harsh politics

33892780us

Πολαρόιντ, εκεί στην ακτή των πολύ πρώιμων είκοσι. Ξαπλώνουμε στα μικρά βότσαλα, πέντε αγόρια, έξη κορίτσια – μπορεί κι εφτά, μη συνεργάσιμη μνήμη, πέρασε καιρός-. Γελάμε, μιλάμε, πίνουμε, ποθούμε, γελάμε κυρίως. Χωρίς μεζούρα. Ένας απ΄ όλους -ίσως ο πιο τολμηρός ή ο πιο απελπισμένος- αγγίζει με τα ακροδάχτυλα την πλάτη κάποιου κοριτσιού αργά, τελετουργικά σχεδόν, όχι αχόρταγα. Όπως αρμόζει σε δέρμα γυμνό. Το κορίτσι είναι ξαπλωμένο, μπρούμυτα. Δεν βλέπει ποιός, μόνο νιώθει. Το κορίτσι λέει λιγωμένα αλλά επιτακτικά “όποιος κι αν είσαι μη σταματάς”  και οι αίφνης παρείσακτοι τρέξαμε στη θάλασσα, μπας και καταφέρουμε να σβήσουμε ο,τι σβηνόταν.

 

and them

Ξυπνητήρι το κύμα και η δροσιά απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Μακριά απ’ το σπίτι. Είναι νωρίς, ούτε εφτάμιση και ο ήλιος ήδη πληγώνει άσχημα. Κάποιες φορές είναι βάσανο ο ήλιος, το λέει κι ο ποιητής. Εκείνη σηκώνει το σεντόνι, φεύγει απ΄ το κρεβάτι, ήχος από νερό στο μπάνιο, μετά ησυχία ξανά. Το φως απτόητο, ανελέητο, δεν έχει κουράγιο να σηκωθεί να τραβήξει κουρτίνες, θα της ζητήσει να το κάνει όταν βγει. Βγαίνει. Εκτυφλωτικά γυμνή, σα να μην έφτανε τόσο φως. Πέντε βήματα και είναι καθισμένη πάνω του, ψηλά, στο στόμα του. «Το πρωινό σας κύριε». Όλα τα πρωινά, όλα τα bed & breakfast του κόσμου μαζεμένα εκεί. No polaroids.

 Μούζικα

……

ψέματα με θέα

33879807

Τριάντα χρόνια πριν, μαλώναμε σε ποιο νησί θα πάμε πρώτα, γιατί μετά υπήρχε και δεύτερο και ενίοτε και τρίτο. Μετράγαμε νησιά όπως οι πιτσιρικάδες παγωτά ή μπάνια. Είκοσι χρόνια πριν, μαλώναμε σε τι ξενοδοχείο θα  καταλήξουμε, αφού προλάβαμε και κόψαμε τους δεσμούς με τα σκηνάκια (δεν ήταν δεσμός, σχέση λίγων μηνών ήταν, δεν αγαπηθήκαμε ποτέ με τα φερμουάρ και τους υπνόσακους στ΄αλήθεια) και τα ενοικιαζόμενα που βλέπαν ταράτσες ή άλλα μπαλκόνια (αλλά από θάλασσα τσιφούτικα) και αναβαθμιστήκαμε σε full sea view. Δέκα χρόνια πριν, η πισίνα κι ο μεγάλος κήπος ήταν προαπαιτούμενα, «αφού ευχαριστιούνται τα παιδιά» (εμείς με τις πισίνες επίσης δεν αγαπηθήκαμε, αφού ούτε με την Ρόμι ούτε με τον Αλαίν μοιάζαμε, πόσο μάλλον με την Τζέιν). Τότε σταματήσαμε να μαλώνουμε πριν και μαλώναμε μετά, αφού πρώτα βάζαμε τα αποκαμωμένα μικρούλια για ύπνο και μας έτρωγε τα σωθικά το μπαλκόνι ή η ιδρωμένη μουγκαμάρα, «σσς..σιγά, μη ξυπνήσουν». Μεγαλώσαν τα παιδιά, αρχίσαν δειλά δειλά τα αεροδρόμια, τα έξω, τα λιτά μεγαλοπιάσματα, όλοι μαζί. Παραμεγαλώσαν και ήρθε η ώρα των «να πάτε μόνοι σας», ούτε στον παράδεισο περνάς καλά «μόνοι σας». Αν το ταμείο δεν ήταν λεηλατημένο απ΄ τον χειμώνα, βρίσκαμε δυο φτηνά εισιτήρια για τόπους στους οποίους φτάνεις σε δυο, άντε τρεις ώρες το πολύ, φεύγαμε για τρία, τέσσερα βράδια, σε πέντε μέρες ξανά στο σπίτι γιατί όταν παραμεγαλώνουν πρέπει και να τα παραπληρώνεις, καταφέρναμε και φεύγαμε όμως. Μετά πήραμε διαζύγιο και με τα αεροδρόμια, ανεβαίναμε στο αυτοκίνητο για να βρούμε θάλασσες κοντινές, που δεν θέλαν καράβι να τις φτάσεις, «που να μπλέκεις με καράβια και κρατήσεις και κοίτα να δεις, πιο φτηνά τα αεροπλάνα, τους αλήτες, τους πειρατές, τους μονοπώληδες» ώσπου μια μέρα πήγαμε αναγκαστικά στο Καστελόριζο με μια μωβ γραβάτα σαν θηλιά με σταυρόκομπο και από κει και πέρα ορνιθοσκαλίζουμε για όσα θυμόμαστε.

Ψέματα. Τρεις μέρες τις βρίσκουμε, ακόμη, είμαστε απ΄τους τυχερούς. Και ξανασυναντηθήκαμε με τα αεροδρόμια, αφού όλα πια (ακόμη και το καλοκαίρι, αυτός ο Βρούτος) σου ψιθυρίζουν «φύγε έξω». Αλλά σχέδια δεν κάνουμε. Ούτε να μαλώσουμε πριν τολμάμε, ούτε καν μετά. Σιωπηλοί πάμε, σιωπηλοί επιστρέφουμε, σαν να είναι η τελευταία μας φορά. Παλιά το cd player έκαιγε, δεν σταμάταγε στιγμή να μας τραγουδάει μέσα από με ευλάβεια φτιαγμένα home made δισκάκια, «για τη διαδρομή». Τώρα μόνο το ρούφηγμα απ το κατακάθι του αφρού στο πλαστικό ποτήρι ακούγεται. Και τα κινητά, «ναι, ναι, πολύ ωραία ήτανε, κρίμα που δεν βρήκατε κι εσείς δυο μέρες για να πάμε παρέα, ναι, πολύ ωραία όλα». Κι άλλα ψέματα. Και είμαστε απ’ τους απλά καψαλισμένους, όχι απ’ τους απανθρακωμένους, για φαντάσου.

Για φέτος δεν συζητήσαμε τίποτε. Δεν ψάξαμε προορισμούς, δεν μετρήσαμε λεφτά που έτσι κι αλλιώς δεν περισσεύουν, δεν τολμήσαμε να κοιταχτούμε. Ούτε home made δισκάκια θα φτιάξουμε για το δρόμο. Γεροί να ‘μαστε, όλο και κανένα ενοικιαζόμενο ψέμα θα βρούμε να βολευτούμε μέσα του. A cappella.

……

Summercard Gold

33831138

Όλες οι συναλλαγές πάνω από 70 ευρώ θα γίνονται με κάρτα στα νησιά, είπε.

Αλλά σε νησιά με πληθυσμό πάνω από 3.000 άτομα, συμπλήρωσε.

 

Και  πήγε η καρδιά των αγονογραμμητών στη θέση τους. Χωρίς τσαλακωμένα τάληρα και φραγκοδίευρα στο πορτοφολάκι (ντρέπομαι να πω κατοστάρικα και πεντακοσάρικα, μη τυχόν και δεν καταλάβει κανείς ότι μιλάω για δραχμές), όλη η «αφήγηση» καταρρέει. Eξαϋλώνεται η μαγεία -πικρή, δεν αντιλέγω- του αποχωρισμού με το νησί, να βλέπεις τα εικοσάρικα, τα δεκάρικα, τα κέρματα να λιγοστεύουν μετρώντας αντίστροφα μέρες ως τα τελευταία απρόθυμα βήματα στην προβλήτα, αυτό το βασανιστικό δικό μας green mile. Ενώ με το πλαστικό «πληρώνω», το θέρος -έστω και ως ψέμα, ως αυταπάτη- παρατείνεται. Χωρίς άδεια τσέπη, βασανιστικά αφαιμαγμένη, δεν έχει γεμάτο βιβλίο όμως.

