σαν γερμανός κλειδούχος των DB. Και δεν μοιάζει του Jim αλλά περισσότερο του Van.

Το λες και εκδίκηση του χρόνου αυτό, επειδή τότε δεν πίστεψα πως παρότι τον χλεύαζα θα με περιμάζευε και θα μ΄ έφερνε μαζί του ως εδώ.

….

bête noire

32830257Σίτεψε πια, κουράστηκε. Φέτος έταξε στον εαυτό του το ακριβότερο δώρο που του ΄κανε ποτέ δεκεμβριάτικα: να μην αφήσει καμιά τύψη, καμιά ενοχή, κανένα «κι αν» ή  «αλλά» να μαγαρίσει τις τζινγκλμπελ ντέιζ.

Αν αυτά τα δαιμόνια τολμούσαν να δείξουν τα χαλασμένα τους δόντια, ήταν αποφασισμένος να τα αρπάξει απ΄τον λιγδιάρη λαιμό τους και να τα κρεμάσει σαν εξόριστα στολίδια στην πίσω πλευρά του δέντρου. Την σκοτεινή. Εκεί που ούτε λαμπιόνι, ούτε μπάλα, ούτε κορδέλα έζησε ποτέ. Γιατί ο,τι δεν βλέπεις δεν υπάρχει. Ποιός ο λόγος να το φτιασιδώνεις κιόλας;

Τα αποφάσισε και τα οργάνωσε όλα, με κάθε λεπτομέρεια. Είναι όμως κάποιες παράξενες νύχτες -την ώρα που τα ραδιόφωνα περιθάλπτουν βαριά τραυματισμένους ποιητές- που γεννοβολάνε με απερίγραπτες ωδίνες φρικιαστικές σκέψεις. Ότι δηλαδή σαν έρθει η ώρα να ξεστολίσει και να ξαναβάλει τα άπαντα της  εθιμικής καταναγκαστικής αλλεγκρίας  πάλι μέσα στα κουτιά τους και μετά στο πατάρι, αυτά τα καλικαντζάρια δεν θα είναι πάνω στο δέντρο. Θα περιμένουν υπομονετικά, βυσσοδομώντας, ακονίζοντας τα νύχια τους, καλά κρυμμένα μέσα στους τοίχους του σπιτιού για να αρχίσουν να πριονίζουν ξανά τον κύριο Μπράουν. Ζητώντας αίμα, εκδίκηση για τις μέρες και νύχτες που πέρασαν μακριά του. Για να πληρώσει ακριβά την αποκοτιά του να ζήσει χωρίς αυτά, λίγες χρονιάρες μέρες.

time

32686796

Ο κύριος Μπράουν έφτιαξε προσεκτικά τον κόμπο της γραβάτας του. Και δυο αλανιάρες τρίχες στο δεξί του φρύδι. Μετά από μια τελευταία -τάχα μου φευγαλέα-  ματιά στον καθρέφτη, βγήκε ανήμερα των γενεθλίων του, την Κυριακή 30 Νοεμβρίου στις εφτάμιση το απόγευμα για να κεραστεί μια Γκίνες.

Συνεπαρμένος από τον κόσμο τριγύρω, στον πάγκο, στα τραπέζια, ακόμη κι έξω απ΄το μαγαζί,  ξεχάστηκε. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ήταν κιόλας Δεκέμβριος.  Τρομοκρατημένος από την αποκοτιά του να επιτρέψει στο χρόνο να κυλήσει τόσο γρήγορα, έκανε έναν μήνα (με μετρημένες μια προς μια τις ημέρες) μέχρι να αποφασίσει να βγει ξανά τόσο αργά για μια μπίρα. Και -φαντάσου- έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι να ξαναγιορτάσει τόσο παράτολμα τα γενέθλιά του.