Το ‘χω βάσανο κρυφό, εξομολογημένο τώρα πλέον, που δεν μπορώ να σκαρώσω ούτε μισήν ιστορία για λίγες νύχτες σε ένα νησί σαν αυτά τα ερημονήσια που όλοι ξέρουν να περιγράφουν, καλύτερα κι από το πετσί τους. Όχι σε μια σελίδα, σε εκατό, σε διακόσιες. Όλα τα χωράνε μέσα. Τις μέρες, τις νύχτες, τους λιγοστούς ανθρώπους του, τους φασαριόζους (με το άλλοθι των νιάτων τους) εισβολείς, την άμμο, τα βότσαλα, τα μεθύσια, τους έρωτες, τα σπέρματα πάνω σε ιδρωμένους υπνόσακους, τη γύμνια, τις ζήλειες, τους καφέδες με τσιμπλιασμένα μάτια, τα νοικιασμένα Hondaκια, τα σε δυο παλάμες μετρημένα -sold out, ήδη από το περασμένο θέρος- αλμυρίκια, τις καμένες πλάτες, τα φιλιά που δόθηκαν αλλά κι εκείνα που μείναν ανεπίδοτα μέσα σε σκηνάκια ή σε δωμάτια 3Χ3, το λιγοστό νερό, το άφθονο, σπάταλο μπλε, το ογκώδες φως.

Εντάξει, και τις εθιμικές φωτιές στις παραλίες. Tους μικρούς φάρους των δεκαοχτώ, είκοσι, άντε εικοσπέντε μας. Με τους ύμνους κάθε εποχής, από στόματα αγοριών που είχαν κρεμασμένα πάνω τους -στολίδια, λάφυρα- όλα τα ξέμπαρκα κορίτσια. The answer is blowing ξανά στο τίποτα στο γενικά εσύ.

Τα φέραμε από δω, τα φέραμε από κει μωρό μου, δεν κατηφορίσαμε ποτέ.

 

…..

καλά, εσύ ξεδιπλώθηκες νωρίς

il_fullxfull.372384156_6qgj

Βιάστηκες, νωρίς ξεδιπλώθηκες αλλά θα έρθω. Έτσι σκοπεύω, δηλαδή. Τις φοβάμαι αυτές τις σιγουράντζες υποσχέσεις που βγαίνουν απερίσκεπτα απ΄το μυαλό και δεν είναι στο χέρι μας.

Θα βογγήξει, θα φτύσει αίμα το πανί σου φέτος. Δεν είναι μόνο τα νεοσύλλεκτα κιλά μου. Βαρύς ήταν κι ο χειμώνας, τον σέρνω πάνω μου, κάθε μήνα, μέρα, ώρα του. Βάστα ν΄αντέξεις ακόμη ένα καλοκαίρι μαζί μου, σάμπως έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις;

Θα χαζεύουμε μαζί μεγάλα κορίτσια. Και τις λατρεμένες τους ατέλειες. Τη χαλάρωση στα γόνατα, τα σημάδια στο δέρμα, το κουρασμένο στήθος τους. Τα όλο και πιο δυσδιάκριτα λακκάκια εκεί χαμηλά, πίσω, ανάμεσα στη γύμνια και στο λάστιχο.

Θα ξαναχύσω μπίρα πάνω σου. Μπορεί και καφέ. Αυτά θα είναι τα δικά σου παράσημα για φέτος. Αυτά και τα αλάτια που θα σε γεμίζω, κάθε φορά που θα παλεύω να ξεπλύνω -με βουτιές τάχα μου καθαρτικές-  ρύπους και σκέψεις σκοτεινές που ακούσια φορτώθηκα τόσους μήνες.

Λένε ότι φέτος δεν θα ματώσουν τα αυτιά και το μέσα μας μ΄ αυτή την υπόκωφη δυσώδη βοή, που όπου και να κρυφτούμε μας μαστιγώνει χρόνια τώρα. Αν είμαστε τυχεροί θ’ ακούμε μόνο κύμα, ίσως κανένα τζιτζίκι, τον αέρα που θα παλεύει να απογειώσει την ομπρέλα και τις σκέψεις των κοριτσιών δίπλα μας. Που θα πιάνουν κουβέντα με τις δικές μας. Έστω ερήμην των σωμάτων. Τα “θέλω” μας δεν θα χρεοκοπήσουν ποτέ. Ούτε τον Μάιο, ούτε τον Ιούνιο, ούτε τον Αύγουστο, ούτε καν τη μέρα που θα ξαναδιπλωθείς για το πατάρι.

Όχι κι άσχημα, σχεδόν υπέροχα.

 

…….

the future now

stones-beach-summer-vintage-Favim.com-473306

Πριν λίγο καιρό ήταν πολύ μακρινό. Τώρα τους ακούς όλο και πιο συχνά, «έλα ρε, δυο ώρες με το αεροπλάνο, τίποτε», «ένα κατοστάρικο πηγαινέλα, έλα, μη χαλιέσαι, πιο φτηνά κι από ΚΤΕΛ», «δεν χανόμαστε, σκάιπ, μέιλ, θα κατεβαίνουμε, θα ανεβείτε κάποια στιγμή, μεγάλο σπίτι έχουμε», εντάξει λες (σε κοροϊδεύεις, μα το λες), δεν είναι και δράμα, εδώ ολόκληρος κόσμος μια σταλιά είναι, οι άνθρωποι ψάχνουν το καλό όπου το βρουν, δεν είναι γεννημένοι για να ζουν και να πεθαίνουν χωρίς να παλέψουν να βρουν λίγο καθαρό αέρα, τουλάχιστον οι δικοί μας θα πατήσουν χώμα, δεν θα τους ψάχνουμε μέσα σε θάλασσες, να σαπίζουν μέσα σε σφραγισμένα αμπάρια.Μόνο που και πάλι, ενώ βλέπεις την αληθινή κόλαση σφίγγεται η ψυχή σου (έτσι είναι οι ψυχές, αχάριστες, δεν έχει νόημα να τα βάζεις μαζί τους) όταν σκέφτεσαι ότι απ’ αυτή τη χώρα δεν θα απομείνουν πολλά περισσότερα από κατεβασμένα στόρια, κλειστά σπίτια, άδεια μαγαζιά, γεμάτα -βρώμικα- πεζοδρόμια. Και γέροντες. Και μια προσμονή για λίγες μέρες χλιαρό καλοκαίρι, που θα παλεύει, θα ματώνει προσπαθώντας να μπαλώσει ένα χιλιοτρυπημένο ρούχο, να μαντάρει όλα τα (θες να τα πεις ενοχικά, θες να τα πεις ηττοπαθή, πες τα όπως θες) “τι πήγε στραβά; τι κάναμε λάθος; τι κάνουμε τώρα;”.

Ναι. Δεν μπαίνουν όλοι οι πνιγμοί στην ίδια ζυγαριά. Kαι τι μου το λες;

 

……

vintage violence

33759093

Γύρισε από το Άμστερνταμ. Την επόμενη μέρα του είπε πως κάποιος, με τον οποίον είχαν συναντηθεί τυχαία λίγους μήνες πριν σε ένα ακόμη επαγγελματικό ταξίδι, της πρότεινε να βγουν για φαγητό όταν τελειώναν και οι δυο με τις συναντήσεις τους. Μια σύμπτωση, το ότι ξαναβρέθηκαν εκεί. Γίνονται αυτά. Άμα ζεις μέσα σ΄ αυτό το σινάφι, ξέρεις ότι γίνονται. «Επαγγελματικά» όλα.

«Του είχα αρνηθεί ήδη μια φορά, δεν υπήρχε λόγος να προφασισθώ κάτι για να το αποφύγω ξανά, παιδιά δεν είμαστε»

Εκείνος επέμεινε, ευγενικά, να συνεχίσουν μετά το δείπνο. Για ο,τι προέκυπτε. ‘Αλλωστε -όπως προέκυψε και από την κουβέντα- και οι δυο ήταν μόνοι, χωρισμένοι. Ψέμματα, τελικά αυτός δεν ήταν. Αλλά ήταν «σαν». Τα παθαίνουν αυτά οι άντρες όταν θέλουν να μπουν μέσα σε μια γυναίκα, κοινή αρρώστια, πιο κοινή κι από ένα δεκεμβριανό κρυολόγημα.

«Και πήγες;»

«Πόσο μαλάκας είσαι.Του εξήγησα ότι χώρισα αλλά είμαι με κάποιον. Και ότι έπρεπε να καληνυχτιστούμε εκεί»

Έξη χρόνια μετά από κείνη τη μέρα και τέσσερα χρόνια αφού γράφτηκε ο επίλογος στα μεταξύ τους, ένιωσε την ανάγκη να του πει -σαν ξαναβρέθηκαν τυχαία, ανάμεσα σε άλλους- ότι πήγε. Αλήθεια, ψέμματα, αδιάφορο.

«Δεν θα με ρωτήσεις γιατί δεν στο είπα τότε; Δεν θέλεις να μάθεις αν μου άρεσε; αν το μετάνιωσα; αν τον ξαναείδα;»

Απάντηση δεν πήρε. Εκείνη ήλπιζε, ίσως, να τον πλήγωσε. Εκείνος σκεφτόταν, χαμογελώντας βουβά, πως η ανόητη δεν είχε ποτέ ακούσει τα στιχάκια. Κι ακόμη χειρότερα. Δεν ήξερε καν ποιός είναι ο Cale.

………

Κυριακή του Πάσχα (μια)

15_1_Hanley1_1000_420_90_c1

Δεν πιστεύω σε συμπτώσεις, σε προλήψεις, σε μαύρες γάτες. Πιστεύω όμως πως όποιο σχέδιο και να κάνεις -ακόμη και για μια ώρα μετά, για αύριο το πολύ- δεν πρέπει να μπλέκεις με ρήτρες, άστο ανοιχτό το «μετά» και υλοποιήσιμο υπό προϋποθέσεις. Δεν πάει κανείς μπροστά έτσι, θα μου πεις. Σωστό. Αλλά και το λάθος ψυχή έχει κι αυτό.

Την ώρα που εν μέσω σταυρών και μάρμαρων βλέπω τον παπά να κατευθύνεται προς το μέρος μου για κείνο το εθιμικό μεγαλοσαββατιάτικο τρισάγιο, ανακαλύπτω ο άκαπνος πως ούτε σπίρτα ούτε αναπτήρα θυμήθηκα (πάλι) να φέρω. Ψάχνω στους γειτόνους, ανοίγω τζάμια και συρταράκια, άφαντα, άδεια ή νοτισμένα όλα. Δέκα σταυρούς δεξιά ανακαλύπτω αναπτήρα που λειτουργεί, βάζω σημάδι -μετράω «ένα, δυο, εφτά, δέκα»-  για να τον επιστρέψω. Τρέχω ανάμεσα στα μάρμαρα, κοντεύω να τσακιστώ, να φτάσω πριν φτάσει ο παπάς, ανάβω κεριά, ρίχνω θυμίαμα στα καρβουνάκια, μόλις φτάνει με ρωτάει αν έχω φωτιά, δείχνω περήφανος το λάφυρο, «αφήστε το σε μένα λέει», ανάβει καρβουνάκια, ξεκινάει. Τις ψυχές των κεκοιμισμένων δούλων σου, του ψιθυρίζω κάθε φορά τα ονόματα, δι ευχών, σκύβω κάνοντας πως φιλάω το  χέρι του γλιστρώντας παράλληλα μέσα του το αντίτιμο της παρατεταμένης απουσίας μου, «καλή ανάσταση» εύχεται, φεύγει για τους επόμενους, πέντε σταυρούς διαγώνια αριστερά.

Διορθώνω τα τριαντάφυλλα (τα αγαπημένα του) στα βάζα, χαϊδεύω τα μάρμαρα (δεν τα φιλάω, ποτέ δεν σου ανταποδίδει την αγάπη σου ένα μάρμαρο), ετοιμάζομαι να φύγω μα δεν βλέπω πουθενά τον αναπτήρα. Δεν μπορώ να φύγω χωρίς να τον επιστρέψω, ανήκει εδώ. Εκεί, δέκα σταυρούς δεξιότερα. Ψάχνω, κάνω άνω κάτω τα συγυρισμένα, σκαλίζω κάτω από καντήλια, πίσω από φωτογραφίες, άφαντος. Κάτι άσχημο με τρώει αλλά όσο περνά η ώρα αμβλύνεται, είμαι ήδη στο αυτοκίνητο, στην κίνηση της πόλης, με τους ζωντανούς τριγύρω.

Tην ώρα του «Χριστός Ανέστη» βάζω ασυναίσθητα το χέρι στην τσέπη. Ο αναπτήρας είναι εκεί. Πάω να σκεφτώ «κακό σημάδι» και με επαναφέρω στην τάξη. Με μαλώνω, με μαστιγώνω δια της λογικής. Ένα μυαλό είναι, δεν τα χωράει όλα σε κουτάκια. Δεν τον θέλω μέσα στο σπίτι, επιστρέφοντας τον αφήνω έξω, στη γλάστρα με τον πεθαμένο βασιλικό. Είμαι κουρασμένος, η λογική δεν με αντέχει πια. Λίγο μετά τις δυόμιση φεύγουν οι άλλοι, συμμαζεύουμε τα απομεινάρια γρήγορα, ήταν δύσκολες οι μέρες που προηγήθηκαν, ανόρεκτα τσιμπολόγησα (τρεις μπουκιές πατάτες όλο κι όλο, ζουμιά και σάρκες δεν ήθελα ούτε ζωγραφιστά να δω), ανόρεχτα έβρεξα τα χείλια μου με μισή γουλιά κρασί, το τελευταίο που σκέφτομαι πριν κλείσω τα μάτια είναι να πάω μια βόλτα αύριο νωρίς νωρίς να αφήσω τον αναπτήρα στο σπίτι του. Χωρίς να πω τίποτε σε κανέναν, μη με περάσουν για κανένα βλαμμένο.

Όλη τη νύχτα -ποιάν όλη; τα ξέφτια της, να λες- περπατάω σε χωράφια με αγριόχορτα, αγριολούλουδα και λεβάντες, χωρίς να φτάνω πουθενά. Κι αντί να μυρίζουν άνοιξη, μυρίζουν κάτι καμμένο, φυτίλι ανάμικτο με σβησμένα κεριά και μαγειρίτσα. Φταίει το πάπλωμα που βαραίνει, σκέφτομαι για δευτερόλεπτά, φταίει και κάτι που με τρώει όσο περπατάω στα χορτάρια και δεν θυμάμαι τι. Κοιμάμαι ξύπνιος, είμαι ξύπνιος κοιμισμένος, ένα απ΄ τα δυο, και τα δυο μαζί.

Εφτά παρά,  ανοίγω τα μάτια, έτοιμος να κλείσω το ξυπνητήρι, να πετάξω τα σκεπάσματα, να τρέξω στο μπάνιο. «Ηρέμησε» μου λέει, «Κυριακή είναι, καθόμαστε και σήμερα κι αύριο, ηρέμησε, θα ξεκουραστούμε, θα χαλαρώσουμε λίγο». Νιώθω το χέρι της να ακουμπάει προστατευτικά στα μαλλιά μου, την ανάσα της στην πλάτη μου, κοιμάμαι αμέσως. Κάτι με τρώει αλλά είμαι πολύ κουρασμένος, πολύ νυσταγμένος για να θυμηθώ τι.

Όταν ξανανοίγω τα μάτια την ακούω -έξω απ΄το δωμάτιο- να μιλάει χαμηλόφωνα, δεν ακούω άλλη φωνή, άρα μιλάει στο τηλέφωνο. Λίγα συγκράτησα αλλά όσο ζαλισμένος και να ΄σαι καταλαβαίνεις τα «πότε έγινε; τι ώρα αύριο; μα τέτοια μέρα ρε γαμώτο, τέτοια μέρα; εφτά θα ξεκινήσουμε, προλαβαίνουμε, δεν προλαβαίνουμε;»  και οι παύσεις ανάμεσα στα ερωτηματικά τι σημαίνουν.

Ο ήλιος με τυφλώνει. Δεν έχω κουράγιο να σηκωθώ να τραβήξω μια στάλα τις κουρτίνες. Δεν έπρεπε να ξενυχτήσει στο σπίτι αυτός ο αναπτήρας. Δεν έχω τη δύναμη να της φωνάξω «ναι, τέτοια μέρα, ακόμη και τέτοια μέρα». Δεν ξέρω καν ποιόν -και πού- θα πάμε να αποχαιρετίσουμε.

 

…..

H2O

33672275

Oι θερινές μνήμες (μου) είναι εύπλαστες. Ξεγελιέμαι εύκολα με το λίγο μπρος-λίγο πίσω. Άλλωστε δεν έχω βάλει κολαούζο στις δεκαετίες κανέναν διορθωτή  για να κινδυνεύω  να μου επιστρέψει το κειμενάκι ως χρονικά ανακριβές. Πρόσωπα θυμάμαι, έστω με κάποια μικρή δυσκολία. Να τα τοποθετήσω σωστά στο χρόνο ζορίζομαι.

Από τη μέρα που συνειδητοποίησα πως διάβαζαν κι άλλοι τα όσα σκέφτομαι, ξεκινούσα την πληκτρολόγηση έχοντας -πρώτα- βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει κανείς που θα μπορούσε να διαψεύσει τις μνήμες μου. Καλού κακού αποφεύγω τα ονόματα. Στον εφηβικό και πρώιμο ενήλικο βίο μου πρωταγωνιστούν η Κ, ο Γ, η Σ, ο Κ, η Α, η Π, o Σ, η Μ, η Λ, ο Φ, η άλλη Σ. Ο δικός μου Περιοδικός Πίνακας. Αμφιβάλλω αν ο Mendeleev θα μπορούσε να καυχηθεί πως σκάρωσε κάτι σπουδαιότερο απ΄αυτό.

Γιατί όλοι (οι περισσότεροι θες; αυτό να πω) γράφουμε για ανθρώπους με τα αρχικά τους; Γιατί ρίχνουμε καπνό πάνω σε όσα συνέβησαν –ή δεν συνέβησαν, καν- τριάντα και σαράντα χρόνια πριν; Από τι μας -τους- προστατεύουμε; Γιατί δεν εξομολογούμαστε ολογράφως και περιοριζόμαστε σε ακατάληπτα μορς; Γιατί είναι κακό να μάθουν (δεν θα μάθουν) έστω και τώρα, έστω μ΄ αυτόν τον λίγο χλιαρό, λίγο θλιβερό, λίγο άδικο γι αυτούς τρόπο, ότι έστω και ερήμην τους μας χάρισαν μεγαλειώδη ξενύχτια, θριαμβευτικές στύσεις και άδοξες εκσπερματώσεις;

Δεν κερδίζεις, μου λέω, τίποτε -εξόν από λίγες παραγράφους- προσπαθώντας να θυμηθείς την Σ να αλλάζει το πάνω του μαγιώ της μιαν ανάσα μακριά σου (αντίθετα με το όνομα, το στήθος της ξεδιπλωνόταν πάντα ολογράφως), την μυρωδιά -αυτή τη ζεστή, αποπνιχτική κλεισούρα- της πρώτης μου εργένικης σκηνής, τις κλεφτές ματιές στα σφιχτά, μπόλικα πόδια της άλλης Σ (και στο άσπρο μαγιώ της, που φέγγριζε, σκούραινε βασανιστικά και ανελέητα), είκοσι -φοιτήτρια- αυτή, δεκαπέντε -σπυριάρης- εγώ, το Φιατάκι του Γ που ανέθρεψε δυο μεγάλους έρωτες (και τους πήγε και τέσσερα διόδια μακριά). Άντε να βγάλεις μισή ιστορία λειψού πάθους. Κέρδος το λες αυτό, σήμερα;

Το λέω. Αφού στίβεις κι ακόμη, τριάντα, σαράντα χρόνια μετά, βγάζουν ζουμί.

Kαι τι να γράψω –ρωτάω τον Φ– που δεν το ξεκοκάλισε ήδη ο ΠΘ; Με το νι, με το σίγμα, με ονοματεπώνυμα (ας είναι και κάλπικα) και ΑΦΜ. Όλοι των κρεβατιών, των καναπέδων, των πατωμάτων είμαστε, λέει. Αλλά εντάξει, μη το παίρνεις κατάκαρδα. Μπορούμε πάντα να επικεντρωθούμε στα ψίχουλα. Στα Μ, στα Σ, στα Λ, στα Α, στα Γ μας.

 

……

Side 3

33646780

Eδώ και πολύ καιρό οι μέρες μας είναι λιγόλογες, ράθυμες και φοβισμένες. Και οι νύχτες απρόθυμοι συμπαραστάτες τους. Αλλάζουν βάρδιες χωρίς ν’ αλλάζουν κουβέντα, σαν τους τσολιάδες στα γυαλισμένα μάρμαρα. Θαρρείς και φοβούνται το ποινολόγιο που καραδοκεί, αν αποπειραθεί να διηγηθεί η μια την ιστορία της στην άλλη. Δεν μιλιούνται αυτές, την πληρώνουμε εμείς. Θυμήσου από πότε έχεις να δεις στον ύπνο σου κάτι τόσο ωραίο που σε έκανε κομμάτια με το που ξύπνησες, γιατί ήταν ψεύτικο. Δεν θυμάσαι κι εσύ.

Είναι ψέμα πως η μουσική μέσα στις κασέτες αναπνέει ακόμη. Αυτές οι ψευτονοσταλγίες είναι εφευρήματα για να γεμίζουν τάχα μου πιασάρικα κειμενάκια που ζουν μια δυο μέρες σε οθόνες. Σαν αναμμένη λάμπα που μαζεύει τα μυγαράκια τριγύρω της, αυτά τα εφήμερα, σβήνει, φεύγουν, πεθαίνουν. Μια στις τόσες σκαλίζουμε τα κουτιά που είναι φυλαγμένες, θαυμάζουμε (με κάποιον ελαφρύ σαρκασμό) την καλλιγραφία -ως πρόθεση που προδόθηκε οικτρά από το αποτέλεσμα- πάνω τους, πασχίζουμε να θυμηθούμε ποιος μας τις χάρισε, σε ποιόν «ξεχάσαμε» να τις επιστρέψουμε ή για ποιόν ανομολόγητο έρωτα τις προορίζαμε (αυτά τα κρυφά νοήματα στην Side1 και οι υπαινιγμοί στις Side2, αυτά μας έφαγαν), τις πάμε μπρος-πίσω ψάχνοντας το τραγούδι της ζωής μας (κάθε βδομάδα, κάθε κασέτα και διαφορετικό, τι ωραίο να ξέρεις πως έζησες τόσες ζωές), τις ξανακολλάμε εκεί που ήταν μασημένες μπας και σώσουμε τι; Αλήθεια δεν ξέρω. Το TEAC, εξάλλου, έγινε αραχνοφωλιά. Μόνο ο Ziggy Stardust λείπει από κει μέσα, μα μεγαλοπιάστηκε κι έχει κόψει τις κουβέντες με τις αράχνες. Εμείς το πληρώνουμε, κι αυτό.

Η ώρα άλλαξε. Πάει εφτάμιση κι ακόμη το φως, όμορφο, χορταστικό, δεν βιάζεται να φύγει. Θυμήθηκα τις επισκέψεις στους παππούδες, στα τελευταία τους. Το ρολόι στο χέρι με βασάνιζε, να πω δυο κουβέντες τυπικές, να φύγω, να πάω να βρω εκείνην, να πάω έξω στους ζωντανούς. Ήμουν το φως τους και δεν το καταλάβαινα. Τώρα με τρώει.

Η ντουλάπα περιμένει αναδιάρθρωση χειμερινού χρέους. Να φύγουν τα φετινά XL, να έρθουν τα περυσινά L. Ποτέ αντίστροφα. Μικρές εαρινές τραγωδίες που επαναλαμβάνονται με το πέρας της Μεγάλης Βδομάδας, ίσως και λίγο αργότερα. Αυτό το «να φτιάξω ντουλάπες», «να σηκώσω τα χειμωνιάτικα» ενώ θα έπρεπε να λειτουργεί ως Κάθαρση, ως τονωτικό ψυχής εν όψει προσμονής γυμνού -επιτέλους- δέρματος, σε γεμίζει με ένα μη διαχειρίσιμο βάρος που πάνω του είναι θρονιασμένες οι τύψεις. Υπέρβαρα, plus size όλα. Μόνο τα αβίαστα γέλια βγαίνουν λειψά στο ζύγι.

Όμως το θέρος (όπως και να το βαφτίσεις, τα τζιτζίκια θα συνεχίσουν να φλυαρούν μη δίνοντας δεκάρα για τις δημιουργικές ασάφειες που γίναν περισσότερες κι απ΄τα μυρμήγκια πάνω στο παρατημένο, κομμένο καρπούζι· κι ο αέρας από τη θάλασσα θα κάνει φωλιές πάνω στα αρμυρίκια) πλησιάζει. Όχι πες μου, τo λέει η καρδιά σου να το υποδεχτείς φορώντας χειμωνιάτικα;

…..

αριστεία

33621056Δεν είμαι σίγουρος ότι ξέρω να πω κάτι παραπάνω απ’ όσα οι περισσότεροι ξέρουν (ή καμώνονται πως ξέρουν) για την κατάθλιψη. Για την ακρίβεια γνωρίζω -ιατρικά, θεωρητικά μιλώντας- γι αυτήν λιγότερα απ΄ όσα για ένα Α320 κι ας μου είναι -αυτή η συγκεκριμένη γνώση- άχρηστη.

Κατά καιρούς διαβάζω από δω κι από κει για εννιά, δεκατέσσερα σημάδια (γιατί όχι στρόγγυλα δέκα, είκοσι, άραγε; ) που προειδοποιούν για κατάθλιψη, για τα -και σωματικά- συμπτώματά της, για τεστ κατάθλιψης, για τη διάγνωσή της, για την αντιμετώπιση. Δεν είναι καρκίνος, λένε. Υπάρχει γιατρειά.  Αρκεί να παραδεχτείς πως ζεί εντός σου ή εσύ εντός της, μην χαθούμε περιπλανώμενοι στα χωροταξικά.

Την πρώτη φορά που άνοιξα μια σελίδα να διαβάσω για τα συμπτώματα (περισσότερο από περιέργεια, για να δω τι τραβάνε οι άλλοι, πάντα «οι άλλοι») κατάφερα να φτάσω ως το 6 και σταμάτησα. Πρώτη φορά άγγιζα το άριστα, με  5 στα 6. Μπορεί και 6, αφού αμφιταλαντεύτηκα πολύ πριν ξεκαθαρίσω μέσα μου αν το να βγαίνω σπάνια έξω οφείλεται στην όλο και λιγότερο ελκυστική σύνθεση της παρέας ή στο κόστος ενός καφέ, μιας μπίρας, μιας -έστω τραγικά μέτριας- marguerita. Όμως θυμήθηκα πως ποτέ δεν έλειψε το δεκάευρο, αντίθετα με την ραγδαία καταποντισμένη διάθεση να ψάξω για παπούτσια, ζώνη, πουκάμισο, ένα μπλουζάκι έστω.

Τα άλλα πέντε, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήταν πιο τρομαχτικά. Ραμμένα, θαρρείς, για το σουράτι μου. Ούτε στην Savile Row, ούτε καν στην Old Bond Street θα τα καταφέρναν να τα καλουπώσουν πάνω μου καλύτερα. Υποθέτω, βλέποντας τριγύρω, πως δεν μπορώ να «καυχιέμαι» για μιαν αμφιλεγόμενη, ανύπαρκτη εν τέλει, μοναδικότητα. Αγνοώ αν είναι σύμπτωμα της εποχής, το βλέπεις όμως πως μεταλλαχθήκαμε πλέον σε άριστους ξενιστές, σε ιδανικά επωαστήρια αυτού, αυτών που μας τρώνε τα σωθικά.

Οι γιατροί λένε πως ακόμη και δυο κουμπιά να ‘χεις απ΄ το κοστουμάκι αυτό, μπορεί και να αρκούν για την διάγνωση. Αν σκεφτείς πως ξεκίνησα με σκοπό να γράψω λίγες κουβέντες για την άνοιξη που (δεν) έρχεται κι αντ΄ αυτού κατάφερα να ανασύρω απ΄το μυαλό μου σκόρπιες ολοφώτεινες εικόνες, απ’ το Dawn του Otto Dix ως τα σκυλιά του Francis Bacon και, ασυναίσθητα σχεδόν, Nick Drake στα ακουστικά (όταν παλιά σμπρωχνόντουσαν όλοι οι άγιοι popάδες για να με βγάλουν έξω για πικ-νικ και μπίρες σε παγκάκια, γκαζόν και υγρή -ακόμη- άμμο), καταλαβαίνεις πως ακόμη και το 6 στα 6 με αδικεί κατάφωρα.

 

—-

Haunted Jukebox

33553404

O παππούς είχε μαγαζί με «Κυνηγετικά είδη» κοντά στα τούρκικα, στη διασταύρωση ενός πλακόστρωτου δρόμου που πήγαινε ανατολικά και ενός μικρού τυφλού στενού που δεν πήγαινε πουθενά και ήταν γεμάτος με μικρομάγαζα τούρκων που πούλαγαν παντόφλες, κιλίμια, καφέδες, βαφτιστικά και κοστουμάκια για το σουνέτ. Δεν είχαμε και δεν έχουμε άλλο όνομα γι αυτούς με τους οποίους μοιραζόμασταν και μοιραζόμαστε ως σήμερα την πόλη και την καθημερινότητά μας, δεν έχει νόημα να αναζητάς διπλωματία στις εκφράσεις όταν έχεις μεγαλώσει θεωρώντας κάποια πράγματα αυτονόητα, μέρος του βίου σου και όχι ρετάλι έντυπου αθηναϊκού φολκλόρ.

Ο παππούς πουλούσε δίκαννα, μονόκαννα, φλόμπερ, φυσίγγια και αξεσουάρ. Ό,τι μα ο,τι χρειαζόταν κυνηγός για να αρματωθεί και να ξαμοληθεί για μπεκάτσες, πέρδικες, λαγούς και φάσες,   θα το ‘βρισκες μέσα στα μεγαλύτερα δεκαπέντε τετραγωνικά του σύμπαντος, εκεί που περνούσε τις μέρες του. Καθισμένος πίσω από έναν χαμηλό πάγκο, γεμάτο με κουτιά από σκάγια -αριθμημένα, απ΄τα πιο ψιλά ως τα τούντσια- που γεμίζαν φυσίγγια που σφραγιζόντουσαν, μαρκαριζόντουσαν και μπαίναν στο κουτί τους με έναν τρόπο που κατάφερα να τελειοποιήσω από τα εννιά μου και μ’ έκανε να νιώθω σπουδαίος. Πήγαινα μόνο τα Σάββατα, μόνο μετά το σχολείο, εκείνες τις εποχές ήταν άλλης κατασκευής τα Σάββατα. Και στις διακοπές που όλα ήταν ευκολότερα αφιέρωνα λίγο παραπάνω χρόνο, λίγο, μια-δυο ώρες, ώσπου να πέσει το χαρτζιλίκι και να πάω να το κάνω Μίκυ, Σούπερ Σεραφίνο, γνώση. Κάτι σαν αυτοπεποίθηση με κυρίευε όχι γιατί συνδυαζόταν με χαρτζιλίκι αλλά γιατί (τώρα που το ξανασκέφτομαι) μόνο μικρός ινδός φακίρης θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο μέσα σε μια τρύπα που εκτός απ΄ τον παππού -κι εμένα, τις μέρες που δεν βαριόμουν να φτιάχνω πυρομαχικά- φιλοξενούσε σε τρεις καρέκλες κολημμένες στον τοίχο απέναντι απ΄τον πάγκο (μια σπιθαμή, ούτε καν, μισή σπιθαμή μακριά) τουλάχιστον άλλους τέσσερις μόνιμους θαμώνες-πελάτες, που διηγιόταν ο ένας στον άλλον τις Benelli και τις Saint Etienne ιστορίες τους και τα θαυμαστά τους κατορθώματα τις Κυριακές. Τότε κατάλαβα πως οι κυνηγοί είχαν τη δική τους θρησκεία, αφού την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος έτρεχε στις εκκλησίες και στα αντίδωρα, αυτοί τρέχαν στα μπαΐρια, στα μπαντάκια και σε βουνά που δεν ήξερα και δεν έμαθα ποτέ να προφέρω το όνομά τους.

Εκεί γύρω στα έντεκα, δώδεκα, στα τελειώματα του δημοτικού τέλος πάντων, αποφάσισα να μην επενδύσω σε περισσότερη γνώση και εμπειρία. Είχα, άλλωστε, καταρρίψει αμέτρητες φορές το ατομικό ρεκόρ εξυπηρέτησης πελατών, ετοιμάζοντας ως και δυο εικοσπεντάδες φυσίγγια (ένα προς ένα) σε λιγότερο από ένα τέταρτο. Καλό μαστοράκι ήμουν,  έτσι λέγαν οι αραδιασμένοι στις καρέκλες απέναντι, οι κριτές της καπατσοσύνης μου. Κάλυκας (πράσινοι, κόκκινοι, μαύροι, μπορούσες να σκοτώσεις έγχρωμα, το συνειδητοποίησα αργότερα αυτό), σέσουλα με σκάγια απ΄το σωστό ντενεκεδάκι, τάπωμα (χαρτί αλλά και μάλλινες, μερακλίδικες), πρέσα, πακετάρισμα, έτοιμος. Μια περηφάνια στα μάτια του -συνονόματου- παππού την διέκρινα, μα δυστυχώς έμεινε λειψή. Ποτέ δεν κράτησα καραμπίνα στα χέρια, ποτέ δεν πήγα κυνήγι, ποτέ δεν σημάδεψα ζωντανό. Ένα φλομπεράκι που σχεδόν καταναγκαστικά μου είχε δώσει για να αντρωθώ, πήγε στράφι. Το δάνειζα κρυφά σε επίμονα και τολμηρά γειτονόπουλα για να βαράνε τσίχλες και σπούργιτες, αποδεχόμενος –εξ ανάγκης- την ηθική αυτουργία της εξολόθρευσης των πτηνών της γειτονιάς. Βέβαια κι αυτά τον ατέλειωτο είχαν και ανακουφίστηκα κάπως όταν κατάλαβα πως για κάθε σπουργιτάκι που σκοτώνεις υπάρχουν άλλα δέκα που περιμένουν τη σειρά τους, όταν είσαι δώδεκα, δεκατρία, φτιάχνεις άλλοθι πιο γρήγορα κι από φυσίγγια.

Κάποια μέρα, στη εφηβεία πια εγώ, αποφασίσαν να κάνουν το πλακόστρωτο άσφαλτο για να βγαίνεις χωρίς αναταράξεις απ’ την πόλη, πηγαίνοντας ανατολικά. Σα να μην έφτανε αυτό, όλο το τετράγωνο που είχε μέσα του και την τρύπα του παππού θα γκρεμιζόταν για να γίνει μια μεγάλη, πολύ μεγάλη οικοδομή. Ξεκίναγε με λύσσα, και λίγη καθυστέρηση στα μέρη μας, εκείνη η θλιβερή  εποχή της αντιπαροχής που κατάπιε πολλά γκρεμούλια και μαζί τους, δεν γινόταν αλλιώς, και τα πίσω χρόνια μας. Η κατεδάφιση έχωσε και ανθρώπους μέσα στα χαλάσματα, δεν νοσταλγώ συνοικίες το όνειρο, απλά θυμάμαι κάποιους -με ονοματεπώνυμα- που μαράζωσαν με το που εμφανίστηκαν οι μπουλντόζες.

Ο παππούς βρήκε άλλη μια τρύπα, μικρότερη από την προηγούμενη, στο τυφλό στενό από πίσω, είκοσι βήματα παραδίπλα. Κανείς δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό το στενάκι, ευτυχώς (τότε, δέκα χρόνια μετά ήρθε και η σειρά του). Μετέφερε όλη την πραμάτεια του εκεί -αν και οι glory days είχαν παρέλθει, ανοίξαν στο μεταξύ άλλα δυο «Κυνηγετικά είδη» φουλ εξτρά και λουσάτα-  κι έμεινε πίσω από τον πάγκο μέχρι τη μέρα που τον πήγα (εγώ, μόνος μου εγώ, δεν ήθελα κανέναν άλλον μαζί) πρώτα στον γιατρό, μετά στον ακτινολόγο και μετά στο σπίτι. Tο επόμενο πρωί ο πατέρας μου πήγε κι έβαλε πινακίδα «Kλειστόν» στο μαγαζάκι. Αυτά γίναν Ιούνιο. Τον Αύγουστο τον κηδέψαμε. Εκείνος 78, εγώ 18.

Οι γιατροί είπαν «καρκίνος στα πνευμόνια», η κόρη του είπε «μα δεν έβαλε ποτέ τσιγάρο στο στόμα», ο γαμπρός του αποφάνθηκε «ναι, αλλά όποιος έμπαινε εκεί άδειαζε μισό πακέτο τσιγάρα στην καθησιά», η γιαγιά είπε «τα σκάγια φταίνε, όλο το μπαρούτι μέσα του μπήκε, τριαντατόσα χρόνια» και η ετυμηγορία ήταν very much dead.

Σήμερα το στενό είναι κουλέρ λοκάλ πεζόδρομος,  οι accidental tourists χαζεύουν ψευτοεντυπωσιασμένοι απ’ την τάχα μου οριεντάλ γραφικότητα. Οι τούρκοι πουλάνε τα ίδια, παντόφλες, κιλίμια, καφέδες, βαφτιστικά και κοστουμάκια για το σουνέτ. Το τελευταίο μαγαζάκι του παππού -κι όμως, υπάρχει ακόμη- πουλάει βότανα, τσάγια, μπαχάρια, πάουερ φουντ. Το λες και ειρωνεία.

Επίσης, στο πατάρι έχω φυλαγμένο το Saint Etienne που μου άφησε. Όταν θυμάμαι το βγάζω, χαζεύω και χαϊδεύω τα συγκλονιστικά του σκαλίσματα, το γυαλίζω, το ξαναβάζω στη θήκη. Ούτε μια φορά, έστω προς τιμήν  ή εις μνήμην  έριξε. Αυτό δεν ξέρω πως το λες.

 

…..

το κουκούλι

33539315

Υπήρξαν στιγμές στον βίο μας, εμάς των αγοριών, που ο καθένας έφευγε κρυφά από τον άνθρωπό του, για δυο, τρεις νύχτες σαν κλέφτης  (με περίτεχνα ή θλιβερά ψέμματα), βάζοντας σημάδι στο χάρτη για έναν τόπο όπου πάντα λαχταρούσε να πάει, εκεί που ήταν σίγουρος (ή έτσι ήλπιζε, έτσι σχεδίαζε τουλάχιστον) πως θα υποδυόταν λίγες μέρες κάποιον «άλλον», που θα ‘ταν αόρατος από τον ξεχρωμιασμένο και χλιαρό κόσμο της μαρμότας τριγύρω.

Εκεί κανείς δεν θα μπορούσε να τον δει, ούτε καν ως αύρα, κανείς δεν θα ‘ταν μαζί του εκτός από την Βάλια Κέντρου.

Aυτή.

Κρυμμένη πίσω από τα μαύρα γυαλιά της σ’ όλη τη διαδρομή, πάλευε να βγάλει απ΄το πρόσωπο τα μαλλιά που τα ΄κανε αλάνι-τουφάνι ο αέρας που τρύπωνε απ΄ τα παράθυρα, έξυνε αφηρημένη το γυμνό της γόνατο ανασηκώνοντας μια στάλα -και δυο, και τρεις- το ύφασμα που προσποιούνταν ότι το έκρυβε, άλλαζε τραγούδια όταν της φαινόταν παράταιρα με τη στιγμή, κατέβαζε το καθρεφτάκι για να βεβαιωθεί -γι ακόμη μια φορά- πως το περίγραμμα των χειλιών της ήταν έτοιμο να υποδεχθεί τον εισβολέα (αχ αυτά τα καθρεφτάκια, σε πόσα πρόθυμα στόματα συνοδηγών ανταπόδωσαν το λάγνο βλέμμα τους), απλωνόταν ως το πίσω κάθισμα για να βρει κάτι μέσα στην τσάντα της, πάντα υπάρχουν αυτά τα χρήσιμα άχρηστα «κάτι» μέσα στις τσάντες τους που μας υπερβαίνουν. Απλωνόταν και η μυρωδιά της, απ΄το λαιμό, τις μασχάλες, τα χέρια, το στήθος της, γινόταν κουκούλι που σε έκλεινε προστατευτικά εντός του. Μέχρι να αποφασίσεις αν θα ξεμυτίσεις από κει μέσα πετώντας ή έρποντας.

Καθένας μας ταξίδεψε, έστω μια φορά, σαν κλεφτρόνι, με συνοδηγό μια Βάλια Κέντρου. Ο,τι όνομα κι αν είχε εκείνη. Μερικοί δεν επιστρέψαν. Άλλοι, πάλι, δεν φύγαν στ’ αλήθεια ποτέ. Τους τρώει σιγά σιγά το κουκούλι.

 …..

(αφιερωμένο στον Θάνο Κάππα και την Βάλια Κέντρου  του)

after the rain

76131526

Το μυαλό μας θέλει άδειασμα. Αυτός ο ατέλειωτος, υγρός, δυστοπικός, πηχτός χειμώνας -όχι πως οι προηγούμενοι του φερθήκαν τρυφερότερα- ήταν βάσανο μεγάλο. Το μυαλό μας θέλει να στεγνώσει απ΄ τα βρωμόνερα που το πλημμυρίσαν, σταγόνα, σταγόνα και δεν θυμάμαι πώς γίνεται αυτό. Διαβάζω πως όταν ζέσταινε λίγο ο καιρός, βρίσκαμε τον τρόπο. Κάποτε το κάναμε, έτσι λένε οι παλιές ιστορίες, ακόμη και χωρίς μια στην τσέπη. Ξυπόλητοι, με ένα μπλουζάκι, μια κασέτα. Μετά χωθήκαμε στα θέλω  και στα πολύπλοκα, τα παραπανίσια, τα ψηφιακά. Έναν, δυο ανθρώπους που αγαπάς και μυρίζουν -ακόμη- όμορφα θες μαζί. Αρκεί όταν κι αυτοί αδειάζουν το μυαλό τους και το απλώνουν για στέγνωμα, τώρα που φεύγουν οι βροχές, να μη ξεχαστούν και πετάξουν και σένα μέσα από κει.

 

——

εικόνα: Αlexandros K 

blogs wide shut

33513681

Εδώ και δυο βδομάδες έχω στο χείλος της υπέρβαρης (από χίλιους δυο λαθρεπιβάτες) βιβλιοθήκης δέκα βιβλία το ένα πάνω στ΄ άλλο, έτοιμα να σωριαστούν στα μάρμαρα και δεν έχω φυλλομετρήσει κανένα. Άλλοθι δεν υπάρχει, ούτε καν η εκμαυλιστική άνοιξη που αγνοείται, red alert και τα συναφή. Βογγάνε οι λέξεις μέσα, πιο στριμωγμένες κι από πρόσφυγες σε σαπιοκάραβο. Και επιμένω, ο άθλιος, να μη τους δίνω άσυλο, χώμα, μάτια να πατήσουν.

Σκαλίζοντας τα βινύλια, στην ίδια υπέρβαρη, ανακάλυψα μια Κλειώ Δενάρδου. Ελπίζω να με έχει συγχωρέσει η μάνα μου, είκοσι χρόνια την έψαχνε μάταια. Πολύ παχύς αυτός ο ίσκιος του θεού, όλα τα κρύβει, όρθια ή γονατιστά (inside joke, μη δίνεις σημασία αν είσαι κάτω από σαράντα ή δεν ξέρεις τι θα πει ΥΕΝΕΔ). Θα της επιστρέψω το δισκάκι σήμερα και δεν θα το πάρει χαμπάρι, σα να βγήκε μόλις από την κάσκα είναι. Αφού μυρίζει λακ, ακόμη.

Χτες βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι ήμουν στη Βιέννη, σε ένα σίξτις κοινόβιο με κορίτσια αξύριστα (all over) και άλουστα σαν την Janis ενώ αγωνιζόμουν να βρω την Νικόλ για να την βοηθήσω να κατεβάσει το φερμουάρ. Δεν θυμάμαι τι διάβασα ή τι έφαγα πριν πέσω για ύπνο, πάντως πρέπει να ήταν πολύ χειρότερο απ’ αυτό που έφαγε ο Kane στο πρώτο Alien.

Προσπαθώ να γράψω κάτι μελλοντολογικό που διαδραματίζεται  γύρω στο 1990 και τα προβλέπω όλα. Με κάθε λεπτομέρεια. Too scary.

Όταν είδα για πρώτη φορά την διάσημη σκηνή με τον Μπράντο και την Σνάιντερ, έκανα μισό χρόνο να φάω βούτυρο. Νόμιζα ότι όλα μύριζαν. Μετά έκανα άλλο μισό χρόνο να φάω γιατί δεν μύριζε κανένα, τίποτε παρά μόνο αδιάφορη βουτυρίλα, και απογοητεύτηκα. Σήμερα που το ξανασκέφτομαι, δεν θα ΄θελα να είμαι στη θέση του παντελονιού της Μαρίας.

Τα μεσημεριανά τσίπουρα του Σαββάτου είναι επώδυνα. Ειδικά όταν περιμένουν να πάρουν σειρά τα νυχτερινά Jameson. Όταν αρχίσω να ξυπνάω τις Κυριακές απ΄τις εφτά για να πιάσω καλό στασίδι, θα πρέπει να κόψω ένα από τα δυο. Προς το παρόν κάθομαι μέσα τα Σάββατα για να μη μου πέσει πολύ βαριά η πρώτη Κυριακή στο «Εξαιρέτως». Την ώρα που θα κάθομαι πίσω απ΄ τη γριά με  tattoo έναν μαύρο κύκνο στo εσωτερικό του καρπού. Θα τη ζήσουμε τη Δευτέρα Παρουσία στα στασίδια, να το θυμηθείς.

Οι ιστορίες του Κυρίου Μπράουν γίναν εικοσιεφτά. Αυτό δεν σημαίνει τίποτε απολύτως πέρα από το γεγονός της πίστης μου στον κύριο Μπράουν. Μου υποσχέθηκε ότι στην τριακοστή ιστορία θα τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Για να πέσουν οι λέξεις στον δρόμο, κάτω, να τις πάρουν όποια πετεινά του ουρανού τριγυρίζουν ψάχνοντας απομεινάρια σκέψεων. Μετά θα ησυχάσουμε επιτέλους  και οι δυό μας. Για τα πτηνά δεκάρα δεν δίνω.

Έχει καεί η μια λάμπα δαπέδου στο σαλόνι. Εδώ και τρεις βδομάδες αρνούμαι να την αλλάξω. Ενδόμυχα ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα ξανανάψει. Έχω διαβάσει πολλές ιστορίες για λάμπες που ζωντάνεψαν. Σκέψου, άλλωστε, τον τρόμο που θα νιώσει κάποιος ανύποπτος που θα πάει νυχτιάτικα να πετάξει σκουπίδια σε έναν ζεστά φωτισμένο κάδο.

Μπορεί τελικά να γράψω κάτι που θα διαδραματισθεί το 1980. Ένας guru που εμπιστεύομαι μου είπε ότι πονάει πολύ, αλλά λιγότερο από το 1990. Για το 1975 δεν το συζητώ, αποκλείεται να κλείνει το φερμουάρ της χρονοκάψουλας.

Κάποτε, δεν πάει πολύς καιρός, έσπρωξα -καθόλου διακριτικά, ομολογώ- προς μια ωραία γυναίκα που καθόταν παραδίπλα μου (ανάμεσα σε κρασιά, βότκες και γουίσκια) μια χαρτοπετσέτα που πάνω της είχα γράψει FIDELIO. Με κοίταξε πολύ περίεργα. Την αναποδογύρισε και έγραψε WTF. Δεν ξαναβρεθήκαμε.

 

—-

ασσόδυο σε περιβάλλον θέρους

33486756

Με κοιτάζουν πάρα πολύ επίμονα. Mπορεί και απορημένα, πλέον. Δυο αξιοθαύμαστοι, ακούραστοι αυχένες στριμμένοι προς τα μένα τόσα χρόνια. Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένουν να δουν. Αυτές μείναν τριάντα (ούτε καν κλεισμένα) στην φωτογραφία. Εγώ που δεν κατόρθωσα να μπω στο κάδρο, φορτώθηκα εικοσιτόσα καλοκαίρια πριν καν προλάβω να πατήσω το κλικ. Φώναξα «ελάτε, σας κοιτάζει το πουλάκι», θυμάμαι ότι απάντησε «δεν κάνει και τίποτε άλλο όλη μέρα»,  αμαρτία να πεις πως είχε κι άδικο.

I’m too sexy, o θεός και η παναγία, πώς καταλήξαμε εμείς οι ρόκερς σε τέτοιο πηγάδι;

Ωραία κορίτσια. Σαν τα δυο κουκλάκια της El Greco, την Ναταλί και την Νιόβη. Η μια καστανή, η άλλη ξανθιά στο φυσικό της, δεν θυμάμαι ποιά απ΄ τις δυό ήταν η brunette. Ωραία κορίτσια πάντως, έκαιγαν υπό σκιά. Και σήμερα καίνε, όταν η εμμηνόπαυση ή τα νεύρα χτυπάνε κόκκινα. Επιμένω να τις λέω ‘κορίτσια’ όταν βλέπω παλιές φωτογραφίες τους, σε γυναίκες μεταλλαχθήκαν αργότερα, όταν τις πλάκωσαν ασιδέρωτα σεντόνια και βρακιά, οι άπλυτες κατσαρόλες, οι κρέμες μέρας/νύχτας, τα ροχαλητά μας, τα πουκάμισα στις κρεμάστρες, τα λάστιχα απ΄τα εσώρουχα που τις «έκοβαν», το πρώτο τεστ-Παπ και η πρώτη μαστογραφία, το πρώτο ιοβόλο βλέμμα όταν μας έβλεπαν χωμένους και χαμένους και μουγκούς, σκεπασμένους με εφημερίδες ή περιοδικά σε κάποιον βουλιαγμένο καναπέ. Ώρες ώρες πιστεύω πως η δικιά μας μετάλλαξη ήταν η δική τους κόλαση, όχι το αντίστροφο.

 So you gotta let me know
Should I stay or should I go?

Ένα τάβλι δίπλα τους και από ένα μπουκάλι μπίρα ανάμεσα στα πόδια τους, το θυμάμαι. Beck’s ήταν, οι άλλες δεν είχαν προλάβει να κρυώσουν. Εγώ τις είχα φέρει τις μπίρες, απ΄ το ταβερνάκι στην άλλη γωνιά της παραλίας, δέκα λεπτά πηγαινέλα. Άμα κολλάς ένσημα έρωτος και καύλας δεν μετράς βήματα σε άμμο που λαμπαδιάζει. Απορώ πως άντεχε αυτό το μπουκάλι ήρωας και δεν λύσσαγε με τέτοια θέα, πώς συγκρατιόταν και δεν έσπερνε δεξιά κι αριστερά τους αφρούς του πριν καν το αγγίξει ανοιχτήρι.

 κάθε βράδι χορεύαμε I love to hate you, σιγά μη καταλαβαίναμε τα στιχάκια τότε

Μαύρα μαγιώ, έχω συγκρατήσει κάθε λεπτομέρεια. Πώς κούμπωναν, πώς ξεκούμπωναν, πού είχαν βασανιστεί ανεπανόρθωτα απ’ τον ήλιο. Στέγνωναν πάνω τους, δεν πολυνοιαζόντουσαν γι αυτά τα μαμαδίστικα τότε. Τα πάνω μισά λιαζόντουσαν κρεμασμένα στην ομπρέλα. Πολλές φορές έβγαζα τα γυαλιά, τα μαύρα, για να κοιτάζω καλύτερα τις ρώγες τους. Χωρίς παρεμβολές. Με κοιτάζαν κι αυτές, με θράσος. Μέχρι που αλλάζαν χρώμα, γινόντουσαν αγνώριστες αν φύσαγε λίγο παραπάνω, αν τα αφεντικά τους βάζαν κάτι στο μυαλό τους, αν έπεφτε καμιά αδέσποτη σταγόνα από κύμα πάνω τους. Κι όταν βγαίναν απ΄ τη θάλασσα. Ή μπαίναν κάτω απ’ το ντους, λίγα μέτρα παραπίσω. Τυχερό το νερό που έκανε βόλτες πάνω τους. Άτυχα τα αλάτια που δεν μακροημέρευαν.

Σε κάποια κασσέτα ήταν γραμμένο το  All together now, τόσο ωραίο, τόσο θερινά παράταιρο

Ήταν εποχές που δεν χρειαζόταν να πεις και πολλά. Λίγο αεράκι μπορούσε να κάνει το σώμα να τα ομολογήσει όλα, αυτό κι αν ήταν ορός της αλήθειας. Σήμερα ρίξαν μπούρκα πάνω τους. Πάλι τα μισά λιάζονται πάνω στην ομπρέλα αλλά τα καφτάνια της παραλίας αναλαμβάνουν να κρύψουν τα κάποτε εν δήμω. Τα εν οίκω μας καταπίνουν μπουκιά μπουκιά, κάποιες φορές ανόρεχτα, ευτυχώς κάποιες λαίμαργα, σχεδόν στο πόδι. Τζανκ φακ. Σπάνιο μα εμφανίζεται που και που. Καλύτερο, όσο να ΄ναι, από το καλοσιδερωμένο. Αφεθήκαμε βολεμένοι, μπουχτισμένοι, κουρασμένοι να μας μασουλάνε οι τσακίσεις αλφάδι, τα μέριτο της επανάληψης και τα κολλαρίσματα.

Tainted love σε ρεμίξ με Shamen. Ω Μαρκ, προφήτη των μικρών και των μετρίων  tainted lovers!

Ωραία κορίτσια. Τρελλά και αγαπησιάρικα. «Για σπίτι». Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει αυτή η χυδαιότητα αλλά εκ του αποτελέσματος κρίνονται όλοι. Αν αφήσεις το σπίτι να σε χώσει βαθιά μέσα στα μπετά του και γίνεις ένα με την καθαρή λίγδα που δεν ξεκολλάει απ’ τα ντουβάρια του όσο συχνά και να τα βάφεις, αποδεικνύεται οτι οι γέροι κάτι παραπάνω ξέραν από μας. Αντιστεκόμαστε, ναι. Αλλά αυτά τα αποφθεύγματα των γέρων είναι απέθαντα. Θα ζήλευε ο Ρομέρο, πάω στοίχημα.

 Ήταν η χρονιά που o  αληθινός scarface τραγούδαγε και τα ‘λεγε χύμα

Έκτοτε μεσολάβησαν διάφορα και στις δυο. Η ιστορία της ζωής όλων μας, με λίγα ή πολλά λόγια. Και χωρίς λόγια, παραπανίσια είναι, μη κοιτάς εμένα που καταγίνομαι ακόμη. Γιατροί, νοσοκομεία, κάμποσες ενδοσκοπήσεις, μερικές βιοψίες, μαγνητικές, υπέρηχοι, ράμματα, ευρήματα, πορίσματα, αγωνίες, ανακουφίσεις, γέννες, σχολειά, διαβάσματα, ιώσεις, εκδρομές, εξετάσεις, χαρές, απογοητεύσεις, ταξίδια, αιφνίδιες αναχωρήσεις, κιλά που φεύγαν και επέστρεφαν (πάντα βρίσκαν το δρόμο της επιστροφής, χειρότερα κι από πιστά σκυλιά), βαφτίσια, κηδείες, μνημόσυνα, γενέθλια, γιορτές, χαρές, καταβυθίσεις, χάπια, αλκοόλ, καφέδες, βιαστικά γραμμένα -και σβησμένα- sms, ζυγαριές, χαλασμένα φερμουάρ, συνεντεύξεις, απολύσεις, ταμεία ανεργίας, λογαριασμοί, ξενύχτια για καλό και για κακό, λαχτάρες, νεύρα, πολλά νεύρα, άσπρο, μαύρο, και γέλια, ναι γέλια, δεν έμαθα ποτέ -μπορεί να ‘ναι και για καλό- αν βρέθηκαν κι άλλοι δίπλα τους, μιαν ανάσα από το στήθος τους κι αν κάναν στενή κι αχώριστη παρέα οι βαριές ανάσες και οι ιδρώτες τους αλλά αυτά συμβαίνουν στη ζωή, όχι μόνο στο σινεμά και στα βιβλία, μερικά φιλμ καλό είναι να μη τα πολυσκαλίζεις, δεν ξέρεις τι θα δεις που δεν μπόρεσες να αντικρίσεις εικοσιτόσα χρόνια.

But we’re never gonna survive unless
We get a little crazy

Τώρα που το ξαναβλέπω, με ξαπλώστρες δεν είχαμε ανοίξει παρτίδες. Δυο ψάθες, μια πετσέτα ήταν η σουίτα μας. Οι γυναίκες της διπλανής πετσέτας. Κι αυτό το χάσαμε. Eξυπακούεται ότι ο πληθυντικός αφορά εμάς τους τέσσερις, που ήμασταν εκεί, μέσα και έξω απ΄το κάδρο. Εσύ μπορείς κάλλιστα να μην έχεις χάσει το παραμικρό. Δεν θα το μαρτυρήσω στον Ρομέρο, υπόσχομαι.

 Δεν την βρίσκω εκείνη την κασσέτα. Καλύτερα. Μπορεί να μύριζε  από το αντηλιακό τους και τα πράγματα να παίρναν απροσδόκητη τροπή.

Εν μέρει είχαν δίκιο να τρέμουν το φακό οι Κομάντσι. Ακόμη κι αν στεκόντουσαν πίσω του.

 

…